Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Η ένταση του θυμού, η παράλυση του φόβου, η έκσταση της χαράς… κάθε συναίσθημα αφήνει ίχνη στο σώμα

Ο φόβος συχνά εντοπίζεται στο στήθος και το στομάχι, η αγάπη στο κέντρο του θώρακα και η υπερηφάνεια στο κεφάλι και τους ώμους.

Κάθε συναίσθημα αφήνει ίχνη. Πριν από τις λέξεις, πριν από τη σκέψη, υπάρχει η αίσθηση. Mια δόνηση στο στήθος, μια φωτιά στα μάγουλα, ένα βάρος στην κοιλιά. Οι αρχαίοι πολιτισμοί το γνώριζαν αυτό. Αντί να διαχωρίζουν το πνεύμα από το σώμα, αναγνώριζαν στο φυσικό σώμα το χώρο κατοίκησης της ψυχής. Σύγχρονες επιστημονικές μελέτες συγκλίνουν προς αυτή τη διορατική αρχαιότητα. Τα συναισθήματα εντοπίζονται στον χάρτη του σώματος, αποτυπώνονται στον ιστό της σωματικής εμπειρίας και αποκαλύπτουν τον βαθύ διάλογο νου και ύλης.

Οι αρχαίοι σωματικοί χάρτες

Στον ινδικό και στον κινεζικό πολιτισμό, η ροή της ενέργειας στο σώμα συνδέθηκε με τη συναισθηματική κατάσταση. Τα τσάκρα, οι μεσημβρινοί, οι κινήσεις του qi λειτουργούσαν ως γέφυρες μεταξύ του ψυχικού και του σωματικού. Οι παραδόσεις αυτές δεν χρησιμοποιούσαν την έννοια της νευρολογίας, αλλά είχαν επίγνωση της διαλεκτικής ανάμεσα στην εμπειρία και την υλική έκφρασή της.

Η σύγχρονη ψυχοφυσιολογία αναγνωρίζει αυτό που εκείνες οι κοσμοαντιλήψεις ενσωμάτωναν, ότι κάθε συγκίνηση συνοδεύεται από νευροβιολογικές και μυϊκές μεταβολές. Η ένταση του θυμού, η παράλυση του φόβου, η έκσταση της χαράς, δεν αποτελούν αφηρημένες έννοιες, αλλά σωματικές καταστάσεις με σταθερά μοτίβα. Τα συναισθήματα εκδηλώνονται στο σώμα, αλλά κυρίως διαμορφώνονται εντός του.

Το σώμα ως καθρέφτης της συνείδησης

Πρόσφατες έρευνες χαρτογράφησης συναισθημάτων στο σώμα, αποδεικνύουν ότι οι άνθρωποι εντοπίζουν με συνέπεια περιοχές ενεργοποίησης ή απενεργοποίησης ανάλογα με το συναίσθημα. Ο φόβος συχνά εντοπίζεται στο στήθος και το στομάχι, η αγάπη στο κέντρο του θώρακα και η υπερηφάνεια στο κεφάλι και τους ώμους. Η θλίψη αφήνει αποτύπωμα ως υποτονικότητα στα άκρα.

Το σώμα λειτουργεί ως αισθητήρας, αρχείο και πομπός. Η βιολογική διάσταση του συναισθήματος αποκαλύπτει την ενότητα νου και σώματος. Δεν υπάρχουν ουδέτερα σημεία στο σώμα. Κάθε σημείο φέρει μνήμη και αντίδραση, ενώ ο ψυχισμός εκφράζεται σωματικά ως πρωτογενής γλώσσα.

Ο ενσώματος νους και η επανοικειοποίηση

Η έννοια του «ενσώματου νου» (embodied mind) υποστηρίζει ότι η σκέψη και το συναίσθημα αναδύονται εντός του σώματος κι όχι έξω ή πέρα από αυτό. Η αναπνοή, η στάση, ο τόνος των μυών επηρεάζουν τις γνωστικές λειτουργίες και τη διάθεση. Η σχέση με το σώμα παύει να περιορίζεται σε υγειονομικό ή αισθητικό πεδίο και γίνεται πυλώνας ύπαρξης και αυτογνωσίας.

Η επανοικειοποίηση του σώματος μέσα από την παρατήρηση της συναισθηματικής του τοπογραφίας προσφέρει μια νέα ηθική της παρουσίας. Φροντίδα που μετατρέπεται σε συμμετοχή, αποδοχή που γίνεται ακρόαση. Κάθε ένταση στον αυχένα, κάθε βάρος στο στήθος, κάθε δόνηση στο στομάχι αφηγείται μια ιστορία.

Η πρακτική της επίγνωσης του σώματος (body awareness), μέσα από τεχνικές όπως το σκανάρισμα σώματος στη βιωματική επίγνωση (mindfulness), λειτουργεί ως διάλογος με το απωθημένο περιεχόμενο του εαυτού. Ο νους δεν διαχειρίζεται πλέον το σώμα, αλλά μαθαίνει να το ακούει.

Επιστημονική εγκυρότητα και οντολογικές προεκτάσεις

Η νευροεπιστήμη σήμερα αποδεικνύει ότι η χαρτογράφηση των συναισθημάτων στο σώμα εντοπίζεται στις συνδέσεις του αυτόνομου νευρικού συστήματος, στον φλοιό του προσαγωγίου, στον ιππόκαμπο και στην αμυγδαλή. Οι συναισθηματικές αντιδράσεις αναδύονται ακαριαία και μορφοποιούν τις εντυπώσεις και τις αποφάσεις.

Η κατανόηση της συναισθηματικής τοπογραφίας του σώματος οδηγεί σε ένα νέο είδος ηθικής, την καλλιέργεια σεβασμού προς τον εαυτό ως ενιαία οντότητα.

Η ενοποίηση της εμπειρίας γεννά διαύγεια μέσα από τη συνειδητή κατάδυση στην αίσθηση. Η σκέψη ριζώνει, η παρουσία αποκτά μορφή, ο εαυτός εδραιώνεται σε μια ενιαία αντίληψη κι η σοφία αναδύεται, ενώ νους και σώμα κινούνται μαζί προς την κατανόηση.

Γιατί Κάποιοι Άνθρωποι Δεν Μπορούν Να Πούνε Ευχαριστώ;

Λένε πως όποιος βοηθά καλό είναι να έχει βραχεία μνήμη (short-term memory), ενώ όποιος δέχεται βοήθεια οφείλει να έχει μακρά μνήμη (long-term memory).

Τα ρήματα “βοηθώ, δίνω και διευκολύνω” συνδέονται άρρηκτα με την έννοια της ευγνωμοσύνης. Η προσφορά από μόνη της, αποτελεί μια πράξη που γεννά εσωτερική ικανοποίηση και νόημα, μας φέρνει πιο κοντά στις αξίες μας και ενισχύει την αίσθηση ότι συμβάλλουμε θετικά στη ζωή των άλλων.

Ταυτόχρονα όμως, είναι εξίσου αληθινό ότι η αναγνώριση, ένα «ευχαριστώ» για τον χρόνο, τον κόπο ή την ψυχική διαθεσιμότητα που προσφέραμε, λειτουργεί βαθιά ρυθμιστικά για την ψυχή. Γιατί όσο κι αν η βοήθεια δίνεται από καρδιάς, όταν προσφέρουμε συστηματικά χωρίς καμία ανταπόκριση, κάποια στιγμή εξαντλούνται και τα συναισθηματικά αποθέματα. Η καλοσύνη χωρίς αμοιβαιότητα μπορεί να μετατραπεί σε ματαίωση.

Κι όμως, υπάρχουν άνθρωποι που δεν μοιράζονται αυτή την οπτική. Πρόκειται για άτομα που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αχάριστα, επειδή δεν αναγνωρίζουν ούτε εκτιμούν όσα κάνουν οι άλλοι γι’ αυτά. Όχι μόνο δεν εκφράζουν ευγνωμοσύνη για τη βοήθεια που λαμβάνουν, αλλά συχνά ζητούν ξανά και ξανά νέες χάρες, μέχρι που η προσφορά μετατρέπεται σε κανόνα και σιωπηλή υποχρέωση.

Και όταν κάποια στιγμή αποφασίσουμε να σταματήσουμε, ίσως επειδή αρχίζουμε να υποψιαζόμαστε ότι μας χρησιμοποιούν ή μας χειρίζονται, τότε συχνά μας κατηγορούν ότι δεν έχουμε ενσυναίσθηση, φορτώνοντάς μας ενοχές. Αυτό το βίωμα δεν αφορά μόνο δύο άτομα, αλλά το σύνολο των σχέσεων, των ρόλων και των άγραφων κανόνων που συγκροτούν το σύστημα μέσα στο οποίο λειτουργούν. Τι πραγματικά κρύβεται, όμως, πίσω από τη συμπεριφορά των αχάριστων ανθρώπων;

Η Ευγνωμοσύνη Δεν Είναι Μόνο Συναίσθημα, Είναι και Δεξιότητα

Για πολλά χρόνια πιστεύαμε ότι η ευγνωμοσύνη είναι ένα συναίσθημα που ενεργοποιείται αυτόματα όταν δεχόμαστε μια ευεργετική πράξη. Κάποιος μας βοηθά, μας κάνει ένα δώρο ή μας αφιερώνει χρόνο και θεωρητικά η ευγνωμοσύνη «πρέπει» να εμφανιστεί.

Στην πραγματικότητα, όμως, η ευγνωμοσύνη έχει και ισχυρό γνωστικό υπόβαθρο. Για να νιώσουμε ευγνωμοσύνη, πρέπει πρώτα να μπορούμε να εκτιμήσουμε, να αναγνωρίσουμε την πρόθεση, τον κόπο και το θετικό αποτύπωμα της πράξης στη ζωή μας. Αυτή η ικανότητα εκτίμησης είναι δεξιότητα που καλλιεργείται και δεν την έχουν όλοι αναπτύξει.

Ψυχολόγοι από το Πανεπιστήμιο στο Μίσιγκαν υποστηρίζουν ότι οι αχάριστοι άνθρωποι συχνά στερούνται την ικανότητα να βιώσουν ευγνωμοσύνη. Την ορίζουν ως «μια εμπειρία αφθονίας, με τη συνειδητοποίηση ότι κάποιος είναι αποδέκτης ενός πολύτιμου δώρου από έναν άλλον». Πρόκειται για ένα βαθιά κοινωνικό συναίσθημα, που αφορά τη σχέση ανάμεσα σε δωρητή και αποδέκτη.

Η Ευγνωμοσύνη ως Στάση Ζωής και Προϊόν Συστήματος

Το Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ πηγαίνει ακόμη βαθύτερα, υποστηρίζοντας ότι η ευγνωμοσύνη λειτουργεί και σε επίπεδο προσωπικότητας, είναι μια γενικότερη στάση απέναντι στη ζωή.

Οι άνθρωποι που την καλλιεργούν μπορούν να εντοπίζουν και να εκτιμούν το θετικό, ακόμη και σε δύσκολες συνθήκες. Αντίθετα, οι αχάριστοι άνθρωποι τείνουν να αντιλαμβάνονται τη βοήθεια ως ανεπαρκή, δεδομένη ή «όχι αρκετή».

Οι Αναπτυξιακές Ρίζες της Αγνωμοσύνης

Πολλές έρευνες δείχνουν ότι, η αγνωμοσύνη συχνά καλλιεργείται και διαμορφώνεται στα πρώτα χρόνια. Όταν τα παιδιά δεν μαθαίνουν να αναγνωρίζουν και να εκτιμούν όσα λαμβάνουν, αυξάνεται η πιθανότητα να αναπτύξουν το λεγόμενο «Σύνδρομο του Αυτοκράτορα», μια εγωκεντρική αντίληψη όπου οι άλλοι θεωρούνται υποχρεωμένοι να καλύπτουν ανάγκες και επιθυμίες. Αυτή η κοσμοθεωρία μπλοκάρει την εμπειρία της ευγνωμοσύνης και συχνά μεταφέρεται και στην ενήλικη ζωή.

Γιατί Κάποιοι Δεν Λένε «Ευχαριστώ»; Ο Φόβος της Υποχρέωσης και της Ευαλωτότητας

Σε πολλά συστήματα σχέσεων, η βοήθεια σταδιακά κανονικοποιείται. Όταν προσφέρεις σταθερά, οι άλλοι μπορεί να αρχίσουν να το θεωρούν δεδομένο. Παράλληλα, η γνωστική ασυμφωνία παίζει σημαντικό ρόλο: όταν κάποιος αισθάνεται ότι λαμβάνει περισσότερα απ’ όσα μπορεί να επιστρέψει, δημιουργείται εσωτερική ένταση. Για να την αποφύγει, μπορεί ασυνείδητα να υποβαθμίσει ή να αγνοήσει την προσφορά.

Επιπλέον, η ευγνωμοσύνη συχνά βιώνεται ως υποχρέωση. Για ανθρώπους με χαμηλή αυτοεκτίμηση ή έντονο άγχος, η αποδοχή βοήθειας απειλεί την εικόνα του αυτάρκους εαυτού τους. Έτσι, η σιωπή δεν είναι απόρριψη του άλλου, αλλά άμυνα απέναντι στη δική τους ευαλωτότητα.

Αυτοδικαίωση και Συναισθηματική Άμυνα

Ένας ακόμη μηχανισμός πίσω από την αγνωμοσύνη είναι η αυτοδικαίωση. Για να προστατεύσουν την αυτοεικόνα τους, κάποιοι άνθρωποι υποβαθμίζουν τη βοήθεια που έλαβαν. Η αναγνώριση της προσφοράς μπορεί να τους φέρει αντιμέτωπους με προσωπικές ελλείψεις ή με το γεγονός ότι δεν θα μπορούσαν να πράξουν το ίδιο.

Σε συστημικό επίπεδο, αυτή η υποτίμηση λειτουργεί ως μηχανισμός διατήρησης της εσωτερικής συνοχής, ακόμη κι αν προς τα έξω μοιάζει με ψυχρότητα ή αγνωμοσύνη.

Οι Σοβαροί Κίνδυνοι της Αγνωμοσύνης

Η αγνωμοσύνη δεν είναι αθώα στάση ζωής. Αν και πληγώνει εκείνον που προσφέρει, τελικά κοστίζει περισσότερο σε εκείνον που δεν μπορεί να νιώσει ευγνωμοσύνη.

Δυσκολία επεξεργασίας τραύματος

Η ευγνωμοσύνη βοηθά στην ανάκαμψη από τραυματικές εμπειρίες, ενεργοποιώντας θετικά συναισθήματα και ευεργετικές νευροφυσιολογικές αντιδράσεις. Όπως έχει επισημάνει η Sonja Lyubomirsky, «η ευγνωμοσύνη είναι αντίδοτο στα αρνητικά συναισθήματα».

Χρόνια δυστυχία

Η ευγνωμοσύνη αποτελεί ισχυρό προγνωστικό δείκτη ευτυχίας και ικανοποίησης από τη ζωή. Η απουσία της εγκλωβίζει το άτομο σε μόνιμη δυσαρέσκεια και αίσθηση ανεπάρκειας.

Αυξημένος κίνδυνος ψυχικών διαταραχών
Έρευνες συνδέουν την αγνωμοσύνη με αυξημένα ποσοστά κατάθλιψης, γενικευμένου άγχους, φοβιών, διατροφικών διαταραχών και εθισμών.

Επιβάρυνση της σωματικής υγείας
Η έλλειψη ευγνωμοσύνης συνδέεται με αυξημένο στρες, περισσότερα σωματικά συμπτώματα και κακή ποιότητα ύπνου, καθώς οι αρνητικές σκέψεις παραμένουν ενεργές.

Μοναξιά και απώλεια νοήματος
Η αγνωμοσύνη λειτουργεί ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία.Οι “άλλοι” αποσύρονται και το άτομο επιβεβαιώνει την πεποίθηση ότι «κανείς δεν νοιάζεται», οπότε συχνά οδηγεί σε κοινωνική απομόνωση. Έτσι το άτομο καταλήγει να πιστεύει ότι ο κόσμος είναι εχθρικός, χωρίς να αναγνωρίζει τον ρόλο των δικών του στάσεων.

Πώς να Βοηθάς Χωρίς να Χάνεις τον Εαυτό Σου

Τα όρια είναι απαραίτητα. Η καλοσύνη χωρίς όρια οδηγεί σε εξάντληση. Τα όρια δεν είναι απόρριψη, είναι ρύθμιση της σχέσης. Η αυτοφροντίδα δεν είναι εγωισμός, είναι προϋπόθεση για να συνεχίσεις να προσφέρεις χωρίς να εξαντλείσαι.

Η συναισθηματική ισορροπία διατηρείται όταν μετατοπίζεις την εστίαση από την εξωτερική αναγνώριση στην εσωτερική συνέπεια με τις αξίες σου. Η βοήθεια έχει νόημα επειδή εκφράζει ποιος είσαι, όχι επειδή αναγνωρίζεται.

Συμπερασματικά

Η ευγνωμοσύνη δεν είναι απλώς ένα «ευχαριστώ», είναι η δύναμη που δίνει νόημα στη ζωή και στις σχέσεις μας. Είναι φυσιολογικό να θέλουμε αναγνώριση, αλλά η προσδοκία της μπορεί να φέρει απογοήτευση και κόπωση. Η αγνωμοσύνη των άλλων δεν μειώνει την αξία σου, είναι αποτέλεσμα σύνθετων ψυχολογικών και συστημικών διαδικασιών, που αφορούν περισσότερο τη δική τους εσωτερική κατάσταση παρά εσένα.

Όταν δίνεις με επίγνωση και θέτεις όρια, καλλιεργείς αποδοχή και αφήνεις την καρδιά σου ελεύθερη από την ανάγκη για «ευχαριστώ». Η καλοσύνη που πηγάζει από τις αξίες σου είναι από μόνη της ανταμοιβή. Και όπως υπενθυμίζει ο Thornton Wilder:

«Μπορούμε να πούμε ότι πραγματικά ζούμε μόνο στις στιγμές που η καρδιά μας έχει επίγνωση των θησαυρών της.»

Δώσε, χωρίς να περιμένεις ανταπόδοση. Εκτίμησε τη ζωή και τους ανθρώπους γύρω σου. Κάθε πράξη καλοσύνης που προσφέρεις, ακόμα κι αν μένει αναγνωρισμένη ή όχι, είναι ένα μικρό θαύμα που τρέφει την ψυχή σου και μόνο έτσι θα ζήσεις πραγματικά.

Η Ελληνική φιλοσοφία δεν απαξίωσε την πατρώα ελληνική λαϊκή θρησκεία αλλά την εμπλούτισε και την αναβάθμισε

Η άποψη ότι οι Έλληνες φιλόσοφοι απαξίωσαν την ελληνική «ειδωλολατρία» δεν είναι απλώς εσφαλμένη, είναι ιστορικά ανακριβής και αποκαλύπτει άγνοια ή έλλειμα κατανόησης των ίδιων των αρχαίων ελληνικών πραγμάτων. Πρόκειται όμως μάλλον για εσκεμμένη χριστιανική διαστροφή της πραγματικότητας, που επιχειρεί να παρουσιάσει ορισμένους Έλληνες φιλοσόφους ως δήθεν «προδρόμους» του χριστιανισμού και ως πολέμιους της ελληνικής (αρχαίας) λαϊκής θρησκείας για να εξυπηρετηθεί το χριστιανικό αφήγημα.

Αν αυτή η εικόνα ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, τότε οι «Πατέρες της Εκκλησίας» θα είχαν βρει στους Έλληνες φιλοσόφους φυσικούς συμμάχους. Θα τους είχαν αγιοποιήσει. Όμως συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Ακόμη και τον Πλάτωνα παρά την αυστηρή του κριτική στη μυθολογική αφήγηση οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς του «ορθόδοξου» δόγματος τον πολέμησαν, τον «αφόρισαν» και τον καθύβρισαν. Ο Πλάτων δεν πολέμησε την ελληνική θρησκεία, θεωρούσε μάλιστα απαραίτητη την μύηση στα Ελευσίνια Μυστήρια.
 
Καμία μεγάλη ελληνική φιλοσοφική σχολή και φιλοσοφικό ρεύμα δεν αρνήθηκε το ελληνικό πάνθεο μέχρι την απαγόρευση της λειτουργίας τους από τον χριστιανισμό. Αντίθετα, όλες προσπάθησαν να το εντάξουν και να το ερμηνεύσουν μέσα στην εκάστοτε φιλοσοφική τους κοσμοθεωρία. Ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, οι Στωικοί, ακόμη και οι Επικούρειοι, δεν μίλησαν ποτέ για κατάργηση ή απαξίωση των θεών, αλλά για φιλοσοφική κατανόηση του θείου πέρα από την εκλαϊκευμένη παράσταση των θρησκευτικών μορφών με την ανθρωπομορφική τους διάσταση μέσω της μυθοπλασίας που καλλιεργήθηκε κυρίως δια της επικής ποίησης (π.χ. Όμηρος). Η φιλοσοφία δεν ερχόταν να καταστρέψει την λαϊκή θρησκεία των Ελλήνων, αλλά αντίθετα να την εμβαθύνει.
 
Αν οι φιλοσοφικές σχολές είχαν οποιαδήποτε σύμπνοια με τον χριστιανισμό, δεν θα είχαν απαγορευτεί και δεν θα τις είχαν κλείσει οι χριστιανοί. Αυτό από μόνο του αρκεί για να καταρρίψει τον μύθο της ιδεολογικής «συνέχειας», της «ταύτισης» ή «συμμαχίας» ορισμένων φιλοσόφων με τον χριστιανισμό κατά της ελληνικής «ειδωλολατρίας». Αλλά δεν είναι μόνον αυτό.

Η στάση της ελληνική φιλοσοφίας συνδέεται άρρηκτα με ένα θεμελιώδες γνώρισμα του ελληνικού κόσμου: την απουσία δόγματος. Οι Έλληνες δεν υπήρξαν δογματικοί. Ούτε η αρχαία λαϊκή θρησκεία συγκροτήθηκε ποτέ γύρω από δόγματα, αλλά από ανεξάρτητες κατά τόπους λατρείες. Δεν υπήρξε ποτέ κάποιο «ιερό βιβλίο» με δόγματα και «εξ αποκαλύψεως» αλήθεια. Ούτε η φιλοσοφική προσέγγιση του εκάστοτε στοχαστή μπορεί να θεωρηθεί δογματική με την θρησκευτική έννοια. Η ελληνική θρησκευτικότητα δεν σκόπευε στην δημιουργία «ορθοδοξίας», αλλά στην λαϊκή συμμετοχή· δεν απαιτούσε ομολογία πίστεως, αλλά τήρηση εθίμων, τελετών και μέτρου. Η διαφορετική ερμηνεία δεν ήταν απειλή, ήταν αναμενόμενη.

Ο φιλόσοφος, επομένως, δεν εμφανίζεται ως «αιρετικός» ούτε ως μεταρρυθμιστής. Δεν προτείνει μια μοναδική, δεσμευτική αλήθεια, αλλά μια ερμηνευτική προσέγγιση. Η διαφωνία δεν οδηγεί σε αποκλεισμό· είναι οργανικό στοιχείο της πνευματικής ζωής. Η αλήθεια δεν «περιφράσσεται», αλλά αναζητείται.

Αντίθετα, ο χριστιανισμός συγκροτήθηκε εξαρχής ως θρησκεία δόγματος. Το αφήγημά του περιχαρακώθηκε μέσα σε ένα αυστηρό θεολογικό πλαίσιο, με σαφή όρια μεταξύ «ορθοδοξίας» και «αίρεσης». Η αλήθεια δεν προσφέρεται προς αναζήτηση, αλλά προς αποδοχή. Η πίστη δεν είναι συμμετοχή σε κοινό βίο και πολιτισμό, αλλά προϋπόθεση «σωτηρίας». Εκεί όπου ο ελληνικός κόσμος ανεχόταν και ενσωμάτωνε την πολυφωνία, ο χριστιανισμός την αντιλαμβάνεται ως κίνδυνο.

Η περιφρούρηση αυτή παρουσιάστηκε ως εγγύηση αλήθειας και αδιαβλητότητας. Στην πράξη όμως, το δόγμα δεν θωράκισε το αφήγημα· το ακινητοποίησε, το πάγωσε. Εκεί όπου η ελληνική σκέψη άφηνε χώρο στην ερμηνεία, την κριτική και την παρρησία, η χριστιανική θεολογία έστησε σύνορα. Και τα σύνορα -μέσα στην αυστηρότητά τους- δεν παράγουν αλήθεια, απλώς αποκλείουν την αμφισβήτηση.
Χαρακτηριστική είναι η ελληνική αντίληψη για το θείο όπως εκφράζεται ήδη στην τραγική ποίηση. Ο Αισχύλος γράφει:

«Ζεύς ἐστιν αἰθήρ, Ζεὺς δὲ γῆ, Ζεὺς δ᾽ οὐρανός, Ζεύς τοι τὰ πάντα χὤτι τῶνδ᾽ ὑπέρτερον».
Ο λόγος αυτός δεν καταργεί τον θεό ούτε τον απομυθοποιεί με τη νεωτερική έννοια· τον καθολικεύει. Δεν επιβάλλει δόγμα, αλλά ανοίγει ορίζοντα νοήματος.

Γι’ αυτό και η προσπάθεια να παρουσιαστούν οι Έλληνες φιλόσοφοι ως πολέμιοι της ελληνικής θρησκείας ή ως πρόδρομοι της χριστιανικής θεολογίας δεν είναι απλώς ιστορικά εσφαλμένη. Είναι εννοιολογικά αδύνατη. Η ελληνική σκέψη και η χριστιανική δογματική δεν συγκρούστηκαν επειδή έλεγαν τα ίδια με διαφορετικά λόγια, αλλά επειδή αντιπροσώπευαν δύο ασύμβατους τρόπους πρόσληψης της αλήθειας: τον ερευνητικό και τον δογματικό.

Η ελληνική αντίληψη για το θείο δεν υπήρξε ποτέ μονοδιάστατη ούτε δεσμευτική. Εκφράστηκε ποιητικά, φιλοσοφικά, φυσιοκρατικά και συμβολικά, χωρίς να απαιτεί ομοφωνία. Μερικά ενδεικτικά παραδείγματα αρκούν για να καταδείξουν το εύρος αυτό.

Ο Ηράκλειτος που απορρίπτει ρητά την θεωρία της δημιουργίας από κάποιον θεό (κόσμον τόνδε, τὸν αὐτὸν ἁπάντων, οὔτε τις θεῶν οὔτε ἀνθρώπων ἐποίησεν), δεν απορρίπτει τους θεούς· τους εντάσσει σε μια κοσμική λογική ενότητας και μεταβολής. Ο «Λόγος» δεν είναι «αντίπαλος» του θείου, αλλά η βαθύτερη δομή του κόσμου. Αναφέρει: «εἶναι γὰρ ἓν τὸ σοφόν, ἐπίστασθαι γνώμην, ὁτέη ἐκυβέρνησε πάντα διὰ πάντων», δηλαδή υπάρχει μία σοφία, η γνώση της αρχής (γνώμης/νόμου) με την οποία κυβερνώνται τα πάντα μέσω των πάντων. Αυτό δεν ταυτίζεται με προσωπικό θεό, με μυθολογικά πρόσωπα ούτε με μυθολογική αφήγηση. Το «σοφόν» δεν μιλά, δεν αποκαλύπτεται, δεν απαιτεί πίστη. Το θείο δεν περιορίζεται σε πρόσωπα και αφηγήσεις· είναι η ίδια η ενιαία τάξη του γίγνεσθαι. Είναι το κοσμικό, ρυθμιστικό και ενιαίο στοιχείο του κόσμου. Ο Ηράκλειτος αποπροσωποποιεί το θείο χωρίς να το αρνείται. Το μεταφέρει από το μύθο στον λόγο, από την αφήγηση στο γίγνεσθαι.

Ο Σωκράτης συχνά θεωρείται «χριστιανικός πρόδρομος» λόγω της έμφασης που δίνει στην ηθική και την εσωτερική αρετή. Ωστόσο, δεν μίλησε ποτέ για κατάλυση του ελληνικού πάνθεου. Στις αναφορές του επικαλείται θεότητες όπως ο Πάνας και ο Ασκληπιός και σέβεται τις παραδοσιακές λατρείες. Δεν εισήγαγε στην πράξη κανένα «νέο δαιμόνιο»• η διάσημη έννοια του δαιμονίου για τον Σωκράτη δεν είναι θεότητα που αντικαθιστά τις υπάρχουσες. Αλλά και ο «δαίμων» στην ελληνική ορολογία δεν έχει την αρνητική έννοια που του απέδωσαν αργότερα. Το δαιμόνιο αυτό είναι η εσωτερική φωνή ή καθοδήγηση που συνδέεται με την ηθική αυτοσυνείδηση του χαρακτήρα του ανθρώπου. Η φιλοσοφία του Σωκράτη δεν συγκροτεί δόγμα ούτε διεκδικεί αποκλειστικότητα της αλήθειας, αλλά είναι μέθοδος ερμηνείας και αυτογνωσίας.
 
Ο Σωκράτης κρίθηκε πολιτικά επικίνδυνος για τον Δήμο σε μια πολιτικά ταραχώδη εποχή για την Αθήνα μετά τον ολέθριο Πελοποννησιακό Πόλεμο και την Τυραννία των Τριάκοντα. Δεν δικάστηκε για τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Αυτή η παρανόηση γίνεται συχνά γιατί οι περισσότεροι σκέφτονται με σύγχρονους όρους (χριστιανικούς) και αδυνατούν να κατανοήσουν τόσο το ιστορικό πλαίσιο όσο τον τρόπο λειτουργίας των Ελλήνων, που ως συνήθως τον διαστρεβλώνουν κατά τα δικά τους μέτρα και σταθμά.

Οι κατηγορίες ἀσεβείας στον ελληνικό κόσμο δεν συνιστούν θρησκευτικό δογματισμό ούτε δίωξη ιδεών. Δεν αφορούσαν “λανθασμένη πίστη”, αλλά ζητήματα δημόσιας τάξης και πολιτικής συνοχής. Η φιλοσοφική ερμηνεία του θείου καθαυτή ουδέποτε ποινικοποιήθηκε· αντιθέτως, η πολυφωνία της αποτελούσε δομικό στοιχείο του ελληνικού πολιτισμού.

Ο Αριστοτέλης μιλά για το «πρῶτον κινοῦν ἀκίνητον», όχι ως αντικείμενο λατρείας, αλλά ως φιλοσοφική αρχή. Δεν καταργεί τους θεούς της πόλης ούτε τους αντικαθιστά· απλώς κινείται σε διαφορετικό επίπεδο λόγου. Το θείο στον Αριστοτέλη δεν απαιτεί πίστη, ούτε αποκαλύπτεται· νοείται. Και αυτό ακριβώς δείχνει την ελληνική διάκριση μεταξύ θρησκευτικής πράξης και φιλοσοφικής ερμηνείας.

Οι Στωικοί ταυτίζουν τον Δία με τον λόγο της φύσεως, με την ειμαρμένη, με το πυρ που διαπερνά τα πάντα. Ο θεός δεν είναι «εκτός κόσμου», αλλά ο ίδιος ο κόσμος σε λογική τάξη. Δεν υπάρχει εδώ αποκλειστική αλήθεια· υπάρχει κοσμική νομοτέλεια.

Ακόμη και οι Επικούρειοι, οι πιο συχνά παρεξηγημένοι, δεν αρνούνται την ύπαρξη των θεών. Αρνούνται την παρέμβασή τους και τον φόβο που εμπνέουν. Οι θεοί υπάρχουν ως μακάριες υπάρξεις, όχι ως δεσπότες της ανθρώπινης ζωής. Η θρησκευτική αγωνία αντικαθίσταται από φιλοσοφική γαλήνη, όχι από άρνηση του θείου.

Ο Ξενοφάνης είπε «εἷς θεὸς ἔν τε θεοῖσι καὶ ἀνθρώποισι μέγιστος, οὔ τι δέμας θνητοῖσιν ὁμοίιος». Ο Ξενοφάνης επικρίνει με αυτήν την φράση τον ανθρωπομορφισμό, όχι τη θεότητα. Μεταφέρει τη θεότητα από τον κόσμο της λαϊκής λατρείας στον χώρο της φιλοσοφικής αναζήτησης και προβληματισμού. Ωστόσο δεν καθιερώνει κάποιο δόγμα· ανοίγει προβληματισμό. Δεν ζητά να καθιερωθεί μια νέα και μοναδική θεότητα· ζητά από τον άνθρωπο να σκεφτεί πέρα από την δεισιδαιμονία.

Αν και οι ελληνικές φιλοσοφικές σχολές και οι Έλληνες φιλόσοφοι είχαν αντιπαλότητες και συγκρούσεις, εντούτοις η φύση αυτών των συγκρούσεων είναι εντελώς διαφορετική από την σύγκρουση που υπάρχει στην μονοθεϊστική διεκδίκηση αποκλειστικότητας στην «εξ αποκαλύψεως» αλήθεια. Ήταν θεμιτές και γόνιμες επιστημονικές αντιπαραθέσεις. Η σύγκρουση γεννά νέες ιδέες.
 
Οι διαφωνίες δεν σκόπευαν να διαφυλάξουν κάποιο δόγμα. Οι Έλληνες φιλόσοφοι διαφωνούσαν συχνά. Ο Αριστοτέλης επέκρινε τον Πλάτωνα, ο Πλάτωνας τον Δημόκριτο, οι Στωικοί τον Επίκουρο, κ.ο.κ. Αυτές οι συγκρούσεις αφορούσαν γενικότερη φιλοσοφική στάση, ερμηνεία, μέθοδο και κοσμοθεωρία, όχι την «αλήθεια του θείου» ως αποκλειστικό προνόμιο. Κανείς δεν έκανε λόγο για «αίρεση» ή «καταδίκη», δεν υπήρχε δόγμα για να παραβιαστεί.

Η διαφωνία είναι συνταγματική και πολιτική στην ελληνική σκέψη. Οι φιλοσοφίες δεν ήταν αφηρημένες αλλά έδιναν πρακτικές λύσεις για την κοινωνική και πολιτική ζωή. Η φιλοσοφία στην Ελλάδα ήταν πεδίο ανοιχτής συζήτησης, δεν ήταν θεολογία με την στενή θρησκευτική έννοια, δεν ήταν κρατική ή εκκλησιαστική «ορθοδοξία». Αντιθέτως, ήταν κοσμική και πολιτική στάση. Η αντιπαλότητα δεν σήμαινε απαγόρευση, αποκλεισμό ή σωτηριολογική δέσμευση. Αντίθετα, θεωρούνταν φυσικό και θεμιτό να υπάρχουν διαφορετικές απόψεις, ακόμη και ακραίες.

Συγκρούσεις λειτουργούσαν ως ενίσχυση της σκέψης. Η αντιπαράθεση μεταξύ σχολών συνέβαλε στην πνευματική εξέλιξη. Η σύγκριση, η κριτική και η αντίθεση επέτρεπαν στους στοχαστές να διατυπώνουν σαφέστερα τη θέση τους, να ελέγχουν επιχειρήματα και να εμβαθύνουν την κατανόηση του κόσμου. Δεν επρόκειτο για μονοπώλιο της αλήθειας, αλλά για διερεύνηση πολλών διαστάσεων της πραγματικότητας. Η ιδεολογική αντιπαλότητα ακόμη και η οξεία αντιπαράθεση ήταν φυσικό και ανθρώπινο να υφίσταται.

Στον χριστιανισμό, η διαφωνία δεν ήταν εργαλείο πνευματικής βελτίωσης, αλλά αιτία αποκλεισμού και τιμωρίας. Η ύπαρξη δόγματος και «ορθοδοξίας» σήμαινε ότι η απόκλιση ήταν απειλή, όχι ευκαιρία για διάλογο. Η μονοδιάστατη αντίληψη του θείου υπαγόρευε μια απάντηση: είτε αποδέχεσαι, είτε είσαι αιρετικός. Αυτό είναι ριζικά διαφορετικό από τον ελληνικό τρόπο.

Όλες οι προσεγγίσεις του ελληνικού κόσμου συνυπήρξαν. Καμία δεν ανακήρυξε τις άλλες «αιρετικές». Καμία δεν διεκδίκησε αποκλειστικότητα σωτηρίας. Καμία δεν περιφράχθηκε ως τελική και αμετάβλητη αλήθεια. Ούτε «πολέμησαν» για να εξοντώσουν τις διάφορες μορφές λατρείας που κατά καιρούς προέκυψαν όπως έκανε ο χριστιανισμός που ήθελε να επιβάλει ένα θρησκευτικό μονοπώλιο.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται η ριζική διαφορά με τη χριστιανική θεολογία: εκεί όπου ο ελληνικός κόσμος ανέχθηκε πολλαπλές ερμηνείες του θείου, ο χριστιανισμός απαίτησε μία. Εκεί όπου οι Έλληνες στοχάστηκαν, ο χριστιανισμός δογμάτισε. Και εκεί όπου υπήρχε φιλοσοφική ευρύτητα, εγκαθιδρύθηκε θεολογική μονομέρεια.
 
Επομένως όχι μόνο η ελληνική φιλοσοφία δεν απαξίωσε την πατρώα ελληνική λαϊκή θρησκεία αλλά την εμπλούτισε και την αναβάθμισε. Άλλωστε η ελληνική θρησκεία δεν έμενε στάσιμη και μονολιθική, βρισκόταν σε διαρκή εξέλιξη και ήταν εξαιρετικά προσαρμοστική, παρέχοντας παράλληλα στους Έλληνες τους απαραίτητους αιώνιους συμβολισμούς μέσα από τους θεούς, τους ναούς και τις εορτές ως βασικά σημεία αναφοράς του ελληνικού πολιτισμού και της άμεσης σύνδεσης με τους προγόνους τους.
Σε αυτά ο χριστιανισμός έβαλε τέλος, και γι’ αυτό είναι αποδεδειγμένα μια θρησκεία ξένη και ουσιωδώς ασυμβίβαστη με τον ελληνικό πολιτισμό συνολικά. Αυτό το ασυμβίβαστο οδήγησε τους χριστιανούς στην καταστροφή του ελληνικού κόσμου και στην μετάλλαξη των Ελλήνων μέσω αυτής της αλλότριας ανθελληνικής θρησκείας.

Παιχνίδια στον Καθρέπτη: Η Εκπαίδευση

Ανατρέξαμε σ’ εκείνον τον παλιό όρο, που δείχνει ότι "διαπαιδαγωγώ" σημαίνει "εκ-παιδεύω" δηλαδή εξάγω μέσα απ’ τον άνθρωπο το πλούσιο υλικό που συσσωρεύτηκε απ’ την εμπειρία του στο πέρασμα του χρόνου κι αυτό που έχω εξάγει το θέτω σε πρακτική εφαρμογή για να ζήσω καλύτερα. Όλοι θέλουμε να ζήσουμε, όμως θα πρέπει να ξέρουμε και πώς να το κάνουμε. Ένας μορφωμένος άνθρωπος -καλά διαπαιδαγωγημένος- ζει στην πληρότητά του, στον κατώτερό πόλο της ύλης και στον ανώτερο πόλο του πνεύματος. Ένας άνθρωπος λιγοστά εκπαιδευμένος, που δεν έχει τίποτα να βγάλει από μέσα του, ζει κάπου στη μέση, κατά προτίμηση εκεί όπου το βάρος τον υποχρεώνει να πέσει, δηλαδή στο φυσικό κόσμο.

Η Μάγια έχει μια πολύ ιδιαίτερη αντίληψη για τη Ζωή. Γνωρίζει ότι η ζωή βρίσκεται σε όλα τα πράγματα κι ότι υπάρχουν λεπτά επίπεδα, όπου τα σώματα δεν είναι αναγκαία... Όμως αυτή έχει αναλάβει να καλύπτει με πέπλα τα σώματα, τον υλικό κόσμο, κι αυτό το κάνει με μεγάλη επιμέλεια. Έτσι, έχει κάνει τους ανθρώπους να είναι συνηθισμένοι στο να μην κοιτάζουν πέρα από τη ζωή της πυκνής ύλης και να εκπαιδεύουν, κατά συνέπεια, αυτήν την ύλη.

Ας ξεφύγουμε για μια στιγμή από το παιχνίδι της Μάγια κι ας δούμε πώς διαπαιδαγωγείται ένα παιδί. Δίνεται μεγάλη σημασία στο να μάθει να τρώει, να ντύνεται, να πλένεται, να χειρίζεται τα εργαλεία που έχει στη διάθεσή του. Αποδίδεται μεγάλη φροντίδα στο μεγάλωμά του, την υγεία του, την ομορφιά του, τα πράγματα που μπορούν να το ευχαριστήσουν... όμως πάντοτε απ’ έξω, πάντα με κατεύθυνση την ικανοποίηση του σώματος. Για το υπόλοιπο του ανθρώπου δεν γνωρίζουμε τίποτα κι αν διαισθανόμαστε κάτι, θα το αγνοήσουμε σαν να μην υπήρχε.

Και υπάρχει κάτι ακόμα πιο σοβαρό. Υπάρχουν γονείς που, ενσωματωμένοι σ’ αυτό το παιχνίδι και ξέροντας ότι θα μπορούσαν να εκπαιδεύσουν τα παιδιά τους προχωρώντας λίγο πιο πέρα από την επιφάνεια, δεν το κάνουν από φόβο. Φοβούνται ότι τα παιδιά τους θα γίνουν «διαφορετικά», ότι αν ζουν για τον εσωτερικό τους κόσμο, θα φτάσουν να υποφέρουν μπροστά στην αδιαφορία ή την έλλειψη κατανόησης από τους άλλους. Και στερούν τα παιδιά τους από έναν ανεκτίμητο θησαυρό, που ασφαλώς θα μπορούσε να τους κάνει διαφορετικούς αλλά και καλύτερους.

Αν το να διαπαιδαγωγούμε σημαίνει να εκπαιδεύουμε και το να «εκ-παιδεύουμε» σημαίνει να αφήνουμε να βγαίνει αυτό που βρίσκεται στο βάθος, είναι προφανές ότι, για να μπορέσουμε να διαπαιδαγωγήσουμε, θα πρέπει να δεχτούμε ότι μέσα στον άνθρωπο υπάρχει κάτι περισσότερο από τα ζωτικά του όργανα σε λειτουργία. Αυτό το «κάτι» είναι όπως το μεδούλι που ορίζει το ανθρώπινο ον. Είναι το παλιό Εγώ, εκείνο που έρχεται σύροντας κόσμους και ήχους από το πέρασμα του χρόνου, εκείνο που -αν και χωρίς εμφανή μνήμη- έχει μαζέψει καρπούς από όλους τους δρόμους της Γης. Κι αυτό το εσώτερο «κάτι» γνωρίζει, γιατί είναι παλιό, γιατί έχει ζήσει πολύ και γιατί έχει συσσωρεύσει πολλά στο χρόνο που έζησε. Αυτό είναι που εκδηλώνεται κατά την εκπαίδευση.

Για να μπορέσουμε να εκπαιδεύσουμε, υπάρχουν μέθοδοι. Θα πρέπει να γνωρίζουμε μυστικά, όπως αυτός που ξέρει πώς να σπάσει ένα καρύδι για να βγάλει την ψίχα του ή όπως αυτός που ξεφλουδίζει μια πατάτα για να φάει το εσωτερικό της ή όπως αυτός που βγάζει το τσόφλι ενός αυγού για να απολαύσει αυτό που υπάρχει μέσα. Αν κι έχουμε μάθει να καθαρίζουμε πατάτες κι αυγά ή να σπάμε καρύδια, δεν κατέχουμε ωστόσο τις μεθόδους για να συλλέξουμε τον εσωτερικό καρπό του ανθρώπου. Δουλεύουμε με τα ανθρώπινα όντα σαν να γυαλίζουμε τις επιφάνειες των καρυδιών, των πατατών ή των αυγών, αγνοώντας πλήρως αυτό που κρύβεται κάτω απ’ το κάλυμμα. Ωστόσο η καρδιά ξέρει περισσότερα από το δέρμα κι η ψυχή ξέρει περισσότερα από το σώμα...

Γιατί στερούμαστε των μεθόδων εκπαίδευσης; Επειδή τυφλωμένοι από το παιχνίδι της Μάγια, πετάξαμε καταγής το καλύτερο μέρος του ανθρώπου. Επειδή κανένας δεν ασχολείται με την ίδια την ψυχή του ούτε με το νου του ούτε με το πνεύμα του κι έτσι είναι δύσκολο ν' αποκομίσει εμπειρίες αυτού του είδους, εμπειρίες που θα ήταν δυνατό να μεταδοθούν στους άλλους.

Ο άνθρωπος που δουλεύει το ξύλο κάνει κάθε μέρα μια προσεκτική επισκόπηση των επιτυχιών του και φροντίζει να μην μπαίνει σε λάθος δρόμο. Γνωρίζει τα καλά κομμάτια της ύλης με τα οποία δουλεύει κι αν είχε ένα μαθητευόμενο στο πλάι του, θα μπορούσε να του διδάξει όλα όσα αποκόμισε από τη συνεχή εμπειρία του. Όμως, αν ο άνθρωπος δεν δουλεύει το εσωτερικό του ξύλο, τι μπορεί να παρατηρήσει, τι μπορεί ν’ αποκομίσει, τι μπορεί να μεταδώσει;

Κι όταν ο άνθρωπος δεν δουλεύει το εσωτερικό του ξύλο, αν δεν γνωρίζει αυτήν τη ζώνη τού Είναι του, τότε ακόμα κι αν ερχόταν ο μεγαλύτερος Δάσκαλος να του εξηγήσει τα μυστήρια της μόρφωσης, δεν θα μπορούσε να τα εφαρμόσει, δεν θα καταλάβαινε τίποτα, δεν θα πίστευε σε τίποτα απ’ όσα θα άκουγε...

Εκεί που δεν υπάρχουν άνθρωποι με εσωτερική ζωή, δεν μπορεί να υπάρξει εκπαίδευση που θα ξυπνήσει την εσωτερική ζωή στους άλλους.

Σήμερα οι γονείς μπορούν να δώσουν φυσική ζωή, όμως σπάνια μπορούν να συντελέσουν στη γέννηση του εσωτερικού όντος. Σήμερα οι δάσκαλοι μπορούν να δασκαλέψουν, να διδάξουν πώς να εκτελούνται αποτελεσματικά ορισμένα καθήκοντα, όμως δεν μπορούν να διαπαιδαγωγήσουν. Αναμφίβολα η Μάγια προτιμά τους απαίδευτους ανθρώπους, προτιμά αυτά τα απλά ζωάκια, που ξέρουν μόνο να επιβιώνουν και να δουλεύουν, για να λατρεύουν το θεό που εξυπηρετεί τη Μάγια: την ύλη. Η Μάγια παίζει με τους δασκαλεμένους ανθρώπους όπως σ’ ένα τσίρκο. Χρειάζεται εκείνους που χειρίζονται τέλεια τα σώματά τους, αλλά που δεν θέλουν να ξέρουν γιατί τα χειρίζονται, έχουν τα μάτια τους δεμένα σαν σύμβολο για το ότι όσο λιγότερο βλέπουν, τόσο λιγότερο διακινδυνεύουν τις φυσικές τους δομές, οπότε άγονται και φέρονται από έναν αρχέγονο αυτοματισμό που κινεί τα πράγματα χωρίς να γνωρίζει τι είναι η κίνηση.

Θα υπάρξει κάποια στιγμή ένας Προμηθέας, που θα λυπηθεί για την ανθρώπινη μιζέρια και θα φέρει το φως σ’ αυτόν τον κόσμο; Θα πάρει η ίδια η Μάγια κάποια στιγμή έναν πυρσό στα χέρια της και θ’ αφήσει τους ανθρώπους να δουν επιτέλους το νόημα του ρυθμικού τους χορού;

Αν ήταν έτσι τα πράγματα, αν κάποια φορά αποκαλυπτόταν ένα μέρος από το πέπλο, θα βρισκόταν κάποιος μορφωμένος άνθρωπος και μ’ αυτόν θα ανοιγόταν μια νέα αλυσίδα, που οι κρίκοι της δεν θα ξέφευγαν από το παιχνίδι, αλλά θα μάθαιναν να βλέπουν τα παιχνίδια τους από μέσα.

Ο Μακιαβέλι και πώς μια πολιτεία μπορεί να ζήσει ελεύθερη

«Τους ιδιώτες τούς κάνουνε να κρατούν τις συμφωνίες οι νόμοι, τα γραμμένα και τα συμφωνητικά, όμως ανάμεσα σε ηγεμόνες αυτό γίνεται μονάχα με τ’ άρματα.»

Στην κακορίζικη γενέτειρα της πολιτικής, οποιαδήποτε σοβαρή συζήτηση για τον πόλεμο και την ειρήνη φαντάζει εξ ορισμού ύποπτη· ποιός θα ασχοληθεί με την τέχνη του πολέμου, αν όχι οι πολεμοκάπηλοι, οι εθνικιστές και οι έμποροι πανάκριβων όπλων; Κεντρικός στόχος κάθε πολιτικής στρατηγικής είναι η επιβίωση της πολιτείας με κάθε θυσία· με αυτή τη φράση μπορούμε κάπως να συμπυκνώσουμε τον βασικό σκοπό της πολιτικής τέχνης, όπως περιγράφεται στα βιβλία του Νικολό Μακιαβέλι. Εκτός από τον Ηγεμόνα, βασικές ιδέες βρίσκονται διάσπαρτες στις Διατριβές, στην Ιστορία της Φλωρεντίας, στην αλληλογραφία του, ακόμη και σε ορισμένα λογοτεχνικά ή θεατρικά έργα – στην εποχή του ήταν γνωστός περισσότερο ως συγγραφέας και λογοτέχνης παρά ως πολιτικός στοχαστής. Όποιος λοιπόν κατέχει στρατό και όπλα ή μελετά το ζήτημα του πολέμου, ούτε θέλει πόλεμο σώνει και καλά, ούτε γενικώς επιδιώκει το προσωπικό του όφελος: προσαρμόζεται απλώς σε τρέχουσες πρακτικές και κάποτε εξαιρετικά επείγουσες ανάγκες. Οι γνωστικοί στηρίζονται στη φρόνηση και την στρατιωτική ισχύ:

«Άλλη μια φορά θα το πω ότι δίχως δύναμη οι πολιτείες δεν κρατιούνται ορθές, παρά φτάνουνε στο χαμό τους· και ο χαμός τους είναι ή η ερήμωση ή η δουλεία. Εσείς εφέτος βρεθήκατε κοντά και στο ένα και στο άλλο και πάλι στα ίδια θα γυρίσετε, αν δεν αλλάξετε μυαλά. Εγώ σας το φωνάζω αυτό και στερνά να μην πείτε «Δε μου το ‘χανε πει» Κι αν μου αποκριθείτε: Τι μας χρειάζονται οι στρατιωτικές δυνάμεις αφού εμάς μας προστατεύει ο Γάλλος βασιλιάς; Ο Βαλεντίνος δεν έχει λόγο να μας χτυπήσει! – τότε κι εγώ θα πω ότι γνώμη πιο ασυλλόγιστη από τούτη δεν μπορεί να γίνει, αφού κάθε κράτος και κάθε πολιτεία πρέπει να περνάει για εχθρούς του όλους που ελπίζουνε πως μπορούνε να το βάλουν στο χέρι και που από αυτούς δεν είναι δυνατόν να φυλαχτεί. Και ποτέ δεν είδε κανείς ηγεμονία ή δημοκρατία γνωστική που ν’ αφήνεται στη διάκριση του αλλουνού ή που, κι αν τυχόν αφήνεται, να νομίζει ότι είναι και σίγουρη.»

Χωρίς αξιόμαχο και πιστό λαϊκό στρατό, ούτε το χρήμα φτουράει, ούτε η φυσική οχύρωση του τόπου· είναι αφελής και άπειρος των πολιτικών πραγμάτων όποιος βασίζεται στην «καλογνωμιά των ανθρώπων». Όπως ακριβώς είχε προβλέψει ο Αθηναίος νομοθέτης Σόλων, ο βαθύπλουτος Κροίσος, βασιλιάς της Λυδίας, δεν σώθηκε από τους αναρίθμητους θησαυρούς του, αφού αυτοί ακριβώς τράβηξαν σαν μαγνήτης τους τρομερούς Γαλάτες που σάρωσαν την Ελλάδα και μεγάλο μέρος της Ασίας. Ο πόλεμος ήταν και θα είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα: «Όλες οι πολιτείες που κάποτες κυβερνηθήκανε για κάμποσον καιρό από ηγεμόνα απόλυτο, από αριστοκρατία ή από τον λαό (καθώς τώρα κυβερνιέται η δική μας) είχανε για αντιστύλι τους τη δύναμη ανάκατη με τη φρόνηση· γιατί μοναχή της η δεύτερη δε φτουράει και η πρώτη πάλι ή δε φέρνει τα πράγματα εκεί που τα θέλει ή, άμα τυχόν και τα φέρει, δεν τα βαστάει. Τα δύο αυτά λοιπόν είναι το νεύρο σε όλες τις εξουσίες, όσες φανήκανε στον κόσμο και όσες θα φανούνε· κι όποιος καλοπρόσεξε τις ανατροπές των βασίλειων και τους αφανισμούς των χωρών και των πολιτειών, άλλην αιτία δε βρήκε που γινήκανε παρ’ εκτός ότι λείψανε τα άρματα ή το μυαλό.»

Φυσικά, οι ειρηνιστές χρειάζονται τις στρατιωτικές δύναμεις τουλάχιστον εξίσου με τους πολεμοχαρείς, όπως απέδειξαν χιλιάδες ανελέητες συγκρούσεις. σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας. Ο Μακιαβέλι θεωρεί ότι όλοι οι πολίτες, και ειδικά οι ηγεμόνες, οφείλουν να ασχολούνται με την Τέχνη του πολέμου. (Στο ομώνυμο έργο του, αν και θεωρεί τον εαυτό του ειδήμονα, δεν εκτιμά σωστά τις δυνατότητες των νέων όπλων, και ειδικά του πυροβολικού, που το συγκρίνει με τα εκηβόλα όπλα των αρχαίων στρατών.) Βεβαίως, και οι ειρηνόφιλοι δηλώνουν συχνά ότι πρόθυμα θα πολεμούσαν για την πατρίδα τους, σε περίπτωση που δεχόταν λ.χ. επίθεση – δεν διευκρινίζουν όμως τι είδους πόλεμο και πόσο αποτελεσματική αντίσταση θα έκαναν με τεχνολογικά απαρχαιωμένο εξοπλισμό. Κάθε λογικός άνθρωπος, εφόσον δηλώνει την πρόθεσή του να πολεμήσει, θέλει να το κάνει με τα ισχυρότερα και αποτελεσματικότερα όπλα – τα οποία πρέπει βέβαια να αποκτήσει και να μάθει τον καιρό της ειρήνης. Είτε λοιπόν ως σημαντικό αποτρεπτικό μέσο – ο επίδοξος αντίπαλος φοβάται ότι θα πληρώσει δυσανάλογο κόστος σε περίπτωση πρώτης επίθεσης, ακόμα κι αν είναι ισχυρότερος – είτε στο πραγματικό πεδίο της μάχης, ο εξοπλισμός ενός κράτους, κοντολογίς η ανάπτυξη και η συντήρηση αξιόμαχου στρατεύματος, είναι απαραίτητοι όροι επιβίωσης σε έναν κόσμο που αποδείχθηκε μυριάδες φορές αρπακτικός και επικίνδυνος – τον άοπλο δεν τον λογαριάζει ποτέ κανένας, ούτε εχθρός ούτε φίλος. Η άσκηση βίας δικαιώνεται ή απορρίπτεται από τα αποτελέσματά της:

«Για τούτο κι ένας μυαλωμένος νομοθέτης, που ‘χει την προαίρεση να ωφελήσει όχι την αφεντιά του μα το κοινό καλό, όχι τους κληρονόμους του μα την κοινή πατρίδα, έχει χρέος να φροντίσει και να πάρει όλη την εξουσία μοναχός του, στα δικά του χέρια· κι ούτε ποτέ κανένας άνθρωπος ξυπνός θα τον κατηγορήσει αν εκείνος χρησιμοποιήσει ασυνήθιστα μέτρα για να βάλει σε σωστή σειρά ένα βασίλειο ή μια δημοκρατία. Αν τυχόν κι οι πράξεις του τον κατηγορούν, το αποτέλεσμα τον συγχωρνάει· κι αν οι πράξεις του, όπως του Ρωμύλου οι πράξεις, στάθηκαν καλές, πάντα θα βρει συγχώρεση· γιατί κατηγόρια πρέπει σ’ όποιον τη βία την έχει για να γκρεμίσει κι όχι για να διορθώσει.»

«Είναι λάθος να χτυπάς μια πόλη διαιρεμένη και να την κυριεύεις αδράχνοντας την ευκαιρία που σου δίνουν οι διαιρέσεις της.»

Μια άλλη κεντρική ιδέα του Μακιαβέλι είναι ότι ο ηγεμόνας πρέπει να εργάζεται για το καλό του λαού και επομένως η ισχυρή κρατική εξουσία σ’ αυτό ακριβώς αποβλέπει, χρησιμοποιώντας ηθικά και ανήθικα μέσα. Όσοι χρησιμοποιούν τον μακιαβελισμό ως κατηγορία -εσφαλμένα- θεωρούν ότι ο Μ. προτρέπει τον ηγεμόνα ή τους εξουσιαστές – γενικώς – να χρησιμοποιήσουν την πανουργία, την ωμότητα και τον δόλο σε βάρος των υποτελών τους, προκειμένου να διατηρήσουν μια διαφθαρμένη εξουσία. (Προφανώς, αυτό το έκαναν ήδη πολλοί, αιώνες πριν εμφανιστούν τα έργα του Ιταλού συγγραφέα.) Ο Βολταίρος έγραφε ότι, αν ο Μακιαβέλι είχε μαθητή έναν ηγεμόνα, το πρώτο που θα του συνιστούσε θα ήταν να γράψει ένα βιβλίο εναντίον του μακιαβελισμού. Ο φλωρεντινός γραμματέας είναι λοιπόν ρεαλιστής και ξεκάθαρος: το ισχυρό κράτος, όσον το δυνατόν πιο ασφαλές απέναντι σε α ν αμενόμενους και φυσικούς εξωτερικούς κινδύνους, είναι ελάχιστη προϋπόθεση προκειμένου να υπάρχει κλίμα ασφάλειας, χαλαρότητας και δημιουργίας στο εσωτερικό της επικράτειας. (Η δημοκρατία της Αθήνας αναπτύχθηκε μετά τη στρατιωτική συντριβή των Περσών και η δόξα της Ρώμης στηρίχτηκε κατεξοχήν στις νικηφόρες λεγεώνες της) Κανενός είδους δημοκρατικό πολίτευμα δεν μπορεί να επιβληθεί με ξένες λόγχες, ούτε είναι δυνατόν η λευτεριά να δοθεί χάρισμα από τους ισχυρούς.

«Καθώς είπα σε άλλη διατριβή, και από άλλη αφορμή, η πόλη τη Πιστόγιας μ’ αυτό το τέχνασμα πέρασε στην κυριαρχία της Φλωρεντίας· γιατί η πόλη βρισκόταν διαιρεμένη και οι Φλωρεντινοί που βοηθούσανε τώρα τους μεν και ύστερα τους δε, χωρίς να ρίχνουνε σε έναν όλο τους το βάρος, τη φέρανε σε τέτοιο σημείο που καταπονημένη από την τρικυμισμένη της ζωή, ήρθε και έπεσε θεληματικά στην αγκαλιά της Φλωρεντίας.»

Και από την πικρή προσωπική του πείρα – συνελήφθη και βασανίστηκε ως ύποπτος για συμμετοχή σε συνωμοσία εναντίον των Μεδίκων – ο Μακιαβέλι γνωρίζει ότι η βία και ο δόλος χρειάζεται συχνά να αντιμετωπιστούν με τα ίδια μέσα. Ωστόσο, η πανουργία του ηγεμόνα απέναντι στο λαό και η συμπεριφορά που προκαλεί το μίσος των υπηκόων αποδοκιμάζονται καθαρά, και πάλι όχι από ηθικιστική πρόθεση, αλλά για πρακτικούς λόγους: ο πολίτης δεν θα πολεμήσει για μια πατρίδα που τον περιφρονεί, ούτε θα θυσιαστεί για έναν ηγέτη που τον ατιμάζει την περίοδο της ειρήνης. Η πολιτεία είναι ασφαλής, κατά το δυνατόν, εφόσον οι πολίτες της, δηλαδή οι στρατιώτες της, ευημερούν και γίνεται σεβαστή η τιμή και η περιουσία τους. Μεταξύ άλλων, ο Μ. συλλαμβάνει θεωρητικά ένα κράτος που βρίσκεται σε αδιάκοπη σύγκρουση με άλλα κράτη και η κατάσταση αυτή δεν μπορεί να ανακληθεί. Η προτεραιότητα της ισχυρής κεντρικής εξουσίας έναντι της εκκλησιαστικής τον φέρνει έτσι σε σύγκρουση με τον Πάπα.

«Τούτο πρέπει να το σημειώσει καλά και να το μιμηθεί όποιος πολίτης έρχεται να δώσει συμβουλή στην πατρίδα του γιατί όπου είναι να παρθεί απόφαση για την ύστατη σωτηρία της πατρίδας, δεν πρέπει να σκέφτεσαι ούτε το δίκαιο ούτε το άδικο, ούτε τον οίκτο ούτε τη σκληρότητα, ούτε το αξιέπαινο ούτε και το άτιμο. Μονάχα πρέπει να παραμερίζεις κάθε άλλη σκέψη και να ακολουθείς την απόφαση που θα γλιτώσει τη ζωή της πατρίδας σου και θα σώσει τη λευτεριά.»

Ανεξάρτητα από τις προθέσεις και τους σκοπούς του, ο Μακιαβέλι λειτούργησε ως χαρτοκλέφτης που δημοσιεύει τα μυστικά της τέχνης του. Αν και ο ίδιος λ.χ. ήταν άνθρωπος του Σοντερίνι, τα γραπτά του θα μπορούσαν να είναι χρήσιμα σε οποιονδήποτε, αντίπαλο ή σύμμαχο. Οι αναζητήσεις του επικεντρώνονται κυρίως στα συγκεκριμένα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Φλωρεντία και τις συγκρούσεις των ιταλικών πόλεων μεταξύ τους. Ωστόσο, μετά τον Ηγεμόνα, δεν εμφανίζεται ιδιαίτερα αισιόδοξος για την ένωση των λαών της Ιταλίας απέναντι στις συνεχείς επιθέσεις των βαρβάρων – σε επιστολή του προς τον Βιττόρι διαβάζουμε: «Όσο για την ένωση των υπόλοιπων Ιταλών, με κάνετε και γελώ»

Αφού δεν θεωρείται ανήθικο να επιβάλλονται οι ισχυροί στους αδύναμους, ο Μακιαβέλι διαχωρίζει την ηθική από την πολιτική, με σκοπό να διαμορφώσει ένα θεωρητικό πλαίσιο ικανό να ερμηνεύσει και -αν είναι δυνατόν- να προβλέψει τις πολιτικές εξελίξεις: «Όποιος μελετάει τα τωρινά και τα περασμένα, βλέπει αμέσως ότι σε όλες τις πολιτείες και σε όλους του λαούς βλογιούνται οι ίδιες λαχτάρες και οι ίδιες διαθέσεις, τέτοιες που σταθήκανε πάντα.» 

Βεβαίως, αν ο μακιαβελισμός οριστεί περίπου ως απανθρωπιά και κυνισμός, όλοι σχεδόν είναι μακιαβελικοί και αντιμακιαβελικοί ταυτόχρονα, αφού δεν μπορούμε να βρούμε καμιά περίπτωση που ένα κράτος έμεινε ελεύθερο ή επεκτάθηκε χρησιμοποιώντας μέσα ριζικά διαφορετικά από αυτά που περιγράφει ο ιδιοφυής γραμματέας της φλωρεντινής δημοκρατίας. Τι πιο φυσικό από την επιδίωξη μιας μικρής ή μεγάλης πολιτείας να εξασφαλίσει τα συμφέροντά της όπως μπορεί, σε έναν εχθρικό κόσμο; Ειδικά όταν απευθύνεται προς τους ισχυρότερους, η κατηγορία για μακιαβελισμό δεν είναι παρά η κλάψα των αδύναμων και των ηττημένων – αυτοί συνήθως από δειλία ή ανάγκη αφήνονται στη μεγαλοψυχία των νικητών. Θα ήταν λοιπόν πιο φρόνιμο τα υποτιθέμενα θύματα του Μακιαβελισμού να γίνουν κυριολεκτικά πιο Μακιαβελικοί από τους θύτες τους, και γι΄αυτό το σκοπό νομιμοποιούνται ηθικά να χρησιμοποιήσουν όποιους τρόπους και μέσα επιλέξουν. Οι συμφωνίες και οι κάθε είδους δεσμεύσεις μεταξύ κρατών δεν είναι αιώνιες, ούτε πηγάζουν από κάποια υπερβατική έννοια του δικαίου, ενώ οι υποσχέσεις τηρούνται ή παραβλέπονται ανάλογα με τους συσχετισμούς ισχύος που διαμορφώνονται κάθε φορά:

«Δύο πράματα πρέπει να σημειώσουμε εδώ πέρα: το ένα πως με την οποιαδήποτε πράξη σου μπορεί να κερδίσεις δόξα, αφού, νικώντας την κερδίζεις έτσι κι αλλιώς και χάνοντας, πάλι, την κερδίζεις είτε δείχνοντας πως το χάσιμο δεν ήρθε από φταίξιμο δικό σου είτε κάνοντας αμέσως κάποιαν άλλη γενναία πράξη που θα σβήσει την πρώτη· το άλλο, πως δεν είναι ντροπή να μην κρατάς τις υποσχέσεις που σε βάλανε να τις δώσεις με τη βία: πάντα θα καταπατηθούνε όσες υποσχέσεις έχουνε να κάνουνε με το δημόσιο καλό και δοθήκανε με τη βία, αμέσως μόλις η βία τούτη λείψει, και όποιος τις καταπατάει καμιά ντροπή δε φορτώνεται. Χίλια τέτοια παραδείγματα διαβάζουμε στην ιστορία και κάθε μέρα βλέπουμε κι άλλα στην εποχή μας. Και όχι μονάχα οι ηγεμόνες δεν κρατάνε συναμεταξύ τους τις εκβιασμένες υποσχέσεις, όταν η βία λείψει, παρά ούτε και άλλη καμιά υπόσχεση κρατιέται, όταν πια λείψουνε οι λόγοι που σε κάμανε να την εδώσεις.»

Η επιδίωξη της ευτυχίας είναι από μόνη της ένα είδος δυστυχίας

Η ψυχολογία τα τελευταία χρόνια προειδοποιεί: όσο περισσότερο κανείς αγωνίζεται να είναι διαρκώς χαρούμενος, τόσο πιθανότερο είναι να βιώνει το αντίθετο.

Η ευτυχία, κατά τον Αριστοτέλη, είναι το ύψιστο αγαθό στο οποίο αποσκοπούν όλες οι ανθρώπινες πράξεις. Ορίζεται συχνά ως μια εσωτερική κατάσταση ευχαρίστησης, πληρότητας ή ικανοποίησης από τη ζωή. Άλλοτε ταυτίζεται με τη χαρά και άλλοτε με την απουσία πόνου. Στη σύγχρονη ψυχολογία, η ευτυχία συνδέεται με έννοιες όπως η υποκειμενική ευημερία, το νόημα στη ζωή και η συναισθηματική ισορροπία. Παρ’ όλα αυτά, η αναζήτησή της έχει εξελιχθεί σε ένα φορτισμένο κοινωνικό πρόταγμα, συχνά εμποτισμένο με εμπορικές προσδοκίες και τεχνητές αφηγήσεις.

Η ευτυχία προβάλλεται ως ο υπέρτατος στόχος. Διαφημίσεις, κοινωνικά μέσα και αυτοβοηθητικά βιβλία περιγράφουν μια ζωή όπου η χαρά είναι συνεχής και ο πόνος εξαφανισμένος. Όμως, η ίδια η επιδίωξη της ευτυχίας μπορεί να μετατραπεί σε πηγή δυσφορίας. Η ψυχολογία τα τελευταία χρόνια προειδοποιεί: όσο περισσότερο κανείς αγωνίζεται να είναι διαρκώς χαρούμενος, τόσο πιθανότερο είναι να βιώνει το αντίθετο.

Όταν η επιδίωξη γίνεται εμμονή

Η επιδίωξη της ευτυχίας μοιάζει με παράδοξο – όσο πιο επίμονα την κυνηγά κανείς, τόσο πιο μακριά του φαίνεται. Έρευνες δείχνουν πως όταν η ευτυχία αντιμετωπίζεται ως υποχρέωση ή καθήκον —π.χ. «οφείλω να είμαι ευτυχισμένος γιατί η ζωή μου είναι καλή»— τότε κάθε δυσφορία γίνεται ένδειξη αποτυχίας. Αυτό το φαινόμενο αναφέρεται συχνά ως «τυραννία της θετικότητας».

Η ψυχολόγος Iris Mauss υποστήριξε σε μελέτη του 2011 ότι οι άνθρωποι που αποδίδουν υπερβολική αξία στην ευτυχία, καταλήγουν να αισθάνονται λιγότερο ευτυχισμένοι. Ο λόγος; Δημιουργείται μια ανεκπλήρωτη εσωτερική πίεση, που αυξάνει τη διάψευση όταν η καθημερινή ζωή δεν ανταποκρίνεται στο προσδοκώμενο ιδανικό.

Για παράδειγμα, μια γυναίκα της οποίας η εξωτερική εικόνα ζωής —σταθερή εργασία, σχέσεις, καλή υγεία— φαίνεται ιδανική, ενδέχεται να βιώνει επίμονη απογοήτευση από τον εαυτό της. Σε συνθήκες θεραπευτικής διερεύνησης, μπορεί να αναδυθεί η πίεση που ασκεί στον εαυτό της να «είναι συνεχώς καλά», γεγονός που την εμποδίζει να αναγνωρίσει και να εκφράσει τη θλίψη της, όπως για παράδειγμα μετά από έναν αποτυχημένο αρραβώνα. Η εμμονή με την ευτυχία την απομακρύνει από τη δυνατότητα να πενθήσει, να επεξεργαστεί και τελικά να θεραπευτεί.

Η παθολογία της σύγκρισης

Η σύγχρονη κουλτούρα τροφοδοτεί την αίσθηση ότι η ευτυχία είναι μετρήσιμη και ορατή. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κυριαρχεί η αισιόδοξη απεικόνιση της ζωής: ταξίδια, σχέσεις, δημιουργικότητα, ισορροπία. Όταν κανείς συγκρίνει την καθημερινότητά του με τα επιλεγμένα στιγμιότυπα των άλλων, ενισχύεται η αίσθηση έλλειψης και ανεπάρκειας.

Ο ψυχολόγος Ethan Kross στο βιβλίο του “Chatter” εξηγεί πως ο εσωτερικός διάλογος γίνεται πιο επικριτικός όταν πυροδοτείται από σύγκριση με μη ρεαλιστικές προσδοκίες. Αντί για αυτοπαρηγορητικός, γίνεται αυστηρά αξιολογητικός. «Δεν είμαι αρκετά χαρούμενος, άρα κάτι πάει λάθος με εμένα».

Ας υποθέσουμε ότι ένας νέος άνδρας, ενώ είναι ικανοποιημένος από την εργασία του, παρακολουθεί συχνά τις διαδικτυακές επιτυχίες φίλων και γνωστών του. Οι συγκρίσεις μέσω επαγγελματικών πλατφορμών όπως το LinkedIn εντείνουν το αίσθημα ανεπάρκειας, παρά την αντικειμενική επάρκεια του βίου του. Αν αρχίσει να συγκρίνεται λιγότερο και να αξιολογεί τις προσωπικές του αξίες και προτεραιότητες, τότε μπορεί να ανακτήσει σταδιακά την αίσθηση προσωπικής πληρότητας.

Η αξία της συναισθηματικής πολυπλοκότητας

Η ανθρώπινη εμπειρία δεν είναι μονοδιάστατη. Συναισθήματα όπως θλίψη, αμφιβολία ή θυμός δεν είναι αποδείξεις αποτυχίας, αλλά συστατικά της ζωής. Η ψυχολόγος Susan David εισήγαγε τον όρο «συναισθηματική ευελιξία» για να περιγράψει την ικανότητα να αναγνωρίζει και να διαχειρίζεται κανείς το σύνολο των συναισθημάτων του, χωρίς να εγκλωβίζεται στη λογική του «πρέπει να είμαι πάντα καλά».

Η προσπάθεια καταστολής των λεγόμενων «αρνητικών» συναισθημάτων συνδέεται με αύξηση άγχους και μείωση της συναισθηματικής ανθεκτικότητας. Αντίθετα, η παραδοχή ότι η λύπη, η απογοήτευση ή η μοναξιά έχουν θέση στην ψυχική ζωή οδηγεί σε βαθύτερη ισορροπία.

Σε άλλο υποθετικό παράδειγμα, μια γυναίκα μέσης ηλικίας ενδέχεται να δέχεται κοινωνική πίεση να «ανακτήσει τη χαρά της» λίγο μετά την απώλεια ενός γονέα. Αν όμως της δοθεί ο χώρος να βιώσει το πένθος ως φυσική και ουσιώδη διαδικασία, τότε η συναισθηματική της αποκατάσταση γίνεται αυθεντική και η επιστροφή στη χαρά προκύπτει όχι ως κοινωνική υποχρέωση, αλλά ως αποτέλεσμα εσωτερικής διεργασίας.

Προς μια πιο ρεαλιστική ευτυχία

Η ευτυχία δεν είναι σταθερή κατάσταση, αλλά στιγμιαία εμπειρία που προκύπτει μέσα από νόημα, σύνδεση και αποδοχή. Όπως σημειώνει η Dr. Emily Esfahani Smith, η αναζήτηση νοήματος —και όχι μόνο η απόλαυση— προσφέρει βαθύτερη και μεγαλύτερης διάρκειας ικανοποίηση. Η φροντίδα για άλλους, η αίσθηση ότι κάποιος συμβάλλει, ακόμα και οι δυσκολίες που ξεπερνιούνται με κόπο, είναι πηγές ουσιαστικής ευτυχίας.

Η εναλλακτική δεν είναι η παραίτηση από τη χαρά, αλλά η ανακατεύθυνση του βλέμματος προς μια ζωή που χωρά και την εύθραυστη πλευρά του εαυτού. Εκεί βρίσκεται η αυθεντικότητα και η δυνατότητα μιας χαράς που δεν βασίζεται στην άρνηση της πραγματικότητας, αλλά στη συμφιλίωση με αυτή.

Απομακρυνόμενοι από την ιδέα μιας προκάτ ευτυχίας, προσεγγίζεται ένα νέο πλαίσιο, όπου η επιτυχία συνυπάρχει με την αμφιβολία και η χαρά δεν αναιρεί τον πόνο. Η αποδοχή των συναισθηματικών αντιφάσεων – ότι μπορεί κανείς να νιώθει ευγνωμοσύνη και ταυτόχρονα κούραση, ικανοποίηση αλλά και μοναξιά – αποτελεί δείκτη ωριμότητας και εσωτερικής αρμονίας.

Μια ιστορία ζεν

Κάποτε, ένας μαθητής ρώτησε τον δάσκαλό του: «Δάσκαλε, πώς μπορώ να βρω την ευτυχία;». Ο δάσκαλος απάντησε: «Άφησέ την να σε βρει». Ο μαθητής, απορημένος, συνέχισε: «Και πώς θα ξέρει πού να έρθει;». Ο δάσκαλος χαμογέλασε: «Όταν πάψεις να τρέχεις πίσω της και αρχίσεις να φροντίζεις το έδαφος όπου πατάς, τότε η ευτυχία θα σε αναζητήσει εκεί».

Η ιστορία αυτή συμπυκνώνει την ουσία του θέματος. Η επιδίωξη της ευτυχίας δεν είναι πρόβλημα όταν βασίζεται σε γείωση, νόημα και επίγνωση. Όταν όμως γίνεται εμμονική, γίνεται και πηγή πόνου.

Ίσως αξίζει να θυμηθούμε τα λόγια του James Hillman: «Όσο περισσότερο κυνηγάς τη χαρά, τόσο περισσότερο η χαρά σε αποφεύγει.»

Ο στωικισμός σήμερα

Οι καιροί αλλάζουν συνεχώς. Οικολογική κρίση, πόλεμοι, μεταναστευτικό, τεχνητή νοημοσύνη, πανδημίες είναι ζητήματα που αφορούν ολόκληρο τον πλανήτη. Ποια είναι, όμως, η θέση του σημερινού ανθρώπου μέσα στον κόσμο; Τι σημαίνει να χάνει κάποιος την «κανονικότητά» του και πώς μπορεί να κρατηθεί ήρεμος και ατάραχος; Ο Στωικισμός έχει τις απαντήσεις (σε αυτό οφείλεται άλλωστε και η αναβίωσή του τα τελευταία χρόνια) για όποιον μπορεί να ακολουθήσει τις συμβουλές του:

Πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για τα πάντα. Η ζωή δεν είναι γεμάτη εκπλήξεις, αλλά γεγονότα. «Πόσο αστείος και παράξενος όποιος εντυπωσιάζεται με τα συμβάντα της ζωής», αναρωτιέται ο Μάρκος Αυρήλιος στο ημερολόγιό του, Τα εις εαυτόν (12.13). Τα «συμβάντα της ζωής» είναι τα γεγονότα που συμβαίνουν στον κόσμο και τον αλλάζουν. Δεν υπάρχει «κανονικότητα». Η αλλαγή είναι η σταθερότητα. Δηλαδή, δεν ζούμε πρωτόγνωρες εποχές ποτέ, γιατί όλες οι εποχές είναι πρωτόγνωρες για όσους τις ζουν.

Τα γεγονότα συμβαίνουν ανεξάρτητα από εμάς (και την όποια άποψή μας γι’ αυτά), με άλλα λόγια, δεν είναι στον έλεγχό μας. «Τα εξωτερικά πράγματα δεν εξαρτώνται από μένα», γράφει ο Επίκτητος και συνεχίζει: «Η βούληση εξαρτάται από μένα. Πού θα αναζητήσω το καλό και το κακό; Μέσα μου, σ’ αυτά που είναι δικά μου». (Επίκτητος, Διατριβαί, 2.5. 1-5). Τα γεγονότα συμβαίνουν είτε το θέλουμε είτε όχι, και χρωματίζονται από τη δική μας άποψη. Αν βγάλουμε την ιδέα που έχουμε για αυτά, τότε όλα ξανά αποκτούν νόημα. Δεν μπορούμε να τα ελέγξουμε, ωστόσο, μπορούμε να ελέγξουμε την αντίδρασή μας σ’ αυτά.

Για τους Στωικούς, το μόνο που μπορούμε να ελέγξουμε είναι ο νους μας, ή το ηγεμονικόν. Αυτό, όμως, είναι και το πιο σημαντικό. Είναι ο τρόπος που αντικρίζουμε τα γεγονότα, δίνοντάς τους θετικό ή αρνητικό πρόσημο. Ο Επίκτητος συνοψίζει στο Εγχειρίδιον (1.1): «Από τα πράγματα άλλα είναι στην εξουσία μας και άλλα δεν είναι. Της εξουσίας μας είναι ο νους μας, η λογική μας που αποφαίνεται για το τι είναι καλό και τι κακό».

Τα πράγματα χωρίζονται σε καλά, κακά και αδιάφορα. Αγαθά είναι όσα σχετίζονται με την αρετή (η φρόνηση, η σωφροσύνη, η δικαιοσύνη, η ανδρεία) ενώ τα αντίθετά τους βλάπτουν τον άνθρωπο. Στα αδιάφορα (ζωή και θάνατος, δόξα και ασημότητα, πόνος και ηδονή, πλούτος και πενία, υγεία και νόσος) περιλαμβάνονται όσα δεν παίζουν ρόλο στην κατάκτηση της αρετής, δηλαδή της ευτυχίας, που είναι «η καλή ροή του βίου» για τον Ζήνωνα. Το παρόν αλλάζει συνεχώς, το μέλλον είναι αβέβαιο, αλλά οι καταστάσεις είναι αδιάφορες. Στόχος είναι το αγαθό, η καλοσύνη απέναντι στους συνανθρώπους.

Ο χρόνος στους Στωικούς είναι η ζωή. Όπως δεν σπαταλούμε τη ζωή μας, κατά τον ίδιο τρόπο δεν πρέπει να σπαταλούμε ούτε τον χρόνο μας. Ο χρόνος είναι πολύτιμος, γιατί η ζωή είναι πολύτιμη. Ο Σενέκας, στο Περί συντομίας της ζωής, εξηγεί ότι ψάχνουμε την ευτυχία σε λάθος κατεύθυνση: «Αλλά, όταν ξοδεύουμε αυτόν τον χρόνο αναζητώντας τη χλιδή και την απερίσκεπτη ξεγνοιασιά, όταν δεν αφιερώνουμε αυτόν τον χρόνο σε καλό σκοπό, αντιλαμβανόμαστε από την έσχατη ανάγκη ότι η ζωή πέρασε πριν το καταλάβουμε. Έτσι είναι: η ζωή που έχουμε δεν είναι σύντομη, την κάνουμε σύντομη».

Οι Στωικοί φιλόσοφοι έχουν επιβιώσει από ναυάγια και πολέμους, έχουν γνωρίσει δόξες και τιμές, και μπορούν να αντεπεξέλθουν επιτυχώς σε όλες τις καταστάσεις. Γιατί γνωρίζουν τι εξαρτάται από αυτούς και τι όχι: «Πώς χρησιμοποιεί τον εαυτό του το ηγεμονικόν; Εδώ είναι το παν. Όσο για τα υπόλοιπα, είτε εξαρτώνται από σένα είτε όχι είναι στάχτη και καπνός.» Μάρκος Αυρήλιος, Τα εις εαυτόν (12.33)

Όσο αλλάζει ο κόσμος, αλλάζει και ο άνθρωπος, που αποτελεί μέρος του. Όμως, μπορεί να ζήσει χωρίς ταραχή, χωρίς φόβο. Στωικά.

Αντέχω, άρα είμαι δυνατός

Αντέχω, άρα είμαι δυνατός (γιατί η αντοχή συχνά δεν είναι δύναμη αλλα εγκλωβισμός)

Η φράση «αντέχω, άρα είμαι δυνατός» ακούγεται γνώριμη και καθησυχαστική. Τη συναντάμε σε οικογενειακές αφηγήσεις, σε ιστορίες επιτυχίας, σε συμβουλές ζωής που περνούν από γενιά σε γενιά. Συχνά ειπώνεται με καλή πρόθεση. Λειτουργεί σαν εσωτερικό σύνθημα επιβίωσης, σαν μια σιωπηλή εντολή προς τον εαυτό: κράτα λίγο ακόμα.

Σε περιόδους κρίσης, αυτή η φράση μπορεί πράγματι να προσφέρει προσωρινή συνοχή. Να βοηθήσει κάποιον να μη διαλυθεί. Το πρόβλημα ξεκινά όταν μετατρέπεται σε τρόπο ζωής. Όταν από προσωρινό στήριγμα γίνεται μόνιμη ταυτότητα.

Ψυχοθεραπευτικά, η εξίσωση αντοχής και δύναμης δεν στέκει. Και σε πολλές περιπτώσεις κάνει περισσότερο κακό παρά καλό.

Η αντοχή από μόνη της δεν αποτελεί δείκτη ψυχικής υγείας ή ωριμότητας. Μπορεί να αποτελεί ένδειξη προσαρμογής σε δυσλειτουργικές συνθήκες, ένδειξη φόβου, απουσίας επιλογών ή βαθιάς πιστότητας σε ρόλους που δεν επιλέχθηκαν ποτέ συνειδητά.

Η συστημική ψυχοθεραπεία, σε γόνιμο διάλογο με την αρχαία φιλοσοφία, μας καλεί να μετακινήσουμε το ερώτημα. Όχι πόσο αντέχω, αλλά πώς αντέχω, γιατί αντέχω και, ίσως το πιο δύσκολο, για ποιον.

Η αντοχή ως ρόλος μέσα στο σύστημα

Στη συστημική οπτική, το άτομο δεν νοείται αποκομμένο από τα συστήματα στα οποία ανήκει. Ο άνθρωπος διαμορφώνεται μέσα σε σχέσεις: οικογένεια, ζευγάρι, εργασία, κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο. Μέσα σε αυτά τα συστήματα, η αντοχή συχνά δεν αποτελεί ελεύθερη επιλογή, μετατρέπεται σε ρόλο. 
  • Το παιδί που «δεν δημιουργεί προβλήματα».
  • Ο έφηβος που «ωριμάζει γρήγορα».
  • Ο σύντροφος που «κρατά την ισορροπία».
  • Το μέλος της οικογένειας που «τα σηκώνει όλα».
Πρόκειται για μια σιωπηλή συμφωνία, συχνά ασυνείδητη: αν εγώ αντέχω, το σύστημα δεν διαλύεται. Αν εγώ σωπάσω, οι άλλοι δεν θα χρειαστεί να αλλάξουν. Αν εγώ κρατηθώ, οι ισορροπίες θα παραμείνουν.

Το τίμημα, όμως, είναι υψηλό. Το άτομο μαθαίνει να αγνοεί τα όριά του, να αμφισβητεί τα συναισθήματά του, να θεωρεί τις ανάγκες του υπερβολικές. Σταδιακά συνδέει την αξία του με τη χρησιμότητά του. Υπάρχει όσο αντέχει. Αξίζει όσο κρατά.

Σε αυτό το πλαίσιο, η αντοχή δεν είναι δύναμη. Είναι προσαρμογή σε ένα σύστημα που δεν αφήνει χώρο για αυθεντική έκφραση και διαφοροποίηση. Και κάθε προσαρμογή που γίνεται εις βάρος του εαυτού, αργά ή γρήγορα, πληρώνεται.

Η παρεξήγηση της «ηρωικής» αντοχής

Η σύγχρονη κουλτούρα εξιδανικεύει την αντοχή. Τη ντύνει με ηρωισμό, την παρουσιάζει ως απόδειξη χαρακτήρα. Συχνά επικαλείται μια απλουστευμένη εκδοχή της στωικής φιλοσοφίας: σφίξε τα δόντια και προχώρα. Όμως αυτή η ανάγνωση παραποιεί τον πυρήνα της στωικής σκέψης.

Για τον Επίκτητο, η δύναμη δεν βρίσκεται στο να υπομένεις τα πάντα. Βρίσκεται στη διάκριση ανάμεσα σε όσα εξαρτώνται από εμάς και όσα όχι. Η αποδοχή δεν είναι παραίτηση. Είναι επίγνωση. Και η επίγνωση απαιτεί επαφή με τον εαυτό, όχι αποσύνδεση από αυτόν.

Όταν η αντοχή γίνεται αυτοσκοπός, αυτή η διάκριση χάνεται. Το άτομο συνεχίζει να αντέχει καταστάσεις που το φθείρουν, σχέσεις, εργασιακά περιβάλλοντα, οικογενειακές δυναμικές, πιστεύοντας ότι έτσι αποδεικνύει τη δύναμή του. Στην πραγματικότητα, εγκλωβίζεται σε έναν φαύλο κύκλο: όσο αντέχει, τόσο λιγότερο αλλάζει το σύστημα· και όσο λιγότερο αλλάζει το σύστημα, τόσο περισσότερο χρειάζεται να αντέχει.

Η αντοχή ως ψευδαίσθηση ελέγχου: μια κοσμολογική υπενθύμιση

Ο Μάνος Δανέζης, μέσα από τη σκέψη του ως αστροφυσικός και στοχαστής, επανέρχεται συστηματικά σε μια ενοχλητική αλλά απελευθερωτική υπενθύμιση: ο άνθρωπος δεν είναι το κέντρο του σύμπαντος. Δεν είναι καν το μέτρο του. Είναι μέρος ενός κοσμικού γίγνεσθαι που δεν οργανώνεται γύρω από τις ανάγκες, τις αντοχές ή τις αφηγήσεις του.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ανθρώπινη εμμονή στην αντοχή αποκτά μια άλλη διάσταση.

Η ιδέα ότι «αν αντέξω αρκετά, θα δικαιωθώ» στηρίζεται στην ψευδαίσθηση ελέγχου. Στην πεποίθηση ότι το σύμπαν, ή έστω η ζωή, λειτουργεί με όρους ανταμοιβής. Ότι η υπομονή, ο πόνος, η θυσία οδηγούν νομοτελειακά σε νόημα.

Ο Δανέζης αποδομεί αυτή την ψευδαίσθηση με κοσμολογική ψυχραιμία: το σύμπαν δεν ενδιαφέρεται. Δεν επιβραβεύει. Δεν τιμωρεί. Απλώς εξελίσσεται. Και μέσα σε αυτή την εξέλιξη, ο άνθρωπος καλείται όχι να αντέξει τα πάντα, αλλά να νοηματοδοτήσει την εμπειρία του χωρίς αυταπάτες παντοδυναμίας.

Μεταφρασμένο ψυχοθεραπευτικά, αυτό σημαίνει κάτι βαθύτατα ανατρεπτικό: η αντοχή δεν είναι ηθικό μέγεθος. Δεν είναι απόδειξη αξίας. Είναι μια λειτουργία που είτε υπηρετεί τη ζωή είτε την καθηλώνει. Όταν η αντοχή χρησιμοποιείται για να διατηρηθούν σχέσεις, ρόλοι και συστήματα που έχουν πάψει να είναι βιώσιμα, τότε δεν μιλάμε για δύναμη, αλλά για φόβο απέναντι στην αβεβαιότητα.

Η σκέψη του Δανέζη μας φέρνει αντιμέτωπους με μια δύσκολη αλήθεια: η ζωή δεν μας χρωστά εξηγήσεις. Το νόημα δεν προκύπτει από το πόσο υπομένουμε, αλλά από το πώς τοποθετούμαστε απέναντι στο χάος, την απώλεια και την περατότητα.

Και ίσως εκεί ακριβώς να βρίσκεται η βαθύτερη σύνδεση με τη συστημική ψυχοθεραπεία. Γιατί όταν ο άνθρωπος παύει να αντέχει από φόβο μήπως «καταρρεύσει το σύμπαν», τότε μπορεί για πρώτη φορά να επιλέξει συνειδητά τη θέση του μέσα σε αυτό. Όχι ως ήρωας. Αλλά ως ον που γνωρίζει τα όριά του και γι’ αυτό μπορεί να ζήσει με περισσότερη ελευθερία.

Η αρετή δεν είναι αναισθησία

Στην αριστοτελική σκέψη, η αρετή συνδέεται με το μέτρο. Ούτε υπερβολή, ούτε έλλειψη. Το θάρρος, για παράδειγμα, δεν είναι η απουσία φόβου, αλλά η ικανότητα να τον αναγνωρίζεις και να πράττεις με κρίση. Η σοφία δεν είναι η καταστολή του συναισθήματος, αλλά η ένταξή του στη σκέψη.

Μεταφέροντας αυτή τη φιλοσοφική θέση στην ψυχοθεραπευτική πράξη, η δύναμη δεν βρίσκεται στο να μη «λυγίζεις» ποτέ. Βρίσκεται στο να γνωρίζεις πότε χρειάζεται να σταματήσεις. Πότε χρειάζεται να ζητήσεις βοήθεια. Πότε χρειάζεται να επαναδιαπραγματευτείς τα όριά σου.

-Η αναισθησία δεν είναι αρετή.
-Η αποκοπή από το συναίσθημα δεν είναι ωριμότητα.
-Συχνά είναι άμυνα.

Και κάθε άμυνα που λειτουργεί για χρόνια χωρίς επίγνωση, μετατρέπεται από προστασία σε φυλακή.

Συστημική δύναμη σημαίνει μετακίνηση

Η συστημική ψυχοθεραπεία αντιλαμβάνεται την αλλαγή όχι ως ατομικό κατόρθωμα, αλλά ως μετακίνηση μέσα στο σύστημα. Όταν ένα άτομο παύει να αντέχει μηχανικά και αρχίζει να διαφοροποιείται, να μιλά, να θέτει όρια, να αλλάζει θέση, το σύστημα αναγκαστικά αναταράσσεται.

Αυτή η ανατάραξη συχνά βιώνεται ως απειλή. Γι’ αυτό και η αλλαγή παρερμηνεύεται: «άλλαξες», «δεν είσαι όπως πριν», «δεν αντέχεις πια». Στην πραγματικότητα, αυτό που συμβαίνει δεν είναι αδυναμία. Είναι μετακίνηση ισχύος.

Γιατί η πραγματική δυσκολία δεν είναι να αντέχεις τον πόνο. Είναι να αντέχεις την απογοήτευση των προσδοκιών των άλλων. Να αντέχεις ότι το σύστημα δεν σε χρειάζεται πια στον παλιό σου ρόλο.

Από το «αντέχω» στο «επιλέγω»

Ίσως το πιο κρίσιμο ψυχοθεραπευτικό πέρασμα είναι αυτό: από το αντέχω στο επιλέγω. 
  • Επιλέγω αυτή τη σχέση;
  • Επιλέγω αυτόν τον ρόλο;
  • Επιλέγω να συνεχίσω έτσι;
Όταν υπάρχει επιλογή, η αντοχή μετατρέπεται σε συνειδητή στάση. Όταν δεν υπάρχει, γίνεται βάρος. Και κάθε βάρος που δεν μπορεί να εκφραστεί, επιστρέφει ως σύμπτωμα: στο σώμα, στη διάθεση, στις σχέσεις.

Η ψυχοθεραπεία δεν στοχεύει να κάνει τον άνθρωπο πιο ανθεκτικό στον πόνο. Στοχεύει να τον κάνει πιο ελεύθερο απέναντί του. Πιο ικανό να τον νοηματοδοτεί και να τον μετασχηματίζει.

Επίλογος

Το «αντέχω, άρα είμαι δυνατός» μπορεί να λειτουργήσει ως προσωρινό σύνθημα επιβίωσης. Δεν μπορεί όμως να αποτελέσει πυξίδα ζωής. Ούτε ψυχοθεραπευτικά, ούτε φιλοσοφικά.

Η δύναμη δεν μετριέται με το πόσο σφίγγουμε τα δόντια. Μετριέται με το πόσο μπορούμε να είμαστε σε επαφή με τον εαυτό μας, μέσα στα συστήματα που μας διαμορφώνουν, και να αλλάζουμε θέση όταν αυτή η επαφή χάνεται.

Και αυτό, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, συχνά προϋποθέτει να σταματήσουμε να αντέχουμε.

Φαινόμενο Mpemba: Το θερμό νερό παγώνει πιο γρήγορα από το κρύο;

Το θερμό νερό μπορεί στην πραγματικότητα να παγώσει γρηγορότερα από το κρύο νερό για ένα ευρύ φάσμα πειραματικών συνθηκών. Αυτό το φαινόμενο είναι εξαιρετικά αντίθετο με την διαίσθηση, και προκαλεί έκπληξη ακόμη και στους περισσότερους επιστήμονες, αλλά είναι στην πραγματικότητα αληθινό. Έχει παρουσιαστεί και έχει μελετηθεί σε πολυάριθμα πειράματα. Ενώ αυτό το φαινόμενο ήταν γνωστό για αιώνες και περιγράφηκε από τον Αριστοτέλη, τον Bacon, και Descartes (Καρτέσιο), αυτό δεν εισήχθη στην σύγχρονη επιστημονική κοινότητα έως το 1969, παρά από ένα μαθητή του Λυκείου, τον Mpemba από την Τανζανία.

Και η πρόωρη επιστημονική ιστορία αυτού του φαινομένου αλλά και η ιστορία που ξανα-ανακαλύφθηκε από τον Mpemba, είναι ενδιαφέρουσες από την δικιά τους σκοπιά — η ιστορία του Mpemba μερικώς μας παρέχει μια δραματική παραβολή εναντίον της παραγωγής βιαστικών κρίσεων για κάτι που μας φαίνεται αδύνατο. Αυτή η ιστορία περιγράφεται ξεχωριστά κατωτέρω.

Το φαινόμενο ότι το θερμό νερό μπορεί να παγώσει γρηγορότερα από κρύο καλείται συχνά φαινόμενο Mpemba. Επειδή, χωρίς αμφιβολία, οι περισσότεροι από μας είναι εξαιρετικά δύσπιστοι σε αυτό το σημείο, πρέπει να αρχίσουμε δηλώνοντας ακριβώς τι εννοούμε με το φαινόμενο Mpemba.

Αρχίζουμε με δύο δοχεία νερό, τα οποία είναι ίδια της ίδιας μορφής, και που συγκρατούν τα ίδια ποσά νερού. Η μόνη διαφορά μεταξύ των δύο είναι ότι το νερό στο ένα είναι σε μια υψηλότερη (ομοιόμορφη) θερμοκρασία από το νερό στο άλλο δοχείο. Εν συνεχεία ψύχουμε και τα δύο δοχεία, χρησιμοποιώντας την ίδια ακριβή διαδικασία ψύξης για κάθε δοχείο. Κάτω από ορισμένες συνθήκες το αρχικά θερμότερο νερό θα παγώσει πρώτα. Εάν αυτό το φαινόμενο εμφανιστεί, έχουμε δει το φαινόμενο Mpemba. Φυσικά, το αρχικά θερμότερο νερό δεν θα παγώσει για όλες τις αρχικές συνθήκες πριν από το αρχικά πιό ψυχρό νερό.

Εάν το θερμό νερό αρχίσει στους 99,9 βαθμούς Κελσίου, και το ψυχρό νερό στους 0,01 βαθμούς Κελσίου, τότε σαφώς κάτω από αυτές τις συνθήκες, το αρχικά ψυχρότερο νερό θα παγώσει πρώτα. Αλλά δεν θα δείτε το φαινόμενο Mpemba για οποιεσδήποτε αρχικές θερμοκρασίες, μορφές δοχείων, και συνθήκες ψύξης. Αυτό φαίνεται αδύνατο, έτσι δεν είναι; Πολλοί σκεπτικοί αναγνώστες μπορεί να έχουν βρει ήδη μια κοινή απόδειξη ότι το φαινόμενο Mpemba είναι αδύνατο.

Η απόδειξη συνήθως ταιριάζει με το παρακάτω σκεπτικό. Πείτε ότι το αρχικά πιό δροσερό νερό αρχίζει στους 30 βαθμούς Κελσίου και παγώνει μέσα σε 10 λεπτά, ενώ το αρχικά θερμότερο νερό αρχίζει στους 70 βαθμούς Κελσίου. Τώρα το αρχικά θερμότερο νερό πρέπει να δαπανήσει κάποιο χρονικό διάστημα για να φτάσει έως τους 30 βαθμούς Κελσίου, και μετά από αυτόν τον χρόνο, θα του πάρει άλλα 10 λεπτά για να παγώσει έως τους 0 βαθμούς. Έτσι φαίνεται ότι το αρχικά θερμότερο νερό πρέπει να ξοδέψει περισσότερο χρόνο για να φτάσει στην ίδια κατάσταση με το ψυχρότερο, σωστά; Τι μπορεί όμως να είναι λάθος με αυτήν την απόδειξη;

Αυτό που πάει λάθος σε αυτήν την απόδειξη είναι ότι σιωπηρά υποθέτουμε ότι το νερό χαρακτηρίζεται απλά από έναν μοναδικό αριθμό — τη μέση θερμοκρασία του. Αλλά εάν άλλοι παράγοντες εκτός από τη μέση θερμοκρασία του είναι σημαντικοί, κατόπιν όταν ψυχθεί το αρχικά θερμότερο νερό σε μια μέση θερμοκρασία 30 βαθμούς Κελσίου ομοιόμορφα, μπορεί αυτό να εμφανίζεται πολύ διαφορετικό από το αρχικά πιό δροσερό νερό (σε 30 βαθμούς Κελσίου). Γιατί όμως; Επειδή το νερό μπορεί να είχε αλλάξει όταν ψύχθηκε από τους 70 βαθμούς Κελσίου σε μέση θερμοκρασία 30 βαθμών Κελσίου.

Η απόδειξη

Δύο φυσικοί από το πολυτεχνείο Nanyang της Σιγκαπούρης ωστόσο, θεωρούν πως έφτασαν σε μια ολοκληρωμένη εξήγηση του φαινομένου, η οποία λαμβάνει υπόψη τις ιδιαίτερες αλληλεπιδράσεις μεταξύ των μορίων του νερού.

Κάθε μόριο νερού δεσμεύεται με τα γειτονικά του με έναν ηλεκτρομαγνητικό δεσμό που ονομάζεται δεσμός υδρογόνου. Αυτός είναι μάλιστα που ευθύνεται και για την μεγάλη επιφανειακή τάση που εμφανίζει το νερό, αλλά και για την υψηλή θερμοκρασία βρασμού που έχει το νερό συγκριτικά με άλλα υγρά.

Οι Dr. Sun Changqing και Dr. Xi Zhang προχώρησαν ένα βήμα παραπέρα, θεωρώντας πως οι δεσμοί υδρογόνου ρυθμίζουν και τον τρόπο με τον οποίο το νερό αποθηκεύει και απελευθερώνει ενέργεια. Σύμφωνα με αυτούς, ο ρυθμός της μεταβολής της ενέργειας στα μόρια νερού εξαρτάται από την αρχική κατάσταση του.

Συγκεκριμένα όταν το νερό ζεσταίνεται, οι δεσμοί υδρογόνου αλληλεπιδρούν με τους ομοιοπολικούς δεσμούς που συμμετέχουν επίσης στα μόρια νερού, κάνοντάς τους τελευταίους να μικρύνουν, αποθηκεύοντας ενέργεια κατά τη θέρμανσή τους. Αυτή η σύμπτυξη κατά τη θέρμανση, οδηγεί στην απελευθέρωση ενέργειας με εκθετικά μεγαλύτερο ρυθμό κατά τη διάρκεια της ψύξης, σε σχέση με το ψυχρότερο νερό στο οποίο οι ομοιοπολικοί δεσμοί δεν είναι συμπιεσμένοι. Με αυτό υπόψη κατάφεραν να υπολογίσουν πως το θερμό νερό παγώνει όντως υπό περιστάσεις πιο γρήγορα μέσα σε ένα καταψύκτη από ότι το ψυχρότερο νερό, καθώς το θερμό νερό μεταφέρει την ενέργεια του εκθετικά γρηγορότερα.

Θα μπορούσε ίσως να έχει λιγότερη μάζα, λιγότερο διαλυμένο αέριο, ή ρεύματα μεταφοράς που παράγουν μια ανομοιόμορφη κατανομή θερμοκρασίας. Ή θα μπορούσε να έχει αλλάξει το περιβάλλον γύρω από το δοχείο στο ψυγείο. Και οι τέσσερις αυτές αλλαγές είναι πιθανά σημαντικές, και κάθε μια αλλαγή θα εξεταστεί χωριστά παρακάτω. Έτσι η αδύνατη απόδειξη που φαινόταν πιό πάνω δεν υπάρχει. Και στην πραγματικότητα το φαινόμενο Mpemba έχει παρατηρηθεί σε διάφορα ελεγχόμενα πειράματα.

Γιατί όμως η σύγχρονη επιστήμη δεν έχει απαντήσει σε αυτήν την φαινομενικά απλή ερώτηση για το νερό που ψύχεται; Το κύριο πρόβλημα για αυτό είναι ότι ο χρόνος που χρειάζεται το νερό για να παγώσει είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος σε διάφορες λεπτομέρειες πάνω στο πειραματικό σύνολο, όπως είναι η μορφή και το μέγεθος του δοχείου, η μορφή και το μέγεθος της μονάδας ψύξης, τα αέρια που είναι διαλυμένα σε αυτό και η περιεκτικότητα του νερού σε ακαθαρσίες, πώς καθορίζεται ο χρόνος της ψύξης, και άλλα πολλά. Λόγω λοιπόν αυτής της ευαισθησίας, ενώ τα πειράματα γενικά έχουν συμφωνήσει ότι πράγματι υπάρχει το φαινόμενο Mpemba, οι φυσικοί διαφωνούν πάνω στους όρους κάτω από τους οποίους εμφανίζεται, και γιατί εμφανίζεται έτσι. Όπως έγραψε ένας Φυσικός”Υπάρχει τέτοιος πλούτος πειραματικής παραλλαγής στο πρόβλημα έτσι ώστε οποιοδήποτε εργαστήριο που αναλαμβάνει τέτοιες έρευνες, είναι εγγυημένο πως θα παρουσιάζει διαφορετικά αποτελέσματα από όλους τους άλλους.

Έτσι με τον περιορισμένο αριθμό πειραμάτων που γίνονται, συχνά κάτω από πολύ διαφορετικούς όρους, κανένας από τους προτεινόμενους μηχανισμούς δεν μπορεί να πιστοποιηθεί με βεβαιότητα ως “ο κύριος μηχανισμός”.

H κακία αποκλείει την ευτυχία

Η σύνδεση ανάμεσα στην ευτυχία και στην ηθική φαίνεται ξεκάθαρη, αν και είναι σαφές ότι το να είσαι ευτυχής σημαίνει περισσότερα από το να είσαι απλώς ηθικός.

Δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι ένα άτομο που δεν λέει ποτέ ψέματα, δεν εξαπατά και δεν κλέβει, έχει κάποια εγγύηση ότι θα είναι περισσότερο ευτυχισμένο από ένα άτομο που διαπράττει αυτά τα αμαρτήματα χωρίς ενδοιασμούς. Όλοι γνωρίζουμε ότι ένα καλό και συμπονετικό άτομο μπορεί να είναι εξαιρετικά άτυχο, ενώ πολλά κτήνη φαίνεται να έχουν πιάσει την τύχη από τα κέρατα. Τα παιδιά που γεννιούνται χωρίς ένα λειτουργικό αντίγραφο του γονιδίου, που παράγει το ένζυμο υποξανθίνη -γουανίνη φωσφοριβοσυλτρανσφεράση, θα υποφέρουν από ένα σύνολο παθήσεων και αδυναμιών που είναι γνωστά ως σύνδρομο Λες-Νίχαν. Θα αυτοακρωτηριάζονται επίσης ανεξέλεγκτα, πιθανώς ως αποτέλεσμα της συσσώρευσης ουρικού οξέος στον οργανισμό τους. Αν αφεθούν ελεύθερα, αυτά τα παιδιά δαγκώνουν τα χείλη τους και τα δάκτυλά τους, και φθάνουν ακόμη στο σημείο να μπήγουν αιχμηρά αντικείμενα στα μάτια τους. Είναι δύσκολο να δει κανείς το πώς η εκπαίδευση στην ηθική θα συνεισφέρει πρακτικά στην ευτυχία τους. Αυτό που χρειάζονται αυτά τα παιδιά δεν είναι καλύτερη ηθική εκπαίδευση, ή περισσότερη αγάπη από τους γονείς. Χρειάζονται υποξανθίνη φωσφοριβοσυλτρανσφεράση.

Χωρίς να αμφισβητούμε ότι η ευτυχία έχει πολλές προϋποθέσεις -καλά γονίδια, ένα νευρικό σύστημα που δεν δυσλειτουργεί τελείως κλπ, μπορούμε να υποθέσουμε ότι, όποιο και αν είναι το επίπεδο της ευτυχίας ενός ατόμου, η κατάστασή του θα βελτιωθεί γενικώς αν αποκτήσει περισσότερη αγάπη και δείξει μεγαλύτερη συμπόνια, επομένως γίνει πιο ηθικό. Αυτός είναι ένας αυστηρά εμπειρικός ισχυρισμός -ένας ισχυρισμός που έχει δοκιμασθεί επί χιλιετηρίδες, από στοχαστές σε διάφορες πνευματικές παραδόσεις, και ιδιαιτέρως στο πλαίσιο του Βουδισμού.

Θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε κατά πόσον η ανεξέλεγκτη αύξηση της αγάπης και της συμπόνιας θα μπορούσε να μειώσει την αίσθηση της προσωπικής ευτυχίας κάποιου, μια και τα βάσανα των άλλων γίνονται όλο και περισσότερο δικά του. Μόνο άτομα που έχουν καλλιεργήσει αυτήν την πνευματική κατάσταση σε ακραίο βαθμό θα είναι εις θέσιν να αποφανθούν επάνω σε αυτό το ερώτημα, αλλά σε γενικό επίπεδο, φαίνεται να μην υπάρχει αμφιβολία ότι η αγάπη και η συμπόνια είναι θετικές, χάρη στο ότι μας συνδέουν βαθύτερα με τους άλλους.

Με δεδομένη αυτήν την κατάσταση, μπορούμε να δούμε ότι κάποιος θα μπορούσε να επιθυμεί να έχει περισσότερη αγάπη και συμπόνια για καθαρά εγωιστικούς λόγους. Αυτό είναι, φυσικά, ένα κάποιο παράδοξο, επειδή αυτά τα χαρακτηριστικά υπονομεύουν εξ ορισμού την εγωιστική συμπεριφορά. Επίσης εμπνέουν συμπεριφορές που τείνουν να συμβάλλουν στην ευτυχία άλλων ανθρώπινων υπάρξεων. Οι εν λόγω ψυχικές καταστάσεις δεν δίνουν μόνο μία καλή αίσθηση αλλά ωθούν σε κοινωνικές σχέσεις που κάνουν τον άνθρωπο να αισθάνεται καλά με τους άλλους, ενώ οδηγεί άλλους στο να αισθάνονται καλά με τον εαυτό τους.

Το μίσος, ο φθόνος, το πείσμα, η απέχθεια, η ντροπή -αυτές δεν είναι πηγές ευτυχίας, στο προσωπικό ή στο κοινωνικό επίπεδο. Η αγάπη και η συμπόνια είναι τέτοιες πηγές. Όπως τόσα άλλα που γνωρίζουμε σε σχέση με τον εαυτό μας, ισχυρισμοί αυτού του είδους δεν χρειάζεται να επιβεβαιωθούν από κάποια λεπτομερή μελέτη. Μπορούμε εύκολα να φαντασθούμε κάποια εξελικτικά αίτια για τους λόγους που τα θετικά κοινωνικά συναισθήματα μας κάνουν να αισθανόμαστε καλά, ενώ τα αρνητικά δεν το κάνουν, αλλά αυτό θα ήταν εκτός θέματος.

Το ζήτημα είναι ότι η διάθεση να λάβεις υπ’ όψιν την ευτυχία του άλλου -για να είσαι ηθικός- φαίνεται να αποτελεί έναν λογικό τρόπο για να αυξήσει κανείς τη δική του ευτυχία. Η συνάρτηση εδώ γίνεται όλο και περισσότερο σημαντική, όσο ανώτερη γίνεται η ευτυχία ενός ατόμου. Η σύνδεση ανάμεσα στην πνευματικότητα -την καλλιέργεια της ευτυχίας με άμεσο τρόπο, μέσω συγκεκριμένων εκλεπτύνσεων της προσοχής μας- και στην ηθική είναι επαρκώς τεκμηριωμένη. Ορισμένες στάσεις και συμπεριφορές φαίνεται να οδηγούν στη στοχαστική ενόραση, ενώ άλλες δεν το κάνουν. Αυτή δεν είναι μία πρόταση, την οποία χρειάζεται κανείς απλώς να πιστέψει. Είναι, μάλλον, μία υπόθεση που απαιτείται να δοκιμασθεί στο εργαστήριο της ζωής ενός ανθρώπου.

Φοβάμαι ότι δεν θα αγαπηθώ όπως είμαι

Υπάρχει πάντα ένα δεύτερο επίπεδο μέσα μας. Κάτω από όσα λέμε, κάτω από τις σωστές απαντήσεις και τις κοινωνικά αποδεκτές αντιδράσεις. Εκεί ζουν σκέψεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Τις κρατήσαμε μέσα μας από φόβο, από ντροπή, από ανάγκη να ανήκουμε. Κι έτσι μάθαμε να σωπαίνουμε.

1. «Δεν είμαι αρκετός/ή»

Αυτός ο ψίθυρος υπάρχει σε πολλούς ανθρώπους, ακόμα και στους πιο λειτουργικούς ή επιτυχημένους. Πίσω του κρύβεται το λεγόμενο “σύνδρομο του απατεώνα” (impostor syndrome), μια εσωτερική πεποίθηση ότι η αξία μας είναι εύθραυστη, τυχαία ή μη πραγματική. Δεν το λέμε γιατί αν το παραδεχτούμε, φοβόμαστε πως οι άλλοι θα δουν αυτό που προσπαθούμε να κρύψουμε — την ανασφάλεια. Και συχνά, δεν ξέρουμε ούτε εμείς από πού ξεκινά. Ζούμε μια ζωή προσπαθώντας να αποδείξουμε ότι αξίζουμε, ακόμα κι όταν δεν χρειάζεται. Το πρόβλημα δεν είναι η αμφιβολία, αλλά το ότι την κρατάμε για πάντα κρυφή.

2. «Ζηλεύω»

Η ζήλια είναι ένα από τα πιο φυσικά συναισθήματα, αλλά και από τα πιο στιγματισμένα. Όταν ζηλεύουμε, κάτι μέσα μας λέει: «Αυτό το θέλω κι εγώ». Αντί να το εκφράσουμε, όμως, νιώθουμε ντροπή. Έτσι η ζήλια μεταμφιέζεται σε ειρωνεία, σε αποστασιοποίηση, σε υποτίμηση του άλλου. Στην ψυχοδυναμική ορολογία, αυτό λέγεται “άρνηση της επιθυμίας” — όταν δεν αντέχουμε αυτό που μας λείπει, το ακυρώνουμε. Η ζήλια, αν αναγνωριστεί, μπορεί να γίνει πηγή κατανόησης του εαυτού. Αλλά όσο παραμένει κρυφή, γίνεται τοξική και για εμάς και για τους άλλους.

3. «Παριστάνω ότι νοιάζομαι»

Συχνά παγιδευόμαστε σε σχέσεις, υποχρεώσεις ή ρόλους όπου η συναισθηματική εμπλοκή γίνεται προσποίηση. Κρατάμε προσχήματα, λέμε τα “σωστά”, κάνουμε τα αναμενόμενα, αλλά μέσα μας νιώθουμε απόσταση. Το να το παραδεχτεί κανείς αυτό, ισοδυναμεί με εσωτερική ρήξη. Κι όμως, είναι συχνό σύμπτωμα συναισθηματικής εξάντλησης (emotional burnout). Η συναισθηματική αυθεντικότητα απαιτεί εσωτερικό χώρο και αλήθεια. Χωρίς αυτά, καταλήγουμε να δίνουμε από άδειο ποτήρι, μόνο από συνήθεια.

4. «Χρειάζομαι μια αγκαλιά»

Η σωματική και συναισθηματική εγγύτητα είναι βασικές ανθρώπινες ανάγκες. Από την παιδική ηλικία όμως, μαθαίνουμε να τις καταστέλλουμε για να μην φαινόμαστε “αδύναμοι” ή “εξαρτώμενοι”. Έτσι, αντί να ζητήσουμε μια απλή κίνηση φροντίδας, αποσυρόμαστε. Η ανάγκη παραμένει, αλλά πνίγεται. Στη βάση της υπάρχει ο φόβος απόρριψης: «Κι αν ζητήσω και δεν μου δοθεί;». Ορισμένες φορές, αυτό το ανείπωτο αίτημα για επαφή γίνεται θυμός, απογοήτευση ή απομάκρυνση, ενώ στην ουσία είναι ένα σιωπηλό «μείνε».

5. «Βαριέμαι τη ζωή μου»

Η πλήξη, η εσωτερική κόπωση, η αίσθηση στασιμότητας – όλα αυτά συχνά σιωπούνται, γιατί έρχονται σε αντίθεση με την προσδοκία ευγνωμοσύνης. Αν έχεις δουλειά, σπίτι, οικογένεια, γιατί να νιώθεις άδειος; Όμως, το νόημα δεν εξαντλείται στις εξωτερικές συνθήκες. Η υπαρξιακή ανία δεν είναι αγνωμοσύνη· είναι ένδειξη αποσύνδεσης από αυτό που μας τρέφει εσωτερικά. Είναι το κενό ανάμεσα στο «πρέπει» και στο «θέλω». Όταν αυτό το κενό διαρκεί πολύ, αρχίζει να μοιάζει με κατάθλιψη.

6. «Δεν σε συγχώρησα ποτέ»

Η συγχώρεση παρουσιάζεται συχνά ως καθήκον. Μαθαίνουμε να λέμε ότι “πέρασε κι αυτό”, ενώ το έχουμε απλώς θάψει. Φοβόμαστε ότι η αλήθεια θα ανατρέψει ισορροπίες ή θα μας ξαναβάλει σε πόνο. Όμως το τραύμα δεν εξαφανίζεται με σιωπή. Η ψυχή θυμάται κι αυτά που δεν ειπώθηκαν. Και κάποτε, αυτά επιστρέφουν. Η πραγματική συγχώρεση είναι να αναγνωρίσεις το τραύμα και να αποφασίσεις τι θα το κάνεις. Χωρίς αυτή τη διεργασία, η σιωπή γίνεται παγίδα.

7. «Θέλω να φύγω μακριά απ’ όλα»

Η ανάγκη διαφυγής συχνά είναι κραυγή για αλλαγή, για ελευθερία, για αέρα. Δεν το λέμε γιατί φοβόμαστε ότι θα φανεί εγωιστικό ή δραματικό. Και γιατί αν το πούμε, μπορεί να πρέπει να το κάνουμε. Η ψυχολογία μιλά εδώ για την ασυνείδητη σύγκρουση μεταξύ της ανάγκης για ασφάλεια και της ανάγκης για αυτονομία. Μερικές φορές, δεν θέλουμε να φύγουμε από τη ζωή μας· θέλουμε να φύγουμε από τον ρόλο που παίζουμε μέσα σε αυτήν.

8. «Φοβάμαι ότι δεν θα αγαπηθώ όπως είμαι»

Αυτή η σκέψη φωλιάζει πίσω από πολλές υπερπροσπάθειες. Ντύνεται με τελειομανία, υπερβολική προσαρμογή, υποχωρητικότητα. Δεν το λέμε γιατί το να μην αξίζεις αγάπη — ή να το φοβάσαι — είναι σχεδόν ανείπωτο. Δυστυχώς, πολλές από τις σχέσεις μας βασίζονται σε μια σιωπηλή διαπραγμάτευση: «Θα είμαι όπως με θες, αρκεί να μείνεις.» Το τίμημα είναι η διάβρωση της αυθεντικότητας. Και τελικά, δεν αγαπιέται ο αληθινός εαυτός, αλλά η εικόνα του.

9. «Δεν αντέχω άλλο να είμαι αυτός που περιμένουν»

Οι ρόλοι είναι ασφάλεια — αλλά και φυλακή. Όταν κάποιος μάθει να είναι το “καλό παιδί”, ο “δυνατός”, η “ήρεμη δύναμη”, δύσκολα αντέχει να εκτροχιαστεί. Κι όμως, μέσα του φωνάζει. Έχει ταυτιστεί με αυτόν τον ρόλο· είναι η ταυτότητά του. Η αλλαγή μοιάζει με απώλεια. Αλλά στην πραγματικότητα είναι η αρχή του εαυτού. Η ψυχή δεν αντέχει να παίζει ρόλο για πάντα. Κάποια στιγμή, χρειάζεται να μιλήσει με τη δική της φωνή.

10. «Θέλω να μείνω λίγο μόνος/η»

Η ανάγκη για χώρο παρεξηγείται. Ταυτίζεται με την απόρριψη, ενώ πρόκειται για ανάκτηση. Θέλουμε απόσταση για να ακούσουμε τη φωνή μας, αλλά φοβόμαστε πως οι άλλοι θα νομίσουν ότι απομακρυνόμαστε. Δεν το λέμε γιατί δεν έχουμε λέξεις για αυτό το ενδιάμεσο: αγάπη με όρια. Οικειότητα χωρίς κατάργηση του εαυτού. Όμως η ψυχολογική ωριμότητα επιτρέπει και το “μαζί” και το “μόνος”.

Δεν λέμε αυτά τα πράγματα ενώ τα σκεφτόμαστε, επειδή φοβόμαστε τις συνέπειες της αλήθειας. Δεν χρειάζεται όμως να πούμε τα πάντα σε όλους. Αλλά χρειάζεται κάποια στιγμή, να τολμήσουμε να τα πούμε κάπου. Όσα κρατήσαμε μέσα μας από φόβο, μπορεί να είναι ακριβώς αυτά που, αν ειπωθούν, θα μας φέρουν πιο κοντά στους άλλους και τελικά και στον εαυτό μας.

«Δεν λέμε την αλήθεια, γιατί μάθαμε ότι η αλήθεια δεν είναι πάντα ευπρόσδεκτη. Μόνο που έτσι χάσαμε τον εαυτό μας» — Rollo May

Όταν αφήνεις το ποτάμι να σε οδηγήσει, το τοπίο αλλάζει χωρίς κόπο

Η ζωή ρέει περιγράφοντας με χάρη την απόλυτη αδιαφορία της για τα σχέδια των ανθρώπων και τις προσδοκίες τους. Η ζωή δε λειτουργεί με ημερολόγια, με ρολόγια, με στόχους και σημειώσεις. Δεν υπακούει σε επιθυμίες. Δεν ρωτά ποτέ “είσαι έτοιμος;”. Απλώς έρχεται. Κι όταν έρχεται, γλιστρά σαν το νερό που βρίσκει τη ρωγμή, σαν τον αέρα που μπαίνει απ’ την πόρτα που έμεινε λίγο ανοιχτή. Κι όταν κάποιος παύει να πιέζει, τότε συμβαίνει το απίστευτο: η ζωή αρχίζει να ρέει ξανά.

Η αυταπάτη του ελέγχου κατασκευάζεται με υπομονή από μικρή ηλικία. Διδάσκεται στο σχολείο, καλλιεργείται στην οικογένεια, στερεώνεται στην κοινωνία. Το άτομο μεγαλώνει με την εντύπωση πως αν οργανώσει τα πάντα, αν σχεδιάσει κάθε λεπτομέρεια, αν αναλύσει τα ενδεχόμενα, τότε τα πράγματα θα συμβούν όπως πρέπει. Μα τίποτα δεν είναι πιο μακριά από την πραγματικότητα. Η ζωή δεν είναι στρατηγική επιχείρηση, αλλά ζωντανός οργανισμός που κινείται και αλλάζει χωρίς να υπακούει σε επιθυμίες.

Η παρατήρηση, αυτή η τόσο παρεξηγημένη δύναμη, μεταμορφώνει την εμπειρία. Όταν το βλέμμα ησυχάζει, όταν η σκέψη σταματά να ψάχνει αιτίες και εξηγήσεις, τότε όλα γίνονται καθαρά. Δεν υπάρχει πρόβλημα, υπάρχει φαινόμενο. Ο πόνος παύει να είναι προσωπική επίθεση κι αναγνωρίζεται ως ενέργεια που ζητά να κινηθεί. Ο φόβος από εχθρός, γίνεται συναγερμός που ζητά την προσοχή. Τίποτα δεν χρειάζεται λύση. Όλα χρειάζονται χώρο. Όπως το νερό βρίσκει διέξοδο όταν δεν εμποδίζεται, έτσι και το βίωμα γίνεται διαύγεια όταν δεν σχολιάζεται.

Η αποδοχή, μακριά από κάθε έννοια υποταγής, είναι επανάσταση. Το να βλέπεις αυτό που υπάρχει χωρίς να το κρίνεις, να το ονομάζεις ή να το τροποποιείς, αποτελεί την υψηλότερη μορφή ελευθερίας. Το σώμα πονάει, η καρδιά σφίγγεται, ο νους φλυαρεί – όλα καλά. Όλα είναι εντάξει όπως είναι. Τίποτα δεν χρειάζεται να διορθωθεί, διότι τίποτα δεν είναι λάθος. Η αποδοχή σημαίνει εναρμόνιση κι όχι παραίτηση. Όταν δεν παλεύεις με το κύμα, το κύμα σε μεταφέρει.

Η αγάπη χωρίς όρους και προϋποθέσεις, χωρίς συμβόλαια και αντάλλαγματα, είναι η μόνη μορφή αγάπης που δεν γίνεται φυλακή. Οι σχέσεις δεν καταρρέουν επειδή δεν υπάρχει αγάπη. Καταρρέουν επειδή η αγάπη συνοδεύεται από προσδοκία. Αν η αγάπη είναι ελεύθερη, τότε ο άλλος δεν είναι ποτέ υποχρεωμένος να επιστρέψει τίποτα. Κι εκεί γεννιέται κάτι αληθινό. Όταν το δόσιμο δεν ζητά ανταπόδοση, τότε ανθίζει το μυστήριο της ύπαρξης.

Η ροή είναι ζωντανή ευφυΐα. Δεν έχει στόχους, έχει κατεύθυνση. Δεν έχει πρόγραμμα, έχει αρμονία. Όταν το άτομο σταματά να κατασκευάζει το επόμενο βήμα, τότε τα βήματα εμφανίζονται μόνα τους. Μια πόρτα ανοίγει. Ένας άνθρωπος εμφανίζεται. Μια σύμπτωση οδηγεί σε απροσδόκητη συνάντηση. Το σύμπαν δεν λειτουργεί γραμμικά. Το σύμπαν είναι ποιητής κι όχι λογιστής. Γι’ αυτό, εκεί που υπήρχε αδιέξοδο, δημιουργείται δίοδος. Εκεί που βασίλευε η ανασφάλεια, ανατέλλει νόημα.

Η σχέση με το άγνωστο είναι σχέση ερωτική. Το άγνωστο ζητά εμπιστοσύνη κι όταν το άτομο παύει να απαιτεί βεβαιότητες, τότε αυτό αρχίζει να ψιθυρίζει. Χωρίς να αποκαλύπτεται, υπονοείται. Χωρίς να εξηγείται, βιώνεται και αυτό αρκεί. Ο δρόμος δεν χρειάζεται να είναι ορατός για να βαδιστεί. Αρκεί ένα βήμα. Το επόμενο αποκαλύπτεται μόνο του.

Η αναπνοή είναι η μυστική πύλη. Κάθε φορά που το σώμα σφίγγεται, κάθε φορά που η σκέψη επιταχύνει, υπάρχει ένας δρόμος επιστροφής. Η αναπνοή. Εισπνοή. Παύση. Εκπνοή. Παύση. Αυτός ο ρυθμός, ο απλός και απόλυτος, αποκαθιστά τη σύνδεση με το παρόν. Το παρόν είναι ο μόνος χρόνος όπου μπορεί να υπάρξει η ζωή. Το παρελθόν είναι μνήμη. Το μέλλον, προβολή. Η ζωή αναπνέει μόνο εδώ.

Η σοφία των ανατολικών παραδόσεων υπενθυμίζει απλότητες. Το παρόν είναι πάντα πρόσκληση για αρχή. Δεν υπάρχει «αργά». Δεν υπάρχει «πολύ νωρίς». Δεν υπάρχει «πρέπει πρώτα να…». Όταν σταματά η εσωτερική αφήγηση, αρχίζει η ροή. Κι εκεί, όλα είναι δυνατά. Δεν χρειάζεται να κατακτηθεί κάτι – απλά να μην εμποδίζεται.

Μια ιστορία Ζεν μιλά για έναν νέο μοναχό που ρώτησε τον δάσκαλό του: «Δάσκαλε, πώς μπορώ να αποκτήσω φώτιση;» Ο δάσκαλος τον κοίταξε με βλέμμα καθαρό και του απάντησε: «Έχεις τελειώσει το πρωινό σου;» Ο νέος απάντησε «ναι». «Τότε πήγαινε να πλύνεις το μπολ σου». Εκεί τελείωσε το μάθημα. Η φώτιση δεν είναι κάποια αφηρημένη ιδέα που αναμένει στα βάθη του μέλλοντος. Βρίσκεται στην απλότητα της πράξης, στη σιωπή του καθημερινού, στην καθαρότητα της πρόθεσης.

Η σοφία δεν φωνάζει. Χαμογελά. Δεν κηρύττει. Παρατηρεί. Δεν μεταδίδεται. Αναγνωρίζεται. Όταν το άτομο παύει να ψάχνει απεγνωσμένα για νόημα, τότε το νόημα εμφανίζεται πίσω από κάθε θρόισμα των φύλλων, πίσω από κάθε βλέμμα, κάθε αδιόρατη στιγμή. Κι η ελευθερία – χωρίς να χρειάζεται επαναστάσεις και συγκρούσεις – εμφανίζεται με την παύση της προσκόλλησης στο “πώς θα έπρεπε να είναι τα πράγματα”.

Η ζωή δεν είναι κάτι που πρέπει να διαχειριστεί κάποιος. Δεν είναι πρόβλημα που χρειάζεται λύση, ούτε έργο που απαιτεί οργάνωση. Είναι ρυθμός, είναι κίνηση, είναι αναπνοή. Κάθε φορά που το άτομο σταματά να εξαναγκάζει, ξεκινά να ζει. Όταν δεν παρεμβάλλονται σκέψεις, επιθυμίες, συγκρίσεις, τότε εμφανίζεται το θαύμα. Η ζωή ρέει. Το σώμα χαλαρώνει. Ο νους σιωπά. Η καρδιά απλώνεται. Και όλα παίρνουν τη θέση τους χωρίς καμία προσπάθεια.

Όταν επιτρέπεται στη ζωή να υπάρξει, εκείνη επιτρέπει στο άτομο να υπάρξει μέσα της. Αυτό είναι το δώρο. Αυτό είναι το μυστήριο. Και αυτό είναι το κάλεσμα.

Η ζωή ρέει. Και όταν ρέει, διδάσκει.

“Αυτό στο οποίο αντιστέκεσαι επιμένει. Αυτό το οποίο παρατηρείς με επίγνωση μεταμορφώνεται.” -Καρλ Γιουνγκ

Όταν η καρδιά επιλέγει την «ασφάλεια» του πόνου

Η αγάπη δεν είναι πάντα ήρεμη, ασφαλής ή λογική. Κάποιες φορές, είναι ένα αίνιγμα. Και μέσα σε αυτό το αίνιγμα, γεννιέται μια από τις πιο συχνές και βαθιές απορίες της ανθρώπινης ψυχής: γιατί αγαπάμε εκείνους που μας πληγώνουν;

Δεν υπάρχει μία απάντηση, αλλά ένα μωσαϊκό αιτιών που ξεκινούν από την παιδική ηλικία και φτάνουν μέχρι τις πιο λεπτές πτυχές της ψυχολογίας μας. Ας δούμε τα κομμάτια του παζλ, ένα προς ένα, με καθαρό βλέμμα και σεβασμό στη δύναμη που έχει ο κάθε άνθρωπος να αναγνωρίζει την αλήθεια του.

1. Η αγάπη ως γνώριμο μοτίβο

Οι πρώτες εμπειρίες αγάπης προέρχονται από την οικογένεια. Αν σε εκείνο το περιβάλλον, η αγάπη συνοδεύεται από συναισθηματική αστάθεια, απόρριψη ή αυστηρότητα, τότε το μυαλό μαθαίνει να συνδέει την αγάπη με το άγχος. Το γνώριμο γίνεται ασυνείδητα πιο επιθυμητό από το υγιές. Σαν να επιστρέφουμε σε ένα σπίτι που ξέρουμε ότι καίει, αλλά γνωρίζουμε ποια σημεία να μην ακουμπήσουμε.

Μέσα σε αυτή τη δυναμική, η οικειότητα με τον πόνο παίρνει τη μορφή του έρωτα. Δεν είναι ότι μας αρέσει να υποφέρουμε· είναι ότι έχουμε μάθει να ταυτίζουμε τον πόνο με την εγγύτητα. Έτσι, όταν κάποιος μας πληγώνει, η εμπειρία αυτή μας φαίνεται περίεργα “φυσιολογική”, ίσως και παρηγορητική.

2. Η επιβεβαίωση μέσω της προσπάθειας

Η βαθιά ανάγκη να αποδείξουμε ότι αξίζουμε μπορεί να μάς ωθεί να επενδύουμε περισσότερο σε ανθρώπους που είναι απρόβλεπτοι ή συναισθηματικά ασταθείς. Κάθε φορά που κερδίζουμε έστω ένα μικρό σημάδι αποδοχής από αυτούς, νιώθουμε μια εσωτερική νίκη. Η προσπάθεια γίνεται η γλώσσα της αγάπης μας.

Η επιθυμία να πείσουμε τον άλλον να μας αγαπήσει, λειτουργεί σαν παιχνίδι εξουσίας. Αν τελικά “τα καταφέρουμε”, αν τον συγκινήσουμε, αν τον κάνουμε να δει ποιοι πραγματικά είμαστε, πιστεύουμε ότι τότε – επιτέλους – θα δικαιωθούμε. Αυτός ο εσωτερικός αγώνας όμως, πολλές φορές γίνεται αυτοκαταστροφικός.

3. Ο ρόλος της προσδοκίας

Όταν ερωτευόμαστε την προοπτική και όχι την πραγματικότητα του άλλου, εγκλωβιζόμαστε σε μια μορφή συναισθηματικής επένδυσης που στηρίζεται σε προσδοκίες. Ο άλλος δεν είναι αυτός που είναι, αλλά αυτός που μπορεί να γίνει – αν αλλάξει, αν μαλακώσει, αν θεραπευτεί.

Αυτό το “θα αλλάξει” λειτουργεί σαν σενάριο μελλοντικής λύτρωσης. Όσο περισσότερο επενδύουμε στην αλλαγή του άλλου, τόσο λιγότερο βλέπουμε τη δική μας στασιμότητα. Ζούμε στο αύριο και χάνουμε το παρόν. Το τραγικό είναι πως πολλές φορές, ακόμα και αν έρθει η αλλαγή, έχει χαθεί πια η ουσία.

4. Η ψευδαίσθηση της σύνδεσης

Η ένταση σε μια σχέση, τα σκαμπανεβάσματα, οι στιγμές έντονου πόνου και συμφιλίωσης δημιουργούν μια δραματική αφήγηση. Όλο αυτό μοιάζει με πάθος. Η καρδιά χτυπά δυνατά, η απουσία του άλλου γίνεται αφόρητη, η επιστροφή του μοιάζει θρίαμβος.

Το πρόβλημα είναι ότι συγχέουμε το συναισθηματικό τρενάκι με ερωτικό βάθος. Η σχέση αποκτά εθιστικά χαρακτηριστικά. Η ανασφάλεια δημιουργεί εξάρτηση. Ο φόβος της απώλειας κάνει την κάθε επανασύνδεση να μοιάζει λυτρωτική. Η σταθερότητα αντιθέτως μας τρομάζει, γιατί δεν ξέρουμε πώς να ζήσουμε χωρίς κρίση.

5. Η ελπίδα ως ναρκωτικό

Η ελπίδα είναι το πιο ύπουλο κίνητρο. Δεν είναι ψέμα, αλλά δεν είναι και αλήθεια. Είναι κάτι στο ενδιάμεσο, που μας κρατά. Ο άλλος μπορεί να μας έχει πληγώσει δέκα φορές, αλλά την ενδέκατη που χαμογέλασε ή είπε κάτι τρυφερό, ολόκληρη η προηγούμενη ζημιά καλύπτεται από μια υπόσχεση: “Ίσως τώρα αλλάξει”.

Η ψυχολογία μιλά για την “ενίσχυση μεταβλητής αναλογίας” – ένα μοντέλο συμπεριφοράς όπου οι ανταμοιβές δίνονται τυχαία και όχι σταθερά. Αυτό δημιουργεί τον ισχυρότερο εθισμό. Όταν η αγάπη δίνεται αποσπασματικά, η σπανιότητα της ανταμοιβής μάς κάνει να ελπίζουμε ακόμα πιο πολύ.

6. Η ταύτιση με τον ρόλο του σωτήρα

Ο ρόλος του σωτήρα είναι δελεαστικός: νιώθεις απαραίτητος, σημαντικός, δυνατός. Αν ο άλλος πονάει, αν δυσκολεύεται, αν αυτοκαταστρέφεται, τότε εσύ έχεις αποστολή. Να του δείξεις τον δρόμο, να τον στηρίξεις, να τον αλλάξεις.

Αυτός ο ρόλος όμως, ενώ φαινομενικά ενδυναμώνει, καταλήγει να απορροφά κάθε προσωπικό πόρο. Ο σωτήρας αναλαμβάνει βάρη που δεν του ανήκουν και αναβάλλει συνεχώς τη δική του εξέλιξη. Το αποτέλεσμα είναι μια άνιση σχέση όπου ο ένας διασώζει και ο άλλος μένει στάσιμος. Κανείς όμως δεν σώζεται πραγματικά.

7. Η δυσκολία στο να δεχτούμε την απόρριψη

Η απόρριψη ξυπνά παλιούς πόνους. Πολλοί από εμάς μεγάλωσαν μαθαίνοντας ότι η αγάπη πρέπει να κερδίζεται. Όταν απορριπτόμαστε, ενεργοποιείται ένας μηχανισμός επιδιόρθωσης. Προσπαθούμε να γίνουμε καλύτεροι, πιο ελκυστικοί, πιο κατάλληλοι.

Η επιμονή μετά την απόρριψη δεν είναι πάντα πίστη στον άλλον. Συχνά είναι φόβος πως, αν αφήσουμε τη σχέση, θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε την πιθανότητα ότι δεν ήμασταν αρκετοί. Και αυτό είναι πιο τρομακτικό από τον πόνο του να μένεις.

8. Η αντίληψη της αγάπης ως θυσία

Η ιδέα ότι η αληθινή αγάπη είναι θυσία είναι βαθιά ριζωμένη στον πολιτισμό, στη λογοτεχνία, στη θρησκεία. Από την αρχαία τραγωδία μέχρι τις σύγχρονες ρομαντικές ταινίες, οι ήρωες υποφέρουν, πονούν, θυσιάζονται.

Αυτή η αφήγηση μάς μαθαίνει να μετράμε την αγάπη με το πόσο αντέξαμε, πόσο περιμέναμε, πόσο συγχωρήσαμε. Κι όμως, η αληθινή αγάπη δεν θέλει μάρτυρες. Θέλει συντροφικότητα κι αμοιβαιότητα.

9. Ο φόβος της μοναξιάς

Η μοναξιά δεν είναι απλώς απουσία ανθρώπων – είναι επαφή με τον εαυτό. Και αυτό μπορεί να είναι τρομακτικό. Η σιωπή, το άδειο σπίτι, η έλλειψη επιβεβαίωσης, όλα αυτά γίνονται ένα καθρέφτισμα της εσωτερικής μας κατάστασης.

Πολλοί προτιμούν τη δυσκολία μιας σχέσης από τη δυσκολία της αυτοανάλυσης. Μια κακή σχέση προσφέρει έστω ένα ρόλο, μια δομή, μια προβλεψιμότητα. Η μοναξιά απαιτεί μεταμόρφωση. Ζητά να αλλάξεις, να δεις τον εαυτό σου όπως είναι και να σταθείς δίπλα του.

10. Η δύναμη της συνήθειας

Όταν η πληγή γίνεται ρουτίνα, χάνει την έντασή της. Δεν πονάει πια όπως στην αρχή – είναι απλώς μέρος της καθημερινότητας. Το μυαλό μας προσαρμόζεται και δημιουργεί μια νέα κανονικότητα.

Η ψυχική κόπωση του να ξεκινήσουμε από την αρχή, μας κάνει να αποδεχόμαστε το γνωστό κακό. Η αλλαγή φαντάζει δύσκολη. Ο εγκέφαλος προτιμά την προβλέψιμη δυστυχία από την αβέβαιη ελευθερία. Η παραμονή σε μια σχέση που μας μικραίνει, σβήνει σιγά σιγά τη μνήμη του ποιοι είμαστε – και ποια αγάπη αξίζουμε.

Τι μπορούμε να κάνουμε;

Η κατανόηση είναι το πρώτο βήμα. Όχι η ενοχοποίηση. Η αναγνώριση των λόγων που μένουμε, που αγαπάμε, που πληγωνόμαστε, ανοίγει τον δρόμο. Όταν βλέπουμε καθαρά, μπορούμε να επιλέξουμε με αλήθεια.

Η αγάπη μπορεί να είναι τρυφερή, σεβαστική και ασφαλής. Κάθε άνθρωπος αξίζει να αγαπά και να αγαπιέται χωρίς να ματώνει. Και το πρώτο βήμα προς αυτή την αγάπη ξεκινά με μια συνειδητοποίηση:

“Αγάπη δεν είναι να υπομένεις, αλλά να ανθίζεις δίπλα στον άλλον.” –Alex Elle

Είσαι εκείνο που σκέφτεσαι...

– Ποιος είμαι εγώ; Ρώτησε ένας νέος τον δάσκαλο του.

– Είσαι εκείνο που σκέφτεσαι! Απάντησε ο σοφός.

– Θα σου το εξηγήσω με μια ιστορία.

Μια μέρα, από τα τείχη της πόλης, στο ηλιοβασίλεμα βαθιά στον ορίζοντα, φάνηκαν δυο άνθρωποι που αγκαλιαζόντουσαν.

Είναι ο πατέρας και η μητέρα, σκέφτηκε ένα κοριτσάκι.

Είναι δυο εραστές, σκέφτηκε ένας άνδρας τρυφερός.

Είναι δυο φίλοι που συναντήθηκαν μετά από πολλά χρόνια σκέφτηκε ένας.

Είναι δυο έμποροι που έκλεισαν μια συμφωνία, σκέφτηκε ένας άνθρωπος άπληστος για τα χρήματα.

Είναι ένας άνθρωπος που αγκαλιάζει τον γιο του που γύρισε από τον πόλεμο, σκέφτηκε μια γυναίκα μεγαλόψυχη.

Είναι μια κόρη που αγκαλιάζει τον πατέρα της που γύρισε από το ταξίδι, σκέφτηκε ένας πονεμένος άνθρωπος που έχασε την κόρη του.

Είναι δυο ερωτευμένοι σκέφτηκε μια κοπέλα που ονειρευόταν την αγάπη.

Είναι δυο άνθρωποι που τσακώνονται μέχρι θανάτου σκέφτηκε ένας.

Ποιος ξέρει σκέφτηκε ένας άνθρωπος.

Κάθε σκέψη, κατέληξε ο σοφός δάσκαλος, αποκαλύπτει αυτό που Eίσαι.

Να παρατηρείς συχνά τις σκέψεις σου, μπορούν να σου αποκαλύψουν περισσότερα πράγματα για τον εαυτό σου παρά οποιοσδήποτε δάσκαλος..!