Τετάρτη 16 Ιουνίου 2021

Αρχαία Ελληνική Γραμματολογία: 3. Κλασική εποχή (508-323 π.Χ.)

3.7. Η φιλοσοφία τον 4ο π.Χ. αιώνα

Η καταδίκη και ο θάνατος του Σωκράτη αποτέλεσαν σταθμό στην εξέλιξη της φιλοσοφικής σκέψης. Με μια σειρά από συγγράμματα οι οπαδοί του προσπάθησαν να τον υπερασπιστούν, να αποκρούσουν τις όποιες κατηγορίες και να εξάρουν την αρετή του δασκάλου τους.[1] Ακόμα, οι σωκρατικοί, όσοι εξακολούθησαν να φιλοσοφούν, μοιράστηκαν τις ιδέες του Σωκράτη, ή καλύτερα διάλεξαν καθένας να ακολουθήσει διαφορετικό δρόμο από τους πολλούς που είχε ανοίξει, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν περισσότερες από μία σωκρατικές φιλοσοφικές σχολές.[2]

Απολογητής του Σωκράτη στάθηκε, όπως είδαμε, ο Ξενοφών, που στα σωκρατικά του έργα δεν περιορίστηκε στο να μιλά για τον δάσκαλό του σε τρίτο πρόσωπο, αλλά παρουσίασε και τον ίδιο τον Σωκράτη να απολογείται στο δικαστήριο ή να συζητά με τον ένα και με τον άλλο, αποδίδοντάς του λόγια που μπορεί να μην ήταν αυτούσια δικά του αλλά οπωσδήποτε αντιπροσώπευαν τις ιδέες του και τους διαλεκτικούς του τρόπους. Παρόμοια υπερασπίστηκαν τον δάσκαλό τους και άλλοι σωκρατικοί, που όμως τα έργα τους, αν εξαιρέσουμε αυτά του Πλάτωνα, είναι όλα χαμένα.

Κέβης από τη Θήβα (5ος/4ος π.Χ. αι.): του αποδίδονται τρεις σωκρατικοί διάλογοι, αλλά ένα έργο που σώζεται με το όνομά του, ο Πίναξ, πρέπει να γράφτηκε τον 1ο μ.Χ. αιώνα.

Σιμμίας από τη Θήβα (5ος/4ος π.Χ. αι.): του αποδίδονται 23 σωκρατικοί διάλογοι (Περὶ σοφίας, Περὶ ἀνδρείας κ.ά.).

Αισχίνης από την Αθήνα (5ος/4ος π.Χ. αι.): έγραψε σωκρατικούς διάλογους (Ἀλκιβιάδης, Ἀσπασία κ.ά.).

Ευκλείδης από τα Μέγαρα (450-380 π.Χ.): έγραψε σωκρατικούς διάλογους (Κρίτων, Ἐρωτικός, Αἰσχίνης κ.ά.), και εγκαινίασε τη μεγαρική σχολή, με έμφαση στη διαλεκτική και στην οντολογία. Διάλογους έγραψε και ο σημαντικότερος διάδοχός του, ο Στίλπων από τα Μέγαρα (περ. 380-300 π.Χ.).

Αντισθένης από την Αθήνα (περ. 445-360 π.Χ.): στα πάμπολλα έργα του[3] περιλαμβάνονταν και σωκρατικοί διάλογοι (Ἀσπασία, Ἀλκιβιάδης, Μενέξενος κ.ά.). Δίνοντας έμφαση στο ιδανικό της αυτάρκειας, ο Αντισθένης άνοιξε τον δρόμο για τους πολλούς κυνικούς φιλοσόφους που ακολούθησαν. Διασημότερος ανάμεσά τους ο Διογένης από τη Σινώπη (περίπου 400-325 π.Χ.), που και γι᾽ αυτόν παραδίδεται ότι έγραψε διάλογους και τραγωδίες.

Αρίστιππος από την Κυρήνη (435-355 π.Χ.): ορισμένα έργα του (Περὶ παιδείας, Περὶ ἀρετῆς κ.ά.) δεν είναι διαλογικά· έχουν όμως φανερά σωκρατικό χαρακτήρα. Ο ίδιος έδωσε έμφαση στην ηθική και εγκαινίασε την κυρηναϊκή σχολή.

Φαίδων από την Ηλεία (5ος/4ος π.Χ. αι.): έγραψε σωκρατικούς διάλογους (Σίμων, Ζώπυρος) και εγκαινίασε την ηλειακή σχολή.

Χαριτωμένους διάλογους για ποικίλα θέματα παραδίδεται πως έγραψε και ο Ηρακλείδης από την Ηράκλεια του Πόντου (περ. 390-310 π.Χ.), που φοίτησε τόσο στην Ακαδημία του Πλάτωνα όσο και στο Λύκειο του Αριστοτέλη.

Μελετώντας τους συγγραφικούς τρόπους διαπιστώνουμε ότι ο διάλογος, ένα από τη φύση του καθαρά προφορικό είδος, χρησιμοποιήθηκε συχνά τον 4ο π.Χ. αιώνα σε γραπτή μορφή για να αποδώσει τη φιλοσοφική διδασκαλία. Παράλληλα, δίπλα στον διάλογο, για να εκθέσουν τις θεωρίες τους οι φιλόσοφοι έγραψαν και πραγματείες (ή διατριβές), είδος γνωστό από την ιωνική επιστημονική παράδοση, όπου η κινημένη διαλογική παρουσίαση έδινε τη θέση της στη συστηματικότερη, πιο ήρεμη και πιο ολοκληρωμένη μονολογική ανάπτυξη της φιλοσοφικής σκέψης. Είναι ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε πώς οι κορυφαίοι φιλόσοφοι του αιώνα, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, χρησιμοποίησαν τη μία ή την άλλη μορφή του φιλοσοφικού λόγου.

ΠΛΑΤΩΝ (427-347 π.Χ.)

Τὰ μὲν ὁρᾶσθαί φαμεν νοεῖσθαι δ᾽ οὔ, τὰς
δ᾽ αὖ ἰδέας νοεῖσθαι μὲν ὁρᾶσθαι δ᾽ οὔ
.[4]
Πολιτεία 507b

Γεννήθηκε στην Αθήνα από ισχυρή οικογένεια που συγγένευε με παλιά αριστοκρατικά γένη. Από τους δασκάλους του γνωστός είναι ο Κρατύλος, που υποστήριζε τις απόψεις του Ηράκλειτου. Οι πρώτες του προσπάθειες να ασχοληθεί με την ποίηση ματαιώθηκαν όταν γνώρισε τον Σωκράτη και έγινε φανατικός οπαδός του. Βίωσε από κοντά την καταστροφή του 404 π.Χ., τη φαύλη διακυβέρνηση των Τριάκοντα, που μερικοί ήταν συγγενείς του, και τους αγώνες για την παλινόρθωση της δημοκρατίας· όμως το βίωμα που σφράγισε τη ζωή του και τον έσπρωξε να ασχοληθεί με τη φιλοσοφία ήταν η δίκη, η άδικη καταδίκη και η θανατική εκτέλεση του Σωκράτη (399 π.Χ.).

Η δεκαετία που ακολούθησε αποτέλεσε την πρώτη περίοδο της συγγραφικής δράσης του Πλάτωνα, όπου ανήκουν η Ἀπολογία Σωκράτους και οι κατεξοχήν σωκρατικοί διάλογοι: Λάχης, Χαρμίδης, Λύσις, Εὐθύφρων, Πρωταγόρας, Ἱππίας ἐλάσσων, Ἱππίας μείζων, Ἴων, Κρίτων, Γοργίας. Πρόκειται για σχετικά σύντομους και ζωηρούς διάλογους που έχουν πάρει το όνομά τους από τον κύριο κάθε φορά συνομιλητή του Σωκράτη. Γνήσια σωκρατικά είναι τα θέματα των συζητήσεων για το τι είναι ανδρεία, σωφροσύνη, φιλία, ευσέβεια, για το αν μπορεί να διδαχτεί η αρετή, και άλλα παρόμοια. Χαρακτηριστικό και ότι στους περισσότερους διάλογους ο Σωκράτης περιορίζεται στο να θέτει προβλήματα και να αποδείχνει τη μια μετά την άλλη σφαλερές τις λύσεις που προτείνονται - ακόμα και από τον ίδιο!

Από το 390 ως το 388 π.Χ. ο Πλάτων ταξίδεψε πρώτα στην Κάτω Ιταλία, όπου γνωρίστηκε με τον Αρχύτα και μελέτησε τον πυθαγορισμό, ύστερα και στη Σικελία, όπου για ένα διάστημα φιλοξενήθηκε στην αυλή του Διονυσίου Α', τυράννου των Συρακουσών. Εκεί συνδέθηκε στενά με τον Δίωνα, γαμπρό του Διονυσίου, που είχε τις ίδιες με αυτόν πολιτικές ανησυχίες και ελπίδες. Η φιλία τους ανησύχησε τον Διονύσιο, που υποπτεύτηκε συνωμοσία, ο Πλάτων υποχρεώθηκε να φύγει όπως όπως και να επιστρέψει, όχι χωρίς περιπέτειες, στην Αθήνα, όπου λίγα χρόνια αργότερα, το 385 π.Χ., ίδρυσε την Ακαδημία.[5]

Τυπικά η Ακαδημία ήταν λατρευτικό κέντρο του Απόλλωνα και των Μουσών· ουσιαστικά αποτελούσε κοινόβιο, με αυστηρούς κανόνες διαβίωσης και με στόχο την καλλιέργεια της φιλοσοφίας. Ο Πλάτων έμεινε επικεφαλής της Ακαδημίας, συγγράφοντας και διδάσκοντας, ως το τέλος της ζωής του, με δύο διακοπές, όταν ξαναταξίδεψε στη Σικελία.

Στη μέση συγγραφική περίοδο του Πλάτωνα, ανάμεσα στο πρώτο και στο δεύτερο ταξίδι, ανήκουν τα πιο γνωστά του έργα, ο Μένων, ο Κρατύλος, ο Εὐθύδημος, ο Μενέξενος, ο Φαίδων, ο Φαῖδρος, ο Παρμενίδης, ο Θεαίτητος, το Συμπόσιον και η Πολιτεία, μεγάλοι διάλογοι που πραγματεύονται θεμελιακά θέματα όπως η αθανασία της ψυχής, η αληθινή αρετή, ο έρωτας, η φύση των λέξεων, η λειτουργία των αριθμών και άλλα παρόμοια. Ο Σωκράτης εξακολουθεί να πρωταγωνιστεί, αλλά πια δεν περιορίζεται στο να απορρίπτει τις απόψεις των συνομιλητών του αφήνοντάς τους σε απορία, αλλά χαράζει κατευθύνσεις και οδηγεί τη συζήτηση αν όχι σε οριστικά, τουλάχιστο σε θετικά αποτελέσματα. Έτσι, στην Πολιτεία οι συνομιλητές, για να γνωρίσουν την πραγματική δικαιοσύνη, αναπλάθουν, με την καθοδήγησή του, τη γένεση και την εξέλιξη μιας ιδανικής πολιτείας όπου θεμελιακή θέση κατέχει η εκπαίδευση. Δικαιολογημένα γεννιέται η υποψία ότι σε αυτούς τους μέσους διάλογους ο Πλάτων αποδίδει στον Σωκράτη και δικές του νεότερες σκέψεις και συμπεράσματα.

Το 367 π.Χ. ο Πλάτων, προσκαλεσμένος από τον Δίωνα, ταξίδεψε πάλι στη Σικελία. Ο Διονύσιος Α' είχε πεθάνει, ο Διονύσιος Β' ήταν νέος, καλόγνωμος, και οι δυο φίλοι είχαν την ελπίδα να συνεργαστούν μαζί του για τη δημιουργία της ιδανικής πολιτείας όπου «είτε κυβερνούν οι φιλόσοφοι, είτε οι κυβερνήτες φιλοσοφούν» (7η Επιστολή 326b). Ωστόσο, η φιλοσοφική θεωρία δύσκολα εφαρμόζεται στην πολιτική πράξη: το εγχείρημα σκόνταψε στις μηχανορραφίες των αυλικών και απότυχε, όπως αποτυχημένο ήταν και το τρίτο ταξίδι του Πλάτωνα στις Συρακούσες (361-360 π.Χ.), όταν ο Διονύσιος επέμενε να τον κρατήσει και χρειάστηκε να μεσολαβήσει ο Αρχύτας για να μπορέσει ο φιλόσοφος να επιστρέψει στην Αθήνα.

Η ύστερη συγγραφική περίοδος περιλαμβάνει τους διάλογους Σοφιστής και Πολιτικός, που γράφτηκαν ανάμεσα στο δεύτερο και το τρίτο ταξίδι, τον Φίληβο, τον Τίμαιο και τον Κριτία, που γράφτηκαν μετά την οριστική επιστροφή στην Αθήνα, και τους Νόμους, που ο Πλάτων δεν πρόλαβε να τους ολοκληρώσει, αλλά ο γραμματέας του τους συμπλήρωσε από τις σημειώσεις του και τους δημοσίευσε μετά τον θάνατό του.[6] Ιδιαίτερα διεξοδικά, τα τελευταία αυτά έργα πραγματεύονται δύσβατα κοσμολογικά, οντολογικά, πολιτειακά και άλλα πολύπλοκα φιλοσοφικά θέματα. Η διαλογική μορφή διατηρείται, αλλά έχει χάσει το μεγαλύτερο μέρος από τη φυσικότητα και τη ζωηρότητά της. Αντίστοιχα υποβαθμισμένη είναι και η συμμετοχή του Σωκράτη, που σε μία περίπτωση, στους Νόμους, απουσιάζει τελείως. Τον πρωταγωνιστικό ρόλο αναλαμβάνουν άλλα πρόσωπα, πραγματικά (όπως ο Κριτίας), φανταστικά (όπως ο Τίμαιος), ή και ανώνυμα (όπως ο ελεάτης ξένος στον Σοφιστή και ο αθηναίος ξένος στους Νόμους), πρόσωπα που εκθέτουν ολοκληρωμένες θεωρίες με κάθε άνεση και σε συνεχή λόγο, όπως στις διατριβές. Είναι φανερό ότι προς το τέλος της ζωής του ο Πλάτων είχε πολύ απομακρυνθεί από τον δάσκαλό του.

Η εξέλιξη που παρακολουθήσαμε ας μη μας εμποδίσει να εκτιμήσουμε τον πλατωνικό διάλογο, που την ώρα της ακμής του αποτέλεσε ένα από τα κορυφαία επιτεύγματα του αρχαιοελληνικού έντεχνου λόγου. Έχουν προηγηθεί τα δράματα του Επιχάρμου, οι μίμοι του Σώφρονα, οι αγώνες του αττικού θεάτρου - και ακόμα, η καλλιέργεια του προφορικού λόγου από τους σοφιστές, οι ρητορικές αντιλογίες και η σωκρατική διαλεκτική, όπως την είχε γνωρίσει ο Πλάτων από κοντά. Όλα αυτά ζυμώνονται στους διάλογους, όπου τα θεατρικά στοιχεία από τη μια τονίζονται (π.χ. με την ειδυλλιακή «σκηνογραφία» στον Φαίδρο, ή με την καλομελετημένη «σκηνοθεσία» στο Συμπόσιο), από την άλλη συγκαλύπτονται, καθώς οι συζητήσεις δεν παρουσιάζονται άμεσα αλλά έμμεσα από κάποιον που τάχα τις παρακολούθησε και τάχα τις διηγείται αργότερα σε τρίτους.

Η λογοτεχνική φλέβα του Πλάτωνα φανερώνεται και στη ζωντανή, εύκαμπτη, λαμπερή, ποιητική σχεδόν γλώσσα, και στη συχνή χρήση των μύθων - όχι των γνωστών της παράδοσης αλλά νέων, που τους επινόησε ο ίδιος. Οι πλατωνικοί μύθοι, ανάμεσά τους η δημιουργία του ανθρώπου από τον Προμηθέα και τον Επιμηθέα στον Πρωταγόρα και η ιστορία της Ατλαντίδας στον Κριτία, εικονοποιούν τη θεωρητική σκέψη, αντικαθιστούν επίπονους αποδεικτικούς συλλογισμούς, υπερβαίνουν λογικά αδιέξοδα και πάνω απ᾽ όλα κάνουν την ανάγνωση πιο ελκυστική και τα νοήματα πιο εύληπτα στους αναγνώστες· γιατί μην ξεχνούμε ότι οι διάλογοι απευθύνονταν στο μεγάλο κοινό.

Με τους εταίρους της Ακαδημίας ο Πλάτων επικοινωνούσε προφορικά, με συζητήσεις και διαλέξεις. Το περιεχόμενο αυτής της εσωτερικής διδασκαλίας, όπως την ονομάζουμε, μας είναι (παρ᾽ όλες τις προσπάθειες των ερευνητών που επιχειρούν να το ανασυνθέσουν μέσα από τα δημοσιευμένα έργα και κάποιες άλλες όχι ξεκάθαρες πληροφορίες) ουσιαστικά άγνωστο.

Με το όνομα του Πλάτωνα σώζονται αρκετοί ακόμα διάλογοι που δεν είναι δικοί του αλλά ανήκουν στο κλίμα της Ακαδημίας, και δεκατρείς επιστολές, οι περισσότερες ψευδεπίγραφες. Από τις τρεις που κρίνονται γνήσιες, ιδιαίτερα σημαντική είναι η έβδομη επιστολή, προς τους οπαδούς του Δίωνα στις Συρακούσες, όπου σε αυτήν ο φιλόσοφος αποκαλύπτει πλήθος βιογραφικά του στοιχεία.

Πεθαίνοντας ο Πλάτωνας εμπιστεύτηκε τη διεύθυνση της Ακαδημίας στον ανεψιό του τον Σπεύσιππο (περ. 407-339 π.Χ.), που προσπάθησε, όχι πάντα με επιτυχία, να συστηματοποιήσει και να προχωρήσει την πλατωνική σκέψη. Τα έργα του μας είναι γνωστά μόνο από πληροφορίες και αποσπάσματα· φαίνεται όμως να είναι γνήσια δική του μια επιστολή με πολιτικό περιεχόμενο, που έχει σωθεί και απευθύνεται στον Φίλιππο Β' της Μακεδονίας.

Μετά τον θάνατο του Σπευσίππου οι εταίροι της Ακαδημίας εκλέξαν διάδοχό του στην ηγεσία της Ακαδημίας τον Ξενοκράτη από τη Χαλκηδόνα (396-312; π.Χ.) «θαυμάζοντας τη σωφροσύνη του». Οι πολλές και ποικίλες διατριβές του έμειναν αδημοσίευτες στην Ακαδημία ως το 86 π.Χ., οπότε ολόκληρη η σχολή με τη βιβλιοθήκη της καταστράφηκε από τους λεγεωνάριους του Σύλλα.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ (384-322 π.Χ.)

Ὁ δὲ θεὸς καὶ ἡ φύσις οὐδὲν μάταιον ποιοῦσιν.[7]
Περὶ οὐρανοῦ 271a

Ο Αριστοτέλης γεννήθηκε στα Στάγειρα της Χαλκιδικής και μεγάλωσε στην Πέλλα, όπου ο πατέρας του ήταν γιατρός του Αμύντα Α' της Μακεδονίας. Δεκαεπτά χρονών ήρθε στην Αθήνα και εντάχτηκε στην Ακαδημία, όπου και έμεινε ως τον θάνατο του Πλάτωνα - είκοσι ολόκληρα χρόνια. Απογοητευμένος γιατί ο Πλάτων δεν τον όρισε διάδοχό του, ο Αριστοτέλης αποφάσισε να ιδρύσει δική του σχολή (παράρτημα της Ακαδημίας), και το έκανε, πρώτα στην Άσσο της Τρωάδας, όπου συνδέθηκε με τον τύραννο Ερμία και παντρεύτηκε την ανεψιά του, ύστερα και στη Μυτιλήνη, ώσπου το 342 π.Χ. προσκλήθηκε στη Μακεδονία να αναλάβει τη διαπαιδαγώγηση του Μεγαλέξανδρου, που ήταν τότε δεκατεσσάρων χρονών. Σίγουρα ο Αλέξανδρος διδάχτηκε πολλά στα τρία χρόνια της μαθητείας του· όμως στα πολιτικά θέματα ο μαθητής δεν υιοθέτησε τις απόψεις του δασκάλου, και στη συνέχεια οι σχέσεις τους δεν ήταν τόσο αρμονικές όσο λέγεται συνήθως.

Πίσω στην Αθήνα, ο Αριστοτέλης ίδρυσε το 335 π.Χ. ανεξάρτητο διδακτήριο, το Λύκειον, στην ομώνυμη περιοχή κοντά στον Λυκαβηττό, όπου λατρευόταν ο Ἀπόλλων λύκειος (= λυκοκτόνος;).[8] Η σχολή, που ονομάστηκε και περιπατητική γιατί ορισμένα μαθήματα γινόταν περπατώντας σε σκιερές στοές, είχε μεγάλη επιτυχία. Πλήθος σπουδαστές και επιστήμονες συνεργάζονταν για να συγκεντρωθεί ο όγκος των πληροφοριών που προϋποθέτουν τα έργα του Αριστοτέλη και των άλλων Περιπατητικών. Ο Αριστοτέλης έμεινε επικεφαλής του Λυκείου για δώδεκα όλα κι όλα χρόνια, ως το 323 π.Χ., οπότε το αντιμακεδονικό κλίμα που ακολούθησε τον θάνατο του Μεγαλέξανδρου τον ανάγκασε να εγκαταλείψει την Αθήνα και να εγκατασταθεί στη Χαλκίδα, όπου και πέθανε τον επόμενο χρόνο.

Το έργο που άφησε πίσω του ήταν τεράστιο, και καλύπτει πολλά και διαφορετικά γνωστικά πεδία:

(α) Λογικά: πέντε διατριβές (Κατηγορίαι, Περὶ ἑρμηνείας, Τοπικά, Ἀναλυτικὰ πρότερα, Ἀναλυτικὰ ὕστερα), που οι νεότεροι τις ονόμασαν όλες μαζί Ὄργανον, δηλαδή «εργαλείο» για τη λογική σκέψη.

(β) Φιλολογικά: Ρητορική, Ποιητική.

(γ) Φυσικά: Φυσικά, Περὶ οὐρανοῦ, Περὶ γενέσεως καὶ φθορᾶς, Μετεωρολογικά.

(δ) Φυσιογνωστικά: Περὶ τὰ ζῷα ἱστορίαι, Περὶ ζῴων γενέσεως, Περὶ ζῴων πορείας, Περὶ ζῴων μορίων, Περὶ ζῴων κινήσεως.

(ε) Ανθρωπολογικά: Περὶ ψυχῆς, Περὶ μακροβιότητος καὶ βραχυβιότητος, Περὶ αἰσθήσεως καὶ αἰσθητῶν, Περὶ μνήμης καὶ ἀναμνήσεως, Περὶ ὕπνου καὶ ἐγρηγόρσεως, Περὶ ἐνυπνίων, Περί τῆς καθ᾽ ὕπνον μαντικῆς, Περὶ νεότητος καὶ γήρως καὶ ζωῆς καὶ θανάτου, Περὶ ἀναπνοῆς.

(Ϛ) Ηθικά: Ἠθικὰ Εὐδήμεια, Ἠθικὰ Νικομάχεια.[9]

(ζ) Πολιτικά: Πολιτικά, Ἀθηναίων πολιτεία (η μόνη που σώθηκε από το Πολιτεῖαι πόλεων, όπου περιγράφονταν ένα ένα ξεχωριστά τα πολιτεύματα διαφόρων πόλεων).

(η) Πρωταρχικά οντολογικά και θεολογικά θέματα καλύπτουν τα Μετὰ τὰ Φυσικά, έργο που ονομάστηκε έτσι μόνο και μόνο γιατί η θέση του στις αρχαίες εκδόσεις των αριστοτελικών έργων ήταν «μετά τα Φυσικά».[10]

Τα παραπάνω έργα, γραμμένα σε αττικό πεζό λόγο, έχουν σωθεί.[11] Είναι όλα εσωτερικά ή ακουσματικά, όπως ονομάζονται, έργα που δεν προορίζονταν να εκδοθούν αλλά για να χρησιμέψουν ως διδακτικό υλικό μέσα στο Λύκειο. Συγκεκριμένα, πρόκειται για υπομνήματα που ο Αριστοτέλης τα χρησιμοποιούσε ως βάση των μαθημάτων του, κεφάλαια της διδασκαλίας του που τα τροποποιούσε, όταν ήθελε, προσθέτοντας, αφαιρώντας ή μεταθέτοντας ενότητες, παρεμβάλλοντας σημειώσεις κλπ.

Έτσι, τα εσωτερικά έργα δεν είναι τελειωμένες πραγματείες· δεν αντιπροσωπεύουν ένα ολοκληρωμένο άκαμπτο φιλοσοφικό σύστημα, αλλά καθρεφτίζουν μια ρευστή και εξελισσόμενη φιλοσοφική σκέψη. Μελετώντας τα δε μπορούμε παρά να θαυμάσουμε την αυστηρή μέθοδο του Αριστοτέλη, που για να πραγματευτεί ένα θέμα ξεκινούσε από τις λέξεις και τους ορισμούς, συνέχιζε εκθέτοντας και ανασκευάζοντας τις θεωρίες των προγενέστερών του φιλοσόφων, και στη συνέχεια, βήμα βήμα, με αυστηρή λογική πορεία (στέριες εμπειρικές παρατηρήσεις, ισχυρά επιχειρήματα και αποδεικτικούς συλλογισμούς), προχωρούσε στις δικές του διαπιστώσεις και συμπεράσματα.

Αντίστοιχα είναι και το ύφος αυστηρό και απέριττο: η λογική σκέψη, όταν καταγράφεται, όχι μόνο δε χρειάζεται αλλά και δεν επιτρέπει πλατειασμούς, ρητορικά σχήματα, εικόνες και γλωσσικά στολίδια, που θα έδιναν την εντύπωση ότι ο συγγραφέας επιχειρεί να επηρεάσει την ορθή και αντικειμενική κρίση του αναγνώστη. Αν προσθέσουμε ότι τα θέματα που απασχολούσαν τον φιλόσοφο ήταν από τη φύση τους δύσκολα, και ότι τα υπομνήματα της διδασκαλίας δε γινόταν παρά να είναι σύντομα, καταλαβαίνουμε πώς συμβαίνει η ανάγνωση των εσωτερικών αριστοτελικών έργων να είναι κοπιαστική και η κατανόησή τους να απαιτεί μεγάλη προσπάθεια. Μην ξεχνούμε όμως ότι πρόκειται για κείμενα που προορίζονταν να αξιοποιηθούν από τον ίδιο τον Αριστοτέλη στα μαθήματά του, όπου είχε κάθε άνεση να αναπτύξει και να εδραιώσει τις θέσεις του προφορικά.

Διαφορετική μορφή και προορισμό είχαν τα εξωτερικά, όπως ονομάζονται, έργα του Αριστοτέλη, απ᾽ όπου δε μας σώζονται παρά ελάχιστα αποσπάσματα. Πρόκειται για διάλογους (Περὶ φιλοσοφίας, Περὶ ψυχῆς, Περὶ δικαιοσύνης, Περὶ ποιητῶν κ.ά.) που απευθύνονταν στο μεγάλο κοινό, και που οι περισσότεροι είχαν γραφτεί και εκδοθεί όταν ο Αριστοτέλης ήταν ακόμα εταίρος της Ακαδημίας.

Οι φιλοσοφικές θεωρίες δε γίνεται να εκτεθούν με λίγα λόγια. Σημειώνουμε μόνο ότι, σε αντίθεση με τον Πλάτωνα, που είχε την τάση να υποτιμά τον αισθητό κόσμο δίνοντας το προβάδισμα στις αφηρημένες ιδέες, ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί ως αφετηρία του, μελετά και ερμηνεύει τον πραγματικό κόσμο εμπειρικά, όπως τον αποκαλύπτουν οι αισθήσεις. Αυτό εξηγεί και την επίδοσή του σε επιστημονικά πεδία όπως η μετεωρολογία και η ζωολογία, που το αντικείμενό τους είναι απόλυτα συγκεκριμένο.

Το σώμα των αριστοτελικών έργων περιέχει και πολλά μικρά ή μεγάλα έργα ψευδεπίγραφα, που παραδίδονται με το όνομα του δασκάλου αλλά ανήκουν στους μαθητές και στους διαδόχους του της περιπατητικής σχολής.

Τον Αριστοτέλη διαδέχτηκε ο μαθητής και συνεργάτης του Θεόφραστος από τη Μυτιλήνη (περ. 370-288 π.Χ.), ἀνὴρ συνετώτατος καὶ φιλοπονώτατος (Διογένης Λαέρτιος 5.36),[12] που έμεινε επικεφαλής του Λυκείου για περισσότερα από τριάντα χρόνια - χρόνια ακμής, όταν η σχολή έφτασε να αριθμεί δύο χιλιάδες μέλη. Ο Κικέρωνας (1ος π.Χ. αι.) δεν είχε άδικο όταν έγραφε πως ο Θεόφραστος «πραγματεύτηκε θέματα που τα είχε πραγματευτεί πριν από αυτόν ο Αριστοτέλης». Είναι αλήθεια ότι από τα πάμπολλα έργα που ξέρουμε ότι είχε γράψει τα περισσότερα εντάσσονται σε θεματικούς κύκλους που είχαν ήδη απασχολήσει τον Αριστοτέλη· αλήθεια είναι όμως και ότι τα λιγοστά συγγράμματά του που διασώθηκαν ολόκληρα αφορούν πεδία που δεν καλύπτονται από τα έργα του Αριστοτέλη. Συγκεκριμένα, μας έχουν σωθεί (α) δύο μεγάλα έργα συστηματικής φυτολογίας, το Περὶ φυτῶν ἱστοριῶν και το Περὶ φυτῶν αἰτιῶν, και (β) οι Χαρακτῆρες, όπου με οξεία παρατηρητικότητα και καυστικό χιούμορ ο Θεόφραστος ορίζει και περιγράφει έναν έναν τριάντα ανθρώπινους τύπους, όχι τους καλύτερους: τον κόλακα, τον γκρινιάρη, τον φλύαρο, τον αλαζόνα, τον δειλό, τον ολιγαρχικό, τον ξαδιάντροπο κ.ά.

Λίγο νεότερος πρέπει να ήταν ο Δικαίαρχος από τη Μεσσήνη της Σικελίας, μαθητής και αυτός του Αριστοτέλη και του Θεόφραστου, πολύξερος και πολυγράφος. Για να ενισχύσει τη θέση του ότι ο πρακτικός βίος είναι προτιμότερος από τον θεωρητικό, έγραψε μια σειρά από βιογραφίες και ένα έργο με τον τίτλο Βίος Ἑλλάδος, την πρώτη ιστορία του ελληνικού πολιτισμού, που πολύ θα θέλαμε να είχε σωθεί. Από τα πολλά ακόμα χαμένα (ηθικά, πολιτικά, ιστορικά, φιλολογικά, γεωγραφικά κ.ά.) έργα του ξεχωρίζει το Καταμετρήσεις τῶν ἐν Πελοποννήσῳ ὀρῶν, όπου ο Δικαίαρχος προσδιόριζε, χωρίς μεγάλη ακρίβεια, το ύψος των βουνών της Πελοποννήσου.
-----------------------
1. Στο αντίθετο στρατόπεδο, ο αθηναίος ρητοροδιδάσκαλος Πολυκράτης δημοσίευσε τη χαμένη σήμερα Κατηγορία Σωκράτους για να αποδείξει ότι πραγματικά ο Σωκράτης ήταν επικίνδυνος για τη δημοκρατία.

2. Το περιεχόμενο της διδασκαλίας τους ανήκει στην ιστορία της φιλοσοφίας· εδώ οι φιλόσοφοι εξετάζονται περισσότερο από την πλευρά της συγγραφικής τους δράσης.

3. Δε σώθηκαν παρά δυο ρητορικά γυμνάσματα από την εποχή που ο Αντισθένης, πριν γίνει οπαδός του Σωκράτη, είχε μαθητέψει στον Γοργία.

4. Για άλλα «λέμε πως μπορεί κανείς να τα δει, αλλά όχι να τα συλλάβει με τον νου· και πάλι για τις ιδέες (λέμε) πως μπορεί κανείς να τις συλλάβει με τον νου, αλλά όχι να τις δει».

5. Η Ακαδημία πήρε το όνομά της από τον ήρωα Ακάδημο, που λατρευόταν έξω από τα τείχη της Αθήνας, στον δρόμο προς την Ελευσίνα, εκεί όπου ο Πλάτωνας εγκατάστησε τη σχολή του - και οι αρχαιολόγοι ανακαλύπτουν τα ίχνη της.

6.Το ίδιο ισχύει και για ένα ακόμα σύντομο έργο, που παραδίδεται με τον τίτλο Ἑπινομίς και αποτελεί συνέχεια των Νόμων.

7.«Ο θεός και η φύση δεν κάνουν τίποτα χωρίς λόγο.»

8. Λύκειον ονομαζόταν η περιοχή, το εκεί γυμναστήριο και η σχολή του Αριστοτέλη. Στους αιώνες της Αναγέννησης η ίδια λέξη χρησιμοποιήθηκε στη δυτική Ευρώπη για ορισμένα διδακτικά ιδρύματα, και από εκεί προέρχεται η ονομασία λύκειο για τα σχολεία της δεύτερης βαθμίδας στην ελληνική μέση εκπαίδευση.

9. Ο Νικόμαχος ήταν γιος, ο Εύδημος άξιος μαθητής του Αριστοτέλη.

10. Έτσι, επικράτησε να ονομάζουμε ως σήμερα μεταφυσική τον κλάδο της φιλοσοφίας που εξετάζει τις γενικές αρχές της ύπαρξης και μεταφυσικά τα φαινόμενα που υπερβαίνουν τις ανθρώπινες αισθήσεις και δε μπορούν να εξηγηθούν με τους φυσικούς νόμους.

11. «Ο Αριστοτέλης παράδωσε τη βιβλιοθήκη του στον Θεόφραστο. Ο Θεόφραστος την παράδωσε στον Νηλέα, που τη μετάφερε στη Σκήψη (της Τρωάδας) και την παράδωσε στους κληρονόμους του, απλούς ανθρώπους, που κρατούσαν τα χειρόγραφα κατάκλειστα και χωρίς φροντίδα. Τελικά, ύστερα από πολύν καιρό, τα ταλαιπωρημένα από την υγρασία και σκουληκοφαγωμένα βιβλία του Αριστοτέλη και του Θεόφραστου οι απόγονοί τους τα πούλησαν ακριβά στον Απελλίκωνα από την Τέω, που ήταν βιβλιόφιλος περισσότερο παρά φιλόσοφος» (Στράβων 13.1.54). Οι περιπέτειες των χειρογράφων συνεχίστηκαν, ώσπου τον 1ο π.Χ. αιώνα τα χειρόγραφα του Αριστοτέλη και του Θεόφραστου βρέθηκαν πάλι στην Αθήνα, στο Λύκειο, όπου φρόντισε να τα τακτοποιήσει και να τα εκδώσει ο Ανδρόνικος από τη Ρόδο, που ήταν τότε επικεφαλής της σχολής.

12. Δικός του λόγος είναι το πολυτελὲς ἀνάλωμα ὁ χρόνος, «κοστίζει πολύ το ξόδιασμα του χρόνου».

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου