Τρίτη, 30 Αυγούστου 2016

Ο φόβος της επιτυχίας

Σε μια κοινωνία εστιασμένη στην επιτυχία ξεχνάμε ίσως πως η επιτυχία μπορεί να είναι εξίσου τρομακτική με την αποτυχία. Άλλωστε δεν θα ακούσει κανείς ποτέ κάποιον να λεει "φοβάμαι να επιτύχω". Κι όμως συχνά η συμπεριφορά μερικών ατόμων δείχνει το αντίθετο. Εργασίες που μένουν στη μέση ή αναβάλλονται, δυσκολία στη συγκέντρωση για την ολοκλήρωσή τους, αίσθημα οτι δεν είναι αρκετά καλές και θέλουν επιπλέον δουλειά, παράλληλη ενασχόληση με πολλά έργα χωρίς εστίαση ή εμβάθυνση σε κάποιο συγκεκριμένο. Όμως το πιο σημαντικό είναι πως εκεί όπου όλα οδεύουν προς την επιτυχή ολοκλήρωση τότε είναι που όλα αρχίζουν να πηγαίνουν στραβά, σε βαθμό που θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για αυτοσαμποτάρισμα. Γιατί όμως κάποιοι φοβούνται να επιτύχουν;

Ο Freud (1916) παρατήρησε πρώτος πως κάποιοι ξεκινούν να νοσούν την στιγμή ακριβώς που κάποια βαθιά και πολυ-αναμενόμενη επιθυμία φαίνεται να εκπληρώνεται. Ο ίδιος γράφει: «το Εγώ μπορεί να αντέξει να διατηρεί μια επιθυμία όσο αυτή βρίσκεται στην φαντασία, ωστόσο το ίδιο το Εγώ θα αντισταθεί στην εκπλήρωση αυτής της επιθυμίας όταν πλησιάσει η στιγμή να γίνει πραγματικότητα» (σελ. 317-18). Έντονο άγχος αλλά και ενοχή φαίνεται να σχετίζονται με την επιτυχία. Σύμφωνα με τον Fenichel (1945), οι οιδιποδιακές συγκρούσεις και το σύμπλεγμα ευνουχισμού φαίνονται να ευθύνονται για αυτό. Πρόκειται για έννοιες που δεν χρειάζεται απαραίτητα να ειδωθούν από το πρίσμα της σεξουαλικότητας. Οι οιδιποδιακές συγκρούσεις αναπαραστούν την αντίληψη που έχει το παιδί για τη σχέση αγάπης-μίσους με τους γονείς του. Ταυτόχρονα, ο ευνουχισμός αναπαριστά τους φόβους του για τιμωρία, όταν αντιτίθεται σε έναν παντοδύναμο γονιό.

Ο Schuster (1955) τόνισε τον φόβο και το δέος που ένας γιος μπορεί να αισθάνεται για τον πατέρα του. Προφανώς, το αγόρι είναι πολύ πιο αδύναμο από τον πατέρα και αυτή η ανισότητα μπορεί να μεταφερθεί και στην ενήλικη ζωή, όπου ο γιός ενδέχεται να νιώθει ανεπαρκής ή μικρός κατά κάποιο τρόπο.Συνεπώς, η δομή του χαρακτήρα ενός ενήλικα άνδρα βασίζεται στο γεγονός πως ο πατέρας του ήταν μια δύναμη που αντιτασσόταν στις επιθυμίες του και από τον οποίο το παιδί φοβόταν αντεκδίκηση και τιμωρία. Ο φόβος για αυτό που μπορεί να συμβεί οδήγησε σε άμυνες, που βασίζονται στην παθητικότητα και στην συστολή. Για να αποφύγει την δυσαρέσκεια των άλλων, στην ενήλικη ζωή ο άντρας αυτός θα συνεχίσει να είναι ντροπαλός ή απρόθυμος να διεκδικήσει πράγματα για τον εαυτό του. Επομένως, οι προσπάθειες των ενηλίκων να ξεπεράσουν τον παιδικό φαντασιακό (ή αληθινό) αντίπαλό τους μπλοκάρονται από την ενοχή και το φόβο αντεπίθεσης.

Μια άλλη οπτική εξετάζει την πιθανότητα ο γιος ή η κόρη να μη θέλει να ξεπεράσει τον πατέρα ή την μητέρα. Να φοβάται πως θα χάσει, συνειδητά ή και ασυνείδητα τη σχέση με τον γονέα τον οποίο θεωρεί αποτυχημένο ή αδύναμο (Hendin, 1972). Σαμποτάροντας τον εαυτό του το άτομο εξασφαλίζει μια κάποιου είδους υποταγή και αφοσίωση στο πρόσωπο αυτό καθώς το να εξελιχθεί μπορεί να συνιστά προδοσία με επακόλουθα την αβάσταχτη ενοχή και τον φόβο τιμωρίας. Η τιμωρία ενδέχεται να είναι το αίσθημα πως αν οι ίδιοι αναπτύξουν μια επιτυχημένη ξεχωριστή ζωή αυτό θα καταστρέψει είτε την σχέση τους με το αγαπημένο πρόσωπο, είτε ακόμα και το ίδιο το πρόσωπο που δεν θα αντέξει τον αποχωρισμό ή την εγκατάλειψη.

Άλλωστε για κάποια άτομα η επιτυχία ή η δύναμη που αυτή ενδέχεται να τους επιφέρει τους φέρνει σε επαφή με μια φαντασίωση παντοδυναμίας και τον ασυνείδητο φόβο πως δεν θα μπορέσουν να ελέγξουν καταστροφικές πλευρές του εαυτού τους, και πως θα καταλήξουν να πληγώσουν ή να «καταβροχθήσουν» τα αγαπημένα τους πρόσωπα με την ασυγκράτητη απληστία τους και τον φθόνο για αυτά που οι άλλοι κατέχουν (Klein, 1959). Η αποτυχία λειτουργεί σε αυτές τις περιπτώσεις σαν ένα σύστημα ασφαλείας που προστατεύει το άτομο και αποτρέπει να συμβεί αυτό που εκείνο φοβάται πως θα συμβεί, μια ακόμα μεγαλύτερη καταστροφή συγκριτικά με την δική του υπονόμευση.

Ο Freud (1914) αναφέρθηκε στον καταναγκασμό της επανάληψης, σε αυτή την ασυνείδητη δύναμη που μας βάζει τρικλοποδιές. Πρόκειται για μια προσπάθεια του ατόμου να κυριαρχήσει πάνω σε τραυματικές καταστάσεις του παρελθόντος αναβιώνοντας τες ωστόσο στο παρόν χωρίς αυτό να του είναι συνειδητό. Όπως όταν ένας νεαρός επαγγελματίας που μεγαλώνει με έναν απαιτητικό και με υπερβολικά υψηλές προσδοκίες πατέρα, βρίσκει δουλειά σε μια εταιρεία της οποίας το αφεντικό πιστεύει πως ο έπαινος δεν είναι ποτέ παραγωγικός. Οι επίπονες καταστάσεις που ελκύουν το άτομο γιατί είναι οικείες, είναι μια απόπειρα να ελεγχεί ο ψυχικός πόνος που αρχικά προκάλεσαν και συνεχίζουν να προκαλούν. Θυμίζει όπως όταν κάποιος διακόπτει μια σχέση για να μην εγκαταληφθεί ή απατά πρώτος πριν απατηθεί. Το αποτέλεσμα του αγώνα παραμένει το ίδιο, όμως η ήττα μοιάζει πιο διαχειρίσιμη στα μάτια του ηττημένου. Επομένως, το να σαμποτάρει κανείς τον εαυτό του είναι μεν καταστροφικό, είναι όμως παράλληλα και ένα μέσο άμυνας και προστασίας.

Η επιτυχία είναι πιο περίπλοκη από την αποτυχία. Κατά μια έννοια είναι πιο βολικό να παραμείνει κανείς σε μια οικεία κατάσταση, ακόμα κι αν αυτό δεν τον ευχαριστεί. Η κατάκτηση της επιτυχίας - όπως κι αν την ορίζει ο καθένας - σημαίνει πως χρειάζεται να αφήσει το γνώριμο πίσω του και να αντέξει να εκτεθεί, να αξιολογηθεί, και να επιφορτιστεί με νέες ευθύνες και απαιτήσεις. Από αυτή την άποψη μοιάζει σαν να θέλει κανείς να προστατεύσει τον εαυτό του από πιθανούς κινδύνους και ρίσκα, πόσο μάλιστα όταν η επιδίωξη της όποιας επιτυχίας δεν γίνεται αντιληπτή ως πρόκληση. Σίγουρα κανείς δεν θέλει να αποτύχει. Ίσως το πρόβλημα είναι πως για τους περισσότερους, ενώ ο φόβος της αποτυχίας είναι συνειδητός, ο φόβος της επιτυχίας παραμένει στο μεγαλύτερο μέρος του ασυνείδητος.

Συνειδητή ή ασυνείδητη, μια σύγκρουση όμως εάν παραμείνει ανεπίλυτη θα οδηγήσει σε δυσφορία, και άγχος. Η Horner (1972) μιλώντας για τις γυναίκες, πρότεινε μια σύγκρουση που είναι περισσότερο συνειδητή και κοινωνική. Πολιτισμικά, οι γενιές έχουν αναγκάσει τις γυναίκες να απωθήσουν την επιθετικότητά τους και αυτό έχει εσωτερικευθεί. Είναι συχνό το αίσθημα πολλών ατόμων - κυρίως γυναικών, όταν τα έχουν καταφέρει, να νιώθουν ότι με κάποιο τρόπο έχουν εξαπατήσει τους υπόλοιπους και πως αργά ή γρήγορα θα αποκαλυφθούν.

Οι Chance και Imes (1978) επινόησαν τον όρο «το φαινόμενο του απατεώνα» (imposter phenomenon) για να περιγράψουν γυναίκες με αξιοσημείωτες επαγγελματικές επιτυχίες, οι οποίες όμως ένιωθαν πως εξαπατούσαν τους άλλους για τις ικανότητές τους. Κατέληξαν ερευνητικά στο συμπέρασμα πως τέτοιου είδους ανασφαλή συναισθήματα στην ενήλικη ζωή οφείλονταν σε διαφορετικούς τρόπους αντιμετώπισης των κοριτσιών μέσα στην οικογένεια.

Στην πρώτη περίπτωση το κορίτσι δεν κατάφερνε να επιτύχει κάτι αξιοσημείωτο και μονίμως συγκρινόταν με ένα πιο ευφυή αδερφό ή αδερφή που έκανε τα πάντα καλύτερα, ενώ στην δεύτερη περίπτωση παινευόταν συνεχώς για οτιδήποτε έκανε, ανεξάρτητα από την αξία του επιτεύγματος. Στην ενήλικη ζωή οι γυναίκες κατέληγαν είτε να ζουν με το μόνιμο φόβο πως θα αποκαλυφθεί ότι είναι ανίκανες, είτε να φοβούνται πως αν φανούν υπερβολικά έξυπνες και επιτυχημένες στην κοινωνία θα βίωναν απόρριψη.

Στον δρόμο προς την ενήλικη πραγμάτωση, τα προηγούμενα αναπτυξιακά στάδια αποκτούν μεγάλη σημασία, καθώς παράλληλα με την ανάπτυξη του εαυτού συνυπάρχει η ανάπτυξη του ναρκισσισμού. Ένα παιδί χρειάζεται να νιώσει ότι το εκτιμούν για να μπορέσει να αναπτύξει έναν επίδοξο και αυτόνομο εαυτό, και μια υγιής ανάπτυξη προϋποθέτει ένα υποστηρικτικό και στοργικό περιβάλλον, ικανό να ικανοποιήσει τις ναρκισσιστικές ανάγκες του βρέφους. Σαφώς και υπάρχουν περιστασιακές αποτυχίες από την μεριά των γονιών, ωστόσο όταν αυτές δεν ξεπερνούν την ικανότητα του βρέφους να τις αντιμετωπίσει, καταλήγουν να προωθούν την ωριμότητα και την συναισθηματική του αυτονομία.

Μια σοβαρή παραμέληση των αναγκών αυτών θα οδηγήσει σε διατάραξη του φυσιολογικού ναρκισσισμού. Οι δύο όψεις ενός νομίσματος αντανακλούν το ίδιο έλλειμα στην ενήλικη ζωή, καθώς τα άτομα ενδέχεται είτε να καταφύγουν σε υπερβολικές εκφράσεις μεγαλείου και επιδειξιμανίας για να καλύψουν αυτές τις ανάγκες, είτε να αναστείλουν την επιδίωξη να εκπληρώσουν τις φιλοδοξίες τους ή να εκφράσουν φυσιολογικά τον δυναμισμό και την αυτοπεποίθησή τους. Σύμφωνα με τον Kohut (1975), μια ναρκισσιστική προσωπικότητα χρειάζεται να διατηρήσει ανέπαφο το «μεγαλειώδη εαυτό» που είναι εύθραστος, και δεν μπορεί να αντέξει την προαπαιτούμενη διαδικασία για την επιτυχία. Δεν αντέχει ασυνείδητα να υποβάλει αυτό τον εύθραστο εαυτό σε συνεχείς προσπάθειες με ενδεχόμενες αποτυχίες κατά την πορεία μάθησης, άρα και ματαιώσεις, και έτσι καταλήγει να υποτιμά κάποιους στόχους και επιτεύγματα εξ αρχής.

Κάποιες φορές η αποτυχία θεωρείται επίσης και μια παθητική επανάσταση απέναντι σε γονείς που απαιτούν επιδόσεις ή ακαδημαϊκή καταξίωση. Πρόκειται για μια παθητικο-επιθετική αντίδραση αντιποίνων απέναντι σε έναν γονεϊκό εξαναγκασμό. Παράλληλα, οι ενδοψυχικές συγκρούσεις μπορεί να ενισχυθούν από ασυνείδητα αντιφατικά μηνύματα από την πλευρά των γονιών. Οι γονείς μπορεί να διακατέχονται από μια επιθυμία να περιορίσουν το παιδί τους, χωρίς να μπορούν να το παραδεχτούν στον εαυτό τους. Τα παιδιά μπορεί να ενθαρρύνονται να ανταγωνιστούν αλλά όχι να κερδίσουν, ή να έχουν στόχους αλλά να μην τους πετυχαίνουν. Συχνά κάποιοι γονείς, αντιδρούν στις αναπτυξιακές ανάγκες των παιδιών τους, προσπαθώντας ασυνείδητα, να κρατήσουν το παιδί τους ακόμα παιδί.

Για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε το φόβο της επιτυχίας χρειάζεται να λάβουμε υπόψη πολλές διαστάσεις που αντανακλούν την ανθρώπινη πολυπλοκότητα. Ο καθένας από εμάς διαθέτει τα δικά του μοτίβα για να σαμποτάρει τον εαυτό του, τα δικά του εσωτερικά εμπόδια προς την ανάπτυξη. Η ψυχοθεραπευτική διεργασία οδηγεί το άτομο να συνειδητοποιήσει γιατί και με ποιό τρόπο ενδέχεται να υπονομεύει τον εαυτό του. Μια γνώση που όχι μόνο καθιστά εφικτή την ανεμπόδιστη ανάδειξη του δυναμικού του αλλά κυρίως του επιτρέπει και να την απολαύσει σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου