Δευτέρα 23 Αυγούστου 2021

ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (4.26.6-4.27.6)

[4.26.6] Τῇ δὲ τρίτῃ προσαγαγὼν αὖθις τὴν φάλαγγα καὶ ἀπὸ μηχανῆς γέφυραν ἐπιβαλὼν τοῦ τείχους ᾗ παρερρωγὸς ἦν, ταύτῃ ἐπῆγε τοὺς ὑπασπιστάς, οἵπερ αὐτῷ καὶ Τύρον ὡσαύτως ἐξεῖλον. πολλῶν δὲ ὑπὸ προθυμίας ὠθουμένων ἄχθος λαβοῦσα μεῖζον ἡ γέφυρα κατερράγη καὶ πίπτουσι ξὺν αὐτῇ οἱ Μακεδόνες. [4.26.7] οἱ δὲ βάρβαροι ἰδόντες τὸ γιγνόμενον λίθοις τε ξὺν βοῇ ἀπὸ τῶν τειχῶν καὶ τοξεύμασι καὶ ἄλλῳ ὅτῳ τις μετὰ χεῖρας ἔχων ἐτύγχανεν ἢ ὅτῳ τις ἐν τῷ τότε ἔλαβεν ἐξηκόντιζον ἐς τοὺς Μακεδόνας· οἱ δὲ καὶ κατὰ θύρας, αἵτινες αὐτοῖς κατὰ τὰ μεσοπύργια μικραὶ ἦσαν, ἐκθέοντες ἐκ χειρὸς ἔπαιον τεταραγμένους.
[4.27.1] Ἀλέξανδρος δὲ πέμπει Ἀλκέταν ξὺν τῇ αὐτοῦ τάξει τούς τε κατατετρωμένους ἀναλαβεῖν καὶ ὅσοι προσεμάχοντο ἐπανακαλέσασθαι ὡς ἐπὶ τὸ στρατόπεδον. καὶ τῇ τετάρτῃ ὡσαύτως ἀπ᾽ ἄλλης μηχανῆς ἄλλη ἐπιβάθρα αὐτῷ προσήγετο πρὸς τὸ τεῖχος.
[4.27.2] Καὶ οἱ Ἰνδοί, ἕως μὲν αὐτοῖς ὁ ἡγεμὼν τοῦ χωρίου περιῆν, ἀπεμάχοντο καρτερῶς· ὡς δὲ βέλει ἀπὸ μηχανῆς τυπεὶς ἀποθνήσκει ἐκεῖνος, αὐτῶν τε οἱ μέν τινες πεπτωκότες ἐν τῇ ξυνεχεῖ πολιορκίᾳ, οἱ πολλοὶ δὲ τραυματίαι τε καὶ ἀπόμαχοι ἦσαν, ἐπεκηρυκεύοντο πρὸς Ἀλέξανδρον. [4.27.3] τῷ δὲ ἀσμένῳ γίνεται ἄνδρας ἀγαθοὺς διασῶσαι· καὶ ξυμβαίνει ἐπὶ τῷδε Ἀλέξανδρος τοῖς μισθοφόροις Ἰνδοῖς ὡς καταταχθέντας ἐς τὴν ἄλλην στρατιὰν ξὺν αὑτῷ στρατεύεσθαι. οἱ μὲν δὴ ἐξῆλθον ξὺν τοῖς ὅπλοις, καὶ κατεστρατοπέδευσαν κατὰ σφᾶς ἐπὶ γηλόφῳ, ὃς ἦν ἀντίπορος τοῦ τῶν Μακεδόνων στρατοπέδου. νυκτὸς δὲ ἐπενόουν δρασμῷ διαχρησάμενοι ἐς τὰ σφέτερα ἤθη ἀπαναστῆναι οὐκ ἐθέλοντες ἐναντία αἴρεσθαι τοῖς ἄλλοις Ἰνδοῖς ὅπλα. [4.27.4] καὶ ταῦτα ὡς ἐξηγγέλθη Ἀλεξάνδρῳ, περιστήσας τῆς νυκτὸς τῷ γηλόφῳ τὴν στρατιὰν πᾶσαν κατακόπτει τοὺς Ἰνδοὺς ἐν μέσῳ ἀπολαβών, τήν τε πόλιν αἱρεῖ κατὰ κράτος ἐρημωθεῖσαν τῶν προμαχομένων, καὶ τὴν μητέρα τὴν Ἀσσακάνου καὶ τὴν παῖδα ἔλαβεν. ἀπέθανον δὲ ἐν τῇ πάσῃ πολιορκίᾳ τῶν ξὺν Ἀλεξάνδρῳ ἐς πέντε καὶ εἴκοσιν.
[4.27.5] Ἔνθεν δὲ Κοῖνον μὲν ὡς ἐπὶ Βάζιρα ἐκπέμπει, γνώμην ποιησάμενος ὅτι μαθόντες τῶν Μασσακανῶν τὴν ἅλωσιν ἐνδώσουσι σφᾶς αὐτούς. Ἄτταλον δὲ καὶ Ἀλκέταν καὶ Δημήτριον τὸν ἱππάρχην ἐπὶ Ὦρα στέλλει, ἄλλην πόλιν, παραγγείλας περιτειχίζειν τὴν πόλιν ἔστ᾽ ἂν ἀφίκηται αὐτός. [4.27.6] καὶ γίγνεται ἐκδρομὴ τῶν ἐκ τῆς πόλεως ἐπὶ τοὺς ἀμφὶ Ἀλκέταν. οὐ χαλεπῶς δὲ τρεψάμενοι αὐτοὺς οἱ Μακεδόνες εἴσω τοῦ τείχους ἐς τὴν πόλιν ἀποστρέφουσι. καὶ Κοίνῳ οὐ προχωρεῖ τὰ ἐν τοῖς Βαζίροις, ἀλλὰ πιστεύοντες γὰρ τοῦ χωρίου τῇ ὀχυρότητι, ὅτι ὑπερύψηλόν τε ἦν καὶ πάντῃ ἀκριβῶς τετειχισμένον, οὐδὲν ξυμβατικὸν ἐνεδίδοσαν.

***
[4.26.6] Την τρίτη μέρα κίνησε και πάλι τη φάλαγγα και έριξε από μια πολιορκητική μηχανή γέφυρα πάνω στο μέρος του τείχους που είχε γκρεμισθεί. Από τη γέφυρα οδήγησε εκείνους ακριβώς τους υπασπιστές του που είχαν κυριεύσει και την Τύρο. Επειδή πολλοί συνωστίζονταν από την προθυμία να περάσουν, βάρυνε περισσότερο η γέφυρα, έσπασε και οι Μακεδόνες έπεσαν μαζί της. [4.26.7] Όταν αντιλήφθηκαν οι βάρβαροι το ατύχημα, με φωνές άρχισαν να ρίχνουν κατά των Μακεδόνων πέτρες και βέλη από τα τείχη, καθώς και ό,τι άλλο τύχαινε να έχει καθένας στα χέρια του ή ό,τι μπόρεσε να αρπάξει εκείνη τη στιγμή. Άλλοι πάλι εξορμώντας από μικρές πόρτες που υπήρχαν στα μέρη του τείχους που ήταν ανάμεσα στους πύργους χτυπούσαν από κοντά τους Μακεδόνες που βρίσκονταν σε σύγχυση.
[4.27.1] Ο Αλέξανδρος έστειλε τον Αλκέτα με τη φάλαγγά του να παραλάβει τους τραυματίες και να ανακαλέσει στο στρατόπεδο όσους πολεμούσαν ακόμη. Την τέταρτη μέρα του έφεραν πάλι στο τείχος άλλη γέφυρα από άλλη μηχανή.
[4.27.2] Και οι Ινδοί, όσο ζούσε ο αρχηγός της οχυρής θέσης, πολεμούσαν γενναία. Όταν όμως εκείνος χτυπημένος από βλήμα πολιορκητικής μηχανής σκοτώθηκε και από τους Ινδούς άλλοι είχαν σκοτωθεί κατά τη συνεχή πολιορκία, ενώ οι περισσότεροι είχαν τραυματισθεί και ήταν ανίκανοι για μάχη, τότε έστειλαν κήρυκα στον Αλέξανδρο για να συνθηκολογήσουν. [4.27.3] Ο Αλέξανδρος ευχαρίστως δέχτηκε να σώσει γενναίους άνδρες και συνθηκολόγησε με τους Ινδούς μισθοφόρους με τον όρο να καταταγούν στον στρατό του και να εκστρατεύσουν μαζί του. Αυτοί, λοιπόν, βγήκαν με τα όπλα τους από την πόλη και στρατοπέδευσαν μόνοι τους σε ένα λόφο που ήταν απέναντι από το στρατόπεδο των Μακεδόνων, σχεδίαζαν όμως να αποδράσουν κατά τη νύχτα και να επιστρέψουν στον τόπο τους, επειδή δεν ήθελαν να πολεμήσουν εναντίον άλλων Ινδών. [4.27.4] Όταν ανήγγειλαν αυτά στον Αλέξανδρο, περικύκλωσε τον λόφο με όλο τον στρατό του και βάζοντας στη μέση τους Ινδούς τούς εξόντωσε τη νύχτα. Κυρίευσε με έφοδο και την πόλη, που έμεινε τώρα χωρίς υπερασπιστές, και συνέλαβε τη μητέρα και την κόρη του Ασσακάνου. Σε όλη τη διάρκεια της πολιορκίας από τους άνδρες του Αλεξάνδρου σκοτώθηκαν περίπου είκοσι πέντε.
[4.27.5] Από εδώ έστειλε τον Κοίνο στα Βάζιρα, επειδή είχε τη γνώμη ότι οι κάτοικοί τους θα παραδοθούν, όταν μάθουν την άλωση των Μασσακανών. Έστειλε τον Άτταλο και τον Αλκέτα και τον ίππαρχο Δημήτριο εναντίον μιας άλλης πόλης, των Ώρων, με την εντολή να την περικλείσουν με τείχος, έως ότου φθάσει ο ίδιος. [4.27.6] Οι κάτοικοι της πόλης επιχείρησαν έξοδο εναντίον των ανδρών του Αλκέτα, αλλά οι Μακεδόνες εύκολα τους έτρεψαν σε φυγή και τους ανάγκασαν να αποσυρθούν μέσα στα τείχη της πόλης. Και για τον Κοίνο δεν πήγαν τα πράγματα καλά στα Βάζιρα, γιατί οι κάτοικοι της πόλης έχοντας εμπιστοσύνη στην οχυρή τους τοποθεσία, που ήταν πολύ ψηλή και είχε τειχισθεί με επιμέλεια από όλα τα μέρη, δεν έδωσαν καμιά ένδειξη για συνθηκολόγηση.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου