Παρασκευή 18 Αυγούστου 2017

Αντίσταση στην εξουσία - Η «ΑΝΤΙΓΟΝΗ» του Σοφοκλή

Η ΑΝΤΙΓΟΝΗ του Σοφοκλή συλ­λαμβάνει ένα ηθικό και πολιτι­κό δίλημμα που έμελλε να δια­δραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην εξέλιξη των ιδεών για την ισχύ και αυθεντία του Δικαίου από την αρ­χαιότητα μέχρι σήμερα. Αν δεχτούμε ότι σαν πολίτες μιας πολιτείας έχουμε δικαιώματα και υποχρεώσει απέναντι της1, να σεβόμαστε τους νόμους της και να προάγουμε τις αξίες και τους σκοπούς της, τότε μέχρι πού φτάνει η υποχρέωση μας αυτή; Αν οι νόμοι της πολιτείας είναι καταφανώς άδικοι, ή έστω, έτσι πιστεύουμε, πρέπει και να τους υιοθετήσουμε και να τους εφαρ­μόσουμε; Ή μήπως έχουμε δικαίωμα, ενδεχομένως και υποχρέωση, να ενα­ντιωθούμε σε αυτούς και να προσπα­θήσουμε να τους αλλάξουμε;

    Παρότι δίκαια θαυμάζουμε την ηθι­κή ωριμότητα των τραγικών και της εποχής τους στη σύλληψη και διατύ­πωση του διλήμματος, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σήμερα διαβάζουμε την Αντιγόνη μέσα από τη σύγχρονη εμπειρία. Δεν είναι τυχαίο ότι η Αντι­γόνη υπήρξε πάντοτε και ένα κείμενο αντίστασης και παρηγοριάς για κατα­πιεσμένους, όπως για παράδειγμα, στη Νότια Αφρική την περίοδο του απαρτχάιντ2. Με άλλα λόγια, η Αντιγό­νη δεν είναι μόνο ένας δείκτης ηθικής και πολιτικής συνείδησης της Aθήνας, αλλά παράλληλα και ένα εν δυνάμει σύστημα αξιών και επιχειρημάτων που θέτει η νεωτερική εποχή σε άμε­ση συνάφεια με ηθικά, πολιτικά και δικαϊκά προβλήματα.

    Πώς μπορούμε όμως να γεφυρώσου­με αυτό το τεράστιο χάσμα ιδεών, θε­σμών, εννοιών και, εν τέλει, ιστορίας που χωρίζει τις γενεσιουργούς περιστάσεις της σοφόκλειας Αντιγόνης από τη δική μας στάση απέναντι στους νόμους; Αν δεν προσεγγίσουμε το σοφό­κλειο δίλημμα με την αναγκαία προ­σοχή και επιφύλαξη υπάρχει τεράστιος κίνδυνος να ηττηθούμε σε δύο μέτωπα, τόσο ως προς την ερμηνεία της Αντιγόνης όσο και ως προς την ανασυγκρότηση του διλήμματος με σύγχρονες παραμέτρους.

     Το παράδειγμα του Χέγκελ

    Το πρόβλημα με την Αντιγόνη (όπως άλλωστε με τόσα άλλα σπουδαία κεί­μενα της αρχαιότητας) έγκειται στο ότι έχουμε, δυστυχώς, εθιστεί σε μια στερεότυπη ανάγνωση που αναπαρά­γεται σαν να μην υπάρχει ιστορία των ιδεών, σα να μην έχουν προηγηθεί οι ερμηνείες του Χέγκελ ή του Κίρκεγκορντ και τόσων άλλων, αλλά και ο αν να μην έχουν καθόλου μετατοπισθεί οι όροι του προβλήματος. Και όμως, το να ασχοληθούμε, φερ’ ειπείν, με το πώς o Χέγκελ διαβάζει την Αντι­γόνη μπορεί να αποδειχθεί καίριο για ένα τουλάχιστον πράγμα: να συνειδη­τοποιήσουμε ότι δεν είναι βέβαιο τι ακριβώς εκπροσωπούν η Αντιγόνη και ο Κρέων και ότι δεν είναι διόλου αυτο­νόητο ότι όποιος επικαλείται τους «άγραφους νόμους» εκφράζει αναγκα­στικά και την αξιολογικά υπέρτερη σκοπιά∙ αλλά ακόμα και αν την εκφρά­ζει, δεν σημαίνει και ότι η σκοπιά αυ­τή πρέπει αναγκαστικά να κατισχύσει, ότι δηλαδή η αυθεντία των θετών νό­μων θα πρέπει να καμφθεί έναντι της εικαζόμενης ηθικής ανωτερότητας των άγραφων νόμων.

    Αν λοιπόν η στάση της Αντιγόνης υπαγορεύεται από την ηθική του οί­κου και τις υποχρεώσει απέναντι στους συγγενείς και στους νεκρούς, και αν αναγνωρίσουμε στο πρόσωπο του Κρέοντα, όχι τη δεσποτική, μερο­ληπτική και αλαζονική κρατική εξου­σία, αλλά τον εκπρόσωπο του κρατικά οργανωμένου, κοινού συμφέροντος, τότε δεν είναι διόλου βέβαιο ότι η Αντιγόνη είναι εκείνη που εκπροσω­πεί την αξιολογικά ανώτερη σκοπιά. Σύμφωνα μάλιστα με την προσέγγιση του Χέγκελ, η τραγική σύγκρουση ανάμεσα στις δύο αντιλήψεις νόμου και στις εκατέρωθεν βουλήσεις δεν εκφράζει παρά ένα αναγκαίο στάδιο npos μια πιο ολοκληρωμένη σύνθεση.

    Πώς θα μεταφράσουμε λοιπόν την κανονιστική σύγκρουση ms Αντιγό­νης στη σύγχρονη πολιτική και δικαϊκή γλώσσα; Αναγκαστικά θα πρέπει να σταθεροποιήσουμε και να παγιο­ποιήσουμε το σοφόκλειο δίλημμα με τους όρους της σύγχρονης πολιτικής εμπειρίας και των παραδεδεγμένων δικαϊκών εννοιών. Aς πούμε, λοιπόν, ότι η διαταγή του Κρέοντα (να παρα­μείνει άταφος ο Πολυνείκης) είναι ισο­δύναμη με έναν νόμο που έχει τεθεί σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες και αναγνωρίζεται ως τέτοιος. Κι ας υποθέσουμε ότι, αντίστοιχα, η πράξη της Αντιγόνης να θάψει τον αδελφό της, ως παραβίαση ισχύοντος νόμου, συνιστά αδίκημα. Τότε, θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι δίκαια τι­μωρήθηκε η Αντιγόνη, αφού γνώριζε το παράνομο της συμπεριφοράς της.

     Φυσικό Δίκαιο και νομικός θετικισμός

    Από πού θα πρέπει λοιπόν να πιαστού­με αν θέλουμε να θέσουμε εν αμφιβο­λία τον παραπάνω συλλογισμό; Μια οδός θα μας οδηγούσε κατ’ ευθείαν στο κεντρικό κεφάλαιο της φιλοσοφίας του Δικαίου. Αν συντασσόμαστε με τον «νομικό θετικισμό», τότε θα πρέ­πει να δεχτούμε ότι η ισχύς του νόμου βασίζεται στο γεγονός ότι έχει θεσπι­σθεί με την προβλεπόμενη διαδικασία. Αυτό σημαίνει, ότι το Δίκαιο ισχύει ανεξάρτητα από το περιεχόμενο του και ισχύει ακόμα και αν είναι καταφανώς άδικο. Εδώ το Δίκαιο δεν συμπί­πτει κατ' ανάγκην με την ηθική. Αν πά­λι συντασσόμαστε με τη σχολή του «Φυσικού Δικαίου», τότε δεχόμαστε ότι το Δίκαιο έλκει την ισχύ του από κάποιες θεμελιώδες ηθικές αρχές (χωρίς αυτό να συνεπάγεται ταύτιση Δι­καίου και Ηθικής). Αν, δηλαδή, το θετό Δίκαιο αποτυγχάνει στην ανάδειξη της ηθικής του ακεραιότητας, τότε και στο μέτρο αυτό, θα πρέπει να του αρνηθούμε την ισχύ.

Και οι δύο αυτές προ­σεγγίσει στην «έννοια του Δικαίου» έχουν συνέπειες για το πώς θα πρέπει να εφαρμοσθεί το Δίκαιο, αλλά και για το νομικό χα­ρακτηρισμό της στάσης του κάθε πο­λίτη απέναντι σε αυτό. Οι συνέπειες καθίστανται, όπως όλοι γνωρίζουμε, ιδιαίτερα δραματικές στις περιπτώ­σει βαθιά ανήθικων και άδικων καθε­στώτων τόσο κατά τη διάρκεια τους όσο και μετά την κατάλυση τους (με­ταβατική δικαιοσύνη)3.

     Ανυπακοή στο δημοκρατικό Δίκαιο

    Αν λοιπόν η Αντιγόνη είχε την ηθική με το μέρος της, και αν πιστεύουμε ότι η έννομη τάξη θα έπρεπε να συμβαδί­ζει και όχι να αντιμάχεται τους ηθικούς νόμους, τότε δεν παρέβη ουσια­στικά τον νόμο και θα έπρεπε επομένως να έχει απαλλαγεί. Η κρίση αυτή είναι ευχερής, όταν ακριβώς έχουμε να κάνουμε με εξόφθαλμα άδικους νόμους ιδιαίτερα σε καθεστώτα «βαθιάς αδικίας». Οι άνθρωποι που ζουν υπό τον ζυγό μιας τυραννίας έχουν το ηθι­κό αλλά και το νομικό δικαίωμα, αν όχι και την υποχρέωση, να αντιστα­θούν, ακόμα και να επαναστατήσουν. Μπορούμε όμως να ισχυρισθούμε το ίδιο για την περίπτωση της ανυπακοής4 στους νόμους σε περιόδους δημοκρατικής και δικαιοκρατικής ομαλότητας;

    Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ακόμα και σε δημοκρατικές και δικαιοκρατούμενες πολιτείες ενδέχεται να ψηφι­σθούν νόμοι ή να εκδοθούν διατάγμα­τα αμφιλεγόμενα ως προς την ηθικοπολιτική τους νομιμότητα και τη συνταγματικότητα τους. Ταυτόχρονα, μια από τις αξίες της δημοκρατίας είναι ότι συμβάλλει στη συλλογική ηθική και πολιτική ωρί­μαση και στην επανεξέταση πάγιων δικαιοπολιτικών αντιλήψεων. Το πει­ραματικό στοιχείο της δημοκρατίας συνεπάγεται ακριβώς την παραδοχή του ενδεχόμενου ατέλειας, αλλά και την ανάληψη της ευθύνης αποκατάστασής της.

    Συνεπώς, η δημοκρατία δεν απο­κλείει από μόνη ms το ενδεχόμενο του ακραία άδικου νόμου ή της ηθικά ιδιαίτερα προβληματικής πολιτικής. Στην πρώτη περίπτωση το ερώτημα αφορά την άμεση προσβολή του (άδι­κου) κανόνα Δικαίου που έχει θεσπι­σθεί με δημοκρατικές διαδικασίες, ενώ στη δεύτερη, την έμμεση (με τη διάπραξη παράνομων πράξεων: π.χ. παρακώλυση συγκοινωνιών, παράνο­μη βία) αμφισβήτηση μιας αμφιλεγόμενης πολιτικής. Το ερώτημα λοιπόν είναι αν η θεσμική προεξόφληση ms πολιτικής ατέλειας και της ενδεχόμενης αδικίας μάς επιτρέπει να φτάνου­με μέχρι την πολιτική ανυπακοή, προ­κειμένου αυτή να διορθωθεί, θα μπο­ρούσε κανείς να επιχειρηματολογήσει ως εξής: το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας μιας δημοκρατικής πολιτείας προβλέπει ένα σύστημα ατομικών ελευθεριών, πολιτικών δικαιωμάτων και διαδικασιών, που σκοπό έχει την εξάντληση των πιθανοτήτων του λάθους. Γιατί λοιπόν να αναγνωρίσουμε ένα έκτακτο δικαίωμα ανυπακοής, αν επαρκούν τα τακτικά δικαιώματα και οι έννομες ευχέρειες που παρέχει ο δημοκρατικός διάλογος για την απο­κάλυψη της πλάνης ή της αδικίας;

    Ηθική ή Δίκαιο;

    Πριν απαντήσουμε πρέπει να προβού­με σε μια διασάφηση. Η έμμεση ή άμε­ση πολιτική ανυπακοή κρίνεται σε δύο επίπεδα νομιμοποίησα: ηθικοπολιτικό και νομικό. Το να αναγνωρίσου­με ότι υπάρχουν λόγοι που νομιμοποι­ούν ηθικοπολιτικά την πολιτική ανυ­πακοή, δεν σημαίνει ότι οι λόγοι αυτοί είναι δεσμευτικοί και για την αξιολό­γηση από πλευράς Δικαίου και ότι η ανυπακοή θα πρέπει να μείνει ατιμώ­ρητη. Άλλωστε η τιμώρηση του πολι­τικά ανυπάκουου ενδέχεται να εξυπη­ρετεί ακριβώς τις επιδιώξει του, καθιστώντας τον «μάρτυρα» και σύμβολο του αγώνα εναντίον της αδικίας. Η ανάδειξη της ηθικής ανωτερότητας αποτελεί πολύ ισχυρότερο πολιτικό όπλο από την αναγνώριση ενός νομι­κού δικαιώματος.

     Παράμετροι της ανυπακοής

    Ποιοι λόγοι όμως θα μπορούσαν να συ­νηγορήσουν στην αναγνώριση ενός έκτακτου, κατ’ αρχήν ηθικοπολιτικού δικαιώματος ανυπακοής; Όπως αντι­λαμβανόμαστε, η έμμεση ή άμεση πα­ράβαση του νόμου έχει διπλό κόστος : πρωτογενώς για συλλογικά αγαθά και ατομικά δικαιώματα, και παράγωγα« για την αυθεντία και υπόληψη του Δι­καίου. Άρα ένα έκτακτο δικαίωμα ανυπακοής οφείλει να αντισταθμίζει τις παρενέργειες που ενδέχεται να προκαλεί.

    Η κρίση αυτή εξαρτάται ωστόσο από παραμέτρους που, κάποτε, είναι εξαιρετικά δύσκολο να απαντηθούν με οριστικό τρόπο εκτός συμφραζομένων. Ιδού μερικές από αυτές:

- Ιδιωτικός (π.χ. συνείδηση, προσω­πικό συμφέρον) ή δημόσιος (π.χ. γενι­κευμένο συμφέρον) χαρακτήρας των λόγων της ανυπακοής;

- Ανυπακοή χάριν θεμελιωδών αξιών και δικαιωμάτων (ελευθερία, ισότητα κ.λπ.) ή με σκοπό την επίτευ­ξη πολιτικών στοχοθεσιών (αναθεώ­ρηση αγροτικής πολιτικής);

- Ανυπακοή χάριν ηθικοπολιτικών αξιών που συνέχονται με την έννομη τάξη (π.χ. ειρήνη) ή χάριν αξιών που έρχονται σε ριζική αντίθεση με τις ισχύουσες ουσιαστικές και διαδικαστικέε αξίες (πχ. εγκαθίδρυση θεοκρα­τικού καθεστώτος);

- Ανυπακοή με βίαια (π.χ. σαμποτάζ εγκαταστάσεων) ή ειρηνικά (π.χ. σύ­ντομη κατάληψη) μέσα;

- Ανυπακοή ως έσχατο μέσο (όταν έχει εξαντληθεί η νομική oδός) ή ως συνήθης τακτική πολιτικής αμφισβήτησης (παράλληλα ή ανεξάρτητα από τη νομική οδό, αλλά ως μέρος του πο­λιτικού παιγνιδιού);

- Ανυπακοή ως μέσο αντίστασης σε ισχύοντες νόμους (π.χ. εργατική νομο­θεσία) ή έμμεση μέθοδος πίεσης για την πρόληψη μιας επικείμενης ή τη διαμόρφωση μιας νέας πολιτικής (π.χ. για το περιβάλλον);

     Ανυπακοή χάριν του Δικαίου

     Θεωρία και πρακτική των τελευταίων δεκαετιών ανέδειξαν, για παράδειγμα, cos συστατικό στοιχείο της πολιτικής ανυπακοής τον αναμορφωτικό και παιδαγωγικό της σκοπό. Κινήματα για την ειρήνη, την καταπολέμηση του ρατσισμού, την προστασία του περιβάλλοντος ή των δικαιωμάτων των ζώων αναμφισβήτητα συνέβαλαν στην αναθεώρηση των απόψεων μας σε θεμελιώδη ζητήματα για το ορθό, το δίκαιο, το αγαθό. Μέσω, ακριβώς, της συστηματικής αμφισβήτησης, οι συγκεκριμένες πρακτικές πολιτικής ανυπακοής όξυναν την συνείδηση μας για τα ζητήματα αυτά. Εκ των υστέρων μάς φαίνεται μάλιστα ότι ίσως η αμφισβήτηση αυτή να μην ήταν τόσο «εκτός Δικαίου», όσο νομί­ζαμε. Η πολιτική ανυπακοή είναι, κα­τά συνέπεια, συνήθως στραμμένη στο μέλλον αφού επιδιώκει να προλά­βει ή να αλλάξει κάτι που το Δίκαιο, η κοινωνία και η πολιτική δεν αντιλαμ­βάνονται ακόμη ή αδυνατούν για οποιαδήποτε αιτία να επεξεργασθούν δικαιοπολιτικά. Η ιδέα ms εξελικτικής αυτοαναμόρφωσης και προσαρμογής είναι σύμφυτη με το δημοκρα­τικό δικαΐκό σύστημα. Συνεπώς, η πο­λιτική ανυπακοή δεν είναι παρά ένα έκτακτο, εξαιρετικό μέσο εξυπηρέτη­σης του συγκεκριμένου σκοπού. Επει­δή όμως στο άλλο άκρο ελλοχεύει η αναρχία ή και η ιδιοτέλεια οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ηθικοπολιτική νο­μιμοποίηση μόνο σε εκείνες τις παραβάσεις του νόμου που κατά κάποιο τρόπο προάγουν τις ουσιαστικές και διαδικαστικές αξίες του Δικαίου, έστω και αν στρέφονται προς στιγμήν ενα­ντίον του. Αν και είναι πολύ δύσκολο να διατυπώσουμε έναν γενικό κανό­να, βέβαιο είναι ότι η παραβίαση νό­μου με στόχο την αλλαγή μιας πολιτικής, που μας θίγει ιδιωτικά χωρίς όμως να προσβάλλει θεμελιώδη δικαι­ώματα ή ένα ζωτικό συλλογικό αγαθό, είναι απλώς παρανομία και όχι πολιτι­κή ανυπακοή, ιδιαίτερα σε ένα δημο­κρατικό δικαϊκό σύστημα που είναι δομικά προγραμματισμένο να ακούει και να μαθαίνει.

    Μήπως λοιπόν η στάση της Αντιγόνης σηματοδοτεί μια στροφή προς τα πίσω, μια συντηρητική επανάσταση που έχει στόχο όχι την όξυνση της σύγχρονης ηθικής συνείδησης για το δίκαιο και το άδικο αλλά αντίθετα την άμβλυνσή της; H επίκληση άγραφων «νόμων» της παράδοσης ενδέχεται πράγματι να είναι καμιά φορά κατα­χρηστική και να συσκοτίζει τους λόγους της ανυπακοής στον νόμο. Ταυ­τόχρονα, όμως, οι θεμελιώδες αξίες που έχουν παγιωθεί στη σύγχρονη συ­νείδηση έχουν διαρκώς ανάγκη την υπεράσπιση τους απέναντι σε πλάνες και επιβουλές. Όταν λοιπόν αναστοχαζόμαστε την περίπτωση της Αντιγόνης και την τραγική ανυπακοή της στον νόμο του Κρέοντα, αλλά και στον νόμο της ζωής, δεν θα πρέπει να λη­σμονούμε ότι τα ερωτήματα τίθενται στα σύγχρονα πολιτικοδικαϊκά συμ­φραζόμενα. Η Αντιγόνη μπορεί να εί­ναι ένα ερμηνευτικά γόνιμο πολιτικό σύμβολο (και βέβαια όχι μόνο), αλλά το σύμβολο αυτό δεν έχει από μόνο του καθοδηγητική αξία. Η στάση της Αντιγόνης πρέπει να πλαισιωθεί και από μια πληρέστερη ανάπτυξη των λό­γων για τους οποίους αξίζει να παρα­βούμε ακόμα και του Θετούς νόμους, αν χρειασθεί. Η Αντιγόνη μάς λέει ου­σιαστικά, ότι χωρίς τον σεβασμό των πάτριων νόμων η ζωή της δεν έχει αξία. Όσο και αν μάς συγκλονίζει η σταθερότητα των κινήτρων και η ηρωικότητα των επιλογών της, η Αντι­γόνη τάσσεται σε τελευταία ανάλυση όχι μόνο κατά της εξουσίας, αλλά και κατά της ζωής (519-521). Αν υπάρχουν σήμερα λόγοι από τη σκοπιά της ηθικής, που να νομιμοποιούν την στιγμι­αία και κατά το δυνατόν χωρίς άσκη­ση βίας εναντίωση στο Δίκαιο (πολιτι­κή ανυπακοή), οι λόγοι αυτοί πρέπει να είναι λόγοι κατάφασης στη ζωή και στις πολιτικές αξίες που την ρυθμί­ζουν.

Βιβλιογραφία:

Bedau, H., Α., (επιμ.), «Civil Disobedience in focus», Routledge 1991
Nussbaum, M., C., « The fragility of goodness» (κεφ. 3), Cambridge University Press 1986.
Ρολς, Τζ,., «Θεωρία της Δικαιοσύνης» (κεφ. VI), Πόλις 2001.
Steiner, G., «Antigones», Clarendon Press 19X4.
---------------
1 Η αυτονόητη αυτή πολιτική πεποίθηση δεν έχει καθόλου αυτονόητα θεμέλια. Βλ. σχετικά A. John Simmons, «Moral Principles and Political Obligations». Princelon University Press 1979.

2 Στο θεατρικό έργο «To νησί» που είναι γραμμένο και διαδραματίζεται στην περίοδο του απαρχάϊντ δύο μαύροι πολιτικοί κρατούμενοι ανεβάζουν την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή.

3 Η κατάλυση ολοκληρωτικών καθεστώτων οδηγεί στην επανεξέταση της συμπεριφοράς των αξιωματούχων του καθεστώτος απέναντι στους πολίτες και συνακόλουθα στην επαναξιολόγηση του νομικού πλέγματος που τα διείπε κατά την υπό κρίσιν περίοδο. Αυτό συνέβη μετά το τέλος του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου στη Γερμανία, μετά τη συνένωση των δύο Γερμανιών στις αρχές του ’90, αλλά και μετά την πτώση των λατινοαμερικανικών δικτατοριών (αποσπασματικά εδώ).

4 Μιλώντας για πολιτική ανυπακοή εννοούμε συνεπώς μια δημόσια συμπεριφορά «απείθειας» στον νόμο που έχει συγκεκριμένους πολιτικούς στόχους, για την προαγωγή των οποίων αναζητεί τουλάχι­στον ηθικοπολιτική νομιμοποίηση.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου