Τρίτη 7 Μαρτίου 2023

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΛΥΣΙΑΣ, ΚΑΤΑ ΑΛΚΙΒΙΑΔΟΥ ΛΙΠΟΤΑΞΙΟΥ (Α΄)

ΛΥΣ 14.9–22

Η ανάγκη τήρησης των νόμων και επιβολής των ποινών – Αντικρούοντας τους αναμενόμενους ισχυρισμούς των υπερασπιστών του Αλκιβιάδη

Ο κατήγορος επικαλέστηκε τους νόμους που, κατά την άποψή του, επέβαλλαν την καταδίκη του Αλκιβιάδη για λιποταξία και δειλία, ενώ προέβλεπαν τη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων όποιου κατατασσόταν στο σώμα των ιππέων χωρίς προηγούμενη δοκιμασίαν. Και συνεχίζει:


[9] Οὗτος τοίνυν εἰς τοῦτ’ ἦλθε πονηρίας, καὶ οὕτως ὑμῶν
κατεφρόνησε καὶ τοὺς πολεμίους ἔδεισε καὶ ἱππεύειν ἐπε-
θύμησε καὶ τῶν νόμων οὐκ ἐφρόντισεν, ὥστε οὐδὲν αὐτῷ
τούτων τῶν κινδύνων ἐμέλησεν, ἀλλ’ ἐβουλήθη καὶ ἄτιμος
εἶναι καὶ τὰ χρήματ’ αὐτοῦ δημευθῆναι καὶ πάσαις ταῖς
κειμέναις ζημίαις ἔνοχος γενέσθαι μᾶλλον ἢ μετὰ τῶν πο-
λιτῶν εἶναι καὶ ὁπλίτης γενέσθαι. [10] καὶ ἕτεροι μὲν οὐδεπώ-
ποτε ὁπλιτεύσαντες, ἱππεύοντες δὲ τὸν ἄλλον χρόνον
καὶ πολλὰ κακὰ τοὺς πολεμίους πεποιηκότες, οὐκ ἐτόλμη-
σαν ἐπὶ τοὺς ἵππους ἀναβῆναι, δεδιότες ὑμᾶς καὶ τὸν νό-
μον· οὕτω γὰρ ἦσαν παρεσκευασμένοι, οὐχ ὡς ἀπολουμένης
τῆς πόλεως, ἀλλ’ ὡς σωθησομένης καὶ μεγάλης ἐσομένης
καὶ τιμωρησομένης τοὺς ἀδικοῦντας· Ἀλκιβιάδης δ’ ἐτόλ-
μησεν ἀναβῆναι, οὔτε εὔνους ὢν τῷ πλήθει οὔτε πρότερον
ἱππεύσας οὔτε νῦν ἐπιστάμενος οὔτε ὑφ’ ὑμῶν δοκιμασθείς,
ὡς οὐκ ἐξεσόμενον τῇ πόλει δίκην παρὰ τῶν ἀδικούντων
λαμβάνειν. [11] ἐνθυμηθῆναι δὲ χρὴ ὅτι, εἰ ἐξέσται ὅ τι ἄν τις
βούληται ποιεῖν, οὐδὲν ὄφελος νόμους κεῖσθαι ἢ ὑμᾶς συλλέ-
γεσθαι ἢ στρατηγοὺς αἱρεῖσθαι. θαυμάζω δέ, ὦ ἄνδρες
δικασταί, εἴ τις ἀξιοῖ, ἐὰν μέν τις προσιόντων τῶν πολε-
μίων τῆς πρώτης τάξεως τεταγμένος τῆς δευτέρας γένηται,
τούτου μὲν δειλίαν καταψηφίζεσθαι, ἐὰν δέ τις ἐν τοῖς
ὁπλίταις τεταγμένος ἐν τοῖς ἱππεῦσιν ἀναφανῇ, τούτῳ
συγγνώμην ἔχειν. [12] καὶ μὲν δή, ὦ ἄνδρες δικασταί, ἡγοῦμαι
δικάζειν ὑμᾶς οὐ μόνον τῶν ἐξαμαρτανόντων ἕνεκα, ἀλλ’ ἵνα
καὶ τοὺς ἄλλους τῶν ἀκοσμούντων σωφρονεστέρους ποιῆτε.
ἐὰν μὲν τοίνυν τοὺς ἀγνῶτας κολάζητε, οὐδεὶς ἔσται τῶν
ἄλλων βελτίων· οὐδεὶς γὰρ εἴσεται τὰ ὑφ’ ὑμῶν καταψηφι-
σθέντα· ἐὰν δὲ τοὺς ἐπιφανεστάτους τῶν ἐξαμαρτανόντων
τιμωρῆσθε, πάντες πεύσονται, ὥστε τούτῳ παραδείγματι
χρώμενοι βελτίους ἔσονται οἱ πολῖται. [13] ἐὰν τοίνυν τούτου
καταψηφίσησθε, οὐ μόνον οἱ ἐν τῇ πόλει εἴσονται, ἀλλὰ καὶ
οἱ σύμμαχοι αἰσθήσονται καὶ οἱ πολέμιοι πεύσονται, καὶ
ἡγήσονται πολὺ πλείονος ἀξίαν εἶναι τὴν πόλιν, ἐὰν ὁρῶσιν
ἐπὶ τοῖς τοιούτοις τῶν ἁμαρτημάτων μάλισθ’ ὑμᾶς ὀργιζο-
μένους καὶ μηδεμιᾶς συγγνώμης τοὺς ἀκοσμοῦντας ἐν τῷ
πολέμῳ τυγχάνοντας. [14] ἐνθυμεῖσθε δ’, ὦ ἄνδρες δικασταί,
ὅτι τῶν στρατιωτῶν οἱ μὲν κάμνοντες ἐτύγχανον, οἱ δὲ ἐν-
δεεῖς ὄντες τῶν ἐπιτηδείων, καὶ ἡδέως ἂν οἱ μὲν ἐν ταῖς πό-
λεσι καταμείναντες ἐθεραπεύοντο, οἱ δὲ οἴκαδ’ ἀπελθόντες
τῶν οἰκείων ἐπεμέλοντο, οἱ δὲ ψιλοὶ ἐστρατεύοντο, οἱ δ’ ἐν
τοῖς ἱππεῦσιν ἐκινδύνευον· [15] ἀλλ’ ὅμως οὐκ ἐτολμᾶτε ἀπολι-
πεῖν τὰς τάξεις οὐδὲ τἀρεστὰ ὑμῖν αὐτοῖς αἱρεῖσθαι ἀλλὰ
πολὺ μᾶλλον ἐφοβεῖσθε τοὺς τῆς πόλεως νόμους ἢ τὸν πρὸς
τοὺς πολεμίους κίνδυνον. ὧν χρὴ μεμνημένους ὑμᾶς νυνὶ τὴν
ψῆφον φέρειν, καὶ πᾶσι φανερὸν ποιεῖν ὅτι Ἀθηναίων οἱ
μὴ βουλόμενοι τοῖς πολεμίοις μάχεσθαι ὑφ’ ὑμῶν κακῶς
πείσονται.

[16] Ἡγοῦμαι δέ, ὦ ἄνδρες δικασταί, περὶ μὲν τοῦ νόμου καὶ
αὐτοῦ τοῦ πράγματος οὐχ ἕξειν αὐτοὺς ὅ τι λέξουσιν· ἀνα-
βαίνοντες δ’ ὑμᾶς ἐξαιτήσονται καὶ ἀντιβολήσουσιν, οὐκ
ἀξιοῦντες τοῦ Ἀλκιβιάδου ὑέος τοσαύτην δειλίαν κατα-
γνῶναι, ὡς ἐκεῖνον πολλῶν ἀγαθῶν ἀλλ’ οὐχὶ πολλῶν κα-
κῶν αἴτιον γεγενημένον· ὃν εἰ τηλικοῦτον ὄντα ἀπεκτεί-
νατε, ὅτε πρῶτον εἰς ὑμᾶς ἐλάβετε ἐξαμαρτάνοντα, οὐκ ἂν
ἐγένοντο συμφοραὶ τοσαῦται τῇ πόλει. [17] δεινὸν δέ μοι δοκεῖ,
ὦ ἄνδρες δικασταί, εἶναι, εἰ αὐτοῦ μὲν ἐκείνου θάνατον κα-
τέγνωτε, τοῦ δὲ ὑοῦ ἀδικοῦντος δι’ ἐκεῖνον ἀποψηφιεῖσθε,
ὃς αὐτὸς μὲν οὐκ ἐτόλμα μεθ’ ὑμῶν μάχεσθαι, ὁ δὲ πατὴρ
αὐτοῦ μετὰ τῶν πολεμίων ἠξίου στρατεύεσθαι. καὶ ὅτε μὲν
παῖς ὢν οὔπω δῆλος ἦν ὁποῖός τις ἔσται, διὰ τὰ τοῦ
πατρὸς ἁμαρτήματα ὀλίγου τοῖς ἕνδεκα παρεδόθη· ἐπειδὴ
δὲ πρὸς τοῖς ἐκείνῳ πεπραγμένοις ἐπίστασθε καὶ τὴν τούτου
πονηρίαν, διὰ τὸν πατέρα ἐλεεῖν αὐτὸν ἀξιώσετε; [18] οὐκ οὖν
δεινόν, ὦ ἄνδρες δικασταί, τούτους μὲν οὕτως εὐτυχεῖς
εἶναι ὥστ’, ἐπειδὰν ἐξαμαρτάνοντες ληφθῶσι, διὰ τὸ αὑτῶν
γένος σῴζεσθαι, ἡμᾶς δέ, εἰ ἐδυστυχήσαμεν διὰ τοὺς οὕτως
ἀτακτοῦντας, μηδένα ἂν δύνασθαι παρὰ τῶν πολεμίων ἐξαι-
τήσασθαι μηδὲ διὰ τὰς τῶν προγόνων ἀρετάς; [19] καίτοι
πολλαὶ καὶ μεγάλαι καὶ ὑπὲρ ἁπάντων τῶν Ἑλλήνων γε-
γόνασι, καὶ οὐδὲν ὅμοιαι τοῖς ὑπὸ τούτων περὶ τὴν πόλιν
πεπραγμένοις, ὦ ἄνδρες δικασταί. εἰ δ’ ἐκεῖνοι δοκοῦσι
βελτίους εἶναι σῴζοντες τοὺς φίλους, δῆλον ὅτι καὶ ὑμεῖς
ἀμείνους δόξετε εἶναι τιμωρούμενοι τοὺς ἐχθρούς. [20] ἀξιῶ
δ’, ὦ ἄνδρες δικασταί, ἐὰν μέν τινες τῶν συγγενῶν αὐτὸν
ἐξαιτῶνται, ὀργίζεσθαι ὅτι τούτου μὲν οὐκ ἐπεχείρησαν
δεηθῆναι (ἢ δεηθέντες οὐκ ἐδύναντο εὑρέσθαι) ποιεῖν τὰ
ὑπὸ τῆς πόλεως προσταττόμενα, ὑμᾶς δὲ πείθειν πειρῶνται
ὡς οὐ χρὴ παρὰ τῶν ἀδικούντων δίκην λαμβάνειν· [21] ἐὰν δέ
τινες τῶν ἀρχόντων βοηθῶσιν αὐτῷ ἐπίδειξιν μὲν τῆς
ἑαυτῶν δυνάμεως ποιούμενοι, φιλοτιμούμενοι δὲ ὅτι καὶ
τοὺς φανερῶς ἡμαρτηκότας σῴζειν δύνανται, ὑμᾶς [δὲ] χρὴ
ὑπολαμβάνειν πρῶτον μὲν ὅτι, εἰ πάντες Ἀλκιβιάδῃ ὅμοιοι
ἐγένοντο, οὐδὲν ἂν ἔδει τῶν στρατηγῶν (οὐδὲ γὰρ <ἂν>
εἶχον ὅτου ἡγοῦντο), ἔπειθ’ ὅτι πολὺ μᾶλλον αὐτοὺς προσή-
κει τῶν λιπόντων τὴν τάξιν κατηγορεῖν ἢ ὑπὲρ τῶν τοιούτων
ἀπολογεῖσθαι. τίς γὰρ ἔστιν ἐλπὶς τοὺς ἄλλους ἐθελήσειν
ποιεῖν τὰ ὑπὸ τῶν στρατηγῶν προσταττόμενα, ὅταν αὐτοὶ
οὗτοι τοὺς ἀκοσμοῦντας σῴζειν πειρῶνται; [22] ἐγὼ τοίνυν
ἀξιῶ, ἐὰν μὲν ἀποδείξωσιν οἱ λέγοντες καὶ αἰτούμενοι ὑπὲρ
Ἀλκιβιάδου ὡς ἐστρατεύσατο ἐν τοῖς ὁπλίταις ἢ ὡς ἵππευε
δεδοκιμασμένος, ἀποψηφίσασθαι· ἐὰν δὲ μηδὲν ἔχοντες δί-
καιον κελεύωσιν αὑτοῖς χαρίζεσθαι, μεμνῆσθαι χρὴ ὅτι δι-
δάσκουσιν ὑμᾶς ἐπιορκεῖν καὶ τοῖς νόμοις μὴ πείθεσθαι,
καὶ ὅτι λίαν προθύμως τοῖς ἀδικοῦσι βοηθοῦντες πολλοὺς
τῶν αὐτῶν ἔργων ἐπιθυμεῖν ποιήσουσι.

***
Ούτος λοιπόν εις τέτοιον σημείον φαυλότητος έφθασε, και τόσον σας περιεφρόνησε, και τόσον τους εχθρούς εφοβήθη, και τόσον επεθύμησε να καταταχθή εις το ιππικόν, και τόσον τους νόμους παρέβλεψεν, ώστε ουδόλως έλαβε υπ' όψιν του τας συνεπείας της παραβάσεως των νόμων και τας δίκας, αλλ' επροτίμησε και τα πολιτικά του δικαιώματα να χάση, και η περιουσία του να δημευθή, και ένοχος να θεωρηθή όλων των υπό των νόμων απειλουμένων τιμωριών μάλλον παρά να καταταχθή με τους οπλίτας και να ονομάζεται οπλίτης. Και άλλοι μεν, ενώ ουδέποτε είχον υπηρετήσει ως οπλίται, ενώ άλλοτε υπηρέτουν ως ιππείς, και είχον προξενήσει μεγάλας βλάβας εις τους εχθρούς, δεν ετόλμησαν να ανέλθουν εις τους ίππους, διότι εφοβούντο σάς (τους δικαστάς) και τον νόμον· διότι εσκέπτοντο ότι δεν θα καταστραφή η πόλις, αλλ' ότι θα σωθή, και θα γίνη μεγάλη, και θα τιμωρήση τους αδικούντας. Ο Αλκιβιάδης δε ετόλμησε να ανέλθη εις τον ίππον (να καταταχθή εις το ιππικόν), ενώ δεν διέκειτο ευνοϊκώς προς τον λαόν, ενώ δεν είχε πρότερον υπηρετήσει ως ιππεύς, ενώ ούτε και τώρα γνωρίζει να ιππεύη, ενώ δεν είχεν εξετασθή (υπό των αρμοδίων αρχόντων), σκεπτόμενος ότι δεν θα δυνηθή η πόλις να τιμωρήση τους αδικούντας. Πρέπει δε να λάβετε υπ' όψιν σας ότι, εάν θα επιτραπή να κάνη καθένας ό,τι θέλει, είναι περιττόν να υπάρχουν (στρατολογικοί) νόμοι ή να συνέρχεσθε σεις ή να εκλέγετε στρατηγούς. Απορώ όμως, κύριοι δικασταί, εάν κανείς έχει την αξίωσιν να καταδικάζεται ως δειλός εκείνος που εν καιρώ της μάχης, ενώ είχε ταχθή εις την πρώτην γραμμήν, ευρίσκεται εις την δευτέραν, να συγχωρήται δε εκείνος που ενώ είχε καταταχθή εις τους οπλίτας παρουσιάζεται καταταγμένος εις τους ιππείς.

Και βέβαια, κύριοι δικασταί, φρονώ ότι σεις δικάζετε όχι μόνον διά να τιμωρήτε τους περιπίπτοντας εις σφάλματα, αλλά διά να κάμνετε κοσμιωτέρους και τους άλλους εγκληματούντας. Εάν λοιπόν τιμωρείτε τους ασήμους, κανείς από τους άλλους δεν θα γίνη καλύτερος από ό,τι είναι· διότι ουδείς θα μάθη την υφ' υμών καταδίκην ανθρώπων ασήμων· εάν δε τιμωρήτε τους επιφανεστάτους από τους περιπίπτοντας εις σφάλματα, όλοι θα πληροφορηθούν την υφ' υμών καταδίκην, ώστε έχοντες ως παράδειγμα την των επιφανών τιμωρίαν, θα είναι εις το μέλλον καλύτεροι, οι πολίται. Εάν λοιπόν καταδικάσετε τούτον, όχι μόνον οι εν τη πόλει κατοικούντες θα λάβουν γνώσιν της καταδίκης, αλλά και οι σύμμαχοι θα το μάθουν, και οι εχθροί θα το πληροφορηθούν, και θα νομίσουν ότι η πόλις μας αξίζει πολύ, εάν βλέπουν ότι σεις οργίζεσθε πολύ εναντίον των διαπραττόντων τοιαύτα σφάλματα και ότι ουδόλως συγχωρείτε τους εν τω πολέμω παραβαίνοντας τους νόμους. Ενθυμείσθε δε, κύριοι δικασταί, ότι από τους στρατιώτας άλλοι μεν εκουράζοντο, άλλοι δε εστερούντο των διά την εκστρατείαν αναγκαίων εφοδίων, ότι όλοι εφοβούντο, και ότι ευχαρίστως άλλοι μεν παραμένοντες εις τας πόλεις θα υπεβάλλοντο εις θεραπείαν, άλλοι δε επανελθόντες εις την πατρίδα των ευχαρίστως θα ησχολούντο εις τας εργασίας των, άλλοι ως ελαφρώς ωπλισμένοι θα ελάμβανον μέρος εις την εκστρατείαν και άλλοι ευχαρίστως θα ηγωνίζοντο ως ιππείς. Αλλ' όμως δεν ετολμούσατε να εγκαταλείψετε την εις το πεζικόν θέσιν του οπλίτου, ουδέ να εκλέξετε όσα σας ήρεσαν, αλλά πολύ περισσότερον εφοβείσθε τους νόμους της πόλεως, παρά τον αγώνα εναντίον των εχθρών και τον εκ τούτου κίνδυνον. Ταύτα έχοντες υπ' όψιν σας πρέπει τώρα να ψηφίσετε, και να κάμετε εις όλους φανερόν, ότι, όσοι από τους Αθηναίους δεν θέλουν να πολεμήσουν εναντίον των εχθρών, θα τιμωρηθούν από σας.

Φρονώ δε, κύριοι δικασταί, ότι περί μεν του νόμου και της υποθέσεως της λιποταξίας δεν θα έχουν αυτοί τι να είπουν· αφού ανέλθουν δε εις το βήμα θα ζητήσουν χάριν διά τον δικαζόμενον Αλκιβιάδην, και θα σας ικετεύσουν προβάλλοντες την αξίωσιν να μη καταδικάσετε ως δειλόν τον υιόν του Αλκιβιάδου, διότι δήθεν εκείνος έχει γίνει αίτιος πολλών αγαθών (εις την πόλιν) και όχι μεγάλων συμφορών, τον οποίον εάν εφονεύατε όταν είχε την ηλικίαν του δικαζομένου υιού του, ότε συνελάβατε αυτόν διά πρώτην φοράν να σας βλάπτη, δεν θα εγίνοντο τόσον μεγάλαι συμφοραί εις την πόλιν. Μου φαίνεται, κύριοι δικασταί, ότι είναι φοβερόν, εάν τον ίδιον μεν εκείνον κατεδικάσατε εις θάνατον, θα αθωώσετε δε χάριν εκείνου τον αδικούντα υιόν του, ο οποίος δεν ετόλμησε να πολεμή μαζί με σας, ο πατήρ του δε έκρινεν άξιον να εκστρατεύη μαζί με τους εχθρούς σας. Και ότε μεν ήτο μικρό παιδί, αν και δεν ήτο ακόμη φανερόν οποίος τις θα είναι, ένεκα των εγκλημάτων του πατρός του ολίγον έλειψε να παραδοθή εις τους Ένδεκα διά να φονευθή· όταν δε κοντά εις τας πράξεις εκείνου (του πατρός του) γνωρίζετε και τη φαυλότητα τούτου, θα κρίνεται άξιον να τον ευσπλαγχνισθήτε χάριν του πατρός του; Δεν είναι λοιπόν φοβερόν, κύριοι δικασταί, ούτοι μεν να είναι τόσον ευτυχείς, ώστε, όταν συλληφθούν εγκληματούντες, να σώζωνται διά την από μεγάλο γένος καταγωγήν των, ημάς δε, οι οποίοι εδυστυχήσαμεν εξ αιτίας των ατασθαλιών τούτων, να μη δύνανται να μας ζητήσουν (σώσουν) από τους εχθρούς αι αρεταί των προγόνων μας; Και όμως (αι αρεταί των προγόνων μας) ήσαν πολλαί και μεγάλαι και υπέρ όλων των Ελλήνων, και ουδόλως ομοιάζουν με όσα ούτοι έπραξαν εις την πόλιν, κύριοι δικασταί. Εάν δε εκείνοι φαίνονται ότι είναι καλύτεροι με το να σώζουν τους φίλους, φανερόν είναι ότι και σεις θα φανήτε καλύτεροι τιμωρούντες τους εχθρούς. Έχω δε την αξίωσιν, κύριοι δικασταί, εάν μεν τινές από τους συγγενείς του ζητήσουν την απαλλαγήν του, να οργίζεσθε εναντίον των, διότι δεν επεχείρησαν να παρακαλέσουν αυτόν να πράττη τα υπό της πόλεως διατασσόμενα, ή παρακαλέσαντες αυτόν δεν το επέτυχον, προσπαθούν δε να σας πείσουν ότι δεν πρέπει να τιμωρήτε τους αδικούντας. Εάν δε μερικοί από τους άρχοντας βοηθούν αυτόν φιλοτιμούμενοι να δείξουν την δύναμίν των, ότι δηλαδή ημπορούν να σώζουν και τους φανερώς εγκληματήσαντας, πρέπει να αντικρούετε την αξίωσίν των ταύτην λέγοντες εις αυτούς πρώτον μεν ότι, εάν όλοι ωμοίαζον του Αλκιβιάδου, ουδεμία χρεία θα ήτο της στρατηγίας (διότι δεν θα είχον εκείνους των οποίων θα ήσαν στρατηγοί), έπειτα δε ότι πολύ μάλλον αρμόζει αυτοί να κατηγορούν τους λιποτακτούντας, παρά να απολογούνται υπέρ αυτών. Διότι ποία ελπίς υπάρχει να θελήσουν οι άλλοι να πράττουν τα διατασσόμενα υπό των στρατηγών, όταν αυτοί οι ίδιοι προσπαθούν να σώζουν τους παραβάτας των νόμων; Εγώ λοιπόν έχω την αξίωσιν να αθωώσετε τον Αλκιβιάδην, εάν οι συνήγοροί του και οι ζητούντες να κάμετε χάριν υπέρ αυτού αποδείξουν ότι μετέσχε της εκστρατείας ως οπλίτης, ή ότι υπηρέτησεν εις το ιππικόν κατόπιν της νομίμου εξετάσεως (ενώπιον των αρμοδίων αρχόντων)· εάν δε χωρίς να έχουν ουδέν επιχείρημα, σας παρακαλούν να τους κάμετε χάριν, πρέπει να σκεφθήτε ότι σας διδάσκουν να επιορκήτε και να μη πείθεσθε εις τους νόμους και προθύμως βοηθούντες τους αδικούντας θα κάμουν πολλούς να επιθυμήσουν τα ίδια έργα (τας αδικίας).

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου