Κυριακή 28 Αυγούστου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (12.1-12.72)

Ραψωδία μ' Ἀλκίνου ἀπόλογοι: 
Τὰ περὶ Σειρῆνας, Σκύλλαν, Χάρυβδιν, βόας Ἡλίου

Αὐτὰρ ἐπεὶ ποταμοῖο λίπεν ῥόον Ὠκεανοῖο
νηῦς, ἀπὸ δ᾽ ἵκετο κῦμα θαλάσσης εὐρυπόροιο
νῆσόν τ᾽ Αἰαίην, ὅθι τ᾽ Ἠοῦς ἠριγενείης
οἰκία καὶ χοροί εἰσι καὶ ἀντολαὶ Ἠελίοιο,
5 νῆα μὲν ἔνθ᾽ ἐλθόντες ἐκέλσαμεν ἐν ψαμάθοισιν,
ἐκ δὲ καὶ αὐτοὶ βῆμεν ἐπὶ ῥηγμῖνι θαλάσσης.
ἔνθα δ᾽ ἀποβρίξαντες ἐμείναμεν Ἠῶ δῖαν.
Ἦμος δ᾽ ἠριγένεια φάνη ῥοδοδάκτυλος Ἠώς,
δὴ τότ᾽ ἐγὼν ἑτάρους προΐειν ἐς δώματα Κίρκης
10 οἰσέμεναι νεκρὸν Ἐλπήνορα τεθνηῶτα.
φιτροὺς δ᾽ αἶψα ταμόντες, ὅθ᾽ ἀκρότατος πρόεχ᾽ ἀκτή,
θάπτομεν ἀχνύμενοι, θαλερὸν κατὰ δάκρυ χέοντες.
αὐτὰρ ἐπεὶ νεκρός τ᾽ ἐκάη καὶ τεύχεα νεκροῦ,
τύμβον χεύαντες καὶ ἐπὶ στήλην ἐρύσαντες
15 πήξαμεν ἀκροτάτῳ τύμβῳ εὐῆρες ἐρετμόν.
Ἡμεῖς μὲν τὰ ἕκαστα διείπομεν· οὐδ᾽ ἄρα Κίρκην
ἐξ Ἀΐδεω ἐλθόντες ἐλήθομεν, ἀλλὰ μάλ᾽ ὦκα
ἦλθ᾽ ἐντυναμένη· ἅμα δ᾽ ἀμφίπολοι φέρον αὐτῇ
σῖτον καὶ κρέα πολλὰ καὶ αἴθοπα οἶνον ἐρυθρόν.
20 ἡ δ᾽ ἐν μέσσῳ στᾶσα μετηύδα δῖα θεάων·
«Σχέτλιοι, οἳ ζώοντες ὑπήλθετε δῶμ᾽ Ἀΐδαο,
δισθανέες, ὅτε τ᾽ ἄλλοι ἅπαξ θνῄσκουσ᾽ ἄνθρωποι.
ἀλλ᾽ ἄγετ᾽ ἐσθίετε βρώμην καὶ πίνετε οἶνον
αὖθι πανημέριοι· ἅμα δ᾽ ἠοῖ φαινομένηφι
25 πλεύσεσθ᾽· αὐτὰρ ἐγὼ δείξω ὁδὸν ἠδὲ ἕκαστα
σημανέω, ἵνα μή τι κακορραφίῃ ἀλεγεινῇ
ἢ ἁλὸς ἢ ἐπὶ γῆς ἀλγήσετε πῆμα παθόντες.»
Ὣς ἔφαθ᾽, ἡμῖν δ᾽ αὖτ᾽ ἐπεπείθετο θυμὸς ἀγήνωρ.
ὣς τότε μὲν πρόπαν ἦμαρ ἐς ἠέλιον καταδύντα
30 ἥμεθα δαινύμενοι κρέα τ᾽ ἄσπετα καὶ μέθυ ἡδύ·
ἦμος δ᾽ ἠέλιος κατέδυ καὶ ἐπὶ κνέφας ἦλθεν,
οἱ μὲν κοιμήσαντο παρὰ πρυμνήσια νηός,
ἡ δ᾽ ἐμὲ χειρὸς ἑλοῦσα φίλων ἀπονόσφιν ἑταίρων
εἷσέ τε καὶ προσέλεκτο καὶ ἐξερέεινεν ἕκαστα·
35 αὐτὰρ ἐγὼ τῇ πάντα κατὰ μοῖραν κατέλεξα.
καὶ τότε δή με ἔπεσσι προσηύδα πότνια Κίρκη·
«Ταῦτα μὲν οὕτω πάντα πεπείρανται, σὺ δ᾽ ἄκουσον,
ὥς τοι ἐγὼν ἐρέω, μνήσει δέ σε καὶ θεὸς αὐτός.
Σειρῆνας μὲν πρῶτον ἀφίξεαι, αἵ ῥά τε πάντας
40 ἀνθρώπους θέλγουσιν, ὅτις σφεας εἰσαφίκηται.
ὅς τις ἀϊδρείῃ πελάσῃ καὶ φθόγγον ἀκούσῃ
Σειρήνων, τῷ δ᾽ οὔ τι γυνὴ καὶ νήπια τέκνα
οἴκαδε νοστήσαντι παρίσταται οὐδὲ γάνυνται,
ἀλλά τε Σειρῆνες λιγυρῇ θέλγουσιν ἀοιδῇ,
45 ἥμεναι ἐν λειμῶνι· πολὺς δ᾽ ἀμφ᾽ ὀστεόφιν θὶς
ἀνδρῶν πυθομένων, περὶ δὲ ῥινοὶ μινύθουσι.
ἀλλὰ παρὲξ ἐλάαν, ἐπὶ δ᾽ οὔατ᾽ ἀλεῖψαι ἑταίρων
κηρὸν δεψήσας μελιηδέα, μή τις ἀκούσῃ
τῶν ἄλλων· ἀτὰρ αὐτὸς ἀκουέμεν αἴ κ᾽ ἐθέλῃσθα,
50 δησάντων σ᾽ ἐν νηῒ θοῇ χεῖράς τε πόδας τε
ὀρθὸν ἐν ἱστοπέδῃ, ἐκ δ᾽ αὐτοῦ πείρατ᾽ ἀνήφθω,
ὄφρα κε τερπόμενος ὄπ᾽ ἀκούῃς Σειρήνοιϊν.
εἰ δέ κε λίσσηαι ἑτάρους λῦσαί τε κελεύῃς,
οἱ δέ σ᾽ ἐνὶ πλεόνεσσι τότε δεσμοῖσι διδέντων.
55 Αὐτὰρ ἐπὴν δὴ τάς γε παρὲξ ἐλάσωσιν ἑταῖροι,
ἔνθα τοι οὐκέτ᾽ ἔπειτα διηνεκέως ἀγορεύσω
ὁπποτέρη δή τοι ὁδὸς ἔσσεται, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς
θυμῷ βουλεύειν· ἐρέω δέ τοι ἀμφοτέρωθεν.
ἔνθεν μὲν γὰρ πέτραι ἐπηρεφέες, προτὶ δ᾽ αὐτὰς
60 κῦμα μέγα ῥοχθεῖ κυανώπιδος Ἀμφιτρίτης·
Πλαγκτὰς δ᾽ ἦ τοι τάς γε θεοὶ μάκαρες καλέουσι.
τῇ μέν τ᾽ οὐδὲ ποτητὰ παρέρχεται οὐδὲ πέλειαι
τρήρωνες, ταί τ᾽ ἀμβροσίην Διὶ πατρὶ φέρουσιν,
ἀλλά τε καὶ τῶν αἰὲν ἀφαιρεῖται λὶς πέτρη·
65 ἀλλ᾽ ἄλλην ἐνίησι πατὴρ ἐναρίθμιον εἶναι.
τῇ δ᾽ οὔ πώ τις νηῦς φύγεν ἀνδρῶν, ἥ τις ἵκηται,
ἀλλά θ᾽ ὁμοῦ πίνακάς τε νεῶν καὶ σώματα φωτῶν
κύμαθ᾽ ἁλὸς φορέουσι πυρός τ᾽ ὀλοοῖο θύελλαι.
οἴη δὴ κείνῃ γε παρέπλω ποντοπόρος νηῦς
70 Ἀργὼ πασιμέλουσα, παρ᾽ Αἰήταο πλέουσα·
καί νύ κε τὴν ἔνθ᾽ ὦκα βάλεν μεγάλας ποτὶ πέτρας,
ἀλλ᾽ Ἥρη παρέπεμψεν, ἐπεὶ φίλος ἦεν Ἰήσων.

***
Άφησε τότε το καράβι τις ροές του ωκεάνειου ποταμού,
έσχιζε πια το πελαγίσιο κύμα στ᾽ ανοιχτά περάσματα,
κι έφτασε πάλι στο νησί της Αίας, όπου τα σπίτια κι οι χοροί
της Χαραυγής, οι ανατολές του Ηλίου.
Εκεί αράξαμε και σύραμε στην αμμουδιά το πλοίο,
ύστερα βγήκαμε κι εμείς στο περιγιάλι·
εκεί μας πήρε ο ύπνος, προσμένοντας το θείο ξημέρωμα.
Κι όταν, χαράζοντας, ρόδισε η Αυγή τον ουρανό,
τότε κι εγώ παράγγειλα να παν οι σύντροφοι
10 στα δώματα της Κίρκης, να φέρουν τον νεκρό Ελπήνορα.
Κόψαμε αμέσως κούτσουρα, κι εκεί στην πιο περίβλεπτη άκρη της ακτής
τελούμε την ταφή περίλυποι, χύνοντας μαύρο δάκρυ.
Όταν το σώμα του νεκρού κι ο οπλισμός του κάηκαν στην πυρά,
τύμβο υψώσαμε, στήσαμε πάνω του μια στήλη λίθινη
και στην κορφή του μπήξαμε εκείνο το αρμοστό κουπί του.
Εμείς φροντίζαμε καταπώς πρέπει όλα να γίνουν, αλλά κι η Κίρκη
δεν αγνόησε τον γυρισμό μας απ᾽ τον Άδη· έφτασε
με σπουδή μεγάλη στολισμένη, μαζί της και θεραπαινίδες,
φέρνοντας ψωμί και κρέας, κόκκινο κρασί σαν φλόγα.
20 Στάθηκε τότε μεταξύ μας κι έτσι μας μίλησε η ωραία θεά:
«Παράτολμοι, εσείς που ζώντες κατεβήκατε στον Άδη·
οι πεθαμένοι δυο φορές, όταν οι άλλοι μια φορά πεθαίνουν.
Αλλά χαρείτε τώρα το φαΐ, πιείτε κρασί,
όσο κρατεί η μέρα αυτή· αύριο πάλι, με της αυγής το χάραμα,
ανοίγεστε στο πέλαγο. Τον δρόμο σας εγώ θα δείξω,
ένα προς ένα τα σημάδια φανερώνοντας, να μην πονέσετε
παραδομένοι σε παγίδες θλιβερές της θάλασσας ή της στεριάς,
και ζήσετε μια νέα συμφορά.»
Έτσι μας μίλησε, κι υπάκουσε περήφανη η ψυχή μας.
Όσο λοιπόν κρατούσε η μέρα, ώσπου να βασιλέψει ο ήλιος,
30 στρωθήκαμε χορταίνοντας άφθονο κρέας, πίνοντας γλυκό κρασί.
Κι όταν ο ήλιος έγειρε στη δύση κι έπεσε γύρω μας πυκνό σκοτάδι,
οι άλλοι εκεί στο πλοίο κοιμήθηκαν, πλάι στις πρυμάτσες.
Εμένα όμως με πήρε η Κίρκη από το χέρι, με τράβηξε
παράμερα απ᾽ τους καλούς συντρόφους, μ᾽ έβαλε κάπου ν᾽ ακουμπήσω,
πλάγιασε δίπλα μου κι αυτή, κι άρχισε να ρωτά το καθετί.
Εγώ της εξιστόρησα τα πάντα, με σειρά και τάξη,
οπότε ξαναμίλησε η δεσποσύνη Κίρκη:
«Τα περασμένα πέρασαν και πάνε, άκουσε όμως τώρα
κι εγώ τι έχω να σου πω — μπορεί κι ένας θεός
αργότερα να σ᾽ το θυμίσει.
Θα φτάσεις πρώτα στις Σειρήνες, αυτές που καταθέλγουν
40 όλους τους θνητούς, όποιος βρεθεί στα μέρη τους.
Αν κάποιος πλησιάσει ανύποπτος κι ακούσει των Σειρήνων
τη φωνή, δεν γίνεται να τον χαρούν ξανά στον γυρισμό του
γυναίκες και μικρά παιδιά· τον θέλγουν οι Σειρήνες
με το οξύφωνο τραγούδι τους,
σ᾽ ένα λιβάδι καθισμένες, γύρω σωρός τα κόκαλα,
σάρκες ανθρώπων σαπισμένες, φαγωμένα δέρματα.
Σε συμβουλεύω να τις προσπεράσεις· όσο για τους συντρόφους σου,
γλυκό κερί σαν μέλι μάλαξε και βούλωσε μ᾽ αυτό τ᾽ αφτιά τους,
ώστε κανείς από τους άλλους να μην το ακούσει το τραγούδι τους.
Μόνος εσύ μπορείς να τις ακούσεις, αν το θελήσεις·
θα πρέπει ωστόσο, εκεί στο πλοίο που θα φεύγει γρήγορα,
50 χέρια και πόδια να σε δέσουν, όρθιο πάνω στο κατάρτι,
με τα σχοινιά πλεγμένα γύρω του· κι έτσι να ακούσεις, να απολαύσεις
των Σειρήνων τη φωνή.
Κι αν τους συντρόφους σου παρακαλείς, αν τους φωνάζεις να σε λύσουν,
εκείνοι ακόμη πιο σφιχτά, με περισσότερα σχοινιά θα πρέπει να σε δέσουν.
Έπειτα, όταν οι σύντροφοι θα προσπεράσουν τις Σειρήνες,
τα υπόλοιπα δεν πρόκειται να σου τα πω καταλεπτώς,
ποιος δρόμος απ᾽ τους δυο σού μέλλεται· θα πρέπει μόνος σου
να το σκεφτείς καλά. Θα σου μιλήσω ωστόσο αμφίβολα,
και για τη μια και για την άλλη οδό.
Στην από δω μεριά δυο βράχοι κατακόρυφοι αντικρίζονται,
όπου μουγκρίζει αφρίζοντας της Αμφιτρίτης, με τα σκοτεινά της μάτια,
60 το μεγάλο κύμα.
Πλαγκτές τις ονομάζουν οι μακάριοι θεοί τις Πέτρες·
καθώς σαλεύουν ασταμάτητα, δεν γίνεται να τις διαβεί
πουλί πετάμενο, μήτε τα φοβισμένα αγριοπερίστερα, αυτά που φέρνουν
αμβροσία στον πατέρα Δία· κάποιο κάθε φορά το κόβει
ο βράχος σαν μαχαίρι, αμέσως όμως το αναπληρώνει μ᾽ άλλο περιστέρι
ο Ζευς, να μη χαλάσει ο αριθμός.
Όποιο κι αν βρέθηκε πλεούμενο, δεν ξέφυγε ποτέ από κει·
μαδέρια καραβιών, σώματα ανδρών, όλα τα παρασύρει
το θαλάσσιο κύμα, τα καταπίνει ολέθρια η φλογισμένη δίνη.
Ένα μονάχα καράβι πελαγίσιο πέρασε και γλίτωσε·
70 η Αργώ, που όλοι την ξέρουν και την τραγουδούν,
γυρίζοντας από τη γη του Αιήτη. Όμως κι αυτή θα τη συνέθλιβαν
οι βράχοι, αν δεν μεσολαβούσε η Ήρα για να προσπεράσει —
ο Ιάσων ήταν η μεγάλη αγάπη της.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου