Τετάρτη 10 Αυγούστου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (10.1-10.79)

Ραψωδία κ' Ἀλκίνου ἀπόλογοι: 
Τὰ περὶ Αἴολον, Λαιστρυγόνας καὶ Κίρκην

Αἰολίην δ᾽ ἐς νῆσον ἀφικόμεθ᾽· ἔνθα δ᾽ ἔναιεν
Αἴολος Ἱπποτάδης, φίλος ἀθανάτοισι θεοῖσι,
πλωτῇ ἐνὶ νήσῳ· πᾶσαν δέ τέ μιν πέρι τεῖχος
χάλκεον ἄρρηκτον, λισσὴ δ᾽ ἀναδέδρομε πέτρη.
5 τοῦ καὶ δώδεκα παῖδες ἐνὶ μεγάροις γεγάασιν,
ἓξ μὲν θυγατέρες, ἓξ δ᾽ υἱέες ἡβώοντες.
ἔνθ᾽ ὅ γε θυγατέρας πόρεν υἱάσιν εἶναι ἀκοίτις.
οἱ δ᾽ αἰεὶ παρὰ πατρὶ φίλῳ καὶ μητέρι κεδνῇ
δαίνυνται· παρὰ δέ σφιν ὀνείατα μυρία κεῖται,
10 κνισῆεν δέ τε δῶμα περιστεναχίζεται αὐλῇ
ἤματα· νύκτας δ᾽ αὖτε παρ᾽ αἰδοίῃς ἀλόχοισιν
εὕδουσ᾽ ἔν τε τάπησι καὶ ἐν τρητοῖσι λέχεσσι.
καὶ μὲν τῶν ἱκόμεσθα πόλιν καὶ δώματα καλά.
μῆνα δὲ πάντα φίλει με καὶ ἐξερέεινεν ἕκαστα,
15 Ἴλιον Ἀργείων τε νέας καὶ νόστον Ἀχαιῶν·
καὶ μὲν ἐγὼ τῷ πάντα κατὰ μοῖραν κατέλεξα.
ἀλλ᾽ ὅτε δὴ καὶ ἐγὼ ὁδὸν ᾔτεον ἠδ᾽ ἐκέλευον
πεμπέμεν, οὐδέ τι κεῖνος ἀνήνατο, τεῦχε δὲ πομπήν.
δῶκε δέ μ᾽ ἐκδείρας ἀσκὸν βοὸς ἐννεώροιο,
20 ἔνθα δὲ βυκτάων ἀνέμων κατέδησε κέλευθα·
κεῖνον γὰρ ταμίην ἀνέμων ποίησε Κρονίων,
ἠμὲν παυέμεναι ἠδ᾽ ὀρνύμεν ὅν κ᾽ ἐθέλῃσι.
νηῒ δ᾽ ἐνὶ γλαφυρῇ κατέδει μέρμιθι φαεινῇ
ἀργυρέῃ, ἵνα μή τι παραπνεύσει᾽ ὀλίγον περ·
25 αὐτὰρ ἐμοὶ πνοιὴν Ζεφύρου προέηκεν ἀῆναι,
ὄφρα φέροι νῆάς τε καὶ αὐτούς· οὐδ᾽ ἄρ᾽ ἔμελλεν
ἐκτελέειν· αὐτῶν γὰρ ἀπωλόμεθ᾽ ἀφραδίῃσιν.
Ἐννῆμαρ μὲν ὁμῶς πλέομεν νύκτας τε καὶ ἦμαρ,
τῇ δεκάτῃ δ᾽ ἤδη ἀνεφαίνετο πατρὶς ἄρουρα,
30 καὶ δὴ πυρπολέοντας ἐλεύσσομεν ἐγγὺς ἐόντας.
ἔνθ᾽ ἐμὲ μὲν γλυκὺς ὕπνος ἐπήλυθε κεκμηῶτα·
αἰεὶ γὰρ πόδα νηὸς ἐνώμων, οὐδέ τῳ ἄλλῳ
δῶχ᾽ ἑτάρων, ἵνα θᾶσσον ἱκοίμεθα πατρίδα γαῖαν·
οἱ δ᾽ ἕταροι ἐπέεσσι πρὸς ἀλλήλους ἀγόρευον,
35 καί μ᾽ ἔφασαν χρυσόν τε καὶ ἄργυρον οἴκαδ᾽ ἄγεσθαι,
δῶρα παρ᾽ Αἰόλου μεγαλήτορος Ἱπποτάδαο·
ὧδε δέ τις εἴπεσκεν ἰδὼν ἐς πλησίον ἄλλον·
«Ὢ πόποι, ὡς ὅδε πᾶσι φίλος καὶ τίμιός ἐστιν
ἀνθρώποις, ὅτεών κε πόλιν καὶ γαῖαν ἵκηται.
40 πολλὰ μὲν ἐκ Τροίης ἄγεται κειμήλια καλὰ
ληΐδος· ἡμεῖς δ᾽ αὖτε ὁμὴν ὁδὸν ἐκτελέσαντες
οἴκαδε νισσόμεθα κενεὰς σὺν χεῖρας ἔχοντες.
καὶ νῦν οἱ τάδ᾽ ἔδωκε χαριζόμενος φιλότητι
Αἴολος. ἀλλ᾽ ἄγε θᾶσσον ἰδώμεθα ὅττι τάδ᾽ ἐστίν,
45 ὅσσος τις χρυσός τε καὶ ἄργυρος ἀσκῷ ἔνεστιν.»
Ὣς ἔφασαν, βουλὴ δὲ κακὴ νίκησεν ἑταίρων·
ἀσκὸν μὲν λῦσαν, ἄνεμοι δ᾽ ἐκ πάντες ὄρουσαν,
τοὺς δ᾽ αἶψ᾽ ἁρπάξασα φέρεν πόντονδε θύελλα
κλαίοντας, γαίης ἄπο πατρίδος· αὐτὰρ ἐγώ γε
50 ἐγρόμενος κατὰ θυμὸν ἀμύμονα μερμήριξα
ἠὲ πεσὼν ἐκ νηὸς ἀποφθίμην ἐνὶ πόντῳ,
ἦ ἀκέων τλαίην καὶ ἔτι ζωοῖσι μετείην.
ἀλλ᾽ ἔτλην καὶ ἔμεινα, καλυψάμενος δ᾽ ἐνὶ νηῒ
κείμην· αἱ δ᾽ ἐφέροντο κακῇ ἀνέμοιο θυέλλῃ
55 αὖτις ἐπ᾽ Αἰολίην νῆσον, στενάχοντο δ᾽ ἑταῖροι.
Ἔνθα δ᾽ ἐπ᾽ ἠπείρου βῆμεν καὶ ἀφυσσάμεθ᾽ ὕδωρ,
αἶψα δὲ δεῖπνον ἕλοντο θοῇς παρὰ νηυσὶν ἑταῖροι.
αὐτὰρ ἐπεὶ σίτοιό τ᾽ ἐπασσάμεθ᾽ ἠδὲ ποτῆτος,
δὴ τότ᾽ ἐγὼ κήρυκά τ᾽ ὀπασσάμενος καὶ ἑταῖρον,
60 βῆν εἰς Αἰόλου κλυτὰ δώματα· τὸν δ᾽ ἐκίχανον
δαινύμενον παρὰ ᾗ τ᾽ ἀλόχῳ καὶ οἷσι τέκεσσιν.
ἐλθόντες δ᾽ ἐς δῶμα παρὰ σταθμοῖσιν ἐπ᾽ οὐδοῦ
ἑζόμεθ᾽· οἱ δ᾽ ἀνὰ θυμὸν ἐθάμβεον ἔκ τ᾽ ἐρέοντο·
«Πῶς ἦλθες, Ὀδυσεῦ; τίς τοι κακὸς ἔχραε δαίμων;
65 ἦ μέν σ᾽ ἐνδυκέως ἀπεπέμπομεν, ὄφρ᾽ ἂν ἵκοιο
πατρίδα σὴν καὶ δῶμα, καὶ εἴ πού τοι φίλον ἐστίν.»
Ὣς φάσαν· αὐτὰρ ἐγὼ μετεφώνεον ἀχνύμενος κῆρ·
«ἄασάν μ᾽ ἕταροί τε κακοὶ πρὸς τοῖσί τε ὕπνος
σχέτλιος. ἀλλ᾽ ἀκέσασθε, φίλοι· δύναμις γὰρ ἐν ὑμῖν.»
70 Ὣς ἐφάμην μαλακοῖσι καθαπτόμενος ἐπέεσσιν·
οἱ δ᾽ ἄνεῳ ἐγένοντο· πατὴρ δ᾽ ἠμείβετο μύθῳ·
«Ἔρρ᾽ ἐκ νήσου θᾶσσον, ἐλέγχιστε ζωόντων·
οὐ γάρ μοι θέμις ἐστὶ κομιζέμεν οὐδ᾽ ἀποπέμπειν
ἄνδρα τὸν ὅς τε θεοῖσιν ἀπέχθηται μακάρεσσιν.
75 ἔρρ᾽, ἐπεὶ ἀθανάτοισιν ἀπεχθόμενος τόδ᾽ ἱκάνεις.»
Ὣς εἰπὼν ἀπέπεμπε δόμων βαρέα στενάχοντα.
ἔνθεν δὲ προτέρω πλέομεν ἀκαχήμενοι ἦτορ.
τείρετο δ᾽ ἀνδρῶν θυμὸς ὑπ᾽ εἰρεσίης ἀλεγεινῆς
ἡμετέρῃ ματίῃ, ἐπεὶ οὐκέτι φαίνετο πομπή.

***
Στης Αιολίας το νησί βρεθήκαμε· το κατοικούσε
ο Αίολος, ο Ιπποτίδης, ευνοημένος των αθάνατων θεών.
Πλωτό νησί, όλο το τείχος γύρω χάλκινο, ακατάλυτο,
κι ανηφορίζει ο βράχος κατακόρυφος.
Από τον Αίολο γεννήθηκαν στο σπιτικό του δώδεκα παιδιά,
έξι οι θυγατέρες, έξι οι γιοι· φτάνοντας στην ακμή της νιότης,
τις έδωσε τις θυγατέρες του ο Αίολος στους γιους του.
Ζούνε μαζί, πλάι στον καλό πατέρα, στη σεμνή τους μάνα,
τρώγοντας πίνοντας, κι έχουν μπροστά τους τις τροφές αμέτρητες.
10 Το αρχοντικό μυρίζει κνίσα, όλη τη μέρα αντιλαλεί η μουσική
του αυλού· τις νύχτες πάλι πέφτουν να κοιμηθούν
καθένας με τη νόμιμη γυναίκα του, σε στρώμα μαλακό,
σε κλίνες τρυπητές.
Σ᾽ αυτή λοιπόν την τειχισμένη πόλη φτάσαμε και στο ωραίο
παλάτι· όπου με φιλοξένησε ένα φεγγάρι ολόκληρο, και με ρωτούσε ο Αίολος,
να μάθει τι έγινε στο Ίλιο, με των Αργείων τα πλοία,
τον γυρισμό των Αχαιών· κι εγώ του διηγήθηκα τα πάντα,
όλα με τη σειρά.
Όμως κι αυτός, όταν του ζήτησα τον δρόμο να μου δείξει,
να με ξεπροβοδίσει, δεν πρόβαλε καμιάν αντίρρηση·
ετοίμασε την αναχώρησή μου.
Μου δίνει έναν ασκό, γδέρνοντας δέρμα από βόδι εννιάχρονο,
20 κι έδεσε εκεί τους δρόμους των ανέμων που λυσσομανούν·
γιατί τον είχε ορίσει ταμία των ανέμων ο Κρονίδης,
να τους κοιμίζει ή και να τους ξυπνά, όποιον εκείνος ήθελε.
Μέσα στο βαθουλό καράβι τον ασκό κομπόδεσε με σπάγγο
λαμπερό, ασημένιο· να μην μπορεί, έστω και λίγο, από κάπου
να φυσήξει· άφησε μόνο του ζεφύρου την πνοή πίσω μου
να φυσά, για να μας ταξιδεύει, τα πλεούμενα κι εμάς. Όμως δεν έμελλε
το έργο του να συντελέσει· πήγαμε μόνοι στον χαμό,
από δική μας αφροσύνη.
Μέρες εννιά αρμενίζαμε, δίχως ανάπαυλα, νύχτα και μέρα,
ώσπου τη δέκατη πήρε να φαίνεται η πατρική μας γη,
30 βλέπαμε τις πυρές ν᾽ ανάβουν μπρος στα μάτια μας. Αλλά με συνεπήρε
ύπνος γλυκύς εμένα· από τον κάματο,
γιατί στιγμή δεν άφησα του καραβιού τη σκότα από το χέρι,
δεν την παρέδωσα σε κάποιον άλλο εταίρο· από λαχτάρα,
μιαν ώρα αρχύτερα να φτάσουμε στην πατρική μας γη.
Τότε κι οι σύντροφοι αρχίζουν ν᾽ αγορεύουν, να ανταλλάσσουν
λόγια· είπαν πως κουβαλούσα εγώ χρυσό κι ασήμι για το σπίτι,
δώρα που μου τα χάρισε ο Ιπποτίδης Αίολος, με τη μεγάλη του καρδιά.
Και κάπως έτσι, με λοξές ματιές, μιλούσαν μεταξύ τους:
«Πάει πολύ· κοίτα που γίνεται αυτός αμέσως φίλος, τον τιμούν
οι πάντες, σ᾽ όποιου την πόλη και τη χώρα φτάσει.
40 Φέρνει κιόλας πολλά κι ωραία κειμήλια από της Τροίας
τη λεία· κι όμως εμείς, έχοντας πίσω μας τον ίδιο δρόμο,
πάμε στο σπίτι μας μ᾽ άδεια τα χέρια.
Τώρα ξανά, να της φιλίας τα δώρα, τα χαρισμένα από τον Αίολο·
όμως δεν γίνεται άλλο, πρέπει να δούμε εδώ τι κρύβεται,
πόσο χρυσάφι, πόσο ασήμι μέσα του έχει ο ασκός αυτός.»
Με τέτοια λόγια μεταξύ τους, νίκησε των συντρόφων η κακή βουλή,
κι έλυσαν τον ασκό· αμέσως έξω σκορπιστήκαν όλοι οι αγέρηδες,
κι αυτούς, θρηνώντας, τους αρπάζει η θύελλα, τους έφερε βαθιά στο πέλαγο,
τόσο μακριά από την πατρική μας γη. Απότομα ξυπνώντας
50 τότε εγώ, παρ᾽ όλο μου το θάρρος, για λίγο ταλαντεύθηκα:
ν᾽ αφήσω το καράβι πέφτοντας στο πέλαγος για να πνιγώ;
να κάνω αμίλητος υπομονή για να απομείνω ζωντανός;
Διάλεξα την υπομονή, κι έμεινα εκεί· ως το κεφάλι καλυμμένος,
κούρνιασα στο πλοίο· και τα πλεούμενα στο μεταξύ, στο έλεος
μιας θύελλας φριχτής, βρέθηκαν κάποτε ξανά στης Αιολίας
το νησί, με τους συντρόφους να στενάζουνε βαριά.
Ευθύς βγήκαμε στη στεριά, τραβήξαμε νερό, κι οι σύντροφοί μου
ετοίμασαν το δείπνο, πλάι στα γρήγορα καράβια.
Κι όταν χορτάσαμε από φαΐ κι από πιοτό,
τότε κι εγώ, μ᾽ ένα μου σύντροφο και συνοδό τον κήρυκα,
60 κίνησα για το φημισμένο σπιτικό του Αιόλου· τον πέτυχα
πάνω στο δείπνο, μαζί με τη γυναίκα του και τα παιδιά του.
Στο σπίτι φτάνοντας, μείναμε καθισμένοι στο κατώφλι,
στις παραστάδες πλάι· κι αυτοί κατάπληκτοι πήραν να μας ρωτούν:
«Πώς και γιατί ξανά, Οδυσσέα, στα μέρη μας; ποιος δαίμονας
κακός σε κυνηγά; μόλο που εμείς φροντίσαμε καλά την αναχώρησή σου,
για να μπορείς να φτάσεις στην πατρίδα σου, στο σπίτι
που ήθελε η ψυχή σου.»
Έτσι μου μίλησαν· κι εγώ αποκρίθηκα με την καρδιά βαριά:
«Μ᾽ έβλαψαν οι κακοί μου εταίροι, ακόμη ο ύπνος
ο φριχτός· αλλά, καλοί μου, το κακό γιατρέψτε, είναι στο χέρι σας.»
70 Τους μίλησα με λόγια μαλακά, για να τους συγκινήσω,
εκείνοι όμως δεν έβγαζαν μιλιά,
ώσπου ο πατέρας τους πήρε τον λόγο κι είπε:
«Έξω από το νησί μου γρήγορα, όνειδος της ζωής εσύ!
Το δίκιο δεν μ᾽ αφήνει εμένα μήτε να δέχομαι μήτε να προβοδώ
άνθρωπο που τον μίσησαν οι αθάνατοι θεοί.
Τσακίσου τώρα από δω, που πάτησες το σπίτι μου, εσύ το μίσος των θεών.»
Έτσι μιλώντας, μ᾽ έδιωξε απ᾽ το σπίτι του, κι εγώ στενάζοντας βαριά.
Φεύγοντας από κει, στο πέλαγο ανοιχτήκαμε,
με την ψυχή μας βουρκωμένη·
οι άντρες αποθαρρυμένοι κωπηλατούσαν και πονούσαν —
δικό μας κρίμα, που κανένας δεν φαινόταν στον ορίζοντα
δρόμος επιστροφής.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου