Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Μήδεια (946-975)

ΜΗ. συλλήψομαι δὲ τοῦδέ σοι κἀγὼ πόνου·
πέμψω γὰρ αὐτῇ δῶρ᾽ ἃ καλλιστεύεται
τῶν νῦν ἐν ἀνθρώποισιν, οἶδ᾽ ἐγώ, πολὺ
[λεπτόν τε πέπλον καὶ πλόκον χρυσήλατον]
950 παῖδας φέροντας. ἀλλ᾽ ὅσον τάχος χρεὼν
κόσμον κομίζειν δεῦρο προσπόλων τινά.
εὐδαιμονήσει δ᾽ οὐχ ἓν ἀλλὰ μυρία,
ἀνδρός τ᾽ ἀρίστου σοῦ τυχοῦσ᾽ ὁμευνέτου
κεκτημένη τε κόσμον ὅν ποθ᾽ Ἥλιος
955 πατρὸς πατὴρ δίδωσιν ἐκγόνοισιν οἷς.
λάζυσθε φερνὰς τάσδε, παῖδες, ἐς χέρας
καὶ τῇ τυράννῳ μακαρίᾳ νύμφῃ δότε
φέροντες· οὔτοι δῶρα μεμπτὰ δέξεται.
ΙΑ. τί δ᾽, ὦ ματαία, τῶνδε σὰς κενοῖς χέρας;
960 δοκεῖς σπανίζειν δῶμα βασίλειον πέπλων,
δοκεῖς δὲ χρυσοῦ; σῷζε, μὴ δίδου τάδε.
εἴπερ γὰρ ἡμᾶς ἀξιοῖ λόγου τινὸς
γυνή, προθήσει χρημάτων, σάφ᾽ οἶδ᾽ ἐγώ.
ΜΗ. μή μοι σύ· πείθειν δῶρα καὶ θεοὺς λόγος·
965 χρυσὸς δὲ κρείσσων μυρίων λόγων βροτοῖς.
κείνης ὁ δαίμων, κεῖνα νῦν αὔξει θεός,
νέα τυραννεῖ· τῶν δ᾽ ἐμῶν παίδων φυγὰς
ψυχῆς ἂν ἀλλαξαίμεθ᾽, οὐ χρυσοῦ μόνον.
ἀλλ᾽, ὦ τέκν᾽, εἰσελθόντε πλουσίους δόμους
970 πατρὸς νέαν γυναῖκα, δεσπότιν δ᾽ ἐμήν,
ἱκετεύετ᾽, ἐξαιτεῖσθε μὴ φεύγειν χθόνα,
κόσμον διδόντες· τοῦδε γὰρ μάλιστα δεῖ,
ἐς χεῖρ᾽ ἐκείνην δῶρα δέξασθαι τάδε.
ἴθ᾽ ὡς τάχιστα· μητρὶ δ᾽ ὧν ἐρᾷ τυχεῖν
975 εὐάγγελοι γένοισθε πράξαντες καλῶς.

***
ΜΗ. Θα σε βοηθήσω και εγώ σ᾽ αυτή την προσπάθεια.
Θα στείλω τα παιδιά να της πάνε δώρα,
που σήμερα λογίζονται —ξέρω τί λέω—
τα ωραιότερα δώρα του κόσμου,
[λεπτότατο πέπλο και στεφάνι χρυσό].
950 Γρήγορα μια δούλα να φέρει εδώ τα στολίδια.
(Μία από τις υπηρέτριες εισέρχεται στο σπίτι
και επανέρχεται μετά τον στ. 955
.)
Δεν θα είναι μια φορά ευτυχισμένη εκείνη, θα είναι μυριάδες,
όταν θα έχει ομόκλινό της εσένα, τον άριστο άντρα,
και δικά της τα στολίδια που έδωσε κάποτε στα παιδιά του
955 του πατρός μου ο πατέρας, ο Ήλιος.
Πάρτε, αγόρια μου, στα χέρια σας τα δώρα τούτα του γάμου
και πηγαίνετε να τα δώσετε στην καλότυχη βασιλική νύφη.
Τα δώρα που θα λάβει θα είναι αψεγάδιαστα.
ΙΑ. Γιατί τα στερείσαι, αστόχαστη;
960 Τί φαντάστηκες; Ότι δεν έχει πέπλους το παλάτι
ή ότι δεν έχει χρυσάφι; Κράτησέ τα, μην τα χαρίζεις.
Γιατί αν εγώ αξίζω κάτι για τη γυναίκα μου,
θα με βάλει πάνω από τα πλούτη — δεν αμφιβάλλω.
ΜΗ. Μη μου το αρνηθείς. Τα δώρα πείθουνε, λέει,
και τους θεούς. Το χρυσάφι μετράει για τους ανθρώπους
965 όσο δεν μετρούν μυριάδες λόγια.
Εκείνη έχει τη μοίρα με το μέρος της,
τα έργα της τα ευλόγησαν θεοί,
είναι βασίλισσα στην ανθηρή της νιότη.
Εγώ την εξορία των αγοριών μου θα την εξαγόραζα
με τη ζωή μου, όχι μονάχα με χρυσάφι.
Ελάτε, παιδιά μου, μπείτε στα πλούσια δώματα
970 και ικετέψτε τη νέα γυναίκα του πατέρα σας, τη δέσποινά μου,
παρακαλέστε την να μην εξοριστείτε από τη χώρα,
προσφέροντάς της τα στολίδια.
Γιατί αυτό είναι το πρώτο που πρέπει,
να πάρει εκείνη τα δώρα στα χέρια της.
Πηγαίνετε! Γρήγορα, γρήγορα! Είθε να πάνε όλα καλά
975 και να κομίσετε στη μητέρα σας χαρμόσυνο μήνυμα
για εκείνα που ποθεί να πετύχει.

(Εξέρχεται ο Ιάσων και τα παιδιά συνοδευόμενα
από τον Παιδαγωγό.
)

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου