Κυριακή 10 Απριλίου 2022

Η Ρώμη και ο κόσμος της: 7. Δώρο χριστουγεννιάτικο, ποίημα

7.4. Οβιδίου Μεταμορφώσεις


Εν αρχή ην το χάος - και τα στοιχεία του κόσμου ανάκατα, άμορφα μάχονταν μεταξύ τους. Κατόπιν ο θεϊκός Νους και η συνετή Φύση όρισαν στο καθένα τον τόπο του κι από το χάος δημιούργησαν την τάξη. Φυτά, ζώα και η πρώτη ανθρώπινη γενιά αναφάνηκαν τότε στον ολοκαίνουργιο κόσμο. Ήταν ωραία, τίμια και ειρηνική η πρώτη ανθρώπινη γενιά· αλλά με τον καιρό η αθωότητα χάθηκε και τα κρίματα πλήθαιναν, ώσπου ο Δίας βουλήθηκε να αφανίσει την ξεπεσμένη ανθρωπότητα και έστειλε κατακλυσμό μεγάλο. Μόνο ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα σώθηκαν εξαιτίας της ευσέβειάς τους· κι απ᾽ αυτούς καινούργια φύτρα ανθρώπων αναστήθηκε και γέμισε την οικουμένη.

Ο Μάριος έχει απορροφηθεί. Η χειμωνιάτικη μέρα είναι μικρή, αλλά η αφήγηση είναι απέραντη και σαγηνευτική, και το διάβασμα θα συνεχιστεί με το φως του λυχναριού. Στον μεγάλο αυτό κόσμο που δημιουργούν ο Θεός και η γραφίδα του Ποιητή, πρώτος μεγάλος έρωτας ο έρωτας του θεού Απόλλωνα για την κόρη του Πηνειού ποταμού, την πανέμορφη νύμφη Δάφνη: Μια φορά κι έναν καιρό, στην καταπράσινη κοιλάδα των Τεμπών, ο θεός είδε τη νύμφη και την αγάπησε μεμιάς, όμως εκείνη τρομαγμένη κίνησε να φύγει…

«Στάσου» ικέτευε ο Απόλλωνας. Εκείνη το έβαλε στα πόδια,
άφηκε πίσω τον θεό - και του θεού ανώφελα τα λόγια.
Ξοπίσω εκείνος έτρεξε. «Δάφνη, σταμάτα, σ᾽ αγαπώ - κι εξάλλου
δεν είμαι ο οποιοσδήποτε: είμαι ο γιος του Δία του μεγάλου.
Είμαι προφήτης, ξέρω τα μελλούμενα, ξέρω τα περασμένα·
υπόψιν είμαι και γιατρός - κι ας μην μπορώ να γιατρευτώ από σένα.»
Του κάκου· δεν τον άκουγε. Σαν άνεμος ξεχύθηκε στα όρη,
ανέμιζαν στις αύρες τα μαλλιά και φάνταζε πιο όμορφη η κόρη.
Δεν άντεξε άλλο ο θεός του πόθου στην καρδιά του το δρολάπι -
γρήγορη από φόβο αυτή, πιο γρήγορος εκείνος από αγάπη.
Την πρόφτασε· η κοπελιά εσήκωσε τα χέρια στον αγέρα:
«Η ομορφιά με κάνει ποθητή· άλλαξε τη μορφή μου, ω πατέρα!»
Δεν πρόκανε το λόγο της να πει, πάγωσε η κίνησή της,
φυτρώνει φλούδα ολόγυρα και φυλλωσιά ψηλά στην κεφαλή της·
σαν γιασεμί τα χέρια της, όμως τα χέρια είναι τώρα κλώνοι,
έγινε το κορμάκι της κορμός και σαν κορμός μέσα στη γης ριζώνει.
Εκείνος την αγκάλιασε· φιλούσε ξύλο, δε φιλούσε στόμα
κι αφουγκραζόταν μέσα στον κορμό μία καρδιά που χτύπαγε ακόμα.
«Οι μοίρες δεν το έστερξαν· δε σ᾽ έκανε γυναίκα του ο Απόλλων·
αλλά σα δάφνινο στεφάνι στα μαλλιά θα ᾽σαι δική του
ΣΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ


Ο Μάριος δεν χόρταινε αυτό τον απαράμιλλο οβιδιακό συνδυασμό χαριτωμένης ειρωνείας, άνετου «καλαμπουριού», τρυφερότητας και πάθους που χαρακτήριζε αυτές τις ιστορίες.

Ακούστηκε χτύπημα στην πόρτα και στο δωμάτιο μπήκε η μητέρα του. «Μάριε, σε φωνάζω και δεν παίρνω απάντηση. Το τραπέζι είναι σχεδόν έτοιμο και σε περιμένουμε. Μην αργήσεις, σε παρακαλώ.» Στο γιορτινό δείπνο ήταν προσκεκλημένοι και τέσσερις πέντε πρώην συγκλητικοί, από αυτούς που εκτιμούσε πολύ ο πατέρας του και που σπανίως σχολίαζαν οτιδήποτε πέρα από την τρέχουσα πολιτική επικαιρότητα. «Εντάξει, μητέρα, δε θ᾽ αργήσω.»

Αλλά θα αργούσε γιατί, καθώς ξετύλιγε τον όγδοο τόμο, έπεσε πάνω στην ιστορία του Φιλήμονα και της Βαυκίδας - δυο γερόντια που ζούσαν τίμια, φτωχικά και αρμονικά κάπου στη Φρυγία και που κάποτε φιλοξένησαν, χωρίς να τους αναγνωρίσουν, τον Δία και τον Ερμή, και φυσικά τους έκαναν και το τραπέζι, που ο Μάριος το έβρισκε πολύ πιο ενδιαφέρον από εκείνο που μόλις είχε αναγγείλει η μητέρα του.

Στους φρυγικούς τους λόφους κάποτε έφτασαν ο Ερμής κι ο Δίας,
τη θεϊκή θωριά τους κρύβοντας. Τους βρήκε εκεί το βράδυ.
Χίλιες χτύπησαν πόρτες και κατάλυμα γυρέψανε·
χίλιοι αρνήθηκαν και σύραν τις αμπάρες.
Ένα μονάχα σπιτικό τούς δέχτηκε, μικρό και ταπεινά φτιαγμένο.
Γερόντοι οι νοικοκύρηδες, Φιλήμων και Βαυκίδα,
όμοιοι στα χρόνια, όμοιοι στην ψυχή,
ζούσαν αντάμα από τα νιάτα τους, και δίχως βαρυγκόμια
τα πάντα μοιραστήκαν στη ζωή,
κι αντάμα βάσταγαν την τίμια φτώχεια.
Την κεφαλή χαμήλωσαν στο χαμηλό πορτάκι
και στην καλύβα καταδεχτικοί πέρασαν οι Ολύμπιοι.
Έβαλε ο Φιλήμονας ευθύς σκαμνί, τα πόδια τους να ξεκουράσουν,
κι ένα σκουτί η Βαυκίδα έριξε από πάνω.
Τη χόβολη στο τζάκι ανακάτεψε η γριά, έριξε ξύλα
και τη γεροντική εξόδευε ανάσα της για να σηκώσει φλόγα.
Τη χύτρα έβαλε μετά στην πυροστιά και μέσα
χορτάρια και λαχανικά απ᾽ τον μικρό μπαχτσέ φρεσκοκομμένα
επήρε να τα βράζει για το δείπνο τους.
Πολλά δεν ήταν. Κρεμότανε στης στέγης το δοκάρι
κι ένα κομμάτι κρέας χοιρινό. Άλλο δεν είχαν,
μα το κατέβασαν κι εκείνο για τους ξένους.
Τρεμάμενη απ᾽ τα γηρατειά και ανασκουμπωμένη
τραπέζι έστησε καταμεσίς η γραία·
ήταν το ένα το ποδάρι του κοντό, κι ένα σπασμένο κεραμίδι
στα ίσια το ᾽φερε. Απάνω βάζει λιγοστές ελιές,
τυρόγαλο κι αβγά στη χόβολη ψημένα,
λίγα σταφύλια και δαμάσκηνα - κι αυτό ήταν όλο.
Λιτή η τράπεζα και λιγοστό κρασί,
όμως περίσσευε καλή καρδιά κι όψη καλοσυνάτη.
Σώθηκε στην κανάτα το κρασί· κι έξαφνα οι γερόντοι
τη βλέπουν πάλι να γιομίζει μοναχή της.
Άφωνοι απόμειναν κι οι δυο· θαρρούνε πως θύμωσαν οι θεοί
που είναι το δείπνο φτωχικό και στέλνουνε σημάδι.
Ζητούν συχώρεση, παρακαλάν και σαστισμένοι
μια χήνα που είχαν στην αυλή εκίνησαν να σφάξουν,
των αθανάτων να καλμάρουν την οργή.
Άπιαστη η χήνα, έκρωζε και ξέφευγε καθώς
τρεμάμενοι τη γυροφέρναν οι γερόντοι·
τέλος στα πόδια φάνηκε των ξένων να κουρνιάζει
σα να ζητούσε από θεούς βοήθεια.
Τότε μίλησαν Δίας και Ερμής: «Αφήστε την! Φιλέψατε θεούς.
Οι ασεβείς γειτόνοι σας αμάρτησαν και θα πληρώσουν.
Εσείς μονάχα απείραχτοι θα μείνετε· μόνο ξοπίσω μας ελάτε
ψηλά στου λόφου την κορφή, κι αφήστε το καλύβι.»
Παίρνουνε καταπόδι τους θεούς και στο ραβδί σκυμμένοι
ανηφορίζουν την πλαγιά ψηλά τραβώντας.
Κάποτε στρέψανε τα βλέμματά τους πίσω:
ολούθε βλέπουνε νερό, η λαγκαδιά πνιγμένη
και μοναχά το ταπεινό καλύβι τους φαινόταν.
Κι όπως το ριζικό των άλλων κλαίγανε, θωρούνε
ναός περίλαμπρος να γίνεται το φτωχικό τους σπίτι:
οι πάσσαλοι κολόνες από μάρμαρο, η στέγη, καλαμιές και άχυρο,
τώρα από χρυσάφι κιτρινίζει
κι οι πόρτες θύρες τώρα σκαλιστές από τεχνίτη χέρι.
Κι εκεί απάνω μίλησε ο θεός, ο μέγας Δίας:
«Σεβάσμιε γέροντα κι εσύ γερόντισσα αντάξιά του,
ποια η επιθυμία σας; Μιλήστε και θα γίνει!»
Λίγες κουβέντες άλλαξαν παράμερα οι δυο
κι ευθύς κοινή τη βούλησή τους φανερώνουν:
«Σε τούτο το ναό φύλακες να γενούμε και ιερείς·
κι όταν τα μονοιασμένα χρόνια μας φτάσουν το πλήρωμά τους,
ομάδι να τελειώσουμε, μη δει το ξόδι μου αυτή
μήτε κι εγώ το ξόδι το δικό της.»
Είπανε, κι έτσι έγινε, και τον ναό φυλάγαν όσο ζούσαν.

Μια μέρα όπου κάθονταν κι οι δυο μπρος στου ναού τη θύρα
και μολογούσαν τη ζωή και την κοινή τους μοίρα,
φύλλωμα στον Φιλήμονα τον γέροντα ολόγυρα φουντώνει
κι όμοια στης Βαυκίδας το κορμί φύλλο πυκνό φυτρώνει.
Κι όπως η πρασινάδα θέριευε κι απλώνονταν το θάμα
το «χαίρε» πρόκαναν να πουν - και το ᾽πανε αντάμα.
Κι οι ντόπιοι ίσαμε σήμερα στης λαγκαδιάς το κέντρο
δείχνουν τον τόπο που ανθεί το δίδυμο το δέντρο
.

Η μια ιστορία έφερνε την άλλη. Με τα μάτια του ποιητή ο Μάριος παρακολουθούσε μιαν ατέλειωτη, πολύχρωμη παρέλαση θεών, ημιθέων, ηρώων και θνητών στα μήκη και τα πλάτη της οικουμένης. Ο αστόχαστος νεαρός Φαέθων, γιος του Φοίβου-Ήλιου, που ζητάει να οδηγήσει το άρμα του πατέρα του (χωρίς φυσικά να διαθέτει το απαραίτητο δίπλωμα), κι εκείνος, το ίδιο αστόχαστα, του το δίνει - ο Φαέθων που απογειώνεται και μεσουρανεί ευτυχισμένος αλλά γρήγορα νιώθει ίλιγγο, χάνει τα χαλινάρια από τα χέρια του και, καθώς το άρμα του Ήλιου πλησιάζει τη γη, προκαλεί πυρκαγιά οικουμενικών διαστάσεων. Ύστερα διαβάζει και για την άλλη μοιραία πτήση, του Δαίδαλου και του Ίκαρου - πώς πέταξαν με τα φτερά που είχε επινοήσει ο μέγας τεχνίτης από την Κρήτη με κατεύθυνση την Αθήνα και πώς από ψηλά ο νεαρός Ίκαρος μετρούσε μια μια τις όμορφες Κυκλάδες, πώς τέλος πλησίασε τον ήλιο κι εκείνος έλιωσε τους κέρινους συνδέσμους των φτερών κι ο κόσμος ονομάτισε Ικάριο το πέλαγος που έγινε ο τάφος του παλληκαριού.

Ήταν εκεί και ο ανόητος βασιλιάς Μίδας, που πόθησε χρυσάφι να γίνεται ό,τι άγγιζε με το σώμα του και το μετάνιωσε στο τέλος πικρά· εκεί ήταν κι εκείνος ο Πυγμαλίων, που κατασκεύασε άγαλμα κοριτσιού από φίλντισι και, όταν έπεσε σε έρωτα βαθύ για το δημιούργημα των ίδιων των χεριών του, παρακάλεσε την Αφροδίτη να δώσει πνοή ζωντανής γυναίκας στο άγαλμα· εκεί και ο πανέμορφος νεαρός Νάρκισσος, που μια μέρα καθρεφτίστηκε στο νερό της λίμνης και ερωτεύθηκε το είδωλό του· ο Ορφέας, ο αρχιλυράρης και αρχιμουσικός, που όταν κατέβηκε στον Άδη για να φέρει πίσω στους ζωντανούς την Ευρυδίκη, την αγαπημένη του γυναίκα, οι θεοί τον λυπήθηκαν και του την έδωσαν, αλλά με έναν όρο: να μη γυρίσει πίσω να τη δει μέχρι να φτάσουν στον απάνω κόσμο.

Πήραν το μονοπάτι το έρημο κινώντας από τ᾽ άραχλα του Άδη·
ορθή ανηφόρα κι άφεγγη πνιγμένη στο σκοτάδι.
Σίμωναν τώρα της ζωής το φως, λίγες οργιές ακόμα,
κι εκείνος από φόβο μη χαθεί το λατρεμένο σώμα
λησμόνησε τον λόγο των θεών. Στρέφει το βλέμμα. Φρίκη!
Ξοπίσω γλίστραγε στη μαύρη γης, άφαντη η Ευρυδίκη…
Την αγκαλιά του ορέγονταν και άπλωνε τα χέρια της με πάθος·
κι αγέρα μόνο άδραχνε ως χάνονταν στης άβυσσος το βάθος.
Πέθαινε δεύτερη φορά, μα δεν παραπονιόταν στον καλό της:
πως την αγάπησε πολύ, αυτό μονάχα το παράπονό της.
Πέθαινε δεύτερη φορά, κι ως γύριζε στα μέρη του θανάτου,
το «χαίρε» που έκραξε στερνά σβησμένο έφτανε στ᾽ αφτιά του.


Διάβαζε ο Μάριος για ποτάμια που ποθούσαν όμορφες νύμφες και τις πλημμύριζαν από έρωτα, για κορίτσια σαν τα κρύα τα νερά που μεταμορφώνονταν σε κρήνες και πηγές, για βασιλιάδες που πέτρωναν· για τον βασιλιά Κήυκα, που πνίγηκε σε ναυάγιο και ο θεός Ύπνος έστειλε όνειρο στη γυναίκα του την Αλκυόνη για να της φανερώσει την ακτή όπου το κύμα είχε ξεβράσει το άψυχο σώμα του άντρα της.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου