Κυριακή 14 Ιουνίου 2020

ΠΛΑΤΩΝ: Ἵππίας μείζων (287d-288e)

Απόπειρες ορισμού του ωραίου

ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Ἀλλὰ μέντοι δῆλον ὅτι σὺ κάλλιον οἶσθα. ὅμως δέ, ὠγαθέ, ἄθρει· ἐρωτᾷ γάρ σε οὐ τί ἐστι καλόν, ἀλλ᾽ ὅτι [287e] ἐστὶ τὸ καλόν.
ΙΠΠΙΑΣ. Μανθάνω, ὠγαθέ, καὶ ἀποκρινοῦμαί γε αὐτῷ ὅτι ἐστι τὸ καλόν, καὶ οὐ μή ποτε ἐλεγχθῶ. ἔστι γάρ, ὦ Σώκρατες, εὖ ἴσθι, εἰ δεῖ τὸ ἀληθὲς λέγειν, παρθένος καλὴ καλόν.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Καλῶς γε, ὦ Ἱππία, νὴ τὸν κύνα καὶ εὐδόξως ἀπεκρίνω. ἄλλο τι οὖν, ἂν ἐγὼ τοῦτο ἀποκρίνωμαι, τὸ [288a] ἐρωτώμενόν τε ἀποκεκριμένος ἔσομαι καὶ ὀρθῶς, καὶ οὐ μή ποτε ἐλεγχθῶ;
ΙΠΠΙΑΣ. Πῶς γὰρ ἄν, ὦ Σώκρατες, ἐλεγχθείης, ὅ γε πᾶσιν δοκεῖ καὶ πάντες σοι μαρτυρήσουσιν οἱ ἀκούοντες ὅτι ὀρθῶς λέγεις;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Εἶεν· πάνυ μὲν οὖν. φέρε δή, ὦ Ἱππία, πρὸς ἐμαυτὸν ἀναλάβω ὃ λέγεις. ὁ μὲν ἐρήσεταί με οὑτωσί πως· «Ἴθι μοι, ὦ Σώκρατες, ἀπόκριναι· ταῦτα πάντα ἃ φῂς καλὰ εἶναι, εἰ τί ἐστιν αὐτὸ τὸ καλόν, ταῦτ᾽ ἂν εἴη καλά;» ἐγὼ δὲ δὴ ἐρῶ ὅτι εἰ παρθένος καλὴ καλόν, ἔστι δι᾽ ὃ ταῦτ᾽ ἂν εἴη καλά;
[288b] ΙΠΠΙΑΣ. Οἴει οὖν ἔτι αὐτὸν ἐπιχειρήσειν σε ἐλέγχειν ὡς οὐ καλόν ἐστιν ὃ λέγεις, ἢ ἐὰν ἐπιχειρήσῃ, οὐ καταγέλαστον ἔσεσθαι;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Ὅτι μὲν ἐπιχειρήσει, ὦ θαυμάσιε, εὖ οἶδα· εἰ δὲ ἐπιχειρήσας ἔσται καταγέλαστος, αὐτὸ δείξει. ἃ μέντοι ἐρεῖ, ἐθέλω σοι λέγειν.
ΙΠΠΙΑΣ. Λέγε δή.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ. «Ὡς γλυκὺς εἶ,» φήσει, «ὦ Σώκρατες. θήλεια δὲ ἵππος καλὴ οὐ καλόν, ἣν καὶ ὁ θεὸς ἐν τῷ χρησμῷ ἐπῄνεσεν;» [288c] τί φήσομεν, ὦ Ἱππία; ἄλλο τι ἢ φῶμεν καὶ τὴν ἵππον καλὸν εἶναι, τήν γε καλήν; πῶς γὰρ ἂν τολμῷμεν ἔξαρνοι εἶναι τὸ καλὸν μὴ καλὸν εἶναι;
ΙΠΠΙΑΣ. Ἀληθῆ λέγεις, ὦ Σώκρατες· ἐπεί τοι καὶ ὀρθῶς αὐτὸ ὁ θεὸς εἶπεν· πάγκαλαι γὰρ παρ᾽ ἡμῖν ἵπποι γίγνονται.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ. «Εἶεν,» φήσει δή· «τί δὲ λύρα καλή; οὐ καλόν;» φῶμεν, ὦ Ἱππία;
ΙΠΠΙΑΣ. Ναί.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Ἐρεῖ τοίνυν μετὰ τοῦτ᾽ ἐκεῖνος, σχεδόν τι εὖ οἶδα ἐκ τοῦ τρόπου τεκμαιρόμενος· «Ὦ βέλτιστε σύ, τί δὲ χύτρα καλή; οὐ καλὸν ἄρα;»
[288d] ΙΠΠΙΑΣ. Ὦ Σώκρατες, τίς δ᾽ ἐστὶν ὁ ἄνθρωπος; ὡς ἀπαίδευτός τις ὃς οὕτω φαῦλα ὀνόματα ὀνομάζειν τολμᾷ ἐν σεμνῷ πράγματι.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Τοιοῦτός τις, ὦ Ἱππία, οὐ κομψὸς ἀλλὰ συρφετός, οὐδὲν ἄλλο φροντίζων ἢ τὸ ἀληθές. ἀλλ᾽ ὅμως ἀποκριτέον τῷ ἀνδρί, καὶ ἔγωγε προαποφαίνομαι· εἴπερ ἡ χύτρα κεκεραμευμένη εἴη ὑπὸ ἀγαθοῦ κεραμέως λεία καὶ στρογγύλη καὶ καλῶς ὠπτημένη, οἷαι τῶν καλῶν χυτρῶν εἰσί τινες δίωτοι, τῶν ἓξ χοᾶς χωρουσῶν, πάγκαλαι, εἰ τοιαύτην ἐρωτῴη [288e] χύτραν, καλὴν ὁμολογητέον εἶναι. πῶς γὰρ ἂν φαῖμεν καλὸν ὂν μὴ καλὸν εἶναι;
ΙΠΠΙΑΣ. Οὐδαμῶς, ὦ Σώκρατες.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ. «Οὐκοῦν καὶ χύτρα,» φήσει, «καλὴ καλόν; ἀποκρίνου.»
ΙΠΠΙΑΣ. Ἀλλ᾽ οὕτως, ὦ Σώκρατες, ἔχει, οἶμαι· καλὸν μὲν καὶ τοῦτο τὸ σκεῦός ἐστι καλῶς εἰργασμένον, ἀλλὰ τὸ ὅλον τοῦτο οὐκ ἔστιν ἄξιον κρίνειν ὡς ὂν καλὸν πρὸς ἵππον τε καὶ παρθένον καὶ τἆλλα πάντα τὰ καλά.

***
Πρώτος ορισμός του όμορφου.

ΣΩ. Φυσικά, συ ξέρεις καλύτερα. Όμως κοίταξε, καλέ μου: σε ρωτάει όχι τί είναι όμορφο παρά τί [287e] είναι το όμορφο.
ΙΠ. Κατάλαβα, καλέ μου, και θα του αποκριθώ τί πράγμα είναι το όμορφο, και δεν υπάρχει κανένας φόβος να με βγάλει πως δεν ξέρω τί λέω. Αν πρέπει να πω την αλήθεια, Σωκράτη, ξέρε το καλά, μια όμορφη κοπέλα είναι κάτι όμορφο.
ΣΩ. Όμορφη, αλήθεια, μά το σκύλο, Ιππία, και περίφημη η απόκρισή σου. Αν λοιπόν εγώ του δώσω την απόκριση αυτή, [288a] δεν θα έχω δώσει άλλη απόκριση παρά σ᾽ αυτό που με ρώτησε, και μάλιστα σωστή, και δεν υπάρχει φόβος να με βγάλουν πως δεν ξέρω τί λέω. Έτσι δεν είναι;
ΙΠ. Και πώς θα έβγαινες ψεύτης, Σωκράτη, τη στιγμή που όλος ο κόσμος έχει αυτή τη γνώμη, και όλοι όσοι ακούν θα μαρτυρήσουν ότι μιλείς σωστά;
ΣΩ. Πάει καλά!
ΙΠ. Έτσι είναι.
ΣΩ. Έλα όμως τώρα, Ιππία, να πάρω πάνω μου αυτό που λες σαν να το λέω εγώ. Εκείνος τότε θα με ρωτήσει κάπως έτσι: Εμπρός, Σωκράτη, αποκρίσου μου! Όλα αυτά που λες πως είναι όμορφα θα μπορούσαν να είναι όμορφα, μόνο αν υπάρχει το όμορφο καθαυτό. Ή όχι; Και εγώ θα πω πως αν η όμορφη κοπέλα είναι κάτι όμορφο, τότε υπάρχει κάτι που εξαιτίας του αυτά τα πράγματα μπορούν να είναι όμορφα.
[288b] ΙΠ. Και φαντάζεσαι πως αυτός θα δοκιμάσει πια να σε βγάλει ψεύτη, πως δεν είναι όμορφο αυτό που λες, ή, αν δοκιμάσει, πως δεν θα γελάσουν μαζί του όλοι;
ΣΩ. Πως θα δοκιμάσει, ξακουστέ μου φίλε, το ξέρω καλά. Αν τώρα δοκιμάζοντας κάνει τους άλλους να γελάσουν μαζί του, αυτό θα το δείξει το ίδιο το πράγμα. Θέλω όμως να σου πω το τί εκείνος θα πει.
ΙΠ. Και δεν το λες!
ΣΩ. Σωκράτη μου, να σε χαρώ, θα πει. Και η φοράδα η όμορφη, που και ο θεός την παίνεψε στο χρησμό του, δεν είναι όμορφο πράγμα; [288c] Τί θα πούμε, Ιππία; Θα του πούμε πως και η φοράδα είναι όμορφο πράγμα, όποια βέβαια είναι όμορφη. Ή όχι; Πώς θα τολμούσαμε να αρνηθούμε για το όμορφο πως δεν είναι όμορφο;
ΙΠ. Αλήθεια λες, Σωκράτη. Και ο θεός σωστά το είπε· γιατί στον τόπο μου έχουμε πολύ όμορφα άλογα.
ΣΩ. Καλά, θα πει· και η λύρα η όμορφη; Δεν είναι όμορφο πράγμα; Να το δεχτούμε, Ιππία;
ΙΠ. Ναι.
ΣΩ. Και εκείνος έπειτα από αυτό θα πει — είμαι λίγο πολύ σίγουρος, αν κρίνω από τον τρόπο που σκέφτεται: Καλέ μου εσύ, τί θα πεις για τη χύτρα την όμορφη; Δεν είναι τάχα όμορφο πράγμα;
[288d] ΙΠ. Μα ποιός είναι ο άνθρωπος αυτός, Σωκράτη; Πόσο αμόρφωτος πρέπει να είναι, την ώρα που τολμάει σε ένα τόσο σοβαρό ζήτημα να εκφράζεται με τόσο πρόστυχες εκφράσεις.
ΣΩ. Τέτοιος είναι, Ιππία! Με καθόλου λεπτούς τρόπους, ένας από τον χοντρό λαό, που δεν νοιάζεται για τίποτε άλλο έξω από την αλήθεια. Οπωσδήποτε, πρέπει να δώσουμε απόκριση στον άνθρωπο, και εγώ τουλάχιστο τη λέω από τώρα τη γνώμη μου: Αν η χύτρα είναι φτιαγμένη από καλόν τσουκαλά, γυαλιστερή και στρογγυλή και καλοψημένη, όπως είναι κάτι όμορφες χύτρες με δύο αυτιά, που χωρούν έξι χόες, πάρα πολύ όμορφες — αν ρωτούσε για μια τέτοια [288e] χύτρα, πρέπει να συμφωνήσουμε πως είναι όμορφη. Πώς μπορούμε για ένα πράγμα που είναι όμορφο να πούμε πως δεν είναι όμορφο;
ΙΠ. Με κανέναν τρόπο, Σωκράτη.
ΣΩ. Και μια χύτρα λοιπόν όμορφη, θα πει, δεν είναι κάτι όμορφο; Δώσε απόκριση.
ΙΠ. Νομίζω ωστόσο, Σωκράτη πως το πράγμα έχει έτσι: Και αυτό το κουζινικό είναι βέβαια όμορφο, αν είναι όμορφα δουλεμένο, γενικά όμως, αν το συγκρίνουμε με τη φοράδα και την κοπέλα και όλα τα άλλα όμορφα, δεν αξίζει να πούμε πως είναι όμορφο.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου