Σάββατο 22 Μαΐου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Ἀντιγόνη (162-210)

ΚΡΕΩΝ
ἄνδρες, τὰ μὲν δὴ πόλεος ἀσφαλῶς θεοὶ
πολλῷ σάλῳ σείσαντες ὤρθωσαν πάλιν·
ὑμᾶς δ᾽ ἐγὼ πομποῖσιν ἐκ πάντων δίχα
165 ἔστειλ᾽ ἱκέσθαι, τοῦτο μὲν τὰ Λαΐου
σέβοντας εἰδὼς εὖ θρόνων ἀεὶ κράτη,
τοῦτ᾽ αὖθις, ἡνίκ᾽ Οἰδίπους ὤρθου πόλιν,
κἀπεὶ διώλετ᾽, ἀμφὶ τοὺς κείνων ἔτι
παῖδας μένοντας ἐμπέδοις φρονήμασιν.
170 ὅτ᾽ οὖν ἐκεῖνοι πρὸς διπλῆς μοίρας μίαν
καθ᾽ ἡμέραν ὤλοντο παίσαντές τε καὶ
πληγέντες αὐτόχειρι σὺν μιάσματι,
ἐγὼ κράτη δὴ πάντα καὶ θρόνους ἔχω
γένους κατ᾽ ἀγχιστεῖα τῶν ὀλωλότων.
175 ἀμήχανον δὲ παντὸς ἀνδρὸς ἐκμαθεῖν
ψυχήν τε καὶ φρόνημα καὶ γνώμην, πρὶν ἂν
ἀρχαῖς τε καὶ νόμοισιν ἐντριβὴς φανῇ.
ἐμοὶ γὰρ ὅστις πᾶσαν εὐθύνων πόλιν
μὴ τῶν ἀρίστων ἅπτεται βουλευμάτων,
180 ἀλλ᾽ ἐκ φόβου του γλῶσσαν ἐγκλῄσας ἔχει,
κάκιστος εἶναι νῦν τε καὶ πάλαι δοκεῖ·
καὶ μείζον᾽ ὅστις ἀντὶ τῆς αὑτοῦ πάτρας
φίλον νομίζει, τοῦτον οὐδαμοῦ λέγω.
ἐγὼ γάρ, ἴστω Ζεὺς ὁ πάνθ᾽ ὁρῶν ἀεί,
185 οὔτ᾽ ἂν σιωπήσαιμι τὴν ἄτην ὁρῶν
στείχουσαν ἀστοῖς ἀντὶ τῆς σωτηρίας,
οὔτ᾽ ἂν φίλον ποτ᾽ ἄνδρα δυσμενῆ χθονὸς
θείμην ἐμαυτῷ, τοῦτο γιγνώσκων ὅτι
ἥδ᾽ ἐστὶν ἡ σῴζουσα καὶ ταύτης ἔπι
190 πλέοντες ὀρθῆς τοὺς φίλους ποιούμεθα.
τοιοῖσδ᾽ ἐγὼ νόμοισι τήνδ᾽ αὔξω πόλιν.
καὶ νῦν ἀδελφὰ τῶνδε κηρύξας ἔχω
ἀστοῖσι παίδων τῶν ἀπ᾽ Οἰδίπου πέρι·
Ἐτεοκλέα μέν, ὃς πόλεως ὑπερμαχῶν
195 ὄλωλε τῆσδε, πάντ᾽ ἀριστεύσας δορί,
τάφῳ τε κρύψαι καὶ τὰ πάντ᾽ ἀφαγνίσαι
ἃ τοῖς ἀρίστοις ἔρχεται κάτω νεκροῖς·
τὸν δ᾽ αὖ ξύναιμον τοῦδε, Πολυνείκη λέγω,
ὃς γῆν πατρῴαν καὶ θεοὺς τοὺς ἐγγενεῖς
200 φυγὰς κατελθὼν ἠθέλησε μὲν πυρὶ
πρῆσαι κατάκρας, ἠθέλησε δ᾽ αἵματος
κοινοῦ πάσασθαι, τοὺς δὲ δουλώσας ἄγειν,
τοῦτον πόλει τῇδ᾽ ἐκκεκήρυκται τάφῳ
μήτε κτερίζειν μήτε κωκῦσαί τινα,
205 ἐᾶν δ᾽ ἄθαπτον καὶ πρὸς οἰωνῶν δέμας
καὶ πρὸς κυνῶν ἐδεστὸν αἰκισθέν τ᾽ ἰδεῖν.
τοιόνδ᾽ ἐμὸν φρόνημα, κοὔποτ᾽ ἔκ γ᾽ ἐμοῦ
τιμῇ προέξουσ᾽ οἱ κακοὶ τῶν ἐνδίκων.
ἀλλ᾽ ὅστις εὔνους τῇδε τῇ πόλει, θανὼν
210 καὶ ζῶν ὁμοίως ἐξ ἐμοῦ τιμήσεται

***
ΚΡΕΟΝΤΑΣ
Γέροντες, οι θεοί, αφού με πολύ σάλο
τη χώρα μας ταράξανε, ορθή πάλι
την έστησαν στην πρώτη ασφάλειά της.
Μα τώρα εσάς εγώ, χώριστ᾽ απ᾽ όλους
έστειλα να καλέσουν, γιατί ξέρω
πρώτα πως πάντα στου Λαΐου τους θρόνους
και την αρχή μεγάλο είχατε σέβας,
έπειτα πάλι κι όταν κυβερνούσε
ο Οιδίποδας τη χώρα κι αφού εκείνος
εχάθηκε, την ίδια στα παιδιά τους
κι ασάλευτη φυλάξατε την πίστη.
Τώρα λοιπόν που εκείνοι σε μια μέρα
170 με της διπλής των μοίρας τη βουλή
χαθήκαν, χτυπημένοι και χτυπώντας
με το ανόσιό τους χέρι ο ένας τον άλλο,
εγώ όλη την αρχή του και τους θρόνους
σαν πιο στενός τους συγγενής κρατώ.
Αδύνατο όμως είναι να γνωρίσεις
την ψυχή, τις ιδέες και τη γνώμη
ενός ανθρώπου, πρι δοκιμαστεί
στην εξουσία επάνω και στους νόμους.
Γιατί, για μένα, ένας που ενώ διευθύνει
ολόκληρη τη χώρα, δεν είν᾽ άξιος
την πιο σοφήν απόφαση να παίρνει,
180 μα κλεισμένη κρατεί απ᾽ όποιο φόβο
τη γλώσσα του, και τώρα κι από πάντα
μου φαίνεται ο πιο αχρείαστος πως είναι·
κι όποιος απ᾽ την πατρίδα του πιο πάνω
βάζει ένα φίλο, αυτόν εγώ τον έχω
για τίποτα, γιατί —και μάρτυράς μου
ας είναι ο Δίας που όλα τα βλέπει πάντα—
ποτέ εγώ δε θα σώπαινα, όταν βλέπω
να ᾽ρχεται μια καταστροφή στην πόλη
αντί της σωτηρίας· κι ούτε ποτέ μου
θα ᾽κανα φίλο έναν εχθρό της χώρας.
Γιατί το ξέρω πως αυτή ᾽ναι η μόνη
η σωτηρία, και μόνο όσο το πλοίο,
που μέσα ταξιδεύουμε, ορθό στέκει,
190 τότε ειναι που τους κάνομε τους φίλους.
Με τέτοιους εγώ νόμους τη στηρίζω
τη δύναμη του κράτους, και νά τώρα
τι, σύμφωνα μ᾽ αυτά, έχω προκηρύξει
για τα παιδιά του Οιδίποδα στην πόλη:
Ο Ετεοκλής, που έπεσε πολεμώντας
γι᾽ αυτή μας την πατρίδα, όσο κανένας
πιο ηρωικότερ᾽ απ᾽ αυτόν στη μάχη,
σε μνήμα να ταφεί μ᾽ όσες ταιριάζουν
τιμές στον πιο ένδοξο νεκρό εκεί κάτω.
Μα όσο για τον ομοαίματό του —λέγω
τον Πολυνείκη— που την πατρική του
τη γη και τους εγχώριους τους θεούς του
200 είχε θελήσει, εξόριστος, γυρνώντας,
να κάψει απ᾽ άκρη σ᾽ άκρη, είχε θελήσει
αδερφικό αίμα να γευτεί και σκλάβους
τους δικούς του να πάρει, έχει για όλους
στη χώρ᾽ αυτή απαγορευτεί, κανένας
με τάφο να μην τον τιμήσει, μήτε
να τον θρηνήσει, μ᾽ άθαυτον αφήσουν,
που το κορμί του τα σκυλιά και τα όρνια,
αποτρόπαιο θέαμα, το σπαράξουν.
Έτσι σκέφτομαι εγώ κι ούτε από μένα
τουλάχιστο, ποτέ δε θενα πάρουν
οι κακοί πιότερη τιμή απ᾽ τους δίκιους·
και μόνον όποιος το καλό της χώρας
αυτής θέλει, το ίδιο και πεθαμένος
210 και ζωντανός θα ᾽χει τιμή από μένα.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου