Σάββατο 11 Ιουνίου 2022

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, ΚΑΤΑ ΚΟΝΩΝΟΣ ΑΙΚΕΙΑΣ

ΔΗΜ 54.15–23

Ανατροπή των αναμενόμενων ισχυρισμών του κατηγορουμένου

Ο Αρίστωνας μηνύει τον Κόνωνα για δόλια επίθεση και ξυλοδαρμό εναντίον του στην Αγορά. Στη διήγησιν προσπάθησε να σκιαγραφήσει την υβριστική συμπεριφορά και τους προπηλακισμούς που υπέστη σε δύο περιπτώσεις: αρχικά από τους γιους του Κόνωνα στο Πάνακτο και στη συνέχεια την κυρίως επίθεση, απότοκο της πρώτης, από τον ίδιο τον Κόνωνα και την παρέα του στην Αγορά, επίθεση που προκάλεσε τον σοβαρότατο τραυματισμό του. Συνεχίζοντας έσπευσε να ανατρέψει τον κύριο ισχυρισμό που ανέμενε ότι θα επικαλούνταν ο κατηγορούμενος, ότι δηλαδή οι νέοι της πόλεως συνήθιζαν να τριγυρίζουν σε συντροφιές, οι οποίες είχαν ονόματα όπως ἰθύφαλλοι ή αὐτολήκυθοι , και ότι δεν ήταν σπάνιες οι περιπτώσεις που τα πειράγματά τους τούς οδηγούσαν σε καυγάδες με άλλες παρέες.


[15] ἐγὼ δ’,
ὦ ἄνδρες δικασταί, χαλεπῶς ἐφ’ οἷς πέπονθα ἐνηνοχώς, οὐχ
ἧττον τοῦτ’ ἀγανακτήσαιμ’ ἂν καὶ ὑβρίσθαι νομίσαιμι, εἰ
οἷόν τ’ εἰπεῖν, εἰ ταῦτ’ ἀληθῆ δόξει Κόνων οὑτοσὶ λέγειν
περὶ ἡμῶν, καὶ τοσαύτη τις ἄγνοια παρ’ ὑμῖν ἐστιν, ὥσθ’,
ὁποῖος ἄν τις ἕκαστος εἶναι φῇ ἢ ὁ πλησίον αὐτὸν αἰτιά-
σηται, τοιοῦτος νομισθήσεται, τοῦ δὲ καθ’ ἡμέραν βίου καὶ
τῶν ἐπιτηδευμάτων μηδ’ ὁτιοῦν ἔσται τοῖς μετρίοις ὄφελος.
[16] ἡμεῖς γὰρ οὔτε παροινοῦντες οὔθ’ ὑβρίζοντες ὑπ’ οὐδενὸς
ἀνθρώπων ἑωράμεθα, οὐδ’ ἄγνωμον οὐδὲν ἡγούμεθα ποιεῖν,
εἰ περὶ ὧν ἠδικήμεθ’ ἀξιοῦμεν κατὰ τοὺς νόμους δίκην
λαβεῖν. ἰθυφάλλοις δὲ καὶ αὐτοληκύθοις συγχωροῦμεν
εἶναι τοῖς υἱέσι τοῖς τούτου, καὶ ἔγωγ’ εὔχομαι τοῖς θεοῖς εἰς
Κόνωνα καὶ τοὺς υἱεῖς τοὺς τούτου καὶ ταῦτα καὶ τὰ τοιαῦθ’
ἅπαντα τρέπεσθαι. [17] οὗτοι γάρ εἰσιν οἱ τελοῦντες ἀλλήλους
τῷ ἰθυφάλλῳ, καὶ τοιαῦτα ποιοῦντες ἃ πολλὴν αἰσχύνην
ἔχει καὶ λέγειν, μή τί γε δὴ ποιεῖν ἀνθρώπους μετρίους.
ἀλλὰ τί ταῦτ’ ἐμοί; θαυμάζω γὰρ ἔγωγε, εἴ τίς ἐστιν πρό-
φασις παρ’ ὑμῖν ἢ σκῆψις ηὑρημένη δι’ ἥν, ἂν ὑβρίζων τις
ἐξελέγχηται καὶ τύπτων, δίκην οὐ δώσει. οἱ μὲν γὰρ νόμοι
πολὺ τἀναντία καὶ τὰς ἀναγκαίας προφάσεις, ὅπως μὴ μεί-
ζους γίγνωνται, προείδοντο, οἷον (ἀνάγκη γάρ μοι ταῦτα καὶ
ζητεῖν καὶ πυνθάνεσθαι διὰ τοῦτον γέγονεν) εἰσὶ κακηγορίας
δίκαι· [18] φασὶ τοίνυν ταύτας διὰ τοῦτο γίγνεσθαι, ἵνα μὴ
λοιδορούμενοι τύπτειν ἀλλήλους προάγωνται. πάλιν αἰκείας
εἰσί· καὶ ταύτας ἀκούω διὰ τοῦτ’ εἶναι τὰς δίκας, ἵνα
μηδείς, ὅταν ἥττων ᾖ, λίθῳ μηδὲ τῶν τοιούτων ἀμύνηται
μηδενί, ἀλλὰ τὴν ἐκ τοῦ νόμου δίκην ἀναμένῃ. τραύματος
πάλιν εἰσὶν γραφαὶ τοῦ μὴ τιτρωσκομένων τινῶν φόνους
γίγνεσθαι. [19] τὸ φαυλότατον, οἶμαι, τὸ τῆς λοιδορίας, πρὸ
τοῦ τελευταίου καὶ δεινοτάτου προεώραται, τοῦ μὴ φόνον
γίγνεσθαι, μηδὲ κατὰ μικρὸν ὑπάγεσθαι ἐκ μὲν λοιδορίας
εἰς πληγάς, ἐκ δὲ πληγῶν εἰς τραύματα, ἐκ δὲ τραυμάτων
εἰς θάνατον, ἀλλ’ ἐν τοῖς νόμοις εἶναι τούτων ἑκάστου τὴν
δίκην, μὴ τῇ τοῦ προστυχόντος ὀργῇ μηδὲ βουλήσει ταῦτα
κρίνεσθαι. [20] εἶτ’ ἐν μὲν τοῖς νόμοις οὕτως· ἂν δ’ εἴπῃ
Κόνων «ἰθύφαλλοί τινές ἐσμεν ἡμεῖς συνειλεγμένοι, καὶ
ἐρῶντες οὓς ἂν ἡμῖν δόξῃ παίομεν καὶ ἄγχομεν», εἶτα γελά-
σαντες ὑμεῖς ἀφήσετε; οὐκ οἴομαί γε. οὐ γὰρ ἂν γέλως
ὑμῶν ἔλαβεν οὐδένα, εἰ παρὼν ἐτύγχανεν ἡνίχ’ εἱλκόμην
καὶ ἐξεδυόμην καὶ ὑβριζόμην, καὶ ὑγιὴς ἐξελθὼν φοράδην
ἦλθον οἴκαδε, ἐξεπεπηδήκει δὲ μετὰ ταῦθ’ ἡ μήτηρ, καὶ
κραυγὴ καὶ βοὴ τῶν γυναικῶν τοσαύτη παρ’ ἡμῖν ἦν ὡσπερ-
ανεὶ τεθνεῶτός τινος, ὥστε τῶν γειτόνων τινὰς πέμψαι
πρὸς ἡμᾶς ἐρησομένους ὅ τι ἐστὶν τὸ συμβεβηκός. [21] ὅλως
δ’, ὦ ἄνδρες δικασταί, δίκαιον μὲν οὐδενὶ δήπου σκῆψιν
οὐδεμίαν τοιαύτην οὐδ’ ἄδειαν ὑπάρχειν παρ’ ὑμῖν, δι’ ἣν
ὑβρίζειν ἐξέσται· εἰ δ’ ἄρ’ ἐστίν τῳ, τοῖς δι’ ἡλικίαν τούτων
τι πράττουσιν, τούτοις ἀποκεῖσθαι προσήκει τὰς τοιαύτας
καταφυγάς, κἀκείνοις οὐκ εἰς τὸ μὴ δοῦναι δίκην, ἀλλ’ εἰς
τὸ τῆς προσηκούσης ἐλάττω. [22] ὅστις δ’ ἐτῶν μέν ἐστιν
πλειόνων ἢ πεντήκοντα, παρὼν δὲ νεωτέροις ἀνθρώποις καὶ
τούτοις υἱέσιν, οὐχ ὅπως ἀπέτρεψεν ἢ διεκώλυσεν, ἀλλ’
αὐτὸς ἡγεμὼν καὶ πρῶτος καὶ πάντων βδελυρώτατος γεγέ-
νηται, τίν’ ἂν οὗτος ἀξίαν τῶν πεπραγμένων ὑπόσχοι δίκην;
ἐγὼ μὲν γὰρ οὐδ’ ἀποθανόντ’ οἴομαι. καὶ γὰρ εἰ μηδὲν
αὐτὸς εἴργαστο τῶν πεπραγμένων, ἀλλ’ εἰ παρεστηκότος
τούτου Κτησίας ὁ υἱὸς ὁ τούτου ταὔθ’ ἅπερ νυνὶ πεποιηκὼς
ἐφαίνετο, τοῦτον ἐμισεῖτ’ ἂν δικαίως. [23] εἰ γὰρ οὕτω τοὺς
αὑτοῦ προῆκται παῖδας ὥστ’ ἐναντίον ἐξαμαρτάνοντας ἑαυτοῦ,
καὶ ταῦτ’ ἐφ’ ὧν ἐνίοις θάνατος ἡ ζημία κεῖται, μήτε φο-
βεῖσθαι μήτ’ αἰσχύνεσθαι, τί τοῦτον οὐκ ἂν εἰκότως παθεῖν
οἴεσθε; ἐγὼ μὲν γὰρ ἡγοῦμαι ταῦτ’ εἶναι σημεῖα τοῦ μηδὲ
τοῦτον τὸν ἑαυτοῦ πατέρ’ αἰσχύνεσθαι· εἰ γὰρ ἐκεῖνον αὐτὸς
ἐτίμα καὶ ἐδεδίει, κἂν τούτους αὑτὸν ἠξίου.

***
[15] Εγώ δε, άνδρες δικασταί, αγανακτών δι' όσα έχω πάθει, ουχί ολιγώτερον ήθελον αγανακτήσει και νομίσει ότι έχω προσβληθή, εάν ήτο δυνατόν να είπω τούτο, εάν ήθελε φανή ο Κόνων αυτός εδώ ότι λέγει την αλήθειαν περί ημών και σεις ευρίσκεσθε εις τοιαύτην άγνοιαν, ώστε έκαστος να νομίζεται τοιούτος, οποίον ήθελε παρουσιάσει ο ίδιος τον εαυτόν του ή οποίος ο γείτων ήθελε κατηγορών παρουσιάσει αυτόν, διά δε τους όπως πρέπει ανθρώπους να μη υπάρχει καμμία ωφέλεια από τον καθημερινόν βίον των και την συμπεριφοράν των.

[16] Ημάς δε κανείς δεν μας είδε ούτε να κάμνωμεν ασχημίας μεθυσμένοι ούτε να βιαιοπραγούμεν κατά τινός, ούτε τώρα πρέπει να θεωρηθώμεν αυθάδεις ζητούντες δικαιοσύνην σύμφωνα με τους νόμους. Ιθύφαλλοι δε και αυτολήκυθοι είναι ελεύθεροι να είναι οι υιοί τούτου και εύχομαι εις τους θεούς να επιστρέψουν όλα αυτά τα αμαρτήματα εις τον Κόνωνα και τους υιούς του.

[17] Διότι ούτοι είναι οι οποίοι μυούσι αλλήλους εις τας τελετάς των ιθυφάλλων και πράττουσι τοιαύτα, τα οποία φέρουν μεγάλην αισχύνην ακόμη και να τα λέγη τις, πολύ δε περισσότερον και να τα πράττουν άνθρωποι έντιμοι. Αλλ' αυτά τι με αφορούν; Θαυμάζω δε εγώ τουλάχιστον, εάν έχη ευρεθή κάποια πρόφασις ή δικαιολογία, η οποία θα εξασφαλίζη την ατιμωρησίαν ενώπιον του δικαστηρίου εκείνου, ο οποίος αποδεικνύεται, ότι βιαιοπραγεί και κτυπά. Διότι οι νόμοι, όλως διόλου αντιθέτως, προέβλεψαν όλας τας εις έκαστην πράξιν αναγκαίας προτροπάς και δικαιολογίας διά να μη γίνωνται μεγαλύτεραι· παραδείγματος χάριν (διότι εξ αιτίας τούτου ηναγκάσθην να ερευνήσω τα ζητήματα ταύτα και να κατατοπισθώ) υπάρχουσι δίκαι διά προσβολήν διά λόγων.

[18] Λέγουν λοιπόν ότι αύται διά τούτο εγένοντο, ίνα μη κατηγορούντες αλλήλους οι άνθρωποι παρασύρωνται να κτυπώνται. Έπειτα υπάρχει η δίκη διά βιαιοπραγίας· και αύται αι δίκαι πληροφορούμαι, ότι διά τούτο εδημιουργήθησαν, ίνα, όταν κάποιος είναι ασθενέστερος, μη αμύνεται με λίθον ή κάποιο παρόμοιον μέσον, αλλά να περιμένη την νόμιμον τιμωρίαν. Υπάρχουν ακόμη καταγγελίαι διά τραυματισμούς, ίνα μη εξ αιτίας των τραυματισμών, γίνωνται φόνοι.

[19] Ακόμη και διά το πλέον ασήμαντον, νομίζω, έχει προβλέψει ο νόμος, προ του τελευταίου και δεινοτάτου, ίνα μη γίνωνται φόνοι, και να μη παρασύρωνται οι άνθρωποι ολίγον κατ' ολίγον από τας λοιδορίας εις τα κτυπήματα, από τα κτυπήματα εις τα τραύματα και από τα τραύματα εις τους φόνους, αλλά η δίκη δι' έκαστον των αδικημάτων τούτων να γίνεται συμφώνως προς τους νόμους και να εξαρτάται η λύσις των διαφορών από την οργήν και την καλήν θέλησιν του πρώτου τυχόντος.

[20] Αυτά λοιπόν λέγουν οι νόμοι· αν δε ο Κόνων είπη: «είμεθα ο όμιλος των ιθυφάλλων και γλεντοκοπούντες κτυπώμεν και πιάνωμεν από τον λαιμόν όποιους μας αρέσει» τότε θα γελάσετε και θα τους αθωώσετε; Δεν το νομίζω βεβαίως. Διότι κανείς από σας δεν θα είχε την επιθυμίαν να γελάση, εάν ήτο παρών, ότε εσυρόμην, και μου έβγαζαν τα ενδύματα και υβριζόμην και, ενώ εξήλθον υγιής από την οικίαν μου, με έφεραν εις αυτήν σηκωτόν, όταν η μήτηρ μου είχε τρέξει έξω από την οικίαν, και αι γυναίκες εις την οικίαν μου εφώναζον και εκραύγαζον τόσον δυνατά, ωσάν να είχα αποθάνει, ώστε μερικοί από τους γείτονας να στείλουν να μας ερωτήσουν τι είχε συμβή.

[21]Εν γένει, άνδρες δικασταί, δεν υπάρχει καμμία δικαιολογία και κανέν δικαίωμα μη επιβολής τιμωρίας, τα οποία είναι δυνατόν να επικαλεσθή τις ενώπιόν σας και διά τα οποία θα έχη το δικαίωμα να βιαιοπραγή· εάν δε κάποιος έχη τούτο το δικαίωμα, αυτό ανήκει εις εκείνους που πράττουν κάτι τοιούτον ένεκα της ηλικίας των· εις αυτούς ανήκει το δικαίωμα να καταφεύγουν εις παρομοίας δικαιολογίας, και εις τούτους όχι διά να μη δικασθούν, αλλά διά να τους επιβληθή τιμωρία μικροτέρα της προσηκούσης. [22] Όποιος όμως έχει ηλικίαν μεγαλυτέραν των πεντήκοντα ετών, ευρίσκεται δε μεταξύ των νεωτέρων και μάλιστα υιών του και όχι μόνον δεν τους αποτρέπει και τους εμποδίζει από τοιαύτας πράξεις, αλλά και τους δίδει το παράδειγμα και τους ξεπερνά εις την βδελυγμίαν, πώς ούτος δεν ήθελε επαξίως και δικαίως τιμωρηθή; Εγώ βεβαίως νομίζω, ότι και αποθανών ακόμη δεν θα αποφύγη την τιμωρίαν. Διότι και εάν ούτος δεν έπραξε τίποτε από όσα επράχθησαν, αι δε βιαιότητες, τας οποίας εβεβαιώθη ότι διέπραξαν ούτοι, τας διέπραξεν ο Κτησίας, ο υιός τούτου, τούτον δικαίως ηθέλετε μισήσει.

[23] Εάν έχη αναθρέψει τους υιούς του, ώστε να μη φοβούνται, ούτε να εντρέπωνται, όταν διαπράττουν ενώπιόν του αδικήματα, διά μερικά των οποίων επιβάλλεται η ποινή του θανάτου, ποίας μεταχειρίσεως νομίζετε, ότι ούτος είναι άξιος; Διότι εγώ μεν νομίζω ότι αυτά είναι σημεία, ότι ουδέ αυτός εντρέπεται τον πατέρα του, διότι εάν ετίμα και εφοβείτο εκείνον, θα είχε την αξίωσιν και οι υιοί του να τον σεβασθούν.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου