Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2020

ΠΛΑΤΩΝ: Πολιτεία (433a-435a)

[433a] Ἀλλ᾽, ἦν δ᾽ ἐγώ, ἄκουε εἴ τι ἄρα λέγω. ὃ γὰρ ἐξ ἀρχῆς ἐθέμεθα δεῖν ποιεῖν διὰ παντός, ὅτε τὴν πόλιν κατῳκίζομεν, τοῦτό ἐστιν, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, ἤτοι τούτου τι εἶδος ἡ δικαιοσύνη. ἐθέμεθα δὲ δήπου καὶ πολλάκις ἐλέγομεν, εἰ μέμνησαι, ὅτι ἕνα ἕκαστον ἓν δέοι ἐπιτηδεύειν τῶν περὶ τὴν πόλιν, εἰς ὃ αὐτοῦ ἡ φύσις ἐπιτηδειοτάτη πεφυκυῖα εἴη.Ἐλέγομεν γάρ.
Καὶ μὴν ὅτι γε τὸ τὰ αὑτοῦ πράττειν καὶ μὴ πολυπραγμονεῖν δικαιοσύνη ἐστί, καὶ τοῦτο ἄλλων τε πολλῶν [433b] ἀκηκόαμεν καὶ αὐτοὶ πολλάκις εἰρήκαμεν.
Εἰρήκαμεν γάρ.
Τοῦτο τοίνυν, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὦ φίλε, κινδυνεύει τρόπον τινὰ γιγνόμενον ἡ δικαιοσύνη εἶναι, τὸ τὰ αὑτοῦ πράττειν. οἶσθα ὅθεν τεκμαίρομαι;
Οὐκ, ἀλλὰ λέγ᾽, ἔφη.
Δοκεῖ μοι, ἦν δ᾽ ἐγώ, τὸ ὑπόλοιπον ἐν τῇ πόλει ὧν ἐσκέμμεθα, σωφροσύνης καὶ ἀνδρείας καὶ φρονήσεως, τοῦτο εἶναι, ὃ πᾶσιν ἐκείνοις τὴν δύναμιν παρέσχεν ὥστε ἐγγενέσθαι, καὶ ἐγγενομένοις γε σωτηρίαν παρέχειν, ἕωσπερ ἂν [433c] ἐνῇ. καίτοι ἔφαμεν δικαιοσύνην ἔσεσθαι τὸ ὑπολειφθὲν ἐκείνων, εἰ τὰ τρία εὕροιμεν.
Καὶ γὰρ ἀνάγκη, ἔφη.
Ἀλλὰ μέντοι, ἦν δ᾽ ἐγώ, εἰ δέοι γε κρῖναι τί τὴν πόλιν ἡμῖν τούτων μάλιστα ἀγαθὴν ἀπεργάσεται ἐγγενόμενον, δύσκριτον ἂν εἴη πότερον ἡ ὁμοδοξία τῶν ἀρχόντων τε καὶ ἀρχομένων, ἢ ἡ περὶ δεινῶν τε καὶ μή, ἅττα ἐστί, δόξης ἐννόμου σωτηρία ἐν τοῖς στρατιώταις ἐγγενομένη, ἢ ἡ ἐν [433d] τοῖς ἄρχουσι φρόνησίς τε καὶ φυλακὴ ἐνοῦσα, ἢ τοῦτο μάλιστα ἀγαθὴν αὐτὴν ποιεῖ ἐνὸν καὶ ἐν παιδὶ καὶ ἐν γυναικὶ καὶ δούλῳ καὶ ἐλευθέρῳ καὶ δημιουργῷ καὶ ἄρχοντι καὶ ἀρχομένῳ, ὅτι τὸ αὑτοῦ ἕκαστος εἷς ὢν ἔπραττε καὶ οὐκ ἐπολυπραγμόνει.
Δύσκριτον, ἔφη· πῶς δ᾽ οὔ;
Ἐνάμιλλον ἄρα, ὡς ἔοικε, πρὸς ἀρετὴν πόλεως τῇ τε σοφίᾳ αὐτῆς καὶ τῇ σωφροσύνῃ καὶ τῇ ἀνδρείᾳ ἡ τοῦ ἕκαστον ἐν αὐτῇ τὰ αὑτοῦ πράττειν δύναμις.
Καὶ μάλα, ἔφη.
Οὐκοῦν δικαιοσύνην τό γε τούτοις ἐνάμιλλον ἂν εἰς ἀρετὴν [433e] πόλεως θείης;
Παντάπασι μὲν οὖν.
Σκόπει δὴ καὶ τῇδε εἰ οὕτω δόξει· ἆρα τοῖς ἄρχουσιν ἐν τῇ πόλει τὰς δίκας προστάξεις δικάζειν;
Τί μήν;
Ἦ ἄλλου οὑτινοσοῦν μᾶλλον ἐφιέμενοι δικάσουσιν ἢ τούτου, ὅπως ἂν ἕκαστοι μήτ᾽ ἔχωσι τἀλλότρια μήτε τῶν αὑτῶν στέρωνται;
Οὔκ, ἀλλὰ τούτου.
Ὡς δικαίου ὄντος;
Ναί.
Καὶ ταύτῃ ἄρα πῃ ἡ τοῦ οἰκείου τε καὶ ἑαυτοῦ ἕξις τε καὶ [434a] πρᾶξις δικαιοσύνη ἂν ὁμολογοῖτο.
Ἔστι ταῦτα.
Ἰδὲ δὴ ἐὰν σοὶ ὅπερ ἐμοὶ συνδοκῇ. τέκτων σκυτοτόμου ἐπιχειρῶν ἔργα ἐργάζεσθαι ἢ σκυτοτόμος τέκτονος, ἢ τὰ ὄργανα μεταλαμβάνοντες τἀλλήλων ἢ τιμάς, ἢ καὶ ὁ αὐτὸς ἐπιχειρῶν ἀμφότερα πράττειν, πάντα τἆλλα μεταλλαττόμενα, ἆρά σοι ἄν τι δοκεῖ μέγα βλάψαι πόλιν;
Οὐ πάνυ, ἔφη.
Ἀλλ᾽ ὅταν γε οἶμαι δημιουργὸς ὢν ἤ τις ἄλλος χρηματιστὴς [434b] φύσει, ἔπειτα ἐπαιρόμενος ἢ πλούτῳ ἢ πλήθει ἢ ἰσχύι ἢ ἄλλῳ τῳ τοιούτῳ εἰς τὸ τοῦ πολεμικοῦ εἶδος ἐπιχειρῇ ἰέναι, ἢ τῶν πολεμικῶν τις εἰς τὸ τοῦ βουλευτικοῦ καὶ φύλακος ἀνάξιος ὤν, καὶ τὰ ἀλλήλων οὗτοι ὄργανα μεταλαμβάνωσι καὶ τὰς τιμάς, ἢ ὅταν ὁ αὐτὸς πάντα ταῦτα ἅμα ἐπιχειρῇ πράττειν, τότε οἶμαι καὶ σοὶ δοκεῖν ταύτην τὴν τούτων μεταβολὴν καὶ πολυπραγμοσύνην ὄλεθρον εἶναι τῇ πόλει.
Παντάπασι μὲν οὖν.
Ἡ τριῶν ἄρα ὄντων γενῶν πολυπραγμοσύνη καὶ μεταβολὴ [434c] εἰς ἄλληλα μεγίστη τε βλάβη τῇ πόλει καὶ ὀρθότατ᾽ ἂν προσαγορεύοιτο μάλιστα κακουργία.
Κομιδῇ μὲν οὖν.
Κακουργίαν δὲ τὴν μεγίστην τῆς ἑαυτοῦ πόλεως οὐκ ἀδικίαν φήσεις εἶναι;
Πῶς δ᾽ οὔ;
Τοῦτο μὲν ἄρα ἀδικία. πάλιν δὲ ὧδε λέγωμεν· χρηματιστικοῦ, ἐπικουρικοῦ, φυλακικοῦ γένους οἰκειοπραγία, ἑκάστου τούτων τὸ αὑτοῦ πράττοντος ἐν πόλει, τοὐναντίον ἐκείνου δικαιοσύνη τ᾽ ἂν εἴη καὶ τὴν πόλιν δικαίαν παρέχοι;
[434d] Οὐκ ἄλλῃ ἔμοιγε δοκεῖ, ἦ δ᾽ ὅς, ἔχειν ἢ ταύτῃ.
Μηδέν, ἦν δ᾽ ἐγώ, πω πάνυ παγίως αὐτὸ λέγωμεν, ἀλλ᾽ ἐὰν μὲν ἡμῖν καὶ εἰς ἕνα ἕκαστον τῶν ἀνθρώπων ἰὸν τὸ εἶδος τοῦτο ὁμολογῆται καὶ ἐκεῖ δικαιοσύνη εἶναι, συγχωρησόμεθα ἤδη —τί γὰρ καὶ ἐροῦμεν;— εἰ δὲ μή, τότε ἄλλο τι σκεψόμεθα. νῦν δ᾽ ἐκτελέσωμεν τὴν σκέψιν ἣν ᾠήθημεν, εἰ ἐν μείζονί τινι τῶν ἐχόντων δικαιοσύνην πρότερον ‹ἢ› ἐκεῖ ἐπιχειρήσαιμεν θεάσασθαι, ῥᾷον ἂν ἐν ἑνὶ ἀνθρώπῳ κατιδεῖν οἷόν ἐστιν. καὶ [434e] ἔδοξε δὴ ἡμῖν τοῦτο εἶναι πόλις, καὶ οὕτω ᾠκίζομεν ὡς ἐδυνάμεθα ἀρίστην, εὖ εἰδότες ὅτι ἔν γε τῇ ἀγαθῇ ἂν εἴη. ὃ οὖν ἡμῖν ἐκεῖ ἐφάνη, ἐπαναφέρωμεν εἰς τὸν ἕνα, κἂν μὲν ὁμολογῆται, καλῶς ἕξει· ἐὰν δέ τι ἄλλο ἐν τῷ ἑνὶ ἐμφαίνηται, πάλιν ἐπανιόντες ἐπὶ τὴν πόλιν βασανιοῦμεν, καὶ [435a] τάχ᾽ ἂν παρ᾽ ἄλληλα σκοποῦντες καὶ τρίβοντες, ὥσπερ ἐκ πυρείων ἐκλάμψαι ποιήσαιμεν τὴν δικαιοσύνην· καὶ φανερὰν γενομένην βεβαιωσόμεθα αὐτὴν παρ᾽ ἡμῖν αὐτοῖς.
Ἀλλ᾽, ἔφη, καθ᾽ ὁδόν τε λέγεις καὶ ποιεῖν χρὴ οὕτως.
Ἆρ᾽ οὖν, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὅ γε ταὐτὸν ἄν τις προσείποι μεῖζόν τε καὶ ἔλαττον, ἀνόμοιον τυγχάνει ὂν ταύτῃ ᾗ ταὐτὸν προσαγορεύεται, ἢ ὅμοιον;
Ὅμοιον, ἔφη.

***
[433a] Μα άκουσε να δεις αν έχω δίκιο. Εκείνο δηλαδή που απαρχής, όταν θεμελιώναμε την πόλη μας, ορίσαμε πως πρέπει να κάνει παντοτινά ο καθένας, εκείνο είναι, καθώς μου φαίνεται, ή κάτι αυτού του είδους, η δικαιοσύνη. Ορίσαμε δηλαδή και πολλές φορές, αν θυμάσαι, το επαναλάβαμε, πως ο καθένας μ᾽ ένα μόνο από τα διάφορα επαγγέλματα, που είναι στην πόλη, χρωστά να καταγίνεται, μ᾽ εκείνο που θα ήταν από φυσικού του πιο επιτήδειος να κάνει.
Ναι, το λέγαμε.
Και πραγματικώς, ότι αυτό είναι δικαιοσύνη, το να καταγίνεται δηλαδή κανείς μόνο με τη δουλειά του και να μην ανακατεύεται με πολλές δουλειές, και από πολλούς άλλους [433b] το έχομε ακούσει κι εμείς οι ίδιοι το ᾽χομε πει πολλές φορές.
Αλήθεια, το ᾽χομε πει.
Αυτό λοιπόν, φίλε μου, καταντά τρόπον τινά να είναι δικαιοσύνη: το να κάνει κανείς τη δική του τη δουλειά. Και ξέρεις από πού το συμπεραίνω;
Όχι, μα λέγε ν᾽ ακούσω.
Μου φαίνεται πως ό,τι μένει στην πόλη υπόλοιπο, ύστερ᾽ από κείνα που εξετάσαμε, δηλαδή ύστερ᾽ από τη σωφροσύνη, την ανδρεία και τη φρόνηση, είναι ακριβώς εκείνο που έδωσε τη δύναμη και σ᾽ όλα τα άλλα να γεννηθούν και που τους εξασφαλίζει, μια που γεννήθηκαν, τη διατήρησή τους, όσον καιρό τουλάχιστο διατηρείται και το ίδιο [433c] μες στην πόλη. Και είχαμε αλήθεια πει πως ό,τι θα μείνει, αφού βρίσκαμε τα τρία άλλα, αυτό θα ήταν η δικαιοσύνη.
Χωρίς καμιά αμφιβολία.
Και όμως αν χρειάζονταν να βγάλει κανείς την απόφασή του, ποιό απ᾽ αυτά είν᾽ εκείνο που θα καταστήσει την πόλη μας όσο παίρνει τελειότερη, πολύ δύσκολα θα μπορούσε να κρίνει, αν είναι ή η ομοφωνία ανάμεσα στους άρχοντες και τους αρχομένους, ή η διατήρηση της νόμιμης ιδέας που φυτεύτηκε μέσα στις ψυχές των στρατιωτών για τα πράγματα που πρέπει να φοβούνται είτε όχι, ή [433d] η φρόνηση και η άγρυπνη επίβλεψη των αρχόντων, ή αν εκείνο προπάντων κάνει την πόλη τελειότατη, όταν υπάρχει μες στην ψυχή και παιδιού και γυναίκας και δούλου και ελεύθερου και τεχνίτη και άρχοντα και υπηκόου, το να είναι δηλαδή ένας ο καθένας και να κάνει τη δουλειά τη δική του χωρίς ν᾽ ανακατεύεται με άλλες.
Δύσκολο, αλήθεια, ν᾽ αποφασίσει κανείς· δε λέγω όχι.
Ισοδύναμος, λοιπόν, συναγωνιστής μες στην πόλη με τη σοφία και τη σωφροσύνη και την ανδρεία της, για ν᾽ αποχτήσει την τέλειά της αρετή, είναι, καθώς φαίνεται, και η δύναμη να περιορίζεται ο καθένας στα έργα του.
Βεβαιότατα.
Αυτός λοιπόν ο ισοδύναμος για την απόχτηση της τέλειας αρετής [433e] συναγωνιστής δεν θα παραδεχτείς πως είναι η δικαιοσύνη;
Θέλει και ρώτημα;
Κοίτα τώρα αν θα φτάσομε στο ίδιο συμπέρασμα κι απ᾽ αυτό το δρόμο: τις δίκες μες στην πόλη δεν θα τις αναθέσεις βέβαια στους άρχοντες;
Μα σε ποιούς άλλους;
Και θα επιθυμούν τάχα αυτοί τίποτ᾽ άλλο περισσότερο, όταν δικάζουν, παρά ούτε να παίρνει κανείς τα ξένα πράγματα ούτε να χάνει τα δικά του;
Τίποτ᾽ άλλο, παρ᾽ αυτό.
Γιατί αυτό είναι το δίκιο;
Ναι.
Ώστε κι από τούτο θα μπορούσαμε να συμφωνήσομε [434a] πως δικαιοσύνη είναι το να έχει κανείς και να κάνει τη δική του τη δουλειά και ό,τι του ταιριάζει.
Έτσι είναι.
Κοίταξε τώρα αν και σ᾽ αυτό συμφωνείς μαζί μου: αν ένας υποδηματοποιός επιχειρεί να κάνει την εργασία του ξυλουργού, ή ο ξυλουργός του υποδηματοποιού, παίρνοντας ο ένας του άλλου τα εργαλεία και τα κέρδη, ή και αν ο ίδιος επιχειρεί να κάνει και τις δυο δουλειές και γίνει αυτή η αλλαγή σ᾽ όλα τ᾽ άλλα επαγγέλματα, σου φαίνεται τάχα πως θα μπορούσε αυτό να φέρει καμιά μεγάλη βλάβη στην πόλη;
Όχι πολύ μεγάλη.
Μα όταν όμως, νομίζω, ένας προορισμένος από τη φύση να είναι τεχνίτης, ή ένας άλλος [434b] χρηματιστής, το πάρει έπειτ᾽ απάνω του ή για τα πλούτη του, ή για το μεγάλο κόμμα του, ή τη δύναμή του, ή για ό,τι άλλο τέτοιο, και επιχειρήσει να μπει στην τάξη του στρατιωτικού, ή ο στρατιωτικός στην τάξη του βουλευτή ή του άρχοντα, χωρίς να είναι άξιος, και παίρνουν αυτοί ο ένας του άλλου τα εργαλεία και τις τιμές, ή όταν ο ίδιος επιχειρεί να κάνει όλ᾽ αυτά μαζί, τότε θα παραδεχτείς και συ, υποθέτω, πως αυτή η μεταβολή και η πολυπραγμοσύνη των θα είναι η καταστροφή της πολιτείας.
Εξάπαντος.
Ώστε αυτή η πολυπραγμοσύνη και το ανεκάτωμα [434c] μεταξύ των τών τριών ειδών που υπάρχουν μες στην πόλη είναι η μεγαλύτερή της βλάβη, και πολύ σωστά θα μπορούσε να ονομαστεί το πιο μεγάλο κακούργημα που θα είχε να πάθει.
Χωρίς την ελάχιστη αμφιβολία.
Το μεγαλύτερο λοιπόν αυτό κακούργημα που θα μπορούσε να κάμει κανείς στην πόλη του δε θα το ονομάσεις αδικία;
Πώς όχι;
Αυτό λοιπόν είναι η αδικία· μα ας πάρομε τώρα το πράγμα και αντίστροφα: όταν καθεμιά από τις τρεις τάξεις, εργατικοί, επίκουροι και φύλακες, περιορίζεται στα έργα της, και ο καθένας μες στην πόλη κοιτάζει τη δική του μόνο δουλειά, αυτό θα ήταν, αντίθετα με το άλλο, δικαιοσύνη και θα έκανε δίκαιη την πόλη.
[434d] Κι εγώ το παραδέχομαι πως δε μπορεί να είναι αλλιώς παρά έτσι.

Ο δίκαιος άνθρωπος
Ας μη λέμε όμως ακόμα πως είναι απολύτως αναμφισβήτητο, αλλ᾽ αν, κι όταν εφαρμοστεί αυτό το είδος απάνω στον καθέναν άνθρωπο, το παραδεχτούμε πως είναι κι εκεί δικαιοσύνη, τότε πια θα είμαστε σύμφωνοι —γιατί τί άλλο θα είχαμε να πούμε;— ειδεμή, θα κοιτάξομε να σκεφθούμε τίποτε άλλο. Προς το παρόν ας βγάλομε ως πέρα τη σκέψη που παραδεχτήκαμε για ορθή, ότι δηλαδή, αν επιχειρούσαμε να βρούμε τη δικαιοσύνη πρώτα σε κανένα από τα μεγαλύτερα που την έχουν, θα ήταν δυνατό να καταλάβομε ευκολότερα τί πράγμα είναι και στον κάθε άνθρωπο και [434e] δεχτήκαμε για τέτοιο μεγαλύτερο την πόλη, κι έτσι τη θεμελιώσαμε όσο μπορούσαμε πιο τέλεια, γιατί πάρα πολύ καλά ξέραμε πως δε μπορούσε παρά να βρίσκεται μέσα σε μια τέτοια. Εκείνο λοιπόν που βρήκαμε εκεί ας το μεταφέρομε και στον ένα, κι αν εφαρμόζεται απολύτως κι εδώ, πάει καλά· αν όμως ήθελε παρουσιαστεί τίποτε άλλο στον ένα, τότε ξαναγυρίζομε πάλι στην πόλη κι αρχίζομε νέα δοκιμή, και [435a] ίσως συγκρίνοντάς τα το ένα κοντά στο άλλο και τρίβοντάς τα μεταξύ τους, να κατορθώναμε να ξεπηδήσει, καθώς η φλόγα από τα πυρεία, κι από μέσα τους η δικαιοσύνη· κι αφού έτσι φανερωθεί, θα είναι πια τέλεια βεβαιωμένη για μας η ύπαρξή της.
Αυτός, αλήθεια, που λες είναι ο σωστός δρόμος κι έτσι ας κάμομε.
Άραγε λοιπόν, αν ένα αντικείμενο μεγαλύτερο κι ένα μικρότερο τα πει κανείς πως είναι το ίδιο πράγμα και τα δυο, είναι ανόμοια ή όμοια ως προς εκείνη την ιδιότητα που τα κάνει το ίδιο πράγμα και τα δυο;
Όμοια βέβαια.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου