Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015

Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, Τα μυστικά της γλώσσας

Οι ήχοι της γλώσσας και οι ήχοι των ζώων

Η λέξη πόνος, όπως και όλες οι άλλες λέξεις της γλώσσας, είναι φτιαγμένη από ήχο· όπως από ήχο είναι φτιαγμένα τα βογκητά, οι κραυγές κλπ. Αλλά ο ήχος από τον οποίο είναι φτιαγμένη η λέξη διαφέρει από τον ήχο με τον οποίο είναι φτιαγμένη η κραυγή ή το βογκητό ή το γάβγισμα,   γιατί μπορεί να χωριστεί σε μικρότερα κομμάτια. Έτσι, όλοι ξέρουμε ότι η λέξη τόνος π.χ. αποτελείται από τα γράμματα τ, ο, ν, ο, ς. Τα γράμματα είναι οι εικόνες των ήχων πάνω σε ένα χαρτί. Αν συνδυάσουμε διαφορετικά αυτά τα γράμματα και τους ήχους που απεικονίζουν, θα φτιάξουμε μια άλλη λέξη: νότος. Ένα ακόμη παράδειγμα: αν συνδυάσουμε διαφορετικά τα γράμματα της λέξης μόνος, έχουμε τη λέξη νόμος.
 
Το γάβγισμα του σκύλου όμως δεν μπορεί να χωριστεί σε μικρότερα κομμάτια. Αυτό μπορεί να το καταλάβει κανείς αν σκεφτεί πώς γράφουμε συνήθως αυτή τη συμπεριφορά του σκυλιού: γαβ. Οι συνδυασμοί αβγ, αγβ, βαγ, βγα και γβα δεν σημαίνουν τίποτε για το σκυλί. Το γαβ του σκυλιού εκφράζει ολόκληρο την αντίδρασή του σε κάποιο ερέθισμα και δεν χωρίζεται σε μικρότερα κομμάτια. Η γλώσσα όμως φτιάχνεται από κομμάτια ήχου χωρίς νόημα, τα οποία σε διάφορους συνδυασμούς δημιουργούν τις λέξεις, δηλαδή τις εκφράσεις με νόημα. Αυτό άλλωστε φαίνεται και σε αυτό που όλοι ξέρουμε: το αλφάβητο. Τα 24 γράμματα του αλφαβήτου, που είναι οι εικόνες των ήχων της ελληνικής γλώσσας, δίνουν σε διάφορους συνδυασμούς όλο το λεξιλόγιο της ελληνικής γλώσσας. Αυτό είναι το μεγάλο μυστικό της γλώσσας.
 
Αυτό το μυστικό εξηγεί γιατί η λέξη πόνος μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς να πονάμε, ενώ το βογκητό του πόνου δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς να πονάμε: ο ήχος του βογκητού είναι ο ίδιος ο ήχος του πόνου, όπως τον ζούμε εκείνη τη στιγμή. Ενώ ο ήχος της λέξης πόνος δεν συνδέεται άμεσα με το αίσθημα του πόνου. Γι' αυτό και μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη λέξη αυτή χωρίς να πονάμε. Αποτελείται από πέντε κομμάτια ήχου, τα οποία σε άλλους συνδυασμούς μπορούν να εκφράσουν άλλα πράγματα. Αυτό είναι που κάνει τον ήχο της κραυγής φυσικό ήχο και τον ήχο της λέξης πόνος, και της κάθε λέξης, γλωσσικό ήχο. Γι' αυτό και οι φυσικοί ήχοι είναι σε όλες τις γλώσσες ίδιοι (με τον ίδιο τρόπο βογκάνε ή κραυγάζουν οι Άγγλοι, οι Γάλλοι κλπ.) και δεν μαθαίνονται. Κανένας από εμάς δεν έμαθε να βογκάει, να κραυγάζει· το ίδιο ισχύει και για τα ζώα. Οι φυσικοί ήχοι των ζώων είναι μια ενστικτώδης συμπεριφορά, δηλαδή μια συμπεριφορά που δεν μαθαίνεται. Αντίθετα, οι ήχοι της γλώσσας μαθαίνονται. Το μικρό παιδί μαθαίνει σιγά σιγά ότι οι συνδυασμοί των πέντε ήχων π, ο, ν, ο, ς, που σχηματίζουν τη λέξη πόνος, σημαίνουν κάτι.

Πώς οι λέξεις σημαίνουν κάτι;

Όλοι ξέρουμε ότι, ενώ δεν υπάρχουν λεξικά , για τους φυσικούς ήχους (κραυγές, βογκητά κλπ.) ή τις συμπεριφορές των ζώων, υπάρχουν λεξικά για τη γλώσσα. Αν ανοίξουμε ένα λεξικό στη λέξη παιδί,   θα δούμε ότι η σημασία που δίνει είναι «άνθρωπος, αρσενικού ή θηλυκού γένους, μικρής ηλικίας». Αν ψάξουμε στη λέξη κότα, θα βρούμε ότι σημαίνει «είδος κατοικίδιου πτηνού που εκτρέφεται για τα αβγά και για το κρέας του». Αν βρούμε τη λέξη πόνος, θα δούμε ως σημασία «(έντονα) δυσάρεστο αίσθημα, που προκαλείται σε σημείο, σε περιοχή ή σε όργανο του σώματος από αρρώστια, χτύπημα, τραυματισμό ή από άλλες βλάβες και αιτίες». Όπως θα παρατηρήσετε, η σημασία των τριών αυτών λέξεων δίνεται μέσα από μια περιγραφή που χρησιμοποιεί άλλες λέξεις.
Η σημασία λοιπόν των λέξεων είναι μια περιγραφή. Και αυτό ακριβώς τις ξεχωρίζει από τις κραυγές, τα βογκητά, τα γαβγίσματα, που δεν αποτελούν περιγραφές αλλά φυσικές, ενστικτώδεις αντιδράσεις σε ερεθίσματα που σημαίνουν κάτι, χωρίς ωστόσο να το περιγράφουν. Ο γλωσσικός ήχος κλείνει μέσα του μια περιγραφή, ενώ ο φυσικός ήχος δεν κάνει κάτι τέτοιο.
 
Το μυστικό ωστόσο της γλώσσας δεν τελειώνει εδώ. Αν προσέξετε τις περιγραφές που δίνουν τα λεξικά για τις τρεις λέξεις που είδαμε πιο πάνω, θα δείτε ότι όλες είναι γενικές. Με άλλα λόγια, όταν το λεξικό μάς δίνει τη σημασία της λέξης κότα, δεν μας μιλάει για τη συγκεκριμένη κότα που βλέπουμε σε μια δεδομένη στιγμή, αλλά για τις κότες γενικά, ως ένα είδος ζώου. Όταν μας δίνει τη σημασία για τη λέξη πόνος, δεν μας μιλάει για το αίσθημα του πόνου που νιώθουμε κάποια συγκεκριμένη στιγμή αλλά για τον πόνο γενικά, ως ένα είδος αισθήματος. Όταν, τέλος, διαβάζουμε στο λεξικό τη σημασία της λέξης παιδί, η σημασία αυτή δεν αφορά κάποιο συγκεκριμένο παιδί, όπως το βλέπουμε μπροστά μας κάποια στιγμή, αλλά τα παιδιά γενικά.
 
Αν θέλουμε να μιλήσουμε για τη συγκεκριμένη κότα, ή για έναν συγκεκριμένο πόνο που αισθανόμαστε, ή για ένα συγκεκριμένο παιδί, θα βάλουμε μπροστά στη λέξη το άρθρο: θα πούμε το παιδί, ο πόνος, η κότα. Με το άρθρο μπορούμε να συνδέσουμε τη γενική περιγραφή, που είναι η σημασία κάθε λέξης, με έναν συγκεκριμένο αντιπρόσωπο του είδους που περιγράφει γενικά η σημασία της λέξης. Έτσι, αν πω Ήρθε το παιδί, αυτό μπορεί να μεταφραστεί με βάση το λεξικό, όπως είδαμε παραπάνω, «ήρθε ένα μέλος του είδους άνθρωπος, αρσενικού ή θηλυκού γένους, μικρής ηλικίας».
 
Οι λέξεις, λοιπόν, σε αντίθεση με τα βογκητά, τα γαβγίσματα και τις κραυγές, περιγράφουν γενικά. Και αυτό σημαίνει μιλώ: σημαίνει ότι έχω στο κεφάλι μου σημασίες, δηλαδή γενικές περιγραφές του κόσμου μέσα στον οποίο ζω. Αυτό λείπει από τα ζώα. Τα ζώα απλώς αντιδρούν με γαβγίσματα, βελάσματα, χλιμιντρίσματα σε ερεθίσματα από το περιβάλλον τους. Αλλά αυτές οι αντιδράσεις δεν έχουν σημασία. Δεν είναι δηλαδή περιγραφές, και μάλιστα γενικές, του κόσμου με τον οποίο έρχονται σε επαφή.
 
Αυτές οι τελευταίες παρατηρήσεις μπορούν να μας βοηθήσουν να καταλάβουμε αυτό που είδαμε λίγο πιο πάνω και το ονομάσαμε το μυστικό της γλώσσας: ότι ο γλωσσικός ήχος, σε αντίθεση με τον φυσικό ήχο της κραυγής, του γαβγίσματος, του βελάσματος κλπ., αποτελείται από ξεχωριστά κομμάτια ήχου, αυτά που αντιπροσωπεύονται στα γράμματα του αλφαβήτου και τα οποία συνδυάζονται με πολλούς τρόπους. Με τους πολλούς συνδυασμούς ενός περιορισμένου αριθμού κομματιών ήχου (τους ονομάζουμε φθόγγους  ) κατασκευάζεται η ποικιλία των σημασιών της γλώσσας.

Όλες οι γλώσσες είναι ίδιες: όλες είναι σχεδιασμένες με τον ίδιο τρόπο

Όλες οι γλώσσες κατασκευάζουν τον πολύ μεγάλο αριθμό λέξεων που έχουν με έναν μικρό, περιορισμένο αριθμό κομματιών ήχου. Και έτσι, παρά τις διαφορές τους ως προς τους ήχους που χρησιμοποιούν, είναι κατά βάθος ίδιες. Δηλαδή έχουν τον ίδιο σχεδιασμό. Και αν διαφέρουν ως προς τους γλωσσικούς ήχους που χρησιμοποιούν, δεν διαφέρουν ως προς τις σημασίες που εκφράζουν. Γι' αυτό και μπορούμε να κάνουμε μεταφράσεις από γλώσσα σε γλώσσα, χωρίς να εμποδιζόμαστε από τις διαφορές των γλωσσικών ήχων (των φθόγγων που χρησιμοποιεί κάθε γλώσσα) και των συνδυασμών τους.
 
Το μεγάλο μυστικό της γλώσσας λοιπόν είναι ότι με έναν μικρό αριθμό ήχων (τους ονομάσαμε φθόγγους) δημιουργεί τη μεγάλη ποικιλία των λέξεων που χρησιμοποιούμε κάθε μέρα. Και αυτή είναι η μεγάλη διαφορά μεταξύ ανθρώπων και ζώων. Αυτό είναι εύκολο να το καταλάβει κανείς, όπως έχουμε ήδη πει, αν σκεφτεί τα γράμματα του αλφαβήτου. Με τα 24 γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου, που απεικονίζουν τους ήχους (τους φθόγγους) της ελληνικής γλώσσας, κατασκευάζονται όλες αυτές οι λέξεις που χρησιμοποιούμε καθημερινά για να μιλήσουμε για μας και για τον κόσμο γύρω μας.

Άλλο είναι τα γράμματα και άλλο είναι οι φθόγγοι

Αλλά εδώ πρέπει να καταλάβουμε ότι τα γράμματα και οι φθόγγοι δεν είναι το ίδιο πράγμα. Οι φθόγγοι είναι ήχος, ενώ τα γράμματα είναι εικόνες (σχέδια) των ήχων αυτών. Όλοι ξέρουμε, επιπλέον, ότι πρώτα μαθαίνουμε να μιλάμε και ύστερα να γράφουμε. Ή ότι μπορούμε να μιλάμε, χωρίς να ξέρουμε να γράφουμε. Και αυτό είναι πολύ συχνό. Πολλοί άνθρωποι δεν κατάφεραν να πάνε στο σχολείο και να μάθουν γράμματα, αλλά αυτό δεν τους εμποδίζει να μιλούν.
 
Επίσης, πολύ συχνά ο τρόπος με τον οποίο γράφουμε μια λέξη είναι διαφορετικός από τον τρόπο που τη λέμε, που την προφέρουμε. Έτσι, γράφουμε παιδί αλλά προφέρουμε peδί. Όσοι ξέρουν αγγλικά, θα παρατηρήσουν το ίδιο και σε αυτή τη γλώσσα: γράφουμε στα αγγλικά night για τη 'νύχτα', ενώ προφέρουμε [náit]. Αλλά γιατί συμβαίνει αυτό; Συμβαίνει γιατί η γλώσσα αλλάζει μέσα στον χρόνο,   εξακολουθούμε όμως συχνά να γράφουμε τις λέξεις έτσι όπως προφέρονταν παλιότερα.
Έτσι, στα αρχαία ελληνικά το αι που βλέπουμε στη λέξη παιδί προφερόταν ακριβώς όπως γράφεται. Μέσα στον χρόνο άλλαξε η προφορά και το αι κατέληξε να προφέρεται σαν [e]. Άλλαξε η προφορά αλλά δεν άλλαξε η γραφή. Έτσι σήμερα γράφουμε παιδί και προφέρουμε [peδί].

Η γλώσσα αλλάζει αλλά δεν χαλάει

Η γλώσσα, λοιπόν, όπως όλα τα πράγματα, αλλάζει μέσα στον χρόνο. Και αλλάζει με τον ίδιο τρόπο που αλλάζει καθετί που χρησιμοποιούμε. Το παντελόνι που φοράμε αλλάζει από τη χρήση του: παλιώνει, αλλάζει χρώμα, σκίζεται κλπ. Η γλώσσα αλλάζει όπως το ρούχο, αλλά δεν χαλάει και δεν φθείρεται. Και δεν χαλάει, γιατί δεν παύει ποτέ να είναι το εργαλείο με το οποίο επικοινωνούν οι άνθρωποι. Η γλώσσα περνάει από γενιά σε γενιά, από τη μάνα στο παιδί και από το παιδί στο δικό του παιδί, και έτσι συνεχίζει να κάνει τη δουλειά της. Μέσα στον χρόνο αλλάζουν οι ήχοι (οι φθόγγοι είδαμε ένα παράδειγμα παραπάνω) και χρησιμοποιούνται καινούργιες λέξεις για να μιλήσουμε για καινούργια πράγματα. Η λέξη υπολογιστής ή κομπιούτερ π.χ. χρησιμοποιείται για να ονομάσει ένα καινούργιο εργαλείο που δεν υπήρχε παλιά. Αντίθετα, η λέξη βοεβόδας, που σήμαινε έναν αξιωματούχο στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, ή η λέξη γαλέρα, που σήμαινε έναν παλιό τύπο καραβιού με πανιά, δεν χρησιμοποιούνται σήμερα,   γιατί δεν υπάρχουν πια βοεβόδες και γαλέρες  .
Τις λέξεις αυτές τις χρησιμοποιούν μόνο αυτοί που ασχολούνται ειδικά με παλιότερες εποχές.
 
Και τις δύο αυτές λέξεις, βοεβόδας και γαλέρα, τις πήρε η ελληνική γλώσσα από άλλες γλώσσες, τις δανείστηκε. Αυτό γίνεται συνεχώς. Όλες οι γλώσσες δανείζουν η μία στην άλλη. Σήμερα στα ελληνικά υπάρχουν πολλές λέξεις που προέρχονται από τα αγγλικά: μπαρ, κομπιούτερ· από τα γαλλικά: ασανσέρ- από τα τουρκικά: καβγάς, μεράκι. Αλλά και οι γλώσσες αυτές έχουν με τη σειρά τους δανειστεί από τα ελληνικά. Η λέξη ντίσκο, που μας φαίνεται αγγλική, προέρχεται από την ελληνική λέξη δίσκος (δισκοθήκη  ). Η λέξη anahtar[anaχtár] στα τουρκικά σημαίνει «κλειδί» και βγαίνει από την ελληνική λέξη ανοιχτήρι. Οι γλώσσες λοιπόν δεν έχουν σύνορα. Καθώς αλλάζει ο κόσμος γύρω μας, δανειζόμαστε από άλλες γλώσσες ή δανείζουμε σε άλλες γλώσσες, για να μπορέσουμε να μιλήσουμε για καινούργια πράγματα. Μπορούμε λοιπόν να καταλάβουμε γιατί η γλώσσα, σε αντίθεση με το παντελόνι που φοράμε, αλλάζει χωρίς να χαλάει. Προσαρμόζεται πάντα στις καινούργιες συνθήκες.
 
Μπορεί όμως κάποτε να χαθεί μια γλώσσα. Μια γλώσσα χάνεται, όταν δεν έχει πια ανθρώπους να τη μιλούν, δηλαδή δεν έχει ομιλητές  . Και αυτό συμβαίνει, όταν μια κοινότητα ανθρώπων που μιλάει μια γλώσσα ζει σε ένα περιβάλλον όπου κυριαρχεί μια άλλη γλώσσα. Κυριαρχεί γιατί τη μιλούν πολύ περισσότερο, και γιατί αυτοί που τη μιλούν έχουν πολιτική και κοινωνική δύναμη. Έτσι, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, κοινότητες που μιλούσαν ελληνικά (ελληνόφωνες κοινότητες) αλλά ήταν απομονωμένες στα βάθη της Ανατολής έπαψαν να μιλούν ελληνικά και έγιναν τουρκόφωνες. Οι Ιρλανδοί, που ζούσαν κάτω από την κυριαρχία των Άγγλων, έχασαν τη δική τους παλιά γλώσσα και έγιναν, οι περισσότεροι, αγγλόφωνοι.

Η μητρική γλώσσα

Μητρική μας γλώσσα είναι αυτή που μαθαίνουμε στα πρώτα χρόνια της ζωής μας από το οικογενειακό μας περιβάλλον. Τη μαθαίνουμε χωρίς δασκάλους και σχολεία, με τα ακούσματα από αυτό το περιβάλλον. Όταν πηγαίνουμε στην πρώτη τάξη του δημοτικού, έχουμε ήδη μάθει τη μητρική μας γλώσσα. Ωστόσο, μπορεί σε μια οικογένεια η μητρική γλώσσα των γονιών να μην είναι ίδια, π.χ. η μητέρα να είναι Ελληνίδα και ο πατέρας να μιλάει άλλη γλώσσα. Τότε το μικρό παιδί μαθαίνει και τις δύο γλώσσες. Πάλι χωρίς δασκάλους, μαθήματα και σχολεία. Γίνεται δηλαδή δίγλωσσο.
 
Η μητρική μας γλώσσα δεν είναι πάντα η ίδια με τη γλώσσα του κράτους μέσα στο οποίο ζούμε. Έτσι, στη Θράκη ζουν έλληνες πολίτες που έχουν ως μητρική γλώσσα τα τουρκικά. Ταυτόχρονα μαθαίνουν και μιλούν τη γλώσσα του κράτους στο οποίο ανήκουν, που είναι τα ελληνικά. Τα παιδιά των μεταναστών που ζουν στην Ελλάδα έχουν και αυτά διαφορετική μητρική γλώσσα από την ελληνική, που είναι η γλώσσα του κράτους στο οποίο οι γονείς τους ζουν και εργάζονται. Επίσης, δύο διαφορετικά κράτη μπορεί να μοιράζονται την ίδια γλώσσα. Η αγγλική γλώσσα μιλιέται στην Αγγλία, τις Η.Π.Α., την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία και τον Καναδά. Όλα αυτά τα διαφορετικά κράτη μοιράζονται την ίδια γλώσσα. Η Κύπρος και η Ελλάδα είναι δύο διαφορετικά κράτη με την ίδια γλώσσα.

Η γλώσσα που χρησιμοποιούμε δεν είναι παντού και πάντα η ίδια

Όλοι μας μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι η ελληνική γλώσσα δεν είναι η ίδια σε όλες τις περιοχές της Ελλάδας. Οι Κρητικοί έχουν διαφορετική προφορά και χρησιμοποιούν διαφορετικές λέξεις, και το ίδιο ισχύει και για τους Κύπριους, τους Πόντιους  και άλλους. Αυτές τις διαφορετικές μορφές της ελληνικής από τόπο σε τόπο τις ονομάζουμε διαλέκτους. Τη γλώσσα του σχολείου, των εφημερίδων, της τηλεόρασης, του ραδιοφώνου, της διοίκησης (των υπουργείων, των δημόσιων υπηρεσιών κλπ.) την ονομάζουμε κοινή ελληνική γλώσσα, γιατί είναι αυτή που μιλιέται σε όλη την Ελλάδα. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιος δεν μπορεί να εξακολουθεί να μιλάει στο σπίτι του ή να καταλαβαίνει αυτές τις άλλες μορφές της ελληνικής που ονομάσαμε διαλέκτους. Αλλά αυτές οι διάλεκτοι χάνονται σιγά σιγά για τον ίδιο λόγο που (όπως είδαμε παραπάνω) χάθηκαν κάποιες γλώσσες: γιατί οι ομιλητές τους τις εγκατέλειψαν για χάρη μιας άλλης γλώσσας. Και στην περίπτωση των διαλέκτων αυτοί που τις μιλούν τις εγκαταλείπουν γιατί η κοινή νέα ελληνική είναι η επίσημη γλώσσα του κράτους. Ακριβώς επειδή είναι η επίσημη γλώσσα του κράτους, έχει μεγαλύτερη δύναμη και συνδέεται με αυτό που ονομάζουμε κοινωνική επιτυχία.
 
Επίσης, όλοι μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι δεν χρησιμοποιούμε τη γλώσσα μας πάντα με τον ίδιο τρόπο. Αλλιώς μιλάμε στον πατέρα μας και στη μητέρα μας, αλλιώς μιλάμε στους φίλους μας  , αλλιώς μιλάμε στους δασκάλους μας και στους καθηγητές μας. Η γλώσσα μας λοιπόν χρησιμοποιείται με διαφορετικούς τρόπους, που σχετίζονται με τις περιστάσεις και τους συνομιλητές μας. Υπάρχουν όμως και άλλες μορφές γλώσσας που δεν σχετίζονται μόνο με τον προφορικό λόγο, τις περιστάσεις και τους συνομιλητές: λ.χ. η ποίηση, που είναι ένα ξεχωριστό είδος γλώσσας, με τα δικά της χαρακτηριστικά (π.χ. ομοιοκαταληξία, παιχνίδι με τις λέξεις κλπ.).

Τα μυστικά της γλώσσας, λοιπόν...

Ας ξαναθυμηθούμε, λοιπόν, με λίγα λόγια τα μυστικά της γλώσσας.
 
Πρώτο μυστικό: Οι άνθρωποι μιλούν, τα ζώα δεν μιλούν. Μιλώ σημαίνει χρησιμοποιώ λέξεις που έχουν σημασία· δηλαδή περιγράφουν τον κόσμο. Τα ζώα δεν διαθέτουν λέξεις· απλώς αντιδρούν σε άμεσα ερεθίσματα. Και αυτές οι αντιδράσεις δεν είναι περιγραφές.
 
Δεύτερο μυστικό: Οι λέξεις σε όλες τις γλώσσες είναι φτιαγμένες με τον ίδιο τρόπο: αποτελούνται από μικρά κομμάτια ήχου (τους φθόγγους) χωρίς νόημα, τα οποία συνδυάζονται για να φτιάξουν την τεράστια ποικιλία των λέξεων. Το γεγονός ότι όλες οι γλώσσες είναι φτιαγμένες με αυτό τον τρόπο σημαίνει ότι δεν υπάρχουν καλύτερες και χειρότερες, πλούσιες και φτωχές γλώσσες. Και γι' αυτό πρέπει να σεβόμαστε και να τιμούμε κάθε γλώσσα.
 
Τρίτο μυστικό: Η γλώσσα αλλάζει αλλά δεν χαλάει.
 
Τέταρτο μυστικό: Οι γλώσσες δεν έχουν σύνορα. Και δεν έχουν σύνορα γιατί οι άνθρωποι έρχονται πάντα σε επαφή, άμεση ή έμμεση, με άλλους ανθρώπους από άλλους τόπους. Απόδειξη αυτής της επαφής είναι ο δανεισμός από γλώσσα σε γλώσσα. Ο δανεισμός εξυπηρετεί ανάγκες, και γι' αυτό δεν πρέπει να τον φοβόμαστε ή να τον απορρίπτουμε.
 
Πέμπτο μυστικό: Η γλώσσα έχει «πολλά πρόσωπα»: γεωγραφικές διαλέκτους, καθώς και διάφορες μορφές γλώσσας που εξυπηρετούν τους πολλούς τρόπους με τους οποίους σχετιζόμαστε με τους συνανθρώπους μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου