Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2018

Ο Καλβινισμός και η Θεία Χάρη

Ο Ιωάννης Καλβίνος (γαλ.: Jean Calvin, πραγματικό όνομα Jehan Cauvin, 10 Ιουλίου 1509 – 27 Μαΐου 1564) γεννήθηκε στο Νουαγιόν της Πικαρδίας στη Γαλλία. Ο πατέρας του του έδωσε επιμελημένη μόρφωση σε Πανεπιστήμια στο Παρίσι και την Ορλεάνη. Όταν ο πατέρας του άλλαξε γνώμη και δεν ήθελε ο Καλβίνος να σπουδάσει θεολογία, τον έστειλε για σπουδές στη νομική. Όταν ο πατέρας του πέθανε, εκείνος επέστρεψε στη θεολογία.
 
Ο Καλβινισμός ήταν η πίστη γύρω από την οποία δόθηκαν οι μεγάλες πολιτικές και πολιτιστικές μάχες του 16ου και 17ου αιώνα στις πιο αναπτυγμένες χώρες, την Ολλανδία, την Αγγλία και τη Γαλλία. Γι’ αυτόν το λόγο θα στραφούμε πρώτα προς αυτόν. Εκείνη την εποχή, και σε γενικές γραμμές ακόμα και σήμερα, το δόγμα του προορισμού θεωρούνταν η χαρακτηριστικότερη θέση του. Είναι αλήθεια πως υπήρξαν διχογνωμίες σχετικά με το αν είναι το ουσιώδες δόγμα της Μεταρρυθμισμένης Εκκλησίας ή μόνο ένα «παράρτημα». Οι κρίσεις σχετικά με τη σπουδαιότητα ενός ιστορικού φαινομένου μπορούν να είναι αξιολογικές κρίσεις ή κρίσεις που έχουν για αφετηρία ένα πιστεύω, όταν δηλαδή αναφέρονται στα στοιχεία του εκείνα που παρουσιάζουν καθαυτά ενδιαφέρον ή που έχουν μια μακρόπνοη καθαυτή αξία. Ή, από την άλλη πλευρά, μπορούν να αναφέρονται στην επίδραση του πάνω σε όλες ιστορικές διαδικασίες σαν αιτιακού παράγοντα. Τότε έχουμε να κάνουμε με κρίσεις ιστορικής αξιολόγησης. Αν τώρα ξεκινήσουμε, όπως πρέπει να κάνουμε εδώ, από τούτη την τελευταία άποψη κι εξετάσουμε τη σημασία που πρέπει να αποδοθεί σε αυτό το δόγμα εξαιτίας των πολιτιστικών και ιστορικών συνεπειών που είχε, θα πρέπει οπωσδήποτε να αναγνωρίσουμε πως η σημασία αυτή ήταν πολύ μεγάλη. Το κίνημα του οποίου ηγείτο ο Ολντενμπάρνεφελντ συντρίφτηκε από αυτό.

Το σχίσμα της Εκκλησίας της Αγγλίας έγινε αμετάκλητο επί της βασιλείας του Ιακώβου Α’, όταν ο θρόνος κι οι πουριτανοί ήρθαν σε διάσταση εξ αφορμής αυτού ακριβώς του δόγματος. Ολοένα αντιμετωπιζόταν σαν το πραγματικό στοιχείο του Καλβινισμού που περιέκλειε πολιτικούς κίνδυνους και καταπολεμήθηκε σαν τέτοιο από την κατεστημένη εξουσία. Οι μεγάλες σύνοδοι του 17ου αιώνα, πάνω από όλα οι σύνοδοι της Ντόρντρεχτ και του Ουεστμίνστερ, πλάι σε πολυάριθμες άλλες μικρότερες, έκαναν την ανύψωση του σε κανονιστική αρχή κεντρικό σκοπό των εργασιών τους. Χρησίμευσε σαν πόλος συσπείρωσης για αμέτρητους ήρωες της μαχητικής Εκκλησίας, και τόσο στον 18ο όσο και στο 19ο αιώνα προκάλεσε σχίσματα στους κόλπους της Εκκλησίας κι αποτέλεσε την πολεμική ιαχή καινούργιων μεγάλων αφυπνίσεων. Δεν μπορούμε να το αντιπαρέλθουμε και, μιας και σήμερα δεν μπορεί πια να θεωρηθεί πως είναι γνωστό σε όλους τους μορφωμένους ανθρώπους, ο καλύτερος τρόπος για να μάθουμε το περιεχόμενο του είναι τα αυθεντικά λόγια της Διακήρυξης του Ουεστμίνστερ του 1647, που από αυτή την άποψη απλώς επαναλαμβάνεται στα σύμβολα πίστης των ανεξάρτητων και των βαπτιστών.
 
«Κεφάλαιον IX (περί ελευθερίας της βουλήσεως), άρθρον 3: Ο άνθρωπος, διά της πτώσεως του εις την κατάστασιν της αμαρτίας, απώλεσεν εξ ολοκλήρου την θέλησιν να πραγμάτωση οιονδήποτε από τα πνευματικά ιδεώδη τα οποία συνοδεύουν την σωτηρίαν. Ούτω, ο κατά φύσιν άνθρωπος, ο οποίος αποστρέφεται βαθέως τα ιδεώδη ταύτα και έχει αποχαυνωθεί από την αμαρτίαν, δεν ημπορεί με τας ιδικός του δυνάμεις να διορθωθή ή να προ-παρασκευάση τον εαυτόν του διά τούτο».
 
«Κεφάλαιον III (περί των αιωνίων αποφάσεων του θεού), άρθρον 3: Απεφάσισεν ο Κύριος, ίνα αποκαλυφθή η δόξα Του, ότι μερικοί άνθρωποι και άγγελοι προορίζονται διά την αιώνιον ζωήν, ενώ όλοι είναι προκαταδικασμένοι εις αιώνιον θάνατον.
 
«Άρθρον 5: Όσους ανθρώπους είναι προορισμένοι ίνα ζήσουν, ο Κύριος, πριν ή δημιουργήσει τον κόσμον, συμφώνως προς την αιωνίαν και αμετάβλητον πρόθεσίν Του, και συμφώνως προς το μυστικόν σχέδιον και την πανάγαθον θέλησιν Του, επέλεξε μέσω του Χριστού διά την αιώνιον δόξαν, εκ μόνης της χάριτος και της αγάπης Του, χωρίς η πίστις ή τα καλά έργα των ή η εγκαρτέρησίς των ή οτιδήποτε άλλο να αποτελούν όρους ή αιτίας, αίτινες Τον ώθησαν εις τούτο, και πάντα ταύτα προς δόξαν της θείας χάριτος Του.
 
«Άρθρον 7. Τους υπολοίπους ανθρώπους ο Κύριος ηβαρεστήθη, κατά την ανεξιχνίαστων απόφασιν της θελήσεως Του, διά της οποίας παρέχει ή αποστερεί την χάριν Του ως Αυτός ευαρεστείται, και προς δόξαν της απείρου δυνάμεως Του επί των πλασμάτων Του, να αγνόηση και να καταδικάση εις ατίμωσιν και δάκρυα διά τας αμαρτίας των, προς δόξαν της θείας δικαιοσύνης Του».
 
«Κεφάλαιον Χ (περί θείας Κλήσεως), άρθρον I: Όλους όσους ο Κύριος προόρισε να ζήσουν, και μόνον αυτούς, θέλει ευαρεστηθεί κατά την προκαθορισμένην και κατάλληλον στιγμήν να καλέσει, διά του Λόγου και του Πνεύματος Του (ανελκύων αυτούς από την κατάστασιν της αμαρτίας και του θανάτου, εις την οποίαν εκ φύσεως ευρίσκονται)… αποσείων την πέτρινην καρδίαν των και δωρίζων εις αυτούς μιαν ζωντανήν καρδίαν αναζωογονών την θέλησιν των και διά της παντοδυναμίας Του οδηγών αυτούς εις το Αγαθόν».
 
«Κεφάλαιον V (περί θείας Προνοίας), άρθρον 6: Όσον άφορα τους φαύλους και αθέους, τους οποίους ο Κύριος ως δίκαιος κριτής τυφλώνει και σκληρύνει διά προηγούμενος αμαρτίας, από αυτούς δεν στερεί μόνον την χάριν Του, διά της οποίας θα ηδύνατο να φωτισθή ο νους των και να αγαλλίαση η καρδία των, αλλά ενίοτε στερεί από αυτούς τα χαρίσματα που είχον και εκθέτει αυτούς εις καταστάσεις τας οποίας η διαφθορά των εκμεταλλεύεται διά να οδήγηση αυτούς εις την αμαρτίαν. Προσέτι δε παραδίδει αυτούς εις την λαγνείαν των, εις τους πειρασμούς του κόσμου και εις την δύναμιν του Σατανά. Και ούτω συμβαίνει να σκληρύνωνται, ακόμη και με τα ίδια μέσα άτινα ο Κύριος χρησιμοποιεί διά να μαλακώση όλους».
 
«Ακόμα κι αν είναι να πάω στην Κόλαση, ένας τέτοιος θεός δεν πρόκειται ποτέ να μου εμπνεύσει σεβασμό», ήταν η πασίγνωστη γνώμη του Μίλτον για το δόγμα αυτό. Εδώ όμως δεν μας ενδιαφέρει η αξιολόγηση, αλλά η ιστορική σημασία του δόγματος, θα σκιαγραφήσουμε σύντομα το ζήτημα της προέλευσης του δόγματος και του πώς προσαρμόζεται στο πλέγμα της καλβινιστικής θεολογίας.
 
Για να το πετύχουμε αυτό μπορούμε να ακολουθήσουμε δύο μονοπάτια. Στον πιο δραστήριο και παθιασμένο από εκείνους τους μεγάλους ζηλωτές που έβγαλε ο Χριστιανισμός από τον Αυγουστίνο και μετά, το φαινόμενο της θείας Χάρης συνδυάζεται με τη βεβαιότητα πως η χάρη αυτή είναι αποκλειστικά προϊόν μιας αντικειμενικής δύναμης και πως δεν σχετίζεται ούτε στο ελάχιστο με την προσωπική αξία. Το δυνατό αίσθημα της παρήγορης αυτής πεποίθησης, που τους ανακουφίζει από την τρομακτική πίεση της συναίσθησης των αμαρτιών τους, ξεσπάει καθώς φαίνεται μέσα τους με στοιχειακή δύναμη κι εξαφανίζει κάθε δυνατότητα ύπαρξης της πίστης ότι αυτό το πανίσχυρο δώρο της θείας Χάρης μπορεί να οφείλει κάτι στη δική τους συνεργασία ή πως μπορεί να συνδέεται με κατακτήσεις ή ιδιότητες της δικής τους πίστης και θέλησης. Την εποχή της μεγαλύτερης θρησκευτικής δημιουργικότητας του Λούθηρου, όταν έγραφε το Freiheit eines Christen Menschen (Η Ελευθερία του Χριστιανού), η μυστική απόφαση του θεού ήταν και γι’ αυτόν επίσης αναμφισβήτητα η μοναδική κι ύστατη πηγή της κατάστασης θρησκευτικής χάρης στην οποία βρισκόταν. Ακόμα κι αργότερα δεν εγκατέλειψε τυπικά αυτή την άποψη. Αλλά η ιδέα τούτη όχι μόνο δεν απέκτησε κεντρική θέση γι’ αυτόν, αλλά υποχωρούσε ολοένα και περισσότερο από το προσκήνιο, καθώς η θέση του σαν υπεύθυνης κεφαλής της Εκκλησίας του τον υποχρέωνε να ασκεί πρακτική πολιτική. Ο Μελάγχθων απέφυγε επιμελέστατα να υιοθετήσει αυτή τη σκοτεινή κι επικίνδυνη διδασκαλία στη σύνοδο του Αουγκσμπουργκ, και για τους εκκλησιαστικούς πατέρες του Λουθηρανισμού αποτελούσε άρθρο πίστης πως η θεία Χάρη ήταν ανακλητή (amissibilis) και πως μπορούσε να την ξανακερδίσει κάνεις δείχνοντας μεταμέλεια, ταπεινότητα και πίστη στο λόγο του θεού και στα μυστήρια.
 
Με τον Καλβίνο παρατηρείται ακριβώς η αντίστροφη διαδικασία· η σημασία που απέδιδε στο δόγμα τούτο αύξανε συνεχώς, κι η αύξηση αυτή έγινε αισθητή στη διάρκεια της οξύτατης διαμάχης του με τους θεολογικούς αντιπάλους του. Το επίμαχο δόγμα δεν ολοκλήρωσε την ανάπτυξη του πριν από την τρίτη έκδοση των institutes του Καλβίνου, και δεν απέκτησε την περίοπτη θέση του από άποψη σπουδαιότητας πάρα μόνο μετά τον θάνατο του, κατά τις μεγάλες διαμάχες στις οποίες προσπάθησαν να βάλουν τέρμα οι σύνοδες της Ντόρντρεχτ και του Ουεστμίνστερ. Στον Καλβίνο το decreturn horribile δεν απορρέει, όπως στον Λούθηρο, από τη θρησκευτική εμπειρία, αλλά από τη λογική αναγκαιότητα της σκέψης του- γι’ αυτό κι η σημασία του αυξάνει καθώς αυξάνει η λογική συνοχή της θρησκευτικής σκέψης του Καλβίνου. Το ενδιαφέρον του στρέφεται αποκλειστικά προς τον θεό, όχι προς τον άνθρωπο -ο θεός δεν υπάρχει για τους ανθρώπους, αλλά οι άνθρωποι για τον θεό. Κάθε μορφή δημιουργίας, συμπεριλαμβανομένου φυσικά και του αναμφίβολου για τον Καλβίνο γεγονότος πως μόνο ένα μικρό ποσοστό ανθρώπων είναι επιλεγμένοι για να πάρουν την αιώνια χάρη, έχει νόημα μόνο σαν μέσο για τη δόξα και το μεγαλείο του θεού. Η εφαρμογή εγκόσμιων προτύπων δικαιοσύνης στις υπέρτατες αποφάσεις Του δεν έχει νόημα και προσβάλει το μεγαλείο Του, αφού Αυτός και μόνον Αυτός είναι ελεύθερος, δηλαδή δεν υπόκειται σε κανένα νόμο.
 
Τις αποφάσεις Του μπορούμε να τις καταλάβουμε ή ακόμα και να τις μάθουμε μόνο εφόσον Αυτός ευαρεστείται να τις αποκαλύψει. Το μόνο που μας μένει είναι να αρκεστούμε σε αυτά τα ψιχία της αιώνιας αλήθειας. Οτιδήποτε άλλο, συμπεριλαμβανομένου και του νοήματος του προσωπικού μας ριζικού, κρύβεται σε πυκνό μυστήριο, το οποίο είναι και αδύνατο να διαπεράσουμε και αλαζονικό να ερευνούμε.
 
Να παραπονιούνται οι καταδικασμένοι για τη μοίρα τους θα ήταν το ίδιο σα να γκρίνιαζαν τα ζώα επειδή δεν γεννήθηκαν άνθρωποι. Γιατί κάθε πλάσμα της σάρκας το χωρίζει από το νέο ένα αγεφύρωτο χάσμα και το μόνο που του αξίζει είναι ο αιώνιος θάνατος, έκτος κι αν Αυτός αποφάσισε διαφορετικά για τη δόξα του μεγαλείου Του. Το μόνο που ξέρουμε είναι πως ένα μέρος της ανθρωπότητας έχει σωθεί, το υπόλοιπο είναι καταδικασμένο. Να υποθέσουμε πως η ανθρώπινη αξία ή ένοχη παίζει κάποιο ρόλο στον καθορισμό αυτού του πεπρωμένου θα ήταν σα να πιστεύαμε πως οι απόλυτα αδέσμευτες και προαιώνιες αποφάσεις του Θεού μπορούν να μεταβληθούν κάτω από την ανθρώπινη επίδραση -μια παράλογη αντινομία. Ο επουράνιος πατέρας της Καινής Διαθήκης, ο τόσο ανθρώπινος και γεμάτος κατανόηση, που χαίρεται για τη μεταμέλεια ενός αμαρτωλού σαν τη γυναίκα που ξαναβρήκε το ασημένιο νόμισμα που είχε χάσει, πάει περίπατο. Τη θέση του την παίρνει ένα υπερβατικό πλάσμα, ανέφικτο για τον ανθρώπινο νου, που με την απόλυτα ακατάληπτη κρίση Του έχει αποφασίσει προαιώνια για την τύχη του κάθε ανθρώπου κι έχει ρυθμίσει και την παραμικρή λεπτομέρεια του κόσμου. Η Θεία Χάρη, εφόσον οι αποφάσεις του θεού δεν γίνεται να αλλάξουν, είναι το ίδιο αδύνατο να τη χάσουν αυτοί στους οποίους την έχει απονείμει όσο είναι ανέφικτη για όσους την έχει αρνηθεί.
 
Με την απύθμενη απανθρωπιά του τούτο το δόγμα πρέπει να είχε πάνω από όλα μια συνέπεια για τη ζωή της γενιάς που υπόκυψε στην αξιοθαύμαστη συνοχή του. Κι αυτή ήταν ένα αίσθημα πρωτόγνωρης εσωτερικής μοναξιάς του μεμονωμένου ατόμου. Στο ζήτημα, που για τον άνθρωπο της εποχής της Μεταρρύθμισης ήταν το σημαντικότερο πράγμα στη ζωή, δηλαδή στο ζήτημα της αιώνιας σωτηρίας, ήταν αναγκασμένος να τραβήξει μόνος το μονοπάτι του για να συναντήσει ένα ριζικό που είχε αποφασισθεί γι’ αυτόν προαιώνια. Κανένας δεν μπορούσε να τον βοηθήσει. Ούτε οι παπάδες, γιατί ο εκλεκτός καταλαβαίνει το λόγο του θεού μόνο με την καρδιά του. Ούτε τα μυστήρια, γιατί μόλο που τα μυστήρια ορίστηκαν από τον θεό για τη μεγαλύτερη δόξα Του κι επομένως πρέπει να τηρούνται ευσυνείδητα, δεν είναι ωστόσο μέσο για να αποκτήσει κάνεις τη θεία Χάρη, αλλά μόνο τα υποκειμενικά externa subsidia της πίστης. Ούτε η Εκκλησία, γιατί μόλο που διακηρυσσόταν πως Extra ecdesiam nulla salus με την έννοια πως όποιος έμενε μακριά από την αληθινή Εκκλησία δεν μπορούσε ποτέ να ανήκει στους εκλεκτούς του Θεού, ωστόσο η συμμετοχή στην Εκκλησία σαν μέλος περιλάμβανε και τους καταδικασμένους. Πρέπει κι αυτοί να ανήκουν σε αυτήν και να υπόκεινται στην πειθαρχία της, όχι για να κερδίσουν έτσι τη σωτηρία -αυτό είναι αδύνατον-, αλλά επειδή, για τη δόξα του θεού, πρέπει κι αυτοί να υποχρεώνονται να υπακούουν στις επιταγές Του. Τέλος, ούτε κι ο ίδιος ο θεός. Γιατί ακόμα κι ο Χριστός πέθανε μόνο για τους εκλεκτούς, για χάρη των οποίων ο θεός αποφάσισε προαιώνια το μαρτύριο Του. Αυτό ακριβώς, η ολοκληρωτική εξάλειψη της δυνατότητας να πετυχαίνει κάνεις τη σωτηρία μέσω της Εκκλησίας και των μυστηρίων (που στον Λουθηρανισμό δεν αναπτύχθηκε ποτέ ως τις έσχατες συνέπειες της), ήταν το στοιχείο που διαμόρφωσε την καθοριστικότατη διάφορα από τον Καθολικισμό.