Κυριακή 18 Απριλίου 2021

Ἡ τραγωδία καί τό τραγικό, Διονυσιακό και Ἀπολλώνιο

Αποτέλεσμα εικόνας για Αν έχετε βαρεθεί να σας υπαγορεύουν ποιοι να είστε… δημιουργήστε τη δική σας φιλοσοφία ζωής[15 (10) 1888] Τί ση­μαί­νει Τρα­γι­κό;

Ἔ­χω ὑ­πο­δεί­ξει ἐ­πα­νει­λημ­μέ­να τή με­γά­λη πα­ρα­νό­η­ση τοῦ Ἀ­ρι­στο­τέ­λη σχε­τι­κά μέ κεῖ­να τά δύ­ο καταθλιπτικά αἰ­σθή­μα­τα, τό φό­βο καί τόν ἔ­λε­ο, τά ὁ­ποῖα ἐ­ξε­λάμ­βα­νε ὡς κα­τε­ξο­χήν τρα­γι­κά. Ἄν εἶ­χε δί­κιο, τό­τε ἡ Τρα­γω­δί­α θἆ­ταν μί­α Τέ­χνη θα­να­τη­φό­ρος, ἕ­νας πραγ­μα­τι­κός δη­μό­σι­ος κίν­δυ­νος. Δη­λα­δή, ἡ Τέ­χνη, τό με­γά­λο δι­ε­γερ­τι­κό της ζω­ῆς, τό με­γά­λο με­θύ­σι γιά ζω­ή, ἡ βού­λη­ση γιά ζω­ή, θά ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε τήν πα­ρακ­μή (κι ἄ­ρα τήν ἀ­παι­σι­ο­δο­ξί­α!) - θά ἔβλαπτε, τό­τε, τήν ὑ­γεί­α. Νά λέ­γα­με, λοι­πόν —κα­θώς φαί­νε­ται νά πι­στεύ­ει ὁ Ἄ­ρι­στο­τέ­λη­ς—, ὁ­τι προ­κα­λῶν­τας κα­νείς φό­βο καί ἐ­λε­ο «κα­θαί­ρε­ται» κι­ό­λας; Ἄ­το­πο! Ὅ,­τι ἐ­γεί­ρει κα­τά βά­σιν φό­βο ἤ ἔ­λε­ο, ἀ­πο­δι­ορ­γα­νώ­νει, ἀ­πο­δυ­να­μώ­νει, ἀ­πο­θαρ­ρύνει. Ἄν δί­να­με δί­κιο στόν Σο­πε­νά­ου­ερ καί δε­χό­μα­σταν ὁ­τι ἡ Τρα­γω­δί­α δί­δα­σκε τήν «πα­ραί­τη­ση» —πρό­τει­νε, δη­λα­δή, ἕ­ναν ἤ­πι­ο τρό­πο ν’ ἀ­παρ­νη­θεῖ κα­νείς τήν εὐ­τυ­χί­α, τήν ἐλ­πί­δα, τή βού­λη­ση γιά ζω­ή—, ἔ, τό­τε θἄ­χα­με μι­ά Τέ­χνη πού θ’ ἀ­παρ­νι­ό­ταν τόν ἴδι­ο τόν ἑ­αυ­τό της! Τό­τε, Τρα­γω­δί­α θά σή­μαι­νε δι­α­δι­κα­σί­α ἀ­πο­σύν­θε­σης: ἡ καλ­λι­τε­χνι­κή ὁρ­μή θά ἐκ­μη­δέ­νι­ζε τή ζω­τι­κή ὁρ­μή! Ὁ χρι­στι­α­νι­σμός, ὁ μη­δε­νι­σμός, ἡ τρα­γι­κή Τέ­χνη κ’ ἡ σω­μα­τι­κή κα­τά­πτω­ση θἄ­δι­ναν τά χέ­ρια, θά θρι­άμ­βευ­αν καί θά τρά­βα­γαν μα­ζί πρός τή δό­ξα - στόν κατήφο­ρο!.. Ἡ Τρα­γω­δί­α θἄ­ταν ἁ­πλῶς σύμ­πτω­μα ξε­πε­σμοῦ...

Τού­τη ἡ θε­ω­ρί­α εὔ­κο­λα ἀ­να­σκευ­ά­ζε­ται: ἄν μέ­τρα­γε κα­νείς μ’ ἕ­να δυ­να­μό­με­τρο τή συγ­κί­νη­ση πού προ­κα­λεῖ μί­α δρα­μα­τι­κή πα­ρά­στα­ση, θἄ­χα­με μι­άν ἔν­δει­ξη πού μό­νο ἕ­νας Συ­στη­μα­τι­κός (ἐ­ξαι­τίας τῆς ἀ­κα­τά­σχε­της ψευ­δο­λο­γί­ας του), δέ θά μπο­ροῦ­σε ψυ­χο­λο­γι­κά νά δε­χτεῖ: ἡ Τρα­γω­δί­α εἶν’ ἕ­να τονωτικό.

Ἄν, τώ­ρα, ὁ Σο­πε­νά­ου­ερ αὐτό δέν θέλησε[1] νά τό κα­τα­λά­βει, ἄν ὅρι­σε ὡς «τρα­γι­κό» τό «κα­τα­θλι­πτικό», ἄν στούς Ἕλ­λη­νες (οἱ ὁποῖοι, πρός με­γά­λη του δυ­σα­ρέ­σκει­α, δέν ἔ­λε­γαν νά «πα­ραι­τη­θοῦν»...) ἀν­τέ­τει­νε πώς τά­χα δέν ὁ­λο­κλή­ρω­σαν τήν κο­σμο­θε­ω­ρί­α τους, τοῦ­το δέν εἶ­ναι πα­ρά προ­κα­τά­λη­ψη,* ἐ­πα­κό­λου­θο τῆς λο­γι­κῆς τοῦ Συ­στή­μα­τος, πα­ρα­χά­ρα­ξη ἑ­νός Συ­στη­μα­τι­κοῦ. Μι­ά τέ­τοια μά­λι­στα πα­ρα­χά­ρα­ξη, τοῦ χει­ρί­στου εἴ­δους, δι­έ­φθει­ρε σι­γά-σι­γά τήν ψυ­χο­λο­γί­α τοῦ ἴ­διου του Σο­πε­νά­ου­ερ, πού αὐ­θαί­ρε­τα καί βά­ναυ­σα πα­ρερ­μή­νευ­σε τή Μεγα­λο­φυί­α, τήν Τέ­χνη ὁ­λά­κε­ρη, τήν Ἠ­θι­κή, τόν πα­γα­νι­σμό, τήν ὀ­μορ­φιά, τή γνώ­ση - σχε­δόν τά πάν­τα!..

Ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης ἤ­θε­λε νά βλέ­πει τήν Τρα­γω­δί­α κα­θαρ­τι­κή τοῦ φό­βου καί τοῦ ἐ­λέ­ου - μι­ά εὐ­ερ­γε­τι­κή ἀ­ποφόρ­τι­ση δύ­ο ὑ­περ­φορ­τι­σμέ­νων νο­ση­ρῶν ἁ­ψι­θυ­μι­ῶν...

Οἱ ἄλ­λες ἁ­ψι­θυ­μί­ες δροῦν ἴ­σως το­νω­τι­κά· ὅμως τοῦ­τες οἱ δύ­ο εἶν’ ἐ­πι­ζή­μι­ες, βλα­βε­ρές - πρέ­πει, κα­τά τόν Ἄ­ρι­στο­τέ­λη, ν’ ἀ­πο­βάλ­λον­ται ἀπ’ τόν ἀν­θρώ­πι­νο ὀρ­γα­νι­σμό· δι­ε­γεί­ρον­τάς τες, λοι­πόν, ἡ Τρα­γω­δί­α, κα­θαί­ρει καί λυ­τρώ­νει τόν ἄν­θρω­πο - τόν κά­νει κα­λύ­τε­ρο. Ἡ Τρα­γω­δί­α, εἶ­δος θε­ραπεί­ας κα­τά τῆς συμ­πό­νιας!

[2 (106) 1885- 6] Ἡ ἀ­πά­τη τοῦ Ἀπόλλωνα: ὅτι ἡ ὡ­ραί­α μορ­φή εἶν’ αἰώ­νια· <λαν­θά­νει> ὁ ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κός νό­μος: «ἔτσι πάντα νἆ­ναι!»

Δι­ό­νυ­σος: ἡ­δυ­πά­θει­α καί βα­ναυ­σό­τη­τα. Τό ἐ­φή­με­ρο μπο­ρεῖ νά ση­μαί­νει: ἀ­πό­λαυ­ση τῶν δη­μι­ουρ­γι­κῶν καί κα­τα­στρο­φι­κῶν δυ­νά­με­ων, ἀδιά­λειπτη δη­μι­ουργία.[2]

[2 (114)1885-6] Τό ἔρ­γο Τέ­χνης χωρίς καλ­λι­τέ­χνη. Ἄς ποῦ­με: σάν ἕ­να σῶ­μα, σάν ἕ­νας ὀρ­γα­νι­σμός (πρωσ­σι­κό σῶ­μα ἀ­ξι­ω­μα­τού­χων, τάγ­μα Ἰ­η­σου­ι­τῶν). Ὥς ποιό ση­μεῖ­ο ὁ καλ­λι­τέ­χνης εἶν’ ἁ­πλῶς ἕ­να προ­στά­δι­ο... Τί ση­μαί­νει τό «ὑ­πο­κεί­με­νο»; —

Ὁ κό­σμος σάν ἕ­να ἔρ­γο Τέ­χνης πού αὐ­το-γεν­νᾶ­ται...

Ἆραγε ἡ Τέ­χνη εἶ­ναι πα­ρε­πό­με­νο τῆς δυσφορίας πρός τό Πραγ­μα­τι­κό; Ἡ ἔκ­φρα­ση εὐ­γνω­μο­σύ­νης γιά τή βι­ω­νό­με­νη εὐτυ­χί­α;

Στήν πρώ­τη πε­ρί­πτω­ση: Ρο­μαν­τι­σμός· στή δεύ­τε­ρη: ἐ­ξύ­μνη­ση τοῦ φαί­νε­σθαι καί δι­θύ­ραμ­βος (κοντολογῆς: Τέ­χνη τῆς ἀ­πο­θέ­ω­σης): ἐ­δῶ ἀ­νή­κει κι ὁ Ρα­φα­έ­λο..- μό­νο πού μέ­σα του ἐ­λάν­θα­νε ἐ­κεί­νη ἡ δο­λι­ότη­τα, ν’ ἀ­πο­θε­ώ­νει τήν ἐπίφαση τῆς χρι­στια­νι­κῆς ἑρ­μη­νεί­ας τοῦ Κό­σμου. Εὐ­γνω­μο­νοῦ­σε τήν ὕ­παρ­ξη, ὅ­ποτε αὐ­τή δέν ἐμ­φα­νι­ζό­ταν εἰ­δι­κῶς χρι­στια­νι­κή.

Μέ τήν ἠθική ἑρ­μη­νεί­α ὁ Κό­σμος γί­νε­ται ἀ­φό­ρη­τος. Ὁ χρι­στι­α­νι­σμός τή χρη­σι­μο­ποί­η­σε προ­σπα­θών­τας νά «ὑ­περ­βεῖ» τόν Κό­σμο: ἤ­τοι, νά τόν ἀρ­νη­θεῖ. — Στήν πρά­ξη, μί­α τέ­τοια πα­ρα­νο­ϊ­κή ἀ­πό­πει­ρα δο­λο­φο­νί­ας κα­τά τῆς ζω­ῆς —οὐ­σι­α­στι­κά: ἡ πα­ρα­νο­ϊ­κή οἴ­η­ση τοῦ ἀν­θρώπου ἔ­ναν­τι τοῦ Κό­σμου— εἶ­χε σάν ἀ­πο­τέ­λε­σμα ν’ ἀ­μαυ­ρώ­σει, νά σμι­κρύ­νει, νά φτω­χύ­νει τόν ἴ­διο τόν ἄν­θρω­πο· μό­νο τό πι­ό μέ­τρι­ο καί πι­ό ἀ­βλα­βές εἶ­δος, τό ἀ­γε­λαῖ­ο εἶ­δος ἀν­θρώ­που, ὠ­φε­λή­θη­κε ἀ­πό δαύ­την, ἐν­θαρ­ρύνθηκε ἄν θέ­λε­τε...

Ὅ­μη­ρος: ὁ καλ­λι­τέ­χνης τῆς ἀ­πο­θέω­σης· τό ἴ­δι­ο κι ὁ Ροῦμ­πενς. Ἡ μου­σι­κή δέν μᾶς ἔ­δωσε ἀ­κό­μη κα­νέ­ναν.

Ἡ ἐ­ξι­δα­νί­κευ­ση τοῦ με­γά­λου πα­ρα­βάτη­[3] (ἡ ἀ­νά­δει­ξη τῆς με­γα­λω­σύ­νης του) εἶν’ ἐ­πί­τευγ­μα ἑλλη­νι­κό· ἡ δυ­σφή­μι­ση, ἡ συ­κο­φάν­τη­ση, ἡ πε­ρι­φρό­νη­ση τοῦ ἁ­μαρ­τω­λοῦ: ἰ­ου­δα­ϊ­κό καί χρι­στια­νι­κό...

[14 (14) 1888] ...Μέ τή λέ­ξη δι­ο­νυ­σι­α­κό ἐκ­φρά­ζε­ται ἡ ὁρ­μή γιά τό ἕ­να, μί­α δι­ά­τα­ση πέ­ρα καί πά­νω ἀ­πό πρό­σω­πο, κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα, κοι­νω­νί­α, ἁ­πτή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, σάν μί­α ἄ­βυσ­σος τῆς λη­σμο­σύ­νης, μί­α πυ­ρε­τι­κή ἐ­πώ­δυ­νη ὑ­περ­χεί­λι­ση πού ὁ­δη­γεῖ σέ πι­ό σκο­τει­νές, γε­μά­τες, «κυ­μα­τώ­δεις» κα­τα­στά­σεις· ἕ­να ἐκ­στα­τι­κό Ναί! στή ζω­ή ὅ­ποι­α εἶ­ναι, σέ κεῖ­νο πού, μ’ ὅλη τή με­τα­βο­λή, πα­ρα­μέ­νει ἴ­διο, τό ἴ­διο δυ­να­τό κ’ ἱ­ε­ρό· ἡ ἀ­στεί­ρευ­τη πη­γή τῆς με­γά­λης παν­θε­ϊ­στι­κῆς «συν-εὐ­φρο­σύ­νης» καί «­συμπο­νε­τι­κό­τη­τας»,* κα­θα­γι­α­στι­κής κ’ ἐ­πι­κυ­ρω­τι­κῆς ὡς καί τῶν πι­ό τρο­μα­κτι­κῶν καί πα­ρά­δο­ξων γνω­ρι­σμά­των τῆς ζω­ῆς, ἀ­να­βλύ­ζον­τας ἀ­πό ἕ­να αἰ­ώ­νι­ο θέ­λω γέν­νας, γο­νι­μό­τη­τας, αἰ­ω­νι­ό­τη­τας· τό στέ­ρε­ο αἴ­σθη­μα ὅτι δη­μι­ουρ­γί­α καί φθο­ρά εἶν’ ἕ­να καί τό αὐ­τό...

Μέ τόν ὅ­ρο ἀ­πολ­λώ­νι­ο νο­εῖ­ται ἡ ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κή ὁρ­μή γιά ἔκ­φρα­ση τοῦ ἐ­γώ,[4] τό δυ­να­μι­κό τοῦ λεγόμενου «ἀ­τό­μου», ἡ ὁρ­μή γιά κά­θε­τι πού ἁ­πλο­ποι­εῖ, ξε­χω­ρί­ζει, δυ­να­μώ­νει, ξε­κα­θα­ρί­ζει, ἡ ὁρ­μή γιά τό μή δι­φορού­με­νο καί τό τυ­πι­κό· ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α ὑ­πό τόν ζυ­γό τοῦ νό­μου...

Ἡ πε­ραι­τέ­ρω ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς Τέ­χνης συν­δέ­ε­ται ἄ­με­σα μέ τό ἀν­τι­πά­λε­μα τῶν δύ­ο τού­των καλ­λι­τε­χνι­κῶν δυ­νά­με­ων, ὅπως κ’ ἡ πε­ραι­τέ­ρω ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ ἀν­θρώ­που μέ τόν ἀν­τα­γω­νι­σμό τῶν δύ­ο φύ­λων. Ἡ πλη­θω­ρι­κή δύ­να­μη κι ὁ μετρι­α­σμός, ἡ ἀ­νώ­τε­ρη μορ­φή αὐ­το­κα­τά­φα­σης μές σέ μί­α ψυ­χρή, εὐ­γε­νῆ κι ἄ­καμ­πτη ὀ­μορ­φιά: ὁ «ἀ­πολ­λω­νι­σμός» τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς βού­λη­σης...

Οἱ κα­τα­βο­λές τῆς Τρα­γω­δί­ας καί τῆς Κω­μω­δί­ας ὡς ὅρα­ση τοῦ παρόν­τος* ἀπ’ τά μά­τια ἑνός θε­ο­ῦ± βυ­θι­σμέ­νου σέ ἔκ­στα­ση· ὡς ἀ­πό κοι­νοῦ βί­ω­ση τοῦ το­πι­κοῦ Μύ­θου, τοῦ Πα­ρευ­ρί­σκε­σθαι, τοῦ Θαύ­μα­τος, τῆς θε­με­λι­ω­τι­κῆς Πρά­ξης, τοῦ «Δρά­μα­τος» ( -[5]

Ἡ ἀν­τί­θε­ση Δι­ο­νυ­σι­α­κοῦ καί Ἄ­πολ­λώ­νι­ου στήν Ἕλ­ληνι­κή ψυ­χή, ὑ­πῆρ­ξε γιά μέ­να τό πι­ό γο­η­τευ­τι­κό αἴ­νιγ­μα στήν ἐ­να­σχό­λη­σή μου μέ τούς Ἕλ­λη­νες. Κα­τά βά­θος, ἐν­δι­α­φε­ρό­μου­ν[6] νά μαν­τέ­ψω γιά ποιό λό­γο ὁ ἑλ­λη­νι­κός ἀ­πολ­λω­νι­σμός χρει­ά­στη­κε ἕ­να δι­ο­νυ­σι­α­κό ὑ­πέ­δα­φος γιά νά φυ­τρώ­σει· τί ἀ­νάγ­κα­σε, δη­λα­δή, τό δι­ο­νυ­σι­α­κό Ἕλ­λη­να νά γί­νει ἀ­πολ­λώ­νι­ος: νά δι­α­σταυ­ρώ­σει τή ρο­πή του γιά τό τρο­με­ρό, τό πο­λυ­σχι­δές, τό ἀ­βέ­βαι­ο, καί τό φρικτό μέ μι­άν ἄλ­λη ρο­πή: γιά τό σύμ­με­τρο, τό ἁ­πλό, γιά τό συμ­βα­τό μέ τόν κα­νό­να καί τήν ἔν­νοι­α.

Στή ρί­ζα τοῦ Ἕλ­λη­να: τό ἄ­με­τρο, τό ἔ­κλυ­το τῆς Ἀ­σί­ας- ἡ ἀν­δρεί­α του συ­νί­στα­ται στόν ἀ­γῶ­να του κα­τά τοῦ ἐγ­γε­νοῦς ἀσά­σι­α­τι­σμοῦ» του· ἡ ὀ­μορ­φιά δέν τοῦ χα­ρί­στη­κε —ὅπως οὔτε, ἄλ­λω­στε, ἡ λο­γι­κή ἤ ἡ φυ­σι­κό­τη­τα τῶν ἐ­θί­μω­ν— τήν κα­τά­κτη­σε, τή θέ­λη­σε, ἀ­γω­νί­στη­κε γι’ αὐ­την - τήν κέρ­δι­σε!

[41 (6) 1885] Οἱ με­γα­λύ­τε­ρες καί λαμ­πρό­τε­ρες χα­ρές τοῦ ἀν­θρώ­που —γιο­ρτές κα­θαυ­τό τῆς ὕ­παρ­ξης, πού τήν πε­ρι­τυ­λί­γουν μέ φῶς— ἔρχον­ται (τί πι­ό φυ­σι­κό;) μό­νο στούς πι­ό σπά­νι­ους κι ἀκ­μαί­ους· καί τοῦ­το, μο­νά­χα για­τί οἱ ἴ­διοι κ’ οἱ πρό­γο­νοί τους ἔζη­σαν ἐ­πί μα­κρόν μι­ά «προ­πα­ρα­σκευ­α­στι­κή» ζω­ή πρός ἐ­κεί­νη τήν κα­τεύ­θυν­ση, μή γνω­ρί­ζον­τας ὅτι πο­ρεύ­ον­ται πρός τά κεῖ... Με­τά τή μακρά τού­τη προ­ε­τοι­μα­σί­α, προ­βάλ­λει σέ Ἕ­ναν Ἄν­θρω­πο ἕ­νας ὑ­περ­χει­λής πλοῦ­τος πο­λυ­σχι­δῶν ἱ­κα­νο­τή­των καί μα­ζί τό κυ­ρί­αρ­χο πρό­σταγ­μα μί­ας «ἐ­λεύ­θε­ρης βού­λη­σης», συ­νυ­πάρ­χον­τας ἁρ­μο­νι­κά, δρῶν­τας εὐ­ερ­γε­τι­κά στό πνεῦ­μα του. Τό­τε τό πνεῦ­μα οἰ­κει­ώ­νε­ται τίς αἰ­σθή­σεις καί φι­λι­ώ­νει μα­ζί τους, κ οἱ αἰ­σθή­σεις οἰ­κειώνον­ται τό πνεῦ­μα· κι ὅ,τι κεν­τρί­ζει τό πνεῦ­μα, ἀ­πο­γει­ώ­νει καί τίς αἰ­σθή­σεις σέ πρω­τό­γνω­ρα ὕ­ψη λε­πτό­τα­της εὐ­τυ­χί­ας καί γό­νι­μου παι­γνι­διοῦ. Ἀλ­λά κι ἀν­τί­στρο­φα! Σκε­φτεῖ­τε, φέρ’ εἰ­πεῖν, τήν πε­ρί­πτω­ση τοῦ Χα­φί­ζ[7] —ἤ τόν ἴ­διο τό Γκαῖ­τε! ἄν καί σέ μι­κρό­τε­ρο βαθ­μό— γιά νά πά­ρε­τε μι­άν ἰ­δέ­α πε­ρί τί­νος πρό­κει­ται... Προ­φα­νῶς, τέ­τοιοι ἐν­τε­λεῖς καί ἀκ­μαι­ό­τα­τοι ἄν­θρω­ποι δι­ε­λαύ­νον­ται ἀ­πό μι­άν ὑ­πέρ­τα­τη πνευ­μα­τι­κό­τη­τα πού, σά με­θυ­στι­κή ἀλ­λη­γο­ρί­α, ἐ­κλαμπρύ­νει κά­θε ἀ­σχο­λί­α τοῦ νοῦ καί τῶν ἀ­ΐ­σθη­σε­ών τους· νιώ­θουν πώς μέ­σα τούς πραγ­μα­τώ­νε­ται πε­ρί­που μι­ά θέ­ω­ση τοῦ σώ­μα­τος, καί βρί­σκον­ται στόν ἀν­τίπο­δα τῆς ἀ­σκη­τι­κῆς φι­λο­σο­φί­ας πού πρε­σβεύ­ει ὅτι, τά­χα, «ὁ θε­ός πνεῦ­μα ἐ­στί» - τοῦ­το ἴ­σα-ἴ­σα κα­τα­δει­κνύ­ει πώς ὁ ἀ­σκη­τής εἶ­ναι τό ἀ­κρι­βῶς ἀν­τί­θε­το τοῦ ἀκ­μαί­ου, εἶ­ναι ὁ λει­ψός, ὁ ὁ­ποῖος ὀ­νο­μά­ζει κα­λό —κι ἀ­πο­κα­λεῖ θε­ό του— ἕ­να ὄν ἀ­πρό­σω­πο, «κα­θε­αυτό»,[8] πού κρί­νει κι­ό­λας, καί κα­τα­δι­κά­ζει!

Ἀ­τε­νί­ζον­τας λοι­πόν ἀ­πό τήν κορ­φή τῆς ὑ­πέρ­τα­της χα­ρᾶς — ἐκεῖ πού ὁ ἄν­θρω­πος νιώ­θει κα­θαυ­τό θε­ός κι αὐ­το­δι­και­ω­τής τῆς Φύ­ση­ς— ἴ­σα­με τό ἄλ­λο ἄ­κρο, τίς ὑ­πώ­ρει­ες τῆς ἄ­φτε­ρης χα­ρᾶς τοῦ βα­στα­γε­ροῦ ἀ­γρό­τη καί τοῦ ἡ­μι­αν­θρώ­που-κτή­νους,.. γιά ὅ­λη τού­τη τήν πλα­τιά, τρο­με­ρή καί φω­τει­νή χρω­μα­τι­κή κλί­μα­κα τῆς εὐδαιμονίας, οἱ Ἕλ­λη­νες χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν ἕ­να ὄ­νο­μα, μέ πολ­λή πε­ρί­σκε­ψη καί σε­βά­σμι­α σι­ω­πή (για­τί ἔ­νι­ω­θαν τό εὐ­ερ­γε­τι­κό δέ­ος τοῦ μυ­ού­με­νου σέ κά­τι μυ­στη­ρι­α­κό): Δι­ό­νυ­σος. - - -

Τί ξέ­ρουν, λοι­πόν, οἱ νε­ώ­τε­ροι, τέ­κνα μι­ᾶς ἐ­ποχῆς γε­μά­της ρωγ­μές, μι­ᾶς ἐ­πο­χῆς ποι­κι­λό­μορ­φης καί νοση­ρῆς, τί μπο­ροῦν νά ξέ­ρουν αὐ­τοί γιά τήν ἔ­κτα­ση τῆς ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κῆς εὐ­δαι­μο­νί­ας; Ἀ­πό ποῦ κι ὡς ποῦ οἱ σκλά­βοι τῶν «μον­τέρ­νων ἰ­δε­ῶν» ἔχουν δι­καί­ω­μα στίς δι­ο­νυ­σι­α­κές γιο­ρτές!..

[41 (7) 1885] Ὅ­ταν τό ἑλ­λη­νι­κό σῶ­μα κ’ ἡ ἑλ­λη­νι­κή ψυ­χή «ἄν­θι­ζαν» —κι ὄ­χι σέ συν­θῆ­κες μι­ᾶς νο­ση­ρῆς ὑ­πε­ρα­φθο­νί­ας ἤ πα­ρα­φρο­σύ­νη­ς— γεν­νή­θη­κε κεῖ­νο τό μυ­στηρι­α­κό σύμ­βο­λο ὑ­πέρ­τα­της (καί πρω­τό­γνω­ρης) κο­σμι­κῆς κα­τά­φα­σης κ’ ὑ­παρ­ξι­α­κῆς με­τα­μόρ­φω­σης. Ἦ­ταν ἕ­να μέ­τρο ἀ­ξιῶ ν, κι ὅ,­τι γεν­νή­θη­κε ἔ­κτο­τε, μοιά­ζει πά­ρα πο­λύ σύν­το­μο, πε­νι­χρό, στε­νό... Πεῖ­τε ἁ­πλῶς: «Δι­ό­νυ­σος», πρίν ἀπ’ τά πρῶ­τα-πρῶ­τα ὀ­νό­μα­τα τῶν νεώῶ­τερων χρό­νων, λο­γου­χά­ρη δί­πλα στόν Γκαῖΐ­τε, τό Μπε­τόβέν, τό Σαίξ­πηρ ἤ τό Ρα­φα­έ­λο: νι­ώ­θου­με με­μιᾶς πώς τά ἐ­πι­τεύγ­μα­τα κ’ οἱ κο­ρυ­φαῖ­ες στιγ­μές μας κρίθηκαν ἀ­νε­πι­στρε­πτί! Ὁ Δι­ό­νυ­σος εἶν’ ἕ­νας κρι­τής! — Ἔ­γι­να κα­τα­νο­η­τός; — Ἄ­ναμ­φί­βο­λα, οἱ Ἕλ­λη­νες προ­σπά­θη­σαν βάσει τῶν δι­ο­νυ­σι­α­κῶν βι­ω­μά­των τους νά ἑρ­μη­νεύ­σουν τά ἔ­σχα­τα μυ­στή­ρι­α πού κρύ­βει ἡ «μοῖ­ρα τῆς ψυ­χῆς», κι ὅ,­τι εἶ­χαν συλ­λά­βει γιά τήν ἐκ­παιίδευ­ση καί τόν ἐ­ξα­γνι­σμό της, καί, κυ­ρί­ως γιά τήν ἀ­κλό­νη­τη ἱ­ε­ραρ­χί­α καί τή δι­ά­κρι­ση με­τα­ξύ τῶν ἀν­θρώ­πων: ἐ­δῶ βρί­σκε­ται τό με­γά­λο βά­θος, ἡ με­γά­λη σι­ω­πή κά­θε­τι ἑλ­λη­νι­κοῦ..- κα­νείς δέ γνω­ρί­ζει τούς Ἕλ­λη­νες ὅ­σο τού­τη ἡ κρυ­φή ὑ­πό­γει­α δί­ο­δος μέ­νει κλει­στή! Τ’ ἀ­δι­ά­κρι­τα μά­τια τῶν λο­γί­ων δέν πρό­κει­ται νά δοῦν τί­πο­τε, μ’ ὅση ἐ­πι­στη­μο­σύ­νη κι ἄν πραγ­μα­το­ποι­οῦν τίς ἀ­να­σκα­φές τους! Ἄ­κό­μα κι ὁ εὐ­γενής ζῆ­λος ἀρ­χαι­ο­λα­τρῶν σάν τόν Γκαῖ­τε ἤ τόν Βίν­κελ­μαν κρύ­βει κά­τι τό ἀ­νε­πί­τρε­πτο, κά­τι σχε­δόν ἄ­πρε­πο...

Στήν ἀ­να­μο­νή, στήν προ­ε­τοι­μα­σί­α...

Πε­ρι­μέ­νον­τας νέ­ες πη­γές ν’ ἀ­να­βλύ­σουν· προ­ε­τοι­μά­ζον­τας τόν ἑ­αυ­τό σου μές στή μο­να­ξιά γιά παράξενα πρό­σω­πα καί φω­νέα·

κα­θα­ρί­ζον­τας ὅσο μπο­ρεῖς τήν ψυ­χή σου ἀπ’ τῆς Ἀ­γο­ρᾶς τή σκό­νη καί τόν ἀ­χό τῆς ἐ­πο­χῆς·

ὑ­περβαί­νοντας (δέ φτά­νει ἁ­πλῶς νά δι­ώ­χνεις) κά­θε­τι χρι­στια­νι­κό μέ κά­τι ὑ­πέρ-χρι­στια­νι­κό - γι­ατ’ ἡ χριστια­νι­κή δι­δα­σκα­λί­α εἶ­ναι τό ἀν­τί­θε­το τῆς δι­δα­σκα­λί­ας τοῦ Δι­ό­νυ­σου·

ἀ­να­κα­λύ­πτον­τας ἀ­πο­ξαρ­χῆς τό Νό­το πού κρύ­βεις μέ­σα σου - τόν οὐ­ρα­νό του: ξα­νοί­γον­τας πά­νω σου ἕ­ναν φω­τει­νό, ἀ­πέ­ραν­το, μυ­στη­ρι­ώ­δη οὐ­ρα­νό τοῦ Νό­του·

ξα­να­κα­τα­κτών­τας τήν ὑ­γεί­α τοῦ νό­τι­ου κλί­μα­τος, τήν ἀ­φα­νῆ ἔ­κτα­ση τῆς ψυ­χῆς·

βῆ­μα-βῆ­μα νά πλα­ταί­νεις, νά γί­νε­σαι πι­ό ὑ­πε­ρε­θνι­κός, πι­ό εὐ­ρω­πα­ϊ­κός, πι­ό ὑ­πέρ-εὐ­ρω­πα­ϊ­κός, πι­ό ἀ­να­το­λι­κός, τέ­λος, πι­ό ἑλ­λη­νι­κός - ἀφοῦ τό ἑλ­λη­νι­κό ἀ­πο­τέ­λε­σε τήν πρώ­τη με­γά­λη σύγ­κρα­ση Δύ­σης κι Ἄνα­το­λῆς, συ­νε­πῶς τήν ἀ­παρ­χή τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς ψυ­χῆς, τήν ἀ­να­κά­λυ­ψη τοῦ δι­κοῦ μας «νέ­ου κόσμου»!..

Ὅ­ποιος ζεῖ κά­τω ἀ­πό τέ­τοιες προ­στα­γές, ποιός ξέ­ρει τί μπο­ρεῖ νά συ­ναν­τή­σει μί­α μέ­ρα; Ἴ­σως... μιά και­νούρ­για μέ­ρα!..

[11 (415) 1887-8] 'Ὁ κό­σμος, ἔ­τσι ὅπως τόν ἀν­τι­κρύ­ζει ὁ ἀ­να­γνώ­στης στό φόν­το τού­του τοῦ βι­βλί­ου*, εἶν’ ἰ­δι­αί­τε­ρα σκο­τει­νός καί δυ­σά­ρε­στος: κα­νέ­να ἀπ’ τά ὡς τώ­ρα γνω­στά εἴδη ἀ­παι­σι­ο­δο­ξί­ας δέν ἔ­φτα­σε σέ τέ­τοιο βαθ­μό κα­κο­ή­θει­ας... Ἐ­δῶ δέν γί­νε­ται δι­α­χω­ρι­σμός ἀ­νά­με­σα σ’ ἕ­ναν ἀ­λη­θῆ κ’ ἕ­ναν φαι­νο­με­νι­κό Κό­σμο: ἕ­νας Κό­σμος ὑ­πάρ­χει, κι αὐτός: ὕ­που­λος, βά­ναυ­σος, ἀν­τι­φα­τι­κός, πα­ρα­πλα­νη­τι­κός, χω­ρίς νό­η­μα... Αὐτή εἶν’ ἡ σύ­στα­ση τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ Κό­σμου. Χρει­α­ζό­μα­στε τό ψέ­μα γιά νά θρι­αμ­βεύ­σου­με πά­νω σέ τού­τη τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τήν «ἀ­λή­θει­α», γιά νά ζή­σου­με δη­λα­δή... Κι αὐτό εἶν’ ἕ­να ἀπ’ τά τρο­με­ρά καί πα­ρά­δο­ξα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της ὕ­παρ­ξης...

Ἡ Με­τα­φυ­σι­κή, ἡ Ἠ­θι­κή, ἡ Θρη­σκεί­α, ἡ Ἐ­πι­στή­μη ἐ­ξε­τά­ζον­ται σέ τοῦ­το τό βι­βλί­ο ὡς ἰ­δι­ά­ζου­σες μορ­φές ψεύ­δους· μέ τή βο­ή­θει­ά τους πι­στεύ­ου­με στή ζω­ή. «Ἡ ζω­ή πρέ­πει, πάσῃ θυ­σί­α, νά μᾶς ἐμ­πνεύσει ἐμ­πι­στο­σύ­νη»: τό πρό­βλη­μα πού τί­θε­ται ἐ­δῶ εἶ­ναι τε­ρά­στι­ο. Γιά νά μπο­ρέ­σει κα­νείς νά τό λύ­σει, πρέ­πει νἆ­ναι ἀπ’ τή φύ­ση του «ψεύ­της», δη­λα­δή, πά­νω ἀπ’ ὅ­λα καλ­λι­τέχνης... Καί εἶ­ναι, πράγ­μα­τι! νά: Με­τα­φυ­σι­κή, Ἠ­θι­κή, Θρη­σκεί­α, Ἐ­πι­στή­μη - προ­ϊ­όν­τα της βού­λη­σής του γιά Τέ­χνη, γιά ψέ­μα, γι’ ἀ­πο­φυ­γή της «ἀ­λή­θει­ας», γι’ ἄρ­νη­ση τῆς «ἀ­λή­θει­ας». Ἄ­κό­μα καί τού­τη ἡ ἱ­κα­νό­τη­τά του, νά κυ­ρι­αρ­χεῖ πά­νω στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα μέ τό ψέ­μ α, τού­τη ἡ par excellence καλ­λι­τε­χνι­κή ἱ­κα­νό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που, εἶ­ναι κοι­νό κτῆ­μα κά­θε ὕ­παρ­ξης: εἶ­ναι κι ὁ ἴ­διος, στό κά­τω-κά­τω, ἕ­να κομ­μά­τι Πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, Ἀ­λή­θει­ας, Φύ­σης - ἄ­ρα μιά με­γα­λο­φυία τοῦ ψεύ­δους...

Κα­τά βά­θος ἡ Ἐ­πι­στή­μη, ἡ Εὐ­σέ­βει­α, ἡ Καλ­λι­τε­χνί­α, θέ­λουν κυ­ρι­ώ­τα­τα νά τόν πα­ρα­πλα­νή­σουν σχετικά μέ τό ποιόν τῆς ὕ­παρ­ξης: νά τόν κρα­τᾶ­νε τυ­φλό σέ πολ­λά, ἄλ­λα νά τοῦ τά δεί­χνουν δι­α­φο­ρε­τι­κά ἀπ’ ὅ,­τι εἶ­ναι, νά βλέ­πει αὐτός ἄλ­λα τό­σα σ’ ὅ,τι εἶ­ναι..- ὦ, τί πο­νη­ρός ὁ ἄν­θρω­πος σέ στιγ­μές πού δέν ὑ­πο­ψι­ά­ζε­ται καν τήν πο­νη­ριά του! Ἄ­γά­πη, Ἐν­θου­σι­α­σμός, «θε­ός» - πό­σες κα­τερ­γα­ριές γιά ν’ αὐ­το­κο­ρο­ϊ­δευ­τεῖ, πό­σα θέλ­γη­τρα γιά νά πι­στέ­ψει στή ζω­ή! Κι ὅ­πο­τε κα­τά­φε­ρε νά ξε­γε­λα­στεῖ, νά ἐ­πα­να­κτή­σει τήν πί­στη του στή ζω­ή - ὦ, πό­σο τό παίρ­νει ἀ­πά­νω του τό­τε! Τί ἔκστα­ση! Τί δύ­να­μη πού νιώ­θει! Τί θρί­αμ­βος καλ­λι­τε­χνι­κώ­τα­τος αὐ­τή του ἡ Δύ­να­μη!.. Ὁ ἄν­θρω­πος ξα­νά­γι­νε κύ­ρι­ος της «ὕ­λης» - κύ­ρι­ος της ἀ­λή­θει­ας... Κι ὅ­πο­τε χαί­ρε­ται, πάν­τα ἴ­διος στή χα­ρά του: χαί­ρε­ται σάν καλ­λι­τέ­χνης, ἀ­πο­λαμ­βά­νει τή Δύ­να­μή του. Τό ψέ­μα εἶν’ἡ Δύ­να­μή του...

[14 (89) 1888] ... Οἱ δύ­ο τύ­ποι: Δι­ό­νυ­σος καί Ἐσταυ­ρω­μέ­νος.

Νά ξε­κα­θα­ρι­στεῖ ἄν ὁ τυ­πι­κός θρῆ­σκος εἶ­ναι εἶ­δος decadent.*

Οἱ με­γά­λοι ἀ­να­νε­ω­τές εἶν’ ὅλοι τους ἀ­νε­ξαι­ρέ­τως νο­ση­ροί κ’ ἐ­πι­λη­πτι­κοί. Ἄς μήν ξε­χνᾶ­με, ὡ­στό­σο, ἕ­ναν ἄλ­λο τύ­πο θρή­σκου: τόν πα­γα­νι­στή. Ἀλλ’ ὁ πα­γα­νι­σμός; - δέν εἶ­ναι μί­α μορ­φή εὐ­χα­ρι­στί­ας καί κα­τά­φα­σης πρός τή ζω­ή; Δέν πρέ­πει τά­χα ὁ ὕ­ψι­στος φο­ρέ­ας μιᾶς τέ­τοιας «θρη­σκεί­ας» νἆ­ναι ὁ ὑ­πε­ρα­σπι­στής κι ὁ «θε­οποιός» τῆς ζω­ῆς;

Ὁ τύ­πος ἑνός ἀκ­μαί­ου καί πλη­μυ­ρι­σμέ­νου ἀπ’ τή μα­γι­κή ἐ­πί­δρα­ση τῆς δι­ο­νυ­σι­α­κῆς ἔκ­στα­σης πνεύ­μα­τος...

...Ἐ­κεῖ­νος πού παίρ­νει μέ­σα του ὅλες τίς ἀν­τι­φά­σεις καί τίς πα­ρα­δο­ξό­τη­τες τῆς ὕ­παρ­ξης ( - γι’ αὐτό καί λυτρώ­νει;)...

— Ἐδῶ κα­τα­τάσ­σω ἐγώ τό Δι­ό­νυ­σο τῶν Ἑλ­λή­νων: τή θρη­σκευ­τι­κή κα­τά­φα­ση πρός τή ζω­ή, ζω­ή ἀτόφυ­α κι ὄ­χι ἀ­παρ­νη­μέ­νη ἤ μι­σή! (Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό: ἡ σε­ξου­α­λι­κή πρά­ξη ἐ­γεί­ρει μυ­στή­ρι­ο, σε­βα­σμό, βα­θαί­νει...)

Δι­ό­νυ­σος ἐ­ναν­τί­ον «Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νου»: αὐτή εἶ­ναι λοι­πόν ἡ Ἄν­τί­θε­ση. Ἡ δι­α­φο­ρά δέν ἔ­χει σχέ­ση μέ τό μαρ­τύ­ρι­ο - ἁ­πλῶς ἐ­δῶ τό μαρ­τύ­ρι­ο ἔ­χει ἄλ­λο νό­η­μα. Ἡ ἴδια ἡ ζω­ή, ἡ αἰ­ώ­νι­α γο­νι­μό­τη­τα κ’ ἡ ἀ­να­κύ­κλη­ση* της προ­ϋ­πο­θέ­τουν ὀ­δύ­νη, κα­τα­στρο­φή, καί βού­λη­ση γιά ἐκμη­δέ­νι­ση...

Στήν ἄλ­λη πε­ρί­πτω­ση, τοῦ Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νου (τοῦ «ἀ­θώ­ου»), τό πά­θος συ­νι­στᾷ ἔν­στα­ση κα­τά τῆς ζω­ῆς, συν­τα­γή γιά τήν κα­τα­δί­κη της.

Εἶ­ναι εὔ­λο­γο: τό ὅλο πρό­βλη­μα ἔγ­κει­ται στό νόημα τοῦ πό­νου - ἄν θἆ­ναι χρι­στια­νι­κό ἤ τρα­γι­κό... Στήν πρώ­τη πε­ρί­πτω­ση: ὁ πό­νος ὁ­δη­γεῖ, ὑ­πο­τί­θε­ται, στήν ἁ­γι­ο­ποί­η­ση τῆς ὕ­παρ­ξης· στή δεύ­τε­ρη: ἡ ὕ­παρ­ξη θε­ω­ρεῖ­ται τό­σο ἅ­γι­α, ὥ­στε δι­και­ο­λο­γεῖ, λοι­πόν, ἀ­κό­μη κ’ ἕ­ναν τρο­με­ρό πό­νο.

Ὁ τρα­γι­κός ἄν­θρω­πος λέ­ει Ναί ὡς καί στόν πι­ό σκλη­ρό πό­νο· εἶν’ ἀρ­κε­τά δυ­να­τός, πλού­σι­ος, ἱ­κα­νά θεωμένος γί’ αὐτόν.

Ὁ χρι­στια­νός ἀρ­νεῖ­ται ἀ­κό­μη καί τόν εὐ­τυ­χέ­στε­ρο κλῆ­ρο ἐ­πί γῆς· νιώ­θει πο­λύ ἀ­δύ­να­μος, φτω­χός, ἀ­πό­κλη­ρος της ζω­ῆς· ἡ ζω­ή τοῦ εἶ­ναι ἐ­πώ­δυ­νη σ’ ὅποι­α μορ­φή κι ἄν τή συ­να­παν­τᾶ...

«Ὁ θε­ός στό σταυ­ρό» συ­νι­στᾷ ἀ­νά­θε­μα κα­τά τῆς ζω­ῆς, ἕ­να ἀ­πα­γο­ρευ­τι­κό σῆ­μα πού προ­ει­δο­ποι­εῖ: «μακρι­ά ἀπ’ τή ζω­ή ἡ λύτρωση!»· ὁ δι­α­με­λι­σμέ­νος Δι­ό­νυ­σος εἶ­ναι μι­ά ὑ­πό­σχε­ση ζω­ῆς: θά ξα­να­γεννι­έ­ται αἰ­ώ­νι­α καί θά ἐ­πι­στρέ­φει ἀπ’ τήν κα­τα­στρο­φή...[9]

[14 (47) 1888] Πεσ­σι­μι­σμός στήν Τέ­χνη;

Ὁ καλ­λι­τέ­χνης ἀ­γα­πά­ει ὁ,­τι­δή­πο­τε τοῦ θυ­μί­ζει τήν κα­τά­στα­ση τῆς μέ­θης· ἔ­τσι, σι­γά-σι­γά, τό μέ­σον γίνε­ται αὐ­το­σκο­πός: ἡ λε­πτό­τη­τα κ’ ἡ με­γα­λο­πρέ­πει­α τῶν χρω­μά­των, ἡ σα­φή­νει­α τῆς γραμ­μῆς, ἡ χροι­ά τοῦ τό­νου· τό ξε­χω­ρι­στό ἐ­κεῖ πού, κα­νο­νι­κά, κα­νέ­να «ξεχώρισμα» δέν ὑ­πάρ­χει...

— : ὅλα τά ξε­χω­ρι­στά στοι­χεῖ­α, ὅλες οἱ χροι­ές, ἐ­φόσον δί­νουν τήν ἀ­κραί­α ὤ­θη­ση πού γεν­νᾶ ἡ μέ­θη, προκα­λοῦν κι αὐ­τά, συ­νειρ­μι­κά, τό ἴ­δι­ο τοῦ­το αἴ­σθη­μα·

— : ἡ ἐν­τύ­πω­ση πού προ­κα­λεῖ ἕ­να ἔρ­γο Τέ­χνης συνί­στα­ται στό ξύ­πνη­μα τοῦ δη­μιουρ­γι­κοῦ οἴ­στρου: τῆς μέ­θης...

— : τό οὐ­σι­ῶ­δες στήν Τέ­χνη, ὅ,τι καί νά ποῦ­με, εἶ­ναι καί θά εἶ­ναι ἡ τε­λειό­τη­τα μέ τήν ὁ­ποί­α πε­ρι­βάλ­λει τού­τη ἐ­δῶ τήν ὕ­παρ­ξη, ἡ ἐν­τέ­λει­α καί ἡ πλη­ρό­τη­τα πού προ­σφέ­ρει.

Ἡ Τέ­χνη εἶ­ναι στήν οὐ­σί­α κα­τά­φα­ση, εὐλογία, θέ­ω­ση τῆς ὕ­παρ­ξης...

Ὁ­πό­τε, τί ση­μαί­νει: πεσ­σι­μιστι­κή Τέ­χνη;.. Δέν εἶ­ναι μί­α ἀν­τί­φα­ση;* —Ναί!

Ὁ Σο­πε­νά­ου­ερ πλα­νᾶ­ται ὅταν λέ­ει ὅτι ὁ­ρι­σμέ­να ἔρ­γα Τέ­χνης ὑ­πη­ρε­τοῦν τόν πεσ­σι­μι­σμό. Ἡ Τρα­γω­δί­α δέν δι­δά­σκει «πα­ραί­τη­ση»...±

To ν’ ἀ­να­πα­ρι­στᾶ κα­νείς τά τρο­μα­κτι­κά καί τά πα­ρά­δο­ξα τού­της τῆς ὕ­παρ­ξης φα­νε­ρώ­νει τή δύ­να­μη καί τήν κυ­ρι­αρ­χί­α τοῦ καλ­λι­τέ­χνη - για­τί δέν τά φο­βᾶ­ται...

Δέν ὑ­πάρ­χει πεσ­σι­μι­στι­κή Τέ­χνη... Ἡ Τέ­χνη κα­τα­φά­σκει. Ὁ Ἰώβ κα­τα­φά­σκει.

Κι ὁ Ζο­λά; Κ’ οἱ ἄ­δερ­φοι de Goncourt; Δέν πα­ρου­σιά­ζουν ἄ­σχη­μα πράγ­μα­τα; Ναί! ἀλ­λά για ­τί ὑ­πάρ­χει χα­ρά ἀ­κό­μη καί στήν Ἀ­σχή­μι­α...

Δέν ὠ­φε­λεῖ! Ἄν ἔ­χε­τε ἄλ­λη ἄ­πο­ψη, γε­λι­έ­στε!

Τί ἀ­πο­λύ­τρω­ση νά δι­α­βά­ζει κα­νείς Ντο­στο­γέβ­σκι!..

[17 (3) 1888] Τέ­χνη, καί τί­πο­τα πέρ’ ἀπ’ τήν Τέ­χνη! Τό με­γά­λο κί­νη­τρο γιά ζω­ή, ἡ με­γά­λη πλα­νεύ­τρα τῆς ζω­ῆς, τό με­γά­λο το­νω­τι­κό της ζω­ῆς.

Τέ­χνη, ἡ μό­νη ὑ­πέρ­τα­τη ἀν­τι-δύ­να­μη πρός κά­θε βού­λη­ση γιά ἀ­πάρ­νη­ση τῆς ζω­ῆς, Τέ­χνη ἡ κα­τε­ξο­χήν ἀν­τιχρι­στια­νι­κή, ἀν­τι­βου­δι­στι­κή, ἀν­τι­μη­δε­νι­στι­κή δύ­να­μη.[10]

Τέ­χνη, ἡ λύ­τρω­ση γιά τόν ἄν­θρω­πο τῆς Γνώ­σης! - γιά κεῖ­νον πού βλέ­πει —καί θέ­λει νά βλέ­πει— τόν τρο­μα­κτι­κό καί πα­ρά­δο­ξο χα­ρα­κτῆ­ρα τῆς ζω­ῆς, λύ­τρω­ση γιά τόν ἄν­θρω­πο τῆς τρα­γι­κῆς γνώ­σης.

Τέ­χνη, ἡ λύ­τρω­ση γιά τόν ἄν­θρω­πο τῆς Πρά­ξης! - γιά κεῖ­νον πού δέ βλέ­πει ἁ­πλῶς, ἀλ­λά ζεῖ—­καί θέ­λει, νά ζεῖ— τόν τρο­μα­κτι­κό καί πα­ρά­δο­ξο χα­ρα­κτῆ­ρα τῆς ζω­ῆς, γιά τόν τρα­γι­κό πο­λε­μι­στή, γιά τόν ἥ­ρω­α.

Τέ­χνη, ἡ λύ­τρω­ση γιά τόν πά­σχον­τα! - τόν ὁ­δη­γεῖ σέ κα­τα­στά­σεις ὅπου ὁ πό­νος εἶ­ναι ἠ­θε­λημέ­νος, με­τα­μορ­φω­μέ­νος, θε­ο­ποι­η­μέ­νος, μορ­φή ὑ­πέρ­τα­της ἔκ­στα­σης!

- Κα­τα­νο­η­τόν;

Friedrich Nietzsche, ΑΠ’ ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΑ (1885 – 8)
(ἀ­πό τό ἔρ­γο «ΔΙΟΝΥΣΟΣ ΚΑΤΑ ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΥ)

----------------------------
[1]Ἄν ... δέν θέ­λη­σε, Προ­φα­νῶς εἰ­ρω­νεύ­ε­ται τή σο­πενα­ου­ε­ρι­κή «Βού­λη­ση».

*Γαλ­λι­κά στό κεί­με­νο: parti pris.

[2]Δι­ό­νυ­σος ... ἀ­δι­ά­λει­πτη δη­μι­ουρ­γί­α. Ὑ­πόκει­ται, φυ­σι­κά, ἡ­ρα­κλεί­τει­α σύλ­λη­ψη - πού τήν «ἑ­νώ­νει» μέ τό δι­ο­νυ­σι­α­κό...

[3]τοῦ με­γά­λου πα­ρα­βά­τη Στό πρω­τό­τυ­πο: des groβen Frevlers. Ἤ: τοῦ με­γά­λου Ἀ­σε­βοῦς, Ἄ­νό­σι­ου, Ὑ­βρι­στῆ (τά δύ­ο πρῶ­τα ὅμῶς «θε­ο­λο­γί­ζουν»).

* Mitleidigkeit, Mitfreudigkeit στό πρω­τό­τυ­πο.

[4] ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κή ὁρ­μη γιά ἔκφρα­ση τοῦ ἐ­γώ Der Drang zum vollkomenen Fur-sich-sein στό πρω­τό­τυ­πο. Κα­τά λέ­ξη: «γιά ἕ­να ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κό δι’ ἑ­αυ­τόν εἶ­ναι». Σέ ἄλ­λο νο­η­μα­τι­κό πλαί­σι­ο πρβλ Ρο­λάν Μπάρτ, Ἡ ἀ­πό­λαυ­ση τοῦ κει­μέ­νου, μτφρ Φ. Χα­τζη­δά­κη - Γ. Κρη­τι­κός, Ἀ­θή­να, 1977, 24: «Τό κεί­με­νο (ὅπως κ’ ἡ φω­νή πού τρα­γου­δά­ει) δέν μπο­ρεῖ νά μοῦ ἀ­πο­σπά­σει πα­ρά μο­νά­χα τού­τη τήν κρί­ση, καί κα­νέ­να ἐ­πί­θε­το: αὐτό εἶ­ναι! Καί μά­λι­στα: αὐτό εἶ­ναι γιά μέ­να! Τοῦ­το τό ‘γιά μέ­να’ δέν εἶ­ναι οὔ­τε ὑ­πο­κει­με­νι­κό, οὔ­τε ὑ­παρ­ξι­α­κό, ἀλ­λά νι­τσε­ϊ­κό!»

*Ein Gegenwartig-sehen στό πρω­τό­τυ­πο.

± gottlichrn Typus στό πρω­τό­τυ­πο. Κα­τά λέ­ξη: «θε­ϊ­κοῦ Τύ­που».

[5]ἀ­πό κοι­νοῦ βί­ω­ση... «Δρά­μα­τος» Νο­η­μα­τι­κά, ἀπ’ τίς πι­ό δύ­σκο­λες ση­μει­ώ­σεις αὐ­τή ἡ ἀ­πό­πει­ρα ὁ­ρι­σμοῦ τῆς ἔν­νοι­ας «Δρᾶ­μα» (ἐξ οὗ καί τά εἰ­σα­γω­γι­κά), πού τόν γυ­ρό­φερ­νε στα­θε­ρά τήν ἐ­πο­χή τῆς Πε­ρί­πτω­σης Βάγκνερ. Ξε­κά­θα­ρα, ἐ­κεί­νη τή στιγ­μή ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἔ­νι­ω­σε­ πώς χτύ­πη­σε «φλέ­βα χρυ­σοῦ», χω­ρίς ὅμως νά μπο­ρέ­σει ν’ ἀρ­τι­ώ­σει τή δι­α­τύ­πω­ση. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό: στό τέ­λος τῆς φρά­σης ἀ­νοί­γει πα­ρέν­θε­ση, χα­ρά­ζει μί­α παῦ­λα (ση­μά­δι ὅτι ἀ­κο­λου­θεῖ συμ­πλή­ρω­ση ἰ­δι­αί­τε­ρου βά­ρους), μά δέν τοῦ βγαί­νει, ἀ­φή­νει μι­σή τήν ἀ­ρά­δα καί ξε­κι­νά­ει νέ­α πα­ρά­γρα­φο, σέ ὅλως δι­α­φο­ρε­τι­κό τό­νο.— Ἀ­πό κοι­νοῦ βί­ω­ση: Miterleben στό πρω­τό­τυ­πο· τοῦ Πα­ρευ­ρί­σκε­σθαι: des Besuchs στό πρω­τό­τυ­πο (κα­τά λέ­ξη: «τῆς ἐ­πί­σκε­ψης» - πι­ό κον­τά στήν οὐ­σία τοῦ νο­ή­μα­τος: «τε­λε­τουρ­γί­α συ­νά­θροι­σης»). Ἀπ’ αὐτό τόν «ὁ­ρι­σμό», πρβλ τήν ὑ. (τή μό­νη ἴ­σως σ’ ὅλο του τό ἔρ­γο!) τῆς Πε­ρί­πτω­σης Βάγ­κνερ, κέφ. 9 [KSA, VΙ, 32]:

Ση­μεί­ω­ση. Δυ­στυ­χῶς γιά τήν Αἰ­σθη­τι­κή μας ἡ λέ­ξη Δρᾶ­μα με­τα­φρά­ζε­ται πάν­το­τε μέ τό: “Handlung”, Δρά­ση, Πρά­ξη. Δέν σφάλ­λει μό­νον ὁ Βάγ­κνερ ἐν προ­κει­μέ­νῳ· ὅλος ὁ κό­σμος πλα­νᾶ­ται, καί δή οἱ φι­λό­λο­γοι πού θἄ­πρε­πε πάν­τως νἆ­ναι πι­ό προ­σε­κτι­κοί. Τό ἀρ­χαῖ­ο Δρᾶ­μα ἀ­πέ­βλε­πε σέ με­γά­λες σκη­νές πά­θους - ἡ δρά­ση ἔ­με­νε ἐ­κτός (ἐ­κτυ­λίσ­σον­ταν πρίν ἀπ’ τήν ἀρ­χή, ἤ πίσω ἀπ’ τή σκη­νή). Ἡ λέ­ξη Δρᾶ­μα ἔ­χει δω­ρι­κή προ­έ­λευ­ση· σή­μαι­νε «Γε­γο­νός», «Ἱ­στο­ρί­α» - ἀμ­φό­τερα ὑ­πό ἱ­ε­ρα­τι­κή ἔν­νοι­α. Τό ἀρ­χαϊκώ­τε­ρο Δρᾶ­μα ἀ­να­πα­ρι­στο­ῦσε τόν το­πι­κό Μῦθο, τήν «ἱ­ε­ρή Ἱ­στο­ρί­α», πά­νω στήν ὁ­ποί­α θε­με­λι­ω­νό­ταν ἡ Λα­τρεί­α ( - συ­νε­πῶς, ὄ­χι Πρά­ξη, ἀλ­λά Συμ­βάν: στή δω­ρι­κή δι­ά­λε­κτο δρᾶν δ έ ν ση­μαί­νει «πράτ­τειν»)...

Βλ. πι­ό ἐ­πι­γραμ­μα­τι­κά καί πι­ό ἐ­λεύ­θε­ρα, τήν «πρώ­τη» γρα­φή [14 (34)], τῆς ἄ­νοι­ξης τοῦ 1888, λί­γες σε­λί­δες με­τά τό [14 (14)]:

«Τό Δρᾶ­μα δέν εἶ­ναι Δρά­ση (Handlung) - κα­θώς πι­στεύ­ουν οἱ ἡ­μι­μα­θεῖς. Ἄς τό δο­ῦ­με δω­ρι­κά-ἱ­ε­ρα­τι­κα, σύμ­φω­να μέ τή δω­ρι­κή προ­έ­λευ­ση τῆς λέ­ξης: ‘Δρᾶ­μα’ εἶ­ναι τό Συμ­βάν, τό ‘Γε­γο­νός-Ὁ­ρό­ση­μο’, ἡ Ἱ­ε­ρή Ἱ­στο­ρί­α, ὁ Θε­με­λι­ω­τι­κός Μῦ­θος, ‘σκέ­ψη βα­θι­ά πά­νω σέ κά­τι πού ἔ­χει συμ­βεῖ·, ἡ ζων­τα­νή ἀναπάρασταση τῆς ἱ­ε­ρα­τι­κῆς τε­λε­τουρ­γί­ας...»

[6]ἐν­δι­α­φε­ρό­μουν Ἄ­ξί­ζει νά ση­μει­ω­θεῖ ὅτι στό κεί­με­νο τῆς ση­μεί­ω­σής του γρά­φει κι­ό­λας —καί ἐ­δῶ, ὅπως καί ἀ­μέ­σως πρί­ν— καί τ’ ὄνο­μά του: Nietzsche bemuhte.

[7]Χαφίζ, Πέρ­σης λυ­ρι­κός (+l389), πού ἔ­ζη­σε στό Σι­ράζ. Πα­ρό­τι ἀ­νῆ­κε σέ δερ­βι­σι­κή σέ­χτα, ἐ­ξυ­μνεῖ τή χα­ρά τῆς οἰ­νο­πο­σί­ας καί τοῦ ἔ­ρω­τα - γιά τοῦ­το καί θε­ω­ρεῖ­ται ποι­η­τής βακ­χι­κός (ἐξ οὗ καί τόν ἐκ­θει­ά­ζει ὁ Νί­τσε).

[8] εἶ­ναι ὁ λει­ψός ... «κα­θε­αυ­τό»]Βλ. Ἀν­τί­χρι­στο, σ.87- 8 [KSA, VI, 184]:

«Ὁ κα­λός θε­ός, θε­ός τῶν φτω­χῶν, τῶν ἁ­μαρ­τω­λῶν καί τῶν ἀρ­ρώ­στων, τό­σο ὠ­χρός, τό­σο decadent τυ­λί­γει τόν κό­σμο στά δί­χτυ­α του παίρ­νον­τας μορ­φές πι­ό ἀ­δύ­να­μες καί ὠ­χρές ὁ­λο­έ­να, κα­ταν­τά­ει ‘ἰ­δα­νι­κό’, ‘κα­θα­ρό πνεῦ­μα’, ‘πρᾶγμά κα­θε­αυ­τό’.. Κα­τά­πτω­ση ἑνός θε­ο­ῦ: ὁ ­θε­ός κα­ταν­τά­ει ‘πρᾶγ­μα κα­θε­αυ­τό’»...

* Ἐν­νο­εῖ τή Γέν­νη­ση τῆς Τρα­γω­δί­ας.

* Γαλ­λι­κά στό πρω­τό­τυ­πο: πα­ρακ­μί­ας.

* Wiederkehr στό πρω­τό­τυ­πο, «Αἰ­ώ­νι­α ἐ­πι­στρο­φή».

[9] θά ξα­να­γεν­νι­έ­ται ... τήν κα­τα­στρο­φή]Ὑ­πό­κει­ται ἡ ἔν­νοι­α τῆς Αἰ­ώ­νι­ας ἐ­πι­στρο­φῆς . Ἐ­πί­σης: σ.293, σχ.25.

* Η Λα­τι­νι­κά στό πρω­τό­τυ­πο: contradictio (νο­εῖ­ται: ἐν το­ῖς ὅροις).

± Resignation στό πρω­τό­τυ­πο.

[10]Τέ­χνη ... ἀν­τι­μη­δε­νι­στι­κή δύ­να­μη Ἀ­πό τού­τη καί μό­νο τή φρά­ση ἀ­ναι­ροῦν­ται ὅσοι συ­νέ­δε­σαν, ὡς μή ἐ­δει, τό ὄ­νο­μα τοῦ Νί­τσε μέ τό φαι­νό­με­νο τοῦ Μη­δε­νι­σμοῦ. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή niaiserie αὐτή τῶν θε­ο­λό­γων, ὅπως θἄ­γρα­φε κι ὁ ἴ­διος: θαρ­ροῦν ὅτι ὁ «προ­φή­της κα­κῶν» προκα­λεῖ ὁ ἴ­διος ὅσα προ­λέ­γει.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου