Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (24.345-24.411)

345 Ὣς φάτο, τοῦ δ᾽ αὐτοῦ λύτο γούνατα καὶ φίλον ἦτορ,
σήματ᾽ ἀναγνόντος τά οἱ ἔμπεδα πέφραδ᾽ Ὀδυσσεύς·
ἀμφὶ δὲ παιδὶ φίλῳ βάλε πήχεε· τὸν δὲ ποτὶ οἷ
εἷλεν ἀποψύχοντα πολύτλας δῖος Ὀδυσσεύς.
αὐτὰρ ἐπεί ῥ᾽ ἔμπνυτο καὶ ἐς φρένα θυμὸς ἀγέρθη,
350 ἐξαῦτις μύθοισιν ἀμειβόμενος προσέειπε·
«Ζεῦ πάτερ, ἦ ῥα ἔτ᾽ ἐστὲ θεοὶ κατὰ μακρὸν Ὄλυμπον,
εἰ ἐτεὸν μνηστῆρες ἀτάσθαλον ὕβριν ἔτισαν.
νῦν δ᾽ αἰνῶς δείδοικα κατὰ φρένα μὴ τάχα πάντες
ἐνθάδ᾽ ἐπέλθωσιν Ἰθακήσιοι, ἀγγελίας δὲ
355 πάντῃ ἐποτρύνωσι Κεφαλλήνων πολίεσσι.»
Τὸν δ᾽ ἀπαμειβόμενος προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς·
«θάρσει, μή τοι ταῦτα μετὰ φρεσὶ σῇσι μελόντων.
ἀλλ᾽ ἴομεν προτὶ οἶκον, ὃς ὀρχάτου ἐγγύθι κεῖται·
ἔνθα δὲ Τηλέμαχον καὶ βουκόλον ἠδὲ συβώτην
360 προὔπεμψ᾽, ὡς ἂν δεῖπνον ἐφοπλίσσωσι τάχιστα.»
Ὣς ἄρα φωνήσαντε βάτην πρὸς δώματα καλά.
οἱ δ᾽ ὅτε δή ῥ᾽ ἵκοντο δόμους εὖ ναιετάοντας,
εὗρον Τηλέμαχον καὶ βουκόλον ἠδὲ συβώτην
ταμνομένους κρέα πολλὰ κερῶντάς τ᾽ αἴθοπα οἶνον.
365 Τόφρα δὲ Λαέρτην μεγαλήτορα ᾧ ἐνὶ οἴκῳ
ἀμφίπολος Σικελὴ λοῦσεν καὶ χρῖσεν ἐλαίῳ,
ἀμφὶ δ᾽ ἄρα χλαῖναν καλὴν βάλεν· αὐτὰρ Ἀθήνη
ἄγχι παρισταμένη μέλε᾽ ἤλδανε ποιμένι λαῶν,
μείζονα δ᾽ ἠὲ πάρος καὶ πάσσονα θῆκεν ἰδέσθαι.
370 ἐκ δ᾽ ἀσαμίνθου βῆ· θαύμαζε δέ μιν φίλος υἱός,
ὡς ἴδεν ἀθανάτοισι θεοῖς ἐναλίγκιον ἄντην·
καί μιν φωνήσας ἔπεα πτερόεντα προσηύδα·
«ὦ πάτερ, ἦ μάλα τίς σε θεῶν αἰειγενετάων
εἶδός τε μέγεθός τε ἀμείνονα θῆκεν ἰδέσθαι.»
375 Τὸν δ᾽ αὖ Λαέρτης πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα·
«αἲ γάρ, Ζεῦ τε πάτερ καὶ Ἀθηναίη καὶ Ἄπολλον,
οἷος Νήρικον εἷλον, ἐϋκτίμενον πτολίεθρον,
ἀκτὴν ἠπείροιο, Κεφαλλήνεσσιν ἀνάσσων,
τοῖος ἐών τοι χθιζὸς ἐν ἡμετέροισι δόμοισι,
380 τεύχε᾽ ἔχων ὤμοισιν, ἐφεστάμεναι καὶ ἀμύνειν
ἄνδρας μνηστῆρας· τῷ κε σφέων γούνατ᾽ ἔλυσα
πολλῶν ἐν μεγάροισι, σὺ δὲ φρένας ἔνδον ἐγήθεις.»
Ὣς οἱ μὲν τοιαῦτα πρὸς ἀλλήλους ἀγόρευον.
οἱ δ᾽ ἐπεὶ οὖν παύσαντο πόνου τετύκοντό τε δαῖτα,
385 ἑξείης ἕζοντο κατὰ κλισμούς τε θρόνους τε.
ἔνθ᾽ οἱ μὲν δείπνῳ ἐπεχείρεον· ἀγχίμολον δὲ
ἦλθ᾽ ὁ γέρων Δολίος, σὺν δ᾽ υἱεῖς τοῖο γέροντος,
ἐξ ἔργων μογέοντες, ἐπεὶ προμολοῦσα κάλεσσε
μήτηρ, γρηῦς Σικελή, ἥ σφεας τρέφε καί ῥα γέροντα
390 ἐνδυκέως κομέεσκεν, ἐπεὶ κατὰ γῆρας ἔμαρψεν.
οἱ δ᾽ ὡς οὖν Ὀδυσῆα ἴδον φράσσαντό τε θυμῷ,
ἔσταν ἐνὶ μεγάροισι τεθηπότες· αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς
μειλιχίοις ἐπέεσσι καθαπτόμενος προσέειπεν·
«ὦ γέρον, ἵζ᾽ ἐπὶ δεῖπνον, ἀπεκλελάθεσθε δὲ θάμβευς·
395 δηρὸν γὰρ σίτῳ ἐπιχειρήσειν μεμαῶτες
μίμνομεν ἐν μεγάροις, ὑμέας ποτιδέγμενοι αἰεί.»
Ὣς ἄρ᾽ ἔφη, Δολίος δ᾽ ἰθὺς κίε χεῖρε πετάσσας
ἀμφοτέρας, Ὀδυσεῦς δὲ λαβὼν κύσε χεῖρ᾽ ἐπὶ καρπῷ,
καί μιν φωνήσας ἔπεα πτερόεντα προσηύδα·
400 «ὦ φίλ᾽, ἐπεὶ νόστησας ἐελδομένοισι μάλ᾽ ἡμῖν
οὐδ᾽ ἔτ᾽ ὀϊομένοισι, θεοὶ δέ σε ἤγαγον αὐτοί,
οὖλέ τε καὶ μάλα χαῖρε, θεοὶ δέ τοι ὄλβια δοῖεν.
καί μοι τοῦτ᾽ ἀγόρευσον ἐτήτυμον, ὄφρ᾽ ἐῢ εἰδῶ,
ἢ ἤδη σάφα οἶδε περίφρων Πηνελόπεια
405 νοστήσαντά σε δεῦρ᾽, ἦ ἄγγελον ὀτρύνωμεν.»
Τὸν δ᾽ ἀπαμειβόμενος προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς·
«ὦ γέρον, ἤδη οἶδε· τί σε χρὴ ταῦτα πένεσθαι;»
Ὣς φάθ᾽, ὁ δ᾽ αὖτις ἄρ᾽ ἕζετ᾽ ἐϋξέστου ἐπὶ δίφρου.
ὣς δ᾽ αὔτως παῖδες Δολίου κλυτὸν ἀμφ᾽ Ὀδυσῆα
410 δεικανόωντ᾽ ἐπέεσσι καὶ ἐν χείρεσσι φύοντο,
ἑξείης δ᾽ ἕζοντο παραὶ Δολίον, πατέρα σφόν.

***
Τόσα του είπε, λύθηκαν τότε του Λαέρτη γόνατα και καρδιά,
αναγνωρίζοντας σημάδια απαραγνώριστα, όσα ομολόγησε ο Οδυσσέας.
Οπότε, απλώνοντας τα δυο του χέρια, κρεμάστηκε από τον λαιμό του,
ενώ λιπόθυμο τον συγκρατούσε πάνω του βασανισμένος ο Οδυσσέας και θείος.
Μόλις ωστόσο πήρε ανάσα κι ήλθε η ψυχή στον τόπο της,
350 βρίσκοντας πάλι τη μιλιά του, είπε:
«Ω Δία πατέρα, αλήθεια υπάρχετε οι θεοί στον Όλυμπο ψηλά,
αν πράγματι οι μνηστήρες πλήρωσαν την αλαζονική τους ύβρη.
Μόνο που τώρα με τρώει ο φόβος, μήπως και καταφθάσουν
εδώ Ιθακήσιοι, κι ακόμη στείλουν μήνυμα παντού να ξεσηκώσουν
απ᾽ τα πολίσματά τους τους Κεφαλλονίτες.»
Ανταποκρίθηκε μιλώντας ο Οδυσσέας πολύγνωμος:
«Πατέρα, ησύχασε, τέτοιες φροντίδες μη σε βασανίζουν.
Ας προχωρήσουμε τώρα στο σπιτικό, που ᾽ναι κοντά στο χτήμα·
φρόντισα κιόλας, έστειλα μέσα τον Τηλέμαχο,
μαζί με τον βουκόλο και τον χοιροβοσκό, στα πεταχτά
360 να ετοιμάσουν γεύμα.»
Έτσι συνομιλώντας, πήραν τον δρόμο για το ωραίο τους σπίτι.
Κι όταν πια φτάνοντας μπήκανε μέσα, πέτυχαν τον Τηλέμαχο,
με τον βουκόλο και τον χοιροβοσκό, να κόβουν κρέατα πολλά,
να συγκερνούν φλογάτο κόκκινο κρασί.
Τότε τον μεγαλόψυχο Λαέρτη, μέσα στο ίδιο του το σπίτι,
η σικελιώτισσα γυναίκα επήρε να τον λούζει, τον άλειψε μετά με λάδι,
του φόρεσε ωραία χλαίνη· οπότε η Αθηνά βρέθηκε
πλάι του, ξανάθρεψε τα μέλη του γέροντα γενάρχη,
τον έκαμε να δείχνει πιο μεγάλος, πιο γεμάτος.
370 Κι έτσι που βγήκε απ᾽ τον λουτρό, ο γιος του τώρα τον καμάρωνε,
βλέποντας πια να μοιάζει με τους αθάνατους θεούς.
Με θαυμασμό τού μίλησε, με λόγια που πετούσαν σαν πουλιά:
«Πατέρα, αλήθεια, κάποιος απ᾽ τους αθάνατους θεούς έβαλε φαίνεται
το χέρι του, κι έγινες ομορφότερος στην όψη και στο ανάστημα.»
Ανταποκρίθηκε ο Λαέρτης, με τη δική του γνώση:
«Είθε, πατέρα Δία, Αθηνά κι Απόλλωνα,
να ήμουν όπως τότε που εκπόρθησα στο Νήρικο ένα καλοχτισμένο κάστρο,
στην άκρη της παράλιας στεριάς, Κεφαλλονίτες κυβερνώντας.
380 Αν ήμουν τέτοιος στο παλάτι χθες, φορώντας άρματα στους ώμους,
αν άνοιγα, στημένος πλάι σου κι εγώ, με τους μνηστήρες πόλεμο,
τότε πολλών τα γόνατα θα είχα παραλύσει, κι εσένα η καρδιά σου
θα σκιρτούσε από χαρά.»
Αυτά συνομιλούσαν κι έλεγαν μεταξύ τους.
Κι όταν οι άλλοι τη δουλειά τους τέλειωσαν κι ετοίμασαν το γεύμα,
κάθησαν όλοι στη σειρά, σε θρόνους και σκαμνιά, έτοιμοι πια να φάνε.
Οπότε καταφθάνουν ο Δολίος κι οι γιοι του γέροντα,
απ᾽ τη δουλειά κατάκοποι. Η μάνα τους τους φώναξε, η σικελή γερόντισσα,
που πάντα αυτή τους φρόντιζε, κι ας είχε πιο πολύ του γέρου της την έγνοια,
390 που πια τον βάραιναν τα γηρατειά.
Μόλις αυτοί είδαν τον Οδυσσέα μπροστά τους και κατάλαβαν,
έμειναν σύξυλοι στης κάμαρας τη μέση· ο Οδυσσέας όμως,
με λόγια μαλακά μιλώντας, πήρε να τους πειράζει:
«Γέροντα, κάθησε να φας, μη στέκεστε άλλο αποσβολωμένοι,
γιατί από ώρα εμείς, μόλο που λαχταρούσαμε να βάλουμε
ψωμί στο στόμα μας, άφαγοι μέναμε και περιμέναμε εσάς πότε θα ᾽ρθείτε.»
Έτσι του μίλησε, και τότε ο Δολίος μπροστά του χύθηκε, τα δυο του χέρια απλώνοντας, πιάνοντας στον καρπό του Οδυσσέα τα χέρια,
τα καταφίλησε, ύστερα μίλησε και πέταξαν τα λόγια του σαν τα πουλιά:
400 «Ω ακριβέ μου, γύρισες, εσύ που τόσο αναζητούσαμε
χωρίς καμιάν ελπίδα πια· μα να οι θεοί που σ᾽ έφεραν τώρα εδώ.
Γερός να είσαι και χαρούμενος, μόνο ευτυχία οι αθάνατοι
να σου χαρίζουν από δω και πέρα.
Αλλά παρακαλώ, δώσε μου απόκριση σ᾽ αυτό, πρέπει να ξέρω το σωστό:
η Πηνελόπη, με το φρόνιμο μυαλό της, το ᾽μαθε άραγε
πως είσαι εδώ, πως νόστησες, ή μήπως πρέπει να της στείλουμε
κάποιον με το καλό μαντάτο;»
Έδωσε αμέσως την απάντηση ο Οδυσσέας πολύγνωμος:
«Γέροντα, ναι, το ᾽μαθε και το ξέρει· λοιπόν δεν έχεις λόγο,
ν᾽ ανησυχείς εσύ γι᾽ αυτό.»
Έτσι του μίλησε, κι εκείνος πάλι κάθησε σ᾽ ένα σκαμνί καλοξυσμένο,
κατόπιν του κι οι γιοι· στον Οδυσσέα γύρω,
410 αφού τον καλωσόρισαν, τα δυο του χέρια σφίγγοντας, τότε κι αυτοί
πήραν τη θέση τους με τη σειρά, πλάι στον Δολίο, τον πατέρα τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου