Κυριακή 18 Απριλίου 2021

ΛΟΓΓΟΣ: Τὰ κατὰ Δάφνιν καὶ Χλόην (4.30.1-4.32.4)

[4.30.1] Βουλευομένοις δὲ αὐτοῖς ἐδόκει τὸν γάμον κρύπτειν, ἔχειν δὲ κρύφα τὴν Χλόην πρὸς μόνην ὁμολογήσαντα τὸν ἔρωτα τὴν μητέρα· ἀλλ᾽ οὐ συνεχώρει Δρύας, ἠξίου δὲ τῷ πατρὶ λέγειν καὶ πείσειν αὐτὸς ἐπηγγέλλετο. [4.30.2] Καὶ γενομένης ἡμέρας ἔχων ἐν τῇ πήρᾳ τὰ γνωρίσματα πρόσεισι τῷ Διονυσοφάνει καὶ τῇ Κλεαρίστῃ καθημένοις ἐν τῷ παραδείσῳ —παρῆν δὲ καὶ ὁ Ἄστυλος καὶ αὐτὸς ὁ Δάφνις— καὶ σιωπῆς γενομένης ἤρξατο λέγειν· [4.30.3] «Ὁμοία με ἀνάγκη Λάμωνι τὰ μέχρι νῦν ἄρρητα ἐκέλευσε λέγειν. Χλόην ταύτην οὔτε ἐγέννησα οὔτε ἀνέθρεψα, ἀλλὰ ἐγέννησαν μὲν ἄλλοι, κειμένην δὲ ἐν ἄντρῳ Νυμφῶν ἀνέθρεψεν ὄϊς. [4.30.4] Εἶδον τοῦτο αὐτὸς καὶ ἰδὼν ἐθαύμασα καὶ θαυμάσας ἔθρεψα. Μαρτυρεῖ μὲν καὶ τὸ κάλλος, ἔοικε γὰρ οὐδὲν ἡμῖν· μαρτυρεῖ δὲ καὶ τὰ γνωρίσματα, πλουσιώτερα γὰρ ἢ κατὰ ποιμένα. Ἴδετε ταῦτα καὶ τοὺς προσήκοντας τῇ κόρῃ ζητήσατε, ἂν ἀξία ποτὲ Δάφνιδος φανῇ.»
[4.31.1] Τοῦτο οὔτε Δρύας ἀσκόπως ἔρριψεν οὔτε Διονυσοφάνης ἀμελῶς ἤκουσεν, ἀλλ᾽ ἰδὼν εἰς τὸν Δάφνιν καὶ ὁρῶν αὐτὸν χλωριῶντα καὶ κρύφα δακρύοντα ταχέως ἐφώρασε τὸν ἔρωτα· καὶ ὡς ὑπὲρ παιδὸς ἰδίου μᾶλλον ἢ κόρης ἀλλοτρίας δεδοικὼς διὰ πάσης ἀκριβείας ἠλέγχετο τοὺς λόγους τοῦ Δρύαντος. [4.31.2] Ἐπεὶ δὲ καὶ τὰ γνωρίσματα εἶδε κομισθέντα, ‹τὰ› ὑποδήματα ‹τὰ› κατάχρυσα, τὰς περισκελίδας, τὴν μίτραν, προσκαλεσάμενος τὴν Χλόην παρεκελεύετο θαρρεῖν, ὡς ἄνδρα μὲν ἔχουσαν ἤδη, ταχέως δὲ εὑρήσουσαν καὶ τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα. [4.31.3] Καὶ τὴν μὲν ἡ Κλεαρίστη παραλαβοῦσα ἐκόσμει λοιπὸν ὡς υἱοῦ γυναῖκα, τὸν δὲ Δάφνιν ὁ Διονυσοφάνης ἀναστήσας μόνον ἀνέκρινεν εἰ παρθένος ἐστί· τοῦ δὲ ὀμόσαντος μηδὲν γεγονέναι φιλήματος καὶ ὅρκων πλέον, ἡσθεὶς ἐπὶ τῷ συνωμοσίῳ κατέκλινεν αὐτούς.
[4.32.1] Ἦν οὖν μαθεῖν οἷόν ἐστι τὸ κάλλος, ὅταν κόσμον προσλάβῃ. Ἐνδυθεῖσα γὰρ ἡ Χλόη καὶ ἀναπλεξαμένη τὴν κόμην καὶ ἀπολούσασα τὸ πρόσωπον εὐμορφοτέρα τοσοῦτον ἐφάνη πᾶσιν, ὥστε καὶ Δάφνις αὐτὴν μόλις ἐγνώρισεν. [4.32.2] Ὤμοσεν ἄν τις καὶ ἄνευ τῶν γνωρισμάτων ὅτι τοιαύτης κόρης οὐκ ἦν Δρύας πατήρ. Ὅμως μέντοι παρῆν καὶ αὐτὸς καὶ συνειστιᾶτο μετὰ τῆς Νάπης, συμπότας ἔχων ἐπὶ κλίνης ἰδίας τὸν Λάμωνα καὶ τὴν Μυρτάλην. [4.32.3] Πάλιν οὖν ταῖς ἑξῆς ἡμέραις ἐθύετο ἱερεῖα καὶ κρατῆρες ἵσταντο καὶ ἀνετίθει καὶ Χλόη τὰ ἑαυτῆς, τὴν σύριγγα, τὴν πήραν, τὸ δέρμα, τοὺς γαυλούς· ἐκέρασε δὲ καὶ τὴν πηγὴν οἴνῳ τὴν ἐν τῷ ἄντρῳ, ὅτι καὶ ἐτράφη παρ᾽ αὐτῇ, καὶ ἐλούσατο πολλάκις ἐν αὐτῇ· [4.32.4] ἐστεφάνωσε καὶ τὸν τάφον τῆς ὄϊος, δείξαντος Δρύαντος, καὶ ἐσύρισέ τι καὶ αὐτὴ τῇ ποίμνῃ, καὶ συρίσασα ταῖς θεαῖς ηὔξατο τοὺς ἐκθέντας εὑρεῖν ἀξίους τῶν Δάφνιδος γάμων.

***
[4.30.1] Στη σύσκεψη που ακολούθησε έκριναν προτιμότερο να μην κάνει λόγο ο Δάφνης για επίσημο γάμο, παρά να ᾽χει τη Χλόη κρυφά και μόνο στη μητέρα του να ομολογήσει τον έρωτά του. Ο Δρύας όμως δε συμφώνησε, κι επέμεινε να μιλήσει ο Δάφνης στον πατέρα του· ο ίδιος αναλάμβανε να τον πείσει. [4.30.2] Σαν ξημέρωσε, έχοντας τα φασκιά της Χλόης στο ταγάρι του πλησίασε τον Διονυσοφάνη και την Κλεαρίστη που κάθονταν στον κήπο —ήταν μπροστά κι ο Άστυλος κι ο ίδιος ο Δάφνης— κι όταν όλοι σώπασαν πήρε το λόγο: [4.30.3] «Βρίσκομαι στην ίδια ανάγκη που βρέθηκε κι ο Λάμων, να βγάλω στη φόρα ένα μυστικό. Τούτη τη Χλόη μήτε τη γέννησα μήτε την έθρεψα. Άλλοι τη γέννησαν, κι όταν βρισκόταν παραριγμένη στη σπηλιά των Νυμφών τη βύζαινε μια προβατίνα. [4.30.4] Το είδα τούτο με τα μάτια μου, το θαύμασα και την πήρα να τη μεγαλώσω. Απόδειξη η ομορφιά της — γιατί καθόλου δε μας μοιάζει. Απόδειξη και τα φασκιά της, που βοσκοί δεν τα συνηθίζουν τόσο πλούσια. Κοιτάξτε τα και ψάξτε τους συγγενείς του κοριτσιού. Ίσως αποδειχτεί αντάξια του Δάφνη η καταγωγή της».
[4.31.1] Αυτά τα λόγια δεν τα ᾽ριξε στο βρόντο ο Δρύας, αλλά ούτε κι ο Διονυσοφάνης τ᾽ άφησε να περάσουν απαρατήρητα. Μια ματιά στον Δάφνη στάθηκε αρκετή: βλέποντάς τον να χλωμιάζει και να κρυφοδακρύζει κατάλαβε αμέσως τον έρωτά του. Η έγνοια λοιπόν για το δικό του γιο, περισσότερο παρά για το ξένο κορίτσι, τον έκανε να εξετάσει με πολλή προσοχή τα λεγόμενα του Δρύα. [4.31.2] Όταν του ᾽φεραν ωστόσο να δει τα φασκιά —τα χρυσωμένα παπούτσια, τα κορδόνια και το στεφάνι— φώναξε τη Χλόη και της έδωσε θάρρος: άντρα έχει κιόλας, της είπε, και γρήγορα θενά ᾽βρει και τον πατέρα και τη μάνα της. [4.31.3] Ύστερα την παράλαβε η Κλεαρίστη και βάλθηκε να τη στολίσει όπως ταίριαζε, από δω κι εμπρός, σε νύφη της. Στο μεταξύ ο Διονυσοφάνης πήρε τον Δάφνη κατά μέρος και τον ρώτησε αν ήταν παρθένα· κι όταν εκείνος ορκίστηκε ότι δεν είχαν προχωρήσει σε τίποτα παραπάνω από όρκους και φιλιά, χάρηκε με τη διαβεβαίωση και τους κάλεσε στο τραπέζι του.
[4.32.1] Τότε φάνηκε τί θα πει ομορφιά, όταν στολιστεί όπως πρέπει: καλοντυμένη, με τα μαλλιά της καμωμένα πλεξίδες και πλυμένο πρόσωπο, η Χλόη φάνταξε σ᾽ όλους τόσο πολύ πιο ωραία, ώστε κι ο Δάφνης ακόμα τρόμαξε να την αναγνωρίσει. [4.32.2] Και δίχως τα σημαδιακά φασκιά θα ᾽παιρνε κανένας όρκο πως τέτοιο κορίτσι ήταν αδύνατο να ᾽χει τον Δρύα πατέρα. Ωστόσο ήταν κι ο ίδιος εκεί μαζί με τη Νάπη, τρώγοντας και πίνοντας σε χωριστό τραπέζι με το Λάμωνα και τη Μυρτάλη. [4.32.3] Τις επόμενες μέρες έγιναν ξανά θυσίες και στήθηκαν οι κρασοκανάτες. Η Χλόη αφιέρωσε κι εκείνη τα δικά της πράματα στους θεούς — τη φλογέρα, το ταγάρι, την προβιά, τις καρδάρες. Έχυσε κρασί στην πηγή της σπηλιάς, όπου τόσες φορές είχε πλυθεί, επειδή εκεί τη βύζαξε η προβατίνα. [4.32.4] Στεφάνωσε και τον τάφο της προβατίνας, που της έδειξε ο Δρύας, έπαιξε κι αυτή λίγη φλογέρα στο κοπάδι της και κατόπι προσευχήθηκε στις θεές να βρει εκείνους που την είχαν αφήσει έκθετη και να ᾽ναι άξιοι να συγγενέψουν με τον Δάφνη.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου