Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2016

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Τρῳάδες (895-968)

Αποτέλεσμα εικόνας για ωραια ελενη του μενελαουΕΛΕΝΗ
895 Μενέλαε, φροίμιον μὲν ἄξιον φόβου
τόδ᾽ ἐστίν· ἐν γὰρ χερσὶ προσπόλων σέθεν
βίᾳ πρὸ τῶνδε δωμάτων ἐκπέμπομαι.
ἀτὰρ σχεδὸν μὲν οἶδά σοι μισουμένη,
ὅμως δ᾽ ἐρέσθαι βούλομαι· γνῶμαι τίνες
900 Ἕλλησι καὶ σοὶ τῆς ἐμῆς ψυχῆς πέρι;
ΜΕ. οὐκ εἰς ἀκριβὲς ἦλθες, ἀλλ᾽ ἅπας στρατὸς
κτανεῖν ἐμοί σ᾽ ἔδωκεν, ὅνπερ ἠδίκεις.
ΕΛ. ἔξεστιν οὖν πρὸς ταῦτ᾽ ἀμείψασθαι λόγῳ,
ὡς οὐ δικαίως, ἢν θάνω, θανούμεθα;
905ΜΕ. οὐκ ἐς λόγους ἐλήλυθ᾽, ἀλλά σε κτενῶν.
ΕΚ. ἄκουσον αὐτῆς, μὴ θάνῃ τοῦδ᾽ ἐνδεής,
Μενέλαε, καὶ δὸς τοὺς ἐναντίους λόγους
ἡμῖν κατ᾽ αὐτῆς· τῶν γὰρ ἐν Τροίᾳ κακῶν
οὐδὲν κάτοισθα. συντεθεὶς δ᾽ ὁ πᾶς λόγος
910 κτενεῖ νιν οὕτως ὥστε μηδαμοῦ φυγεῖν.
ΜΕ. σχολῆς τὸ δῶρον· εἰ δὲ βούλεται λέγειν,
ἔξεστι. τῶν σῶν δ᾽ οὕνεχ᾽, ὡς μάθῃ, λόγων
δώσω τόδ᾽ αὐτῇ, τῆσδε δ᾽ οὐ δώσω χάριν.
ΕΛ. ἴσως με, κἂν εὖ κἂν κακῶς δόξω λέγειν,
915 οὐκ ἀνταμείψῃ πολεμίαν ἡγούμενος.
ἐγὼ δ᾽, ἅ σ᾽ οἶμαι διὰ λόγων ἰόντ᾽ ἐμοῦ
κατηγορήσειν, ἀντιθεῖσ᾽ ἀμείψομαι.
[τοῖς σοῖσι τἀμὰ καὶ τὰ σ᾽ αἰτιάματα].
πρῶτον μὲν ἀρχὰς ἔτεκεν ἥδε τῶν κακῶν
920 Πάριν τεκοῦσα· δεύτερον δ᾽ ἀπώλεσε
Τροίαν τε κἄμ᾽ ὁ πρέσβυς οὐ κτανὼν βρέφος,
δαλοῦ πικρὸν μίμημ᾽, Ἀλέξανδρόν ποτε.
ἐνθένδε τἀπίλοιπ᾽ ἄκουσον ὡς ἔχει.
ἔκρινε τρισσὸν ζεῦγος ὅδε τρισσῶν θεῶν·
925 καὶ Παλλάδος μὲν ἦν Ἀλεξάνδρῳ δόσις
Φρυξὶ στρατηγοῦνθ᾽ Ἑλλάδ᾽ ἐξανιστάναι,
Ἥρα δ᾽ ὑπέσχετ᾽ Ἀσιάδ᾽ Εὐρώπης θ᾽ ὅρους
τυραννίδ᾽ ἕξειν, εἴ σφε κρίνειεν Πάρις·
Κύπρις δὲ τοὐμὸν εἶδος ἐκπαγλουμένη
930 δώσειν ὑπέσχετ᾽, εἰ θεὰς ὑπερδράμοι
κάλλει. τὸν ἐνθένδ᾽ ὡς ἔχει σκέψαι λόγον·
νικᾷ Κύπρις θεάς, καὶ τοσόνδ᾽ οὑμοὶ γάμοι
ὤνησαν Ἑλλάδ᾽· οὐ κρατεῖσθ᾽ ἐκ βαρβάρων,
οὔτ᾽ ἐς δόρυ σταθέντες, οὐ τυραννίδι.
935 ἃ δ᾽ εὐτύχησεν Ἑλλάς, ὠλόμην ἐγὼ
εὐμορφίᾳ πραθεῖσα, κὠνειδίζομαι
ἐξ ὧν ἐχρῆν με στέφανον ἐπὶ κάρᾳ λαβεῖν.
οὔπω με φήσεις αὐτὰ τἀν ποσὶν λέγειν,
ὅπως ἀφώρμησ᾽ ἐκ δόμων τῶν σῶν λάθρᾳ.
940 ἦλθ᾽ οὐχὶ μικρὰν θεὸν ἔχων αὑτοῦ μέτα
ὁ τῆσδ᾽ ἀλάστωρ, εἴτ᾽ Ἀλέξανδρον θέλεις
ὀνόματι προσφωνεῖν νιν εἴτε καὶ Πάριν·
ὅν, ὦ κάκιστε, σοῖσιν ἐν δόμοις λιπὼν
Σπάρτης ἀπῆρας νηὶ Κρησίαν χθόνα.
εἶεν.
945 οὐ σ᾽, ἀλλ᾽ ἐμαυτὴν τοὐπὶ τῷδ᾽ ἐρήσομαι·
τί δὴ φρονοῦσά γ᾽ ἐκ δόμων ἅμ᾽ ἑσπόμην
ξένῳ, προδοῦσα πατρίδα καὶ δόμους ἐμούς;
τὴν θεὸν κόλαζε καὶ Διὸς κρείσσων γενοῦ,
ὃς τῶν μὲν ἄλλων δαιμόνων ἔχει κράτος,
950 κείνης δὲ δοῦλός ἐστι· συγγνώμη δ᾽ ἐμοί.
ἔνθεν δ᾽ ἔχοις ἂν εἰς ἔμ᾽ εὐπρεπῆ λόγον·
ἐπεὶ θανὼν γῆς ἦλθ᾽ Ἀλέξανδρος μυχούς,
χρῆν μ᾽, ἡνίκ᾽ οὐκ ἦν θεοπόνητά μου λέχη,
λιποῦσαν οἴκους ναῦς ἔπ᾽ Ἀργείων μολεῖν.
955 ἔσπευδον αὐτὸ τοῦτο· μάρτυρες δέ μοι
πύργων πυλωροὶ κἀπὸ τειχέων σκοποί,
οἳ πολλάκις μ᾽ ἐφηῦρον ἐξ ἐπάλξεων
πλεκταῖσιν ἐς γῆν σῶμα κλέπτουσαν τόδε.
βίᾳ δ᾽ ὁ καινός μ᾽ οὗτος ἁρπάσας πόσις
960 Δηίφοβος ἄλοχον εἶχεν ἀκόντων Φρυγῶν.
πῶς οὖν ἔτ᾽ ἂν θνῄσκοιμ᾽ ἂν ἐνδίκως, πόσι,
πρὸς σοῦ δικαίως, ἣν ὃ μὲν βίᾳ γαμεῖ,
τὰ δ᾽ οἴκοθεν κεῖν᾽ ἀντὶ νικητηρίων
πικρῶς ἐδούλευσ᾽; εἰ δὲ τῶν θεῶν κρατεῖν
965 βούλῃ, τὸ χρῄζειν ἀμαθές ἐστί σοι τόδε.
ΧΟ. βασίλει᾽, ἄμυνον σοῖς τέκνοισι καὶ πάτρᾳ
πειθὼ διαφθείρουσα τῆσδ᾽, ἐπεὶ λέγει
καλῶς κακοῦργος οὖσα· δεινὸν οὖν τόδε.

***
ΕΛΕΝΗΤέτοιο προοίμιο εμπνέει, Μενέλαε, φόβο·γιατί ήρθανε και μ᾽ άδραξαν κι εδώ έξωμε το στανιό οι ανθρώποι σου με βγάλαν.Πως με μισείς, βέβαιη σχεδόν· μα θέλωνα σε ρωτήσω· οι γνώμες των Ελλήνων900για τη ζωή μου ποιές; και ποιά η δική σου;ΜΕΝ. Συζήτηση πολλή δεν έγινε· όλοςο στρατός σε παράδωσε σ᾽ εμένα,να σε σκοτώσω· εμένα έχεις προσβάλει.ΕΛΕ. Ε, ν᾽ απολογηθώ την άδεια δώσ᾽ μουκαι θ᾽ αποδείξω πως ο θάνατός μου,αν θα θανατωθώ, δε θα ᾽ναι δίκιος.ΜΕΝ. Να σε σκοτώσω εδώ ᾽ρθα, όχι για λόγια.ΕΚΑ. Μενέλαε, ας μιλήσει· μ᾽ ένα τέτοιοπαράπονο ας μην πάει, και δώσ᾽ μου εμένατον αντίλογο· τίποτα δεν ξέρειςαπ᾽ τις κακίες που ᾽καμε αυτή στην Τροία.Όλ᾽ αν λογαριαστούν, θα γίνει αμέσως910φανερό πως αθώωση δε χωράει.ΜΕΝ. Καιρός χαμένος, μα ας μιλήσει, αν θέλει·να ξέρει μόνο πως την άδεια τούτητη δίνω για ν᾽ ακούσω τους δικούς σουτους λόγους κι όχι για δικιά της χάρη.ΕΛΕ. Στα επιχειρήματά μου, αφού εσύ μ᾽ έχειςγια εχθρό σου, κι αν σωστά κριθούν κι αν όχι,καμιάν απάντηση ίσως να μη δώσεις.Εγώ θ᾽ ανασκευάσω ένα προς έναόσα να πεις σ᾽ εμένα ενάντια θα είχες,αν δεχόσουν συζήτηση μαζί μου.

Δείχνει την Εκάβη.

Των συμφορών νά η πρώτη αιτία: ετούτη920που γέννησε τον Πάρη· Τροία κι εμέναμας χάλασε, μετά από τούτη, ο γέροςπου το μωρό δε σκότωσε, του ονείρουτο δαυλό, τον Αλέξαντρο μια μέρα.Άκουσε τη συνέχεια τώρα· ο Πάρηςέκρινε τρεις θεές· η μια, η Παλλάδα,του ᾽ταξε πως μ᾽ εκείνον αρχηγό τουςοι Φρύγες θα κυρίευαν την Ελλάδα·η Ήρα πως, αν την προτιμούσε ο Πάρης,θα τον έκανε ρήγα της Ασίαςκαι της Ευρώπης, όση εδώθε πέφτει·η Κύπρη τού εξυμνούσε το κορμί μου930και θα του το ᾽δινε, έταζε, αν εκείνηστου κάλλους τον αγώνα ερχόταν πρώτη.Νά τώρα το αποτέλεσμα· τις άλλεςνικάει η Κύπρη, κι απ᾽ το γάμο μου είδεαυτή καν την ωφέλεια η Ελλάδα:δεν κάματε ρηγάδες τους βαρβάρους,δε σας χτυπήσαν, δε σας πήραν δούλους.Μα της Ελλάδας η ευτυχία, δική μουκαταστροφή· πουλήθηκα για να ᾽μαιόμορφη, και στ᾽ ανάθεμα με στέλνουν,που μου ᾽πρεπε στεφάνι στο κεφάλι.Θα πεις δεν απαντώ στο κύριο θέμα:γιατί κρυφά απ᾽ το σπίτι σου να φύγω.940Ήρθε αυτηνής ο γιος —πες τονε Πάρηή Αλέξαντρο, όπως θες— ο δαίμονάς μουαπό μεγάλη θεά συνοδεμένος·αυτόν εσύ —ντροπή σου— τον αφήνειςστο σπίτι σου και φεύγεις για την Κρήτη.Λοιπόν!Τώρα ρωτώ, όχι εσένα, τον εαυτό μουμε ποιά βουλή ακολούθησα έναν ξένοκαι σπίτι και πατρίδα παρατώντας.Τιμώρησε τη θεά, πιο πάνω στάσουκι από το Δία, που είν᾽ όλων ο δυνάστης,950μα μπρος της σκύβει· εμέ συμπάθησέ με.Κάτι θα πεις που λογικό ίσως μοιάζει·σαν πέθανε ο Αλέξαντρος, κι ο γάμοςο θεόγραφτός μου λύθηκε, να φύγωέπρεπ᾽ εγώ απ᾽ το σπίτι και στα πλοίατ᾽ αργίτικα να ᾽ρθω· μα αυτό ίσα ίσανα κάμω προσπαθούσα· μάρτυρές μου,φρουροί των πύργων και των κάστρων βάρδιες,που μ᾽ έπιασαν πολλές φορές, κρυφάμε σκοινιά να γλιστράω απ᾽ τα μπεντένια.Κι ο Δηίφοβος, ο αφέντης μου ο καινούριος,παρά τη γνώμη των Φρυγών μ᾽ αρπάζει960και με κρατάει με το στανιό δικιά του.Με ποιό δίκιο λοιπόν θα με σκοτώσεις,άντρα μου εσύ, αφού βλέπεις ότι ο έναςμε το στανιό γυναίκα του με κάνει,κι όσο για τ᾽ άλλα, αντίς βραβείο της νίκηςπικρή σκλαβιά με βρήκε; Αν πάλι θέλειςμε τους θεούς κανένας να τα βάζει,αυτή η αξίωση μοιάζει ανόητη κάπως.ΚΟΡ. Βασίλισσα, υπεράσπισε τη χώρακαι τα παιδιά σου· οι λόγοι της μαγεύουνκαι πείθουν· γκρέμισέ τους· η κακούργαείν᾽ εύγλωττη, κι αυτό ειναι να το τρέμεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου