Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2019

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ

Η ιστορία των Ελλήνων μέχρι το ουσιαστικό τέλος της πόλης-κράτους, μπορού­με να εξετάσουμε τον χαρακτήρα της ελληνι­κής σκέψης και μερικά από τα επιτεύγματά της κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.
 
Το πιο τυπικό χαρακτηριστικό της ελληνικής σκέψης είναι πι­θανώς μια αίσθηση «καθολικότητας» των πραγμάτων. Έχουμε ήδη συναντήσει μερικές χαρακτηριστικές εκφράσεις αυτής της αί­σθησης: στον τρόπο με τον οποίο ο Όμηρος, παρά την αγάπη του στις επιμέρους λεπτομέρειες και στον ατομικό χαρακτήρα, εντάσσει τα πάντα σταθερά μέσα σε ένα καθολικό σύστημα· στον τρόπο με τον οποίο τόσο πολλοί Έλληνες κάνουν πολλά πράγματα ταυτό­χρονα, όπως ο Σόλων είναι πολιτικός και οικονομικός μεταρρυθμι­στής, επιχειρηματίας και ποιητής· στον τρόπο με τον οποίο η ίδια η πόλη δεν είναι ένας μηχανισμός διακυβέρνησης, αλλά κάτι που αγγίζει ολόκληρη σχεδόν τη ζωή. Η σύγχρονη σκέψη χωρίζει, ε­ξειδικεύει, σκέφτεται κατά κατηγορίες· η ελληνική τάση ήταν α­κριβώς η αντίθετη, να έχει την ευρύτερη άποψη, να βλέπει τα πράγματα ως ένα οργανικό σύνολο. Οι λόγοι του Κλέωνα και του Διόδοτου έδειξαν ακριβώς το ίδιο πράγμα: πως η επιμέρους υπόθε­ση πρέπει να γενικευθεί.
 
Ας προσπαθήσουμε να διαφωτίσουμε λίγο περισσότερο αυτήν την «καθολικότητα», ξεκινώντας με κάτι πολύ ελληνικό, την ελληνι­κή γλώσσα.
 
Αυτός που ξεκινά να μαθαίνει ελληνικά συναντά συνεχώς δυσκολίες με συγκεκριμένες λέξεις οι οποίες, όπως νομίζει, έπρεπε να είναι απλές (και στην πραγματικότητα είναι), αλλά με την πρώτη ματιά φαίνονται απρόσμενα δύσκολες. Υπάρχει η λέξη καλός και η αντίθετή της αισχρός. Μαθαίνει πως η πρώτη σημαίνει «ωραίος». Γνωρίζει τη λατινική αντίστοιχη λέξη pulcher και είναι αρκετά ευχαριστημένος. Διαβάζει καλή πόλις, «ωραία πόλη»· ο Όμηρος αποκαλεί τη Σπάρτη καλλιγύναικα, «πόλη με όμορφες γυναίκες»· όλα πάνε καλά. Έπειτα όμως διαβάζει πως η αρετή είναι «ω­ραία», πως είναι «ωραίο» πράγμα να πεθαίνει κανείς για την πα­τρίδα του, πως ο μεγαλόψυχος άνθρωπος «προσπαθεί να κατα­κτήσει την “ομορφιά”», και επίσης πως ένα καλό όπλο ή ένα βο­λικό λιμάνι είναι «ωραίο». Συμπεραίνει πως ο Έλληνας είχε μια ουσιαστικά αισθητική αντίληψη των πραγμάτων και το αποτέλε­σμα επιβεβαιώνεται όταν ανακαλύπτει πως η λέξη αισχρός, η α­ντίστοιχη του λατινικού turpis, σημαίνει τον «ταπεινό» ή τον «ά­τιμο» αλλά επίσης και τον «άσχημο», ώστε ένας άνθρωπος μπορεί να είναι «ταπεινός» όχι μόνο στον χαρακτήρα αλλά και στην εμφάνιση επίσης. Πόσο χαριτωμένο εκ μέρους των Ελλήνων να μετατρέπουν την αρετή σε ομορφιά και την κακία σε ασχήμια!
 
Αλλά ο Έλληνας δεν κάνει τίποτα τέτοιο. Αυτό το κάνουμε εμείς, με το να χωρίζουμε τις έννοιες σε διαφορετικούς, αν και παράλληλους ίσως, τομείς, τον ηθικό, τον πνευματικό, τον αισθη­τικό, τον πρακτικό. Οι Έλληνες δεν το έκαναν ακόμη και οι φι­λόσοφοι ήταν απρόθυμοι να το κάνουν αυτό. Όταν ο Πλάτων πα­ρουσιάζει τον Σωκράτη να ξεκινά μια συζήτηση λέγοντας: «Θα συμφωνήσεις πως υπάρχει κάτι που λέγεται καλόν», μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως πρόκειται να εξαπατήσει τον συνομιλητή του μεταβαίνοντας σιωπηλά από το καλόν που σημαίνει «όμορφο» στο καλόν που σημαίνει «έντιμο». Η λέξη στην πραγματικότητα ση­μαίνει περίπου «αυτό που αξίζει έντονο θαυμασμό», και μπορεί να χρησιμοποιηθεί αδιακρίτως σε όλους αυτούς τους τομείς — περισσότερο σαν τη δική μας λέξη «καλός». Έχουμε κι εμείς λέξεις σαν κι αυτές: η λέξη «κακός» μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη συ­μπεριφορά, για την ποίηση ή για τα ψάρια, σημαίνοντας σε κάθε περίπτωση κάτι αρκετά διαφορετικό, αλλά στα αρχαία ελληνικά αυτή η άρνηση της εξειδίκευσης του νοήματος είναι συνηθισμένη.
 
Η λέξη αμαρτία σημαίνει «λάθος», «σφάλμα», «έγκλημα» ή ακόμα και «αμάρτημα»· κατά λέξη σημαίνει «αστοχία.», «κακή βολή». Αναφωνούμε: «Πόσο πνευματικοί ήταν οι Έλληνες! Το αμάρτημα είναι ακριβώς “η αποτυχία από τον στόχο”. Καλύτερη τύχη την επόμενη φορά!» Φαίνεται επίσης να επιβεβαιωνόμαστε όταν ανακαλύπτουμε πως μερικές από τις ελληνικές αρετές είναι τόσο διανοητικές όσο και ηθικές, κάτι που τις κάνει αμετάφρα­στες, αφού το δικό μας λεξιλόγιο πρέπει να τις διαχωρίσει. Υπάρ­χει η σωφροσύνη, κατά λέξη «πλήρης σκέψη» ή «αβλαβής σκέ­ψη». Ανάλογα με τα συμφραζόμενα θα σημαίνει «σοφία», «σύνε­ση», «μετριοπάθεια», «αγνότητα», «νηφαλιότητα», «μετριοφρο­σύνη» ή «αυτοέλεγχο», δηλαδή κάτι απολύτως διανοητικό, κάτι απολύτως ηθικό, ή κάτι ενδιάμεσο. Η δυσκολία μας με τη λέξη αυτή, όπως και με την αμαρτία, είναι πως εμείς σκεφτόμαστε κατά τομείς. Η αμαρτία (= αποτυχημένη βολή) δεν σημαίνει «κα­λύτερη τύχη στην επόμενη»· σημαίνει περισσότερο πως ένα σφάλ­μα του νου είναι αξιοκατάκριτο και μπορεί να είναι τόσο ολέθριο όσο και ένα ηθικό.
 
Έπειτα, για να ολοκληρώσουμε την κατάρτισή μας, βρίσκουμε πως σε τομείς όπου εμείς θα χρησιμοποιούσαμε διανοητικούς ό­ρους, όπως για παράδειγμα στην πολιτική θεωρία, ο Έλληνας χρη­σιμοποιεί λέξεις φορτισμένες έντονα με ηθικό περιεχόμενο. «Μια επιθετική πολιτική» μπορεί να αποτελεί αδικία, ακόμα κι αν δεν είναι ύβρις, δηλαδή «απρόκλητη κακία»· από την άλλη, ο «επε­κτατισμός» ή η «κερδοσκοπία» είναι πλεονεξία, δηλαδή «προσπά­θεια να αποκτήσεις περισσότερα από το μερίδιό σου», κάτι που είναι και διανοητικό και ηθικό σφάλμα, μια περιφρόνηση των κα­νόνων του σύμπαντος.
 
Ας γυρίσουμε και πάλι στον Όμηρο για λίγο. Ο ποιητής της Ιλιάδας είχε αυτό που πολλοί πλανημένοι άνθρωποι σήμερα το θε­ωρούν ως το πιο αναγκαίο προσόν για έναν καλλιτέχνη· είχε τα­ξική συνείδηση. Γράφει μόνο για βασιλιάδες και άρχοντες· ο απλός στρατιώτης δεν έχει κανέναν ρόλο στο ποίημα. Επιπλέον, αυτοί οι βασιλιάδες και άρχοντες απεικονίζονται με όλους τους περιορισμούς της τάξης και της εποχής τους· είναι υπερήφανοι, σκληροί, εκδι­κητικοί, απολαμβάνοντας τον πόλεμο ενώ την ίδια στιγμή τον μι­σούν. Πώς συνέβη λοιπόν τέτοιοι ήρωες να γίνουν παραδείγματα και ζωντανή έμπνευση για τη μεταγενέστερη αστική τάξη; Γιατί, όντας Έλληνες, δεν μπορούσαν να δουν τους εαυτούς τους μέσα σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον αλλά μέσα στο ευρύτερο δυνατό, δηλαδή ως ανθρώπους. Το ιδανικό τους δεν ήταν εξειδικευμένο, όπως το ιδεώδες του ιπποτισμού ή της αγάπης· το έλεγαν αρετή — άλλη μια τυπική ελληνική λέξη. Όταν τη συναντάμε στον Πλά­τωνα τη μεταφράζουμε ως «αρετή» και έτσι χάνουμε όλη τη γεύ­ση της. Η «αρετή» στη σύγχρονη γλώσσα είναι μια λέξη σχεδόν αποκλειστικά ηθική· η αρχαία αρετή όμως χρησιμοποιείται αδια­κρίτως σε όλους τους τομείς και σημαίνει απλώς την «τελειότη­τα». Μπορεί βέβαια να περιοριστεί από τα συμφραζόμενά της· η αρετή ενός αλόγου ιπποδρομιών είναι η ταχύτητα, και ενός υποζύγιου αλόγου είναι η δύναμη. Αν χρησιμοποιείται, σε κάποιο γενικό περιβάλλον, για έναν άνθρωπο, θα σημαίνει την τελειότητα σε ό­λους εκείνους τους τομείς που μπορεί να είναι ένας άνθρωπος τέ­λειος, ηθικά, πνευματικά, σωματικά, πρακτικά. Έτσι ο ήρωας της Οδύσσειας είναι σπουδαίος πολεμιστής, πολυμήχανος μηχανορράφος, ετοιμόλογος ομιλητής, άνθρωπος με αποφασιστικότητα και πλατιά σοφία, ο οποίος γνωρίζει ότι πρέπει να υπομένει χωρίς πολ­λά παράπονα ό,τι οι θεοί στέλνουν μπορεί και να φτιάξει και να κατευθύνει ένα πλοίο, να οργώσει τη γη με αυλάκια πιο ίσια από οποιονδήποτε άλλον, να νικήσει έναν νεαρό καυχησιάρη στο ρίξιμο του δίσκου, να αναμετρηθεί με τους νεαρούς Φαίακες στην πυγμαχία, στην πάλη ή στο τρέξιμο· να σφάζει, να γδάρει, να τεμαχίσει και να μαγειρέψει ένα βόδι, και να βάλει τα κλάματα συγκινημένος από ένα τραγούδι. Είναι στην πραγματικότητα ένας τέλειος άν­θρωπος για όλα· έχει εξαιρετική αρετή. Την ίδια διαθέτει επίσης και ο ήρωας του παλαιότερου ποιήματος, ο Αχιλλέας· είναι ο πιο φοβερός πολεμιστής, ο πιο γρήγορος δρομέας, ο πιο ευγενικός στην ψυχή· και ο Όμηρος μας λέει, σε έναν χαρακτηριστικό στίχο, πό­σο μορφωμένος ήταν ο Αχιλλέας. Ο πατέρας του τον εμπιστεύτη­κε, νέο ακόμα, στον γέροντα Φοίνικα, και είπε στον Φοίνικα να τον μάθει να είναι «δημιουργός λόγων και εκτελεστής έργων». Ο Έλ­ληνας ήρωας προσπαθούσε να συνδυάσει μέσα του τις αρετές τις οποίες η δική μας ηρωική εποχή μοίρασε ανάμεσα στον ιππότη και τον κληρικό.
 
Αυτός είναι και ο λόγος που το έπος εξακολούθησε να είναι το μορφωτικό μέσο μιας πολύ πιο πολιτισμένης εποχής. Το ηρωικό ιδεώδες της αρετής, αν και σταθερά ριζωμένο στην εποχή του και στις συνθήκες που το γέννησαν, ήταν όμως τόσο βαθύ και ευρύ, ώστε μπόρεσε να γίνει το ιδεώδες μιας εποχής που ήταν εντελώς διαφορετική.
 
Στο κείμενο το οποίο μετέφρασα από την Ιλιάδα υπάρχει μια λεπτομέρεια που μου φαίνεται υπερβολικά ελληνική. «Στο δασύ­τριχο στήθος η καρδιά του χτυπούσε διχασμένη, ή να σύρει το κοφτερό σπαθί από τη μέση του και τη σύναξη να σκορπίσει και τον Ατρείδη να σκοτώσει, ή να κρατήσει την ψυχραιμία του και να ελέγξει το άγριο πάθος του». Ο Tennyson, μεταφράζοντας τον Βεργίλιο, γράφει για μια παρόμοια στιγμή:
 
Στη μια και στην άλλη κατεύθυνση μοιράζοντας το γρήγορο
μυαλό του.
 
Το μυαλό βέβαια δεν είναι η καρδιά, αλλά θα εκπλησσόμασταν αν ο Tennyson ή ο Βεργίλιος, όταν ανέφερε την καρδιά ή το μυαλό, ανέφερε ταυτόχρονα και μια φυσική λεπτομέρεια του σώματος μέσα στο οποίο αυτή η καρδιά και το μυαλό βρισκόταν. Ο Όμηρος βλέπει ταυτόχρονα το σύνολο του ανθρώπου.
 
Αυτό δεν είναι κάτι στο οποίο χρειάζεται να επιμείνουμε, εισάγει ωστόσο μια άλλη άποψη αυτής της καθολικότητας της σκέψης, μια άποψη στην οποία οι Έλληνες διακρίνονταν έντονα από τους βάρβαρους και από τους περισσότερους σύγχρονους λαούς. Ο έντο­νος διαχωρισμός τον οποίο συνήθως έκανε ο χριστιανισμός και ο ανατολικός κόσμος μεταξύ σώματος και ψυχής, μεταξύ σωματι­κού και πνευματικού, ήταν ξένος στον Έλληνα, τουλάχιστον μέχρι την εποχή του Σωκράτη και του Πλάτωνα. Για τον Έλληνα υ­πήρχε απλώς ο άνθρωπος σαν ολότητα. Το ότι το σώμα είναι ο τάφος της ψυχής είναι στην πραγματικότητα μια ιδέα την οποία συναντάμε σε κάποιες ελληνικές μυστηριακές θρησκείες, και ο Πλά­των με τη θεωρία του περί αθανασίας αναγκαστικά έκανε μια έ­ντονη διάκριση μεταξύ σώματος και ψυχής· παρ’ όλ’ αυτά όμως δεν είναι μια γνήσια ελληνική άποψη. Ο Έλληνας θεωρούσε τη φυσική αγωγή ένα σημαντικό τμήμα της εκπαίδευσης, όχι επειδή έλεγε στον εαυτό του: «Κοίτα, δεν πρέπει να ξεχνάμε και το σώ­μα», αλλά επειδή ποτέ δεν μπορούσε να του περάσει από το μυαλό να εξασκήσει κάτι άλλο εκτός από τον άνθρωπο ως σύνολο. Για την πόλη ήταν τόσο φυσικό να έχει γυμναστήρια όσο ήταν φυσικό να έχει θέατρα ή πολεμικά πλοία, και τα γυμναστήρια αυτά χρη­σιμοποιούνταν συνεχώς από άντρες όλων των ηλικιών, όχι μόνο για σωματική αλλά και για πνευματική εξάσκηση.
 
Οι αγώνες, τοπικοί ή πανελλαδικοί, αποτυπώνουν ξεκάθαρα αυ­τήν την πλευρά της ελληνικής σκέψης. Μεταξύ μας διατυπώνεται συχνά η κατηγορία πως ένας άνθρωπος «κάνει τους αγώνες θρη­σκεία». Ο Έλληνας δεν το έκανε αυτό, αλλά έκανε κάτι ίσως περισσότερο εκπληκτικό· έκανε τους αγώνες μέρος της θρησκείας του. Για να είμαστε αρκετά σαφείς, οι Ολυμπιακοί αγώνες, η με­γαλύτερη από τις τέσσερις πανελλήνιες εορτές, διεξάγονταν προς τιμήν του Δία της Ολυμπίας, τα Πύθια προς τιμήν του Απόλλωνα, τα Παναθήναια προς τιμήν της Αθηνάς. Επιπλέον, διεξάγο­νταν σε ιερές περιοχές. Το αίσθημα που υπαγόρευε κάτι τέτοιο ήταν απολύτως φυσικό. Ο αγώνας ήταν ένας τρόπος ενθάρρυνσης και επίδειξης της αρετής, και αυτό ήταν κάτι που άξιζε να προσφερθεί στον θεό. Με την ίδια λογική, αγώνες διεξάγονταν και προς τιμήν ενός νεκρού ήρωα, όπως προς τιμήν του Πάτροκλου στην Ιλιάδα. Απ’ τη στιγμή όμως που η αρετή εντοπίζεται στο μυαλό όπως και στο σώμα, δεν υπήρχε τίποτα το ασυμβίβαστο ή το τεχνητό στον συνδυασμό των μουσικών διαγωνισμών με τους αθλητικούς- ένας διαγωνισμός αυλού ήταν γνήσιο στοιχείο των Πυ­θίων. Μήπως κι ο ίδιος ο Απόλλωνας δεν ήταν «ο αφέντης της λύρας»;
 
Οι αγώνες σκόπευαν να δοκιμάσουν την αρετή, την αρετή του ανθρώπου συνολικά, όχι απλώς μια εξειδικευμένη δεξιότητα. Τα συνήθη αγωνίσματα ήταν ο αγώνας ταχύτητας, περίπου 185 μέ­τρων, ο αγώνας δρόμου μεγάλης απόστασης (1,5 μίλι), ο αγώνας δρόμου με πανοπλία, η δισκοβολία, ο ακοντισμός, το άλμα εις μή­κος, η πάλη, η πυγμαχία (ιδιαίτερα επικίνδυνη) και η αρματοδρομία. Το μεγάλο αγώνισμα ήταν το πένταθλο: αγώνας δρόμου, άλ­μα, δισκοβολία, ακοντισμός και πάλη. Αν νικούσες σε αυτό, ήσουν άντρας. Περιττό να πούμε πως ο μαραθώνιος δρόμος δεν είχε ακουστεί ποτέ πριν τη σύγχρονη εποχή- οι Έλληνες θα τον θεω­ρούσαν τερατούργημα. Όσο για τη δεξιότητα που επιδεικνύουν οι σύγχρονοι πρωταθλητές σε αγωνίσματα όπως το γκολφ και το μπιλιάρδο, οι Έλληνες σίγουρα θα τη θαύμαζαν πολύ και θα τη θεωρούσαν ένα αξιοθαύμαστο πράγμα, αλλά για έναν δούλο, με την προϋπόθεση πως δεν θα μπορούσε κανείς να χρησιμοποιήσει τον δούλο του καλύτερα από το να τον εκπαιδεύει με αυτόν τον τρόπο. Αδύνατο, θα έλεγε, να αποκτήσεις δεξιότητα σαν κι αυτήν και ταυτόχρονα να ζεις την κανονική ζωή ενός ανθρώπου ή ενός πολίτη. Αυτή η αντίληψη κρύβεται κάτω από την παρατήρηση του Αριστοτέλη ότι ο καλλιεργημένος άνθρωπος πρέπει να ξέρει να παίζει αυλό, όχι όμως πολύ καλά.
 
Ο νικητής ενός από τους μεγάλους αγώνες ήταν αληθινός ά­ντρας. Ήταν μάλιστα κάτι περισσότερο, ένας ήρωας, και ως τέ­τοιος αντιμετωπιζόταν από τους συμπολίτες του. Του απονέμονταν δημόσιες τιμές, οι οποίες μπορούσαν να συμπεριλαμβάνουν δικαίωμα σίτισης του στο κυβερνείο της πόλης με δημόσια δαπάνη για όλη την υπόλοιπη ζωή του (κάτι για να εξαργυρώσει με κά­ποιο τρόπο το στεφάνι αγριελιάς)· ειδικά μεταξύ των Δωριέων καλλιεργήθηκε η συνήθεια της ανάθεσης σε έναν ποιητή της σύνθεσης ενός πανηγυρικού χορικού ύμνου προς τιμήν του, για να εκτελεστεί σε ένα δείπνο ή σε μια θρησκευτική εορτή. Έτσι συνέβη και με δύο από τους πιο μεγαλειώδεις και σοβαρούς ποιητές των αρ­χών του 5ου αι., τον Αισχύλο και τον Πίνδαρο· ο δεύτερος μάλιστα είναι σε εμάς γνωστός αποκλειστικά ως συνθέτης επινίκιων ωδών (αν εξαιρέσουμε μερικά αποσπάσματά από άλλα ποιήματά του). Περίεργη για εμάς αντίληψη, ένας σοβαρός ποιητής να γράφει ω­δές για αθλητές. Ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι ότι σε τέτοιες ωδές βρίσκουμε κείμενα όπως το ακόλουθο:
 
Εκείνος που κέρδισε
μια νέα ωραία νίκη, στηριγμένος σε μεγάλες
ελπίδες πετάει από την ευτυχία
με τις φτερούγες των δυνατών έργων,
κι ο πόθος του κοιτάει ψηλότερα
απ’ τα πλούτη. Η χαρά των ανθρώπων
υψώνεται γοργά, μα και γοργά πέφτει χάμω,
τρανταγμένη από γνώμη κακόβουλη.
 
Λιγόζωοι- τι είναι κάποιος; τι δεν είναι;
Όνειρο μιας σκιάς ο άνθρωπος. Όταν όμως
θεοσταλμένο φέγγος τού έρθει, τον τυλίγει
λάμψη λαμπερή, και γίνεται γλυκιά
η ζωή του. Αίγινα, μητέρα αγαπημένη,
την πόλη ετούτη ελεύθερη ταξίδευέ την
με τη βοήθεια του Αία, του βασιλιά Αιακού,
του Πηλέα, του αντρειωμένου Τελαμώνα
και του Αχιλλέα.
 
Αυτό το απόσπασμα αποτελεί μεγάλη ποίηση, αν και είναι απο­κομμένο από το πρωτότυπο αρχαίο κείμενο. Για ένα αντάξιο παράλληλο πρέπει κανείς να στραφεί στον Εκκλησιαστή. Είναι το κλείσιμο μιας ωδής γραμμένης για να εξυμνήσει τη νίκη που κέρ­δισε ένας νεαρός αριστοκράτης από την Αίγινα σε έναν αγώνα πά­λης παίδων στους Δελφούς.
 
Αλλά σε κάθε περίπτωση δεν είναι όλες οι ωδές του Πινδάρου τόσο καταθλιπτικές. Όταν έγραψε τη συγκεκριμένη ήταν ένας αρ­κετά ηλικιωμένος άνθρωπος και οι Αιγινήτες —ένας συγγενικό δωρικό φύλο για το οποίο έτρεφε πολύ φιλικά αισθήματα— απει­λούνταν από την Αθήνα· εκεί οφείλεται και η επίκληση των Αιγινητών ηρώων στο τέλος. Η σοβαρότητα όμως του αποσπάσματος δεν είναι καθόλου ασυνήθιστη. Ο Πίνδαρος δεν βλέπει απλά το αθλητικό γεγονός —το οποίο ποτέ δεν καταδέχεται να περιγρά­φει— αλλά την αρετή που επέδειξε ο νικητής· και από αυτό είναι πολύ φυσικό για έναν Έλληνα ποιητή να περάσει σε κάθε μορφή της αρετής, είτε στα πλαίσια του ατόμου είτε στα πλαίσια της πόλης. Η νίκη αντιμετωπίζεται στο ευρύτερο πλαίσιό της.
 
Για τον Πίνδαρο η φυσική, ηθική και πνευματική τελειότητα — και, ας προστεθεί, και ο καθαρός πλούτος — ήταν όλα μέρη του ίδιου συνόλου· αυτός είναι ίσως ένας λόγος για τον οποίο ο Πίνδα­ρος μπορεί να κάνει έναν άνθρωπο, όταν βρίσκεται κάτω από την επίδραση της γοητείας του, να αισθανθεί ότι είναι ο μόνος αληθι­νός ποιητής που υπήρξε ποτέ. Αυτή η υψηλή αντίληψη των αγώ­νων, όσο κι αν ο Πίνδαρος τη μετουσίωσε σε κάτι υψηλότερο από ό,τι ο απλός άνθρωπος μπορούσε να αντιληφθεί, είναι κάτι αρκετά αληθινό- ήταν ωστόσο και ένα επίτευγμα της στιγμής. «Μια λα­μπερή αχτίδα έπεσε πάνω του και μια θεόσταλτη λάμψη»· αυτός όμως ο πλήρης συνδυασμός του σωματικού, του διανοητικού, του ηθικού, του πνευματικού και του συναισθηματικού διαλύθηκε. Εί­κοσι χρόνια περίπου μετά τον θάνατο του Πινδάρου, ο Ευριπίδης έγραψε ένα ειρωνικό κείμενο για τους ολυμπιονίκες, ανθρώπους με μυϊκή δύναμη χωρίς μυαλό, οι οποίοι απολάμβαναν τη λατρεία μιας πόλης χωρίς να προσφέρουν τίποτα· και ο ίδιος ο Πίνδαρος έγραψε μια ωδή, τη μόνη βεβιασμένη, για κάποιον Κορίνθιο Ξενοφώντα ο οποίος φαίνεται να ήταν ένας ημιεπαγγελματίας αθλοθήρας και τίποτα περισσότερο.
 
Αυτή η τάση αντιμετώπισης των γεγονότων ως σύνολο αποτελεί την πηγή της ουσιαστικής υγείας της ελληνικής ζωής. Οι Έλ­ληνες είχαν τα πάθη τους· η πολιτική τους ιστορία δεν είναι απαλ­λαγμένη από παροξυσμούς αγριότητας περισσότερο από την ιστο­ρία άλλων λαών ο πεινασμένος εξόριστος θα κατέστρεφε την πόλη του αν μπορούσε να επιστρέψει και να κυβερνήσει, είτε ήταν ολι­γαρχικός είτε ήταν δημοκρατικός. Το κριτήριό τους όμως, σε όλες τις δραστηριότητες, ήταν μια υγιής ισορροπία. Είναι δύσκολο να σκεφτούμε κάποιον Έλληνα που να μπορεί να χαρακτηριστεί φα­νατικός· οι θρησκευτικές υπερβολές της Ανατολής ή του Μεσαίω­να δεν έχουν θέση στη ζωή της κλασικής Ελλάδας —ούτε, πα­ρεμπιπτόντως, και οι λιγότερο ενδιαφέρουσες υπερβολές της επο­χής μας, όπως ο μερκαντιλισμός. Οι Έλληνες γνώριζαν τη μυστι­κή έκσταση και την αναζητούσαν στις τελετές του Διόνυσου, αλ­λά αυτό αποτελούσε μέρος ενός καθορισμένου σχεδίου των πραγ­μάτων. Έχει μεγάλη σημασία ο θρησκευτικός μύθος ότι για τρεις μήνες τον χρόνο ο Απόλλων εγκατέλειπε τους Δελφούς και ο Διό­νυσος έπαιρνε τη θέση του. Ο Ευριπίδης σκιαγραφεί την εικόνα ενός φανατικού, του Ιππόλυτου, ενός νέου και παρθένου λάτρη της παρθένας θεάς Άρτεμης, ο οποίος δεν αποδίδει τιμές στη θεά του έρωτα, την Αφροδίτη. Είναι το είδος του ανθρώπου τον οποίο ο Μεσαίωνας ίσως θα τον είχε κάνει άγιο· ο Ευριπίδης τον κάνει έναν τραγικό απροσάρμοστο- ο άνθρωπος πρέπει να λατρεύει και τις δύο αυτές θεές, όσο ανταγωνιστικές κι αν φαίνονται να είναι. Ο Ιππόλυτος καταστρέφεται από την Αφροδίτη την οποία περιφρονεί, και η Αρτεμίς του δεν μπορεί να κάνει τίποτα για να τον προ­στατέψει.
 
Τώρα πρέπει να στραφούμε σε ένα άλλο χαρακτηριστικό της ελληνικής σκέψης, τη σταθερή πίστη της στη λογική. Υπάρχει μια ευχάριστη, αν και πιθανώς συκοφαντική, ιστορία για έναν Κι­νέζο φιλόσοφο ο οποίος ρωτήθηκε πού στηρίζεται η γη. «Σε μια χελώνα», είπε ο φιλόσοφος. «Και πού στηρίζεται η χελώνα;» «Σε ένα τραπέζι.» «Και πού στηρίζεται το τραπέζι;» «Σε έναν ελέφα­ντα.» «Και πού στηρίζεται ο ελέφαντας;» «Μην είσαι περίεργος.» Είτε είναι κινεζική είτε όχι, σίγουρα δεν είναι ελληνική. Ο Έλλη­νας δεν αμφέβαλλε ούτε για μια στιγμή πως το σύμπαν δεν είναι παράξενο· υπακούει σε νόμους και γι’ αυτό επιδέχεται ερμηνεία. Ακόμα και στον προ-φιλοσοφικό Όμηρο βρίσκουμε αυτήν την ιδέα, αφού πίσω από τους θεούς (αν και μερικές φορές ταυτισμένη μαζί τους) υπάρχει μια σκοτεινή δύναμη που ο Όμηρος την αποκαλεί Ανάγκη, μια τάξη των πραγμάτων την οποία ακόμα και οι θεοί δεν μπορούν να παραβούν. Η ελληνική τραγωδία δομήθηκε στην πεποίθηση πως τα ανθρώπινα πράγματα τα κυβερνά ο νόμος και όχι η τύχη. Στον Οιδίποδα τύραννο του Σοφοκλή —για να πάρουμε ένα αρκετά δύσκολο παράδειγμα— προφητεύεται, προτού ο Οιδίποδας γεννηθεί, ότι θα σκοτώσει τον πατέρα του και ότι θα πα­ντρευτεί τη μητέρα του. Κάνει αυτά τα πράγματα, εν αγνοία του. Υποτιμούμε όμως το έργο αν θεωρήσουμε πως αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος είναι έρμαιο στα χέρια μιας κακόβουλης Μοίρας. Αυτό που εννοεί ο Σοφοκλής είναι το εξής, ότι στον εξαιρετικά πολύπλο­κο και φαινομενικά τυχαίο συνδυασμό των γεγονότων υπάρχει ένα σχέδιο, ακόμα κι αν δεν γνωρίζουμε πού αποσκοπεί. Επειδή οι θεοί μπορούν να δουν ολόκληρο το σχέδιο, γι’ αυτό ο Απόλλων μπορεί να προφητέψει τι πρόκειται να κάνει ο Οιδίποδας. Στον Αισχύλο ο νόμος είναι απλούστερος· είναι ηθικός. Η τιμωρία ακολουθεί την ύβρη, όπως η νύχτα τη μέρα. Λόγω αυτής της σταθερής πίστης τους στη νομοτέλεια, ο Whitehead αποκάλεσε τους Έλληνες τρα­γικούς ποιητές, περισσότερο από τους πρώιμους Έλληνες φιλοσό­φους, ως τους αληθινούς θεμελιωτές της επιστημονικής σκέψης.
 
Μπορούμε ωστόσο να διαφωτίσουμε αυτήν την ενδιάθετη πίστη στη λογική πιο εύκολα μέσω των πρώιμων φιλοσόφων, μολονότι η περιγραφή τους πρέπει να είναι σύντομη.
 
Ο ελληνικός προβληματισμός για την προέλευση και τη φύση του σύμπαντος δεν ξεκίνησε με κανέναν τρόπο από εκεί που οι περισσότερες ιστορίες της φιλοσοφίας τον εμφανίζουν να ξεκινά, με τον Θαλή τον Μιλήσιο· ωστόσο αυτός ήταν ο πρώτος που εξέφρασε τις απόψεις του με λογική και όχι μυθολογική μορφή. Ο Θαλής ήταν έμπορος και ταξίδεψε στην Αίγυπτο, όπου και διδάχτηκε κά­τι από τα αιγυπτιακά μαθηματικά και τη χαλδαϊκή αστρονομία. Οι Χαλδαίοι είχαν οικοδομήσει μια πολύ αξιόλογη γνώση για τη συμπεριφορά των ουράνιων σωμάτων, μολονότι το κίνητρό τους για να το κάνουν αυτό δεν ήταν κάτι τόσο αργόσχολο όσο η απλή περιέργεια. Ήταν άνθρωποι πρακτικοί· χρησιμοποιούσαν την αστρο­νομία στο σημαντικό έργο της ρύθμισης του ημερολογίου· επιπλέ­ον, όπως οι αναγνώστες των κυριακάτικων εφημερίδων, ήθελαν να ξέρουν τι επρόκειτο να συμβεί στο μέλλον, και υπέθεταν πως τα αστέρια μπορούσαν να τους το πουν. (Οι Έλληνες κατά την κλα­σική εποχή έδειχναν πλήρη περιφρόνηση για την αστρολογία). Τα είχαν πάει πολύ καλά και στην εμπορική αριθμητική, όπως και οι Αιγύπτιοι στην πρακτική γεωμετρία. Οι Αιγύπτιοι ήταν ένας πα­νέξυπνος λαός- είχαν μετρήσει την κοίτη του Νείλου σε απόσταση 700 μιλίων με μια απόκλιση μόνο λίγων ιντσών και είχαν ανακα­λύψει και χρησιμοποιήσει το γεγονός ότι το τετράγωνο της υποτείνουσας ενός ορθογωνίου τριγώνου ισούται με το άθροισμα των τετραγώνων των δύο πλευρών του. Οι Έλληνες δεν είχαν κάνε», τίποτα ανάλογο· η σκέψη τους ήταν χαρακτηριστικά αγκιστρωμένη στα ηθικά, θρησκευτικά και κοινωνικά προβλήματα. Ο προβλη­ματισμός που αφιέρωναν στο ορατό σύμπαν επικεντρωνόταν περισ­σότερο στο άχρηστο πρόβλημα του πώς δημιουργήθηκε παρά του πώς λειτουργούσε.
 
Όσα γνωρίζουμε για τον Θαλή είναι πολύ λίγα, προερχόμενα από μεταγενέστερους φιλοσόφους και ιστορικούς της φιλοσοφίας, αλλά είναι πολύ σημαντικά. Είχε μάθει αρκετή αστρονομία για να προβλέψει πως κατά τη διάρκεια του 585 ο ήλιος θα πάθαινε ολι­κή έκλειψη. Η έκλειψη συνέβη κανονικά, την ημέρα που εμείς αποκαλούμε 28η Μαΐου. Ό,τι είχε μάθει από γεωμετρία, τα εφάρ­μοσε στο πρόβλημα της μέτρησης της απόστασης ενός πλοίου στη θάλασσα και λέγεται επίσης πως είχε συμβάλει και στην τέχνη της ναυπηγικής και στη σύνταξη ημερολογίου. Ήταν προφανώς ένας πρακτικός άνθρωπος· και, σαν γνήσιος Έλληνας, ενδιαφέρθη­κε και για την πολιτική, αφού (σύμφωνα με τον Ηρόδοτο) έκανε την πολύ λογική πρόταση στις διχασμένες ιωνικές πόλεις πως θα έπρεπε να σχηματίσουν μια πολιτική συμμαχία με κέντρο την Τέω. Για τον Θαλή διηγούνται τη συνηθισμένη ιστορία του αφηρημένου καθηγητή, ότι δηλαδή, ενώ περπατούσε, κοιτούσε με τόση προσή­λωση στον ουρανό, ώστε έπεσε σε ένα πηγάδι· μια ιστορία όμως άλλου είδους αναφέρεται από τον Αριστοτέλη, που και ο ίδιος ήταν ως ένα βαθμό φιλόσοφος και γι’ αυτό ενδιαφερόταν. Τον Θαλή τον αποδοκίμαζαν επειδή σπαταλούσε τον χρόνο του σε άχρηστες ανα­ζητήσεις. Γι’ αυτό, διαπιστώνοντας από συγκεκριμένες ενδείξεις ότι η επόμενη σοδειά λαδιού θα ήταν μεγαλύτερη, σιωπηλά νοίκια­σε όλα τα ελαιοτριβεία της Λέσβου, ώστε, όταν η μεγάλη σοδειά ήρθε και όλοι ήθελαν να βγάλουν το λάδι αμέσως, όλοι έπρεπε να πάνε στον Θαλή να πατήσουν τις ελιές. Έτσι απέδειξε πως ένας φιλόσοφος μπορεί να βγάλει αρκετά χρήματα, αν ο ίδιος το κρίνει απαραίτητο.
 
Ωστόσο το σημαντικό είναι πως ο Θαλής επρόκειτο να θέσει ένα απλό ερώτημα και να δώσει μια λανθασμένη απάντηση. Το ερώτημα ήταν: «Από τι είναι φτιαγμένος ο κόσμος;» Και η απά­ντηση ήταν: «Από νερό».
 
Εδώ υπάρχουν πολλά ενδιαφέροντα ζητήματα. Το πρώτο είναι η ίδια η θέση του ερωτήματος. Αυτοί οι Έλληνες, όσο κι αν ήταν άνθρωποι πρακτικοί, είχαν ένα πάθος να θέτουν άχρηστα ερωτή­ματα· για παράδειγμα, ο Ηρόδοτος πάει στην Αίγυπτο, βρίσκει εκεί έναν θεό ο οποίος (για τον ίδιο) είναι φανερά ο Ηρακλής, αλλά πολύ πιο παλιός· και συμπεραίνει πως οι Έλληνες έμαθαν τον Η­ρακλή από τους Αιγύπτιους- και με ζωηρό πλέον ενδιαφέρον κάνει ένα ειδικό ταξίδι στην Τύρο όπου έμαθε ότι υπήρχε ένας πολύ πα­λιός ναός αφιερωμένος σε αυτόν τον θεό, και άλλο ένα ταξίδι στη Θάσο. Μια τέτοια εντελώς ανιδιοτελής έρευνα είναι αποκλειστικό χαρακτηριστικό ειδικά των Ιώνων. Ας επιστρέφουμε όμως στον Θαλή. Θέλει να μάθει κάτι αρκετά άχρηστο —το ερώτημά του δεν θα γεννιόταν ποτέ στο μυαλό ενός Ρωμαίου— και υποθέτει πως μπορεί να απαντηθεί. Με ποια μέθοδο έφτασε στην απάντησή του; Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε, αλλά, από τη στιγμή που γνωρί­ζουμε πώς μερικοί από τους άμεσους διαδόχους του εργάστηκαν, συμπεριλαμβανομένου και του εξαίρετου Ηρόδοτου, μπορούμε να μαντέψουμε ως ένα βαθμό. Το νερό βρίσκεται παντού· περιβάλλει τη γη, κατεβαίνει από τον ουρανό, αναβλύζει από τη γη. Επιπλέ­ον, σχηματίζει δέλτα, όπως ο Θαλής γνώριζε πολύ καλά. Ακόμα, εμφανώς αποτελεί συστατικό πολλών στερεών, και έχει την ικα­νότητα να μετατρέπεται σε στερεό, σε υγρό και αέριο. Όσον αφορά την κοινή πεποίθηση πως αυτοί οι πρώιμοι Έλληνες διανοητές ήταν καθαρά θεωρητικοί, αξίζει να παρατηρήσουμε ότι ο Εμπεδο­κλής χρησιμοποίησε ένα ασκί για να αποδείξει πως ο αέρας έχει υλική υπόσταση, και μια κλεψύδρα για να αποδείξει την ατμο­σφαιρική πίεση, και ότι ο Ξενοφάνης στήριξε μια θεωρία γεωλογι­κών μεταβολών στην ύπαρξη θαλάσσιων κοχυλιών στα βουνά και στα αποτυπώματα φυκιών και ψαριών στα λατομεία των Συρα­κουσών. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν αρκετά ικανοί να χρησιμοποιή­σουν τα μάτια τους και το μυαλό τους ταυτόχρονα, και δεν πρέπει να πιστεύουμε πως η απάντηση του Θαλή δεν στηριζόταν σε τίποτ’ άλλο πέρα από την αφηρημένη λογική.
 
Το πιο σημαντικό απ’ όλα όμως είναι το γεγονός ότι υπέθεσε, αντίθετα με όλα τα εξωτερικά φαινόμενα, πως ο κόσμος δεν αποτελείται από πολλά πράγματα, αλλά από ένα. Εδώ συναντάμε ένα μόνιμο χαρακτηριστικό της ελληνικής σκέψης· το σύμπαν, τόσο το φυσικό όσο και το ηθικό, δεν πρέπει μόνο να είναι λογικό, άρα και επιστητό, αλλά και απλό· η φαινομενική πολυπλοκότητα των ορατών πραγμάτων είναι μόνο επιφανειακή. Θα δούμε σε λίγο ότι οι Έλληνες δραματουργοί σκέφτονταν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο: «Μην ασχολείσαι με τη φαινομενική ποικιλία και τον πλούτο της ζωής· καταπιάσου με την απλή αλήθεια». Αν ο Θαλής συναντού­σε έναν χημικό του 19ου αι. και άκουγε πως τα στοιχεία είναι 67 (ή όποιος είναι ο αριθμός τους), θα παρατηρούσε πως είναι πάρα πολλά. Αν συναντούσε έναν φυσικό του 20ου αι. και άκουγε πως όλ’ αυτά είναι στην πραγματικότητα συνδυασμοί ενός πράγματος, τότε θα απαντούσε: «Αυτό έλεγα πάντα».
 
Προτού αφήσουμε τον Θαλή, αξίζει ίσως τον κόπο να σημειώ­σουμε την πλήρη ανεξαρτησία του από κάθε μορφή θρησκευτικού μυστικισμού, όπως ίσως κανείς θα περίμενε λογικά από έναν δια- νοητή του οποίου οι προκάτοχοι είχαν όλοι εκφραστεί με μυθολο­γικούς όρους. Δεν θα ήταν παράξενο αν είχε θεωρήσει πως τα στοιχεία του κόσμου είναι τρία ή επτά ή κάποιος άλλος ιερός αριθ­μός. Τίποτα τέτοιο δεν πρόκειται να εμφανιστεί μεταξύ των Ιώνων, μολονότι ο μυστικισμός είναι αρκετά έντονος σε μια σχολή την οποία θα αναφέρουμε σε λίγο, τους Πυθαγόρειους.
 
Είναι αδύνατο να δώσουμε έστω και μια συνοπτική περίληψη της πορείας που ακολούθησε το φιλοσοφικό κίνημα που ξεκίνησε με τον Θαλή. Μπορούμε ωστόσο να μνημονεύσουμε μερικά από τα επιτεύγματα του κινήματος αυτού· σε όλα, η τόλμη της σκέψης θα είναι φανερή. Είναι σαν το ανθρώπινο μυαλό να σήκωσε τα πόδια του από τον πυθμένα και να άρχισε να κολυμπά, και να κολυμπά με εκπληκτική αυτοπεποίθηση.
 
Ο Αναξίμανδρος ήταν ο άμεσος διάδοχος του Θαλή, άλλος ένας πρακτικός άνθρωπος. Έφτιαξε τον πρώτο χάρτη και οδήγησε μια αποικία από τη Μίλητο στην Απολλωνία. Φαίνεται πως είχε υπο­στηρίξει ότι το υπέρτατο φυσικό στοιχείο δεν μπορεί να έχει το ίδιο φυσικά χαρακτηριστικά· έτσι αντικατέστησε το νερό με «κάτι α­καθόριστο», χωρίς ιδιότητες, το οποίο όμως περιέκλειε μέσα του όλες τις αντιθέσεις, όπως το θερμό και το ψυχρό, το υγρό και το ξηρό. Οι αντιθέσεις και, κάτω από την επίδραση μιας αιώνιας κί­νησης, τα αντικείμενα της αίσθησης σχηματίζονται από το «ακα­θόριστο», και επιστρέφουν σε αυτό όταν φθαρούν. Είχε επίσης την αντίληψη μιας ισορροπίας των δυνάμεων στη φύση, την οποία εξέφρασε με τον όρο δίκη, που σε διαφορετικά συμφραζόμενα ση­μαίνει «δικαιοσύνη». Η αιώνια κίνηση απεικονίστηκε ως ένας στρό­βιλος ή μια δίνη με τη γη στο κέντρο —μια άποψη που επέτρεψε στον Αναξίμανδρο να βελτιώσει τη θεωρία του Θαλή πως η (επί­πεδη) γη στηριζόταν πάνω στο νερό· ο Αναξίμανδρος υποστήριξε ότι μένει μετέωρη στο διάστημα, απέχοντας εξίσου από την περι­φέρεια της δίνης προς κάθε κατεύθυνση.
 
Αυτή ήταν μια πολύ σημαντική πρόοδος, και η ελευθερία της σκέψης του Αναξίμανδρου εμφανίζεται πιο χαρακτηριστικά στις θε­ωρίες του για την προέλευση του ανθρώπινου γένους, το οποίο η μυθολογία γενεαλογούσε εμμέσως από τους θεούς και τους Τιτά­νες. Αυτός ο Ίωνας υποστήριξε πως όλα τα ζωντανά όντα βγήκαν από το νερό, καθώς αυτό εξατμίστηκε από τον ήλιο, και πως ο άνθρωπος ήταν αρχικά ψάρι. Εδώ μπορούμε να επισημάνουμε, για να διαφωτίσουμε την ποιότητα της σκέψης του, ότι δεν οδηγήθηκε σε μια καινοφανή και πιθανώς αποκρουστική θεωρία μέσα από ένα πλήθος επιστημονικών στοιχείων, στα οποία δεν μπορούσε να αντισταθεί, αφού πριν από την εργασία του Αριστοτέλη δεν υπήρχε αξιόλογο υλικό παρατηρήσεων και ταξινομημένων στοιχείων. Από την άλλη πλευρά, η θεωρία του δεν είναι μια τυχαία μαντεία. Στη­ρίχτηκε εν μέρει στην καθαρή λογική. Άλλα ζώα γίνονται γρήγορα αυτόνομα· ο άνθρωπος χρειάζεται μια μακρά περίοδο θηλασμού- δεν θα είχε ποτέ επιβιώσει αν ήταν πάντα έτσι- γι’ αυτό —και αυτό είναι μια ενδιαφέρουσα διαπίστωση — ο άνθρωπος εξελίχθηκε από άλλα ζώα. Λογικά, και άλλα συμπεράσματα είναι πιθανά, αλ­λά συμβαίνει να γνωρίζουμε ότι ο Αναξίμανδρος είχε παρατηρήσει τις συνήθειες του γαλέου, ενός ψαριού που έχει χαρακτηριστικά θηλαστικού. Τι άλλα επιχειρήματα τον είχαν παρακινήσει δεν γνω­ρίζουμε, αλλά μπορούμε να διακρίνουμε ότι ο συνδυασμός της κα­θαρής λογικής με την παρατήρηση τον οδήγησαν στη διατύπωση μιας θεωρίας που εντυπωσίασε ακόμα και τους παππούδες μας όταν τούς την επανέλαβαν.
 
Ακόμα μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στη λογική επέδειξε η ελεατι­κή σχολή (συγκεκριμένα ο Παρμενίδης και ο Ζήνων, ο επινοητής των περίφημων παραδόξων). Αυτοί υπέβαλαν τις φυσικές θεωρίες των Ιώνων σε λογική εξέταση, και, με τον μεταφυσικό συλλογι­σμό, οδηγήθηκαν στη διαμόρφωση της ατομικής θεωρίας. Ο συλ­λογισμός του Παρμενίδη μπορεί να περιγράφει ως εξής: το μη ον δεν υπάρχει- άρα το τίποτα δεν υπάρχει. Γι’ αυτό, ό,τι υπάρχει, είναι αιώνιο, γιατί αν δεν ήταν, θα έπρεπε να προέρχεται και να καταλήγει στο τίποτα- και το τίποτα δεν υπάρχει. Η κίνηση είναι μια οφθαλμαπάτη, γιατί ένα πράγμα μπορεί να κινηθεί μόνο μέσα στο κενό, δηλαδή στο τίποτα. Η ύλη είναι ομοιόμορφη, αφού δεν μπορεί να αναμειχθεί με το τίποτα, ώστε να γίνει πιο αραιή- το σύμπαν είναι ακίνητο, ομοιόμορφο, σφαιρικό και πλήρες.
 
Ανοησίες φυσικά, αλλά ο σύγχρονος ερευνητής δεν περιφρονεί το αρνητικό αποτέλεσμα. Η έρευνα στους νόμους της λογικής ή­ταν ένα από τα αποτελέσματα της σκέψης του Παρμενίδη- ένα άλλο ήταν η θεωρία του Λεύκιππου και του Δημόκριτου, οι οποίοι υιοθέτησαν την αντίληψη του Παρμενίδη για το σύμπαν, αλλά υ­ποστήριξαν την ύπαρξη ενός άπειρου αριθμού τέτοιων, καθώς και κενών διαστημάτων στα οποία κινούνταν. Αυτά ήταν τα άτομα που απαρτίζουν ό,τι υπάρχει, καθώς ενώνονται και χωρίζονται και πάλι από μια φυσική κίνηση.
 
Άλλο ένα πρόβλημα που συζητήθηκε ήταν η φύση και η δυνα­τότητα της γνώσης. Ήταν κοινώς αποδεκτό πως η πραγματικό­τητα ήταν κάτι σταθερό, αλλά ο Ηράκλειτος, ένας σκοτεινός και αινιγματικός συγγραφέας, διακήρυξε την ανησυχητική θεωρία πως ισχύει το ακριβώς αντίθετο· η ουσία του σύμπαντος είναι η αλλα­γή· τά πάντα ρεῖ. Δεν μπορείς να μπεις στο ίδιο ποτάμι δυο φορές, γιατί τη δεύτερη φορά το ποτάμι δεν θα είναι ίδιο —μια δήλωση την οποία ένας διάδοχός του παρέφρασε έξυπνα: «Δεν μπορείς να μπεις στο ίδιο ποτάμι ούτε μια φορά», αφού αλλάζει ακόμα και όταν βαδίζεις. Μπορείς να πεις λοιπόν πως ένα πράγμα υπάρχει, όταν διαρκώς γίνεται κάτι άλλο; Μπορείς πραγματικά να κάνεις κάποια βέβαιη διαπίστωση για οτιδήποτε; Αυτή η ηρακλείτεια φιλοσοφία άσκησε μια βαθιά επίδραση στον Πλάτωνα, αφού η διά­κριση μεταξύ του μεταβλητού, ατελούς και σε τελευταία ανάλυση ασύλληπτου κόσμου της αίσθησης, και του αμετάβλητου, τέλειου και επιστητού κόσμου της πραγματικότητας είναι, βέβαια, η βάση του πλατωνισμού.
 
Δεν είχαν μόνο οι φιλόσοφοι αυτήν την πνευματική συνήθεια να περιφρονούν ό,τι βρίσκεται στην επιφάνεια —την παροδική όψη των πραγμάτων, την πολυπλοκότητα και την ποικιλομορφία τους — και να προσαφθούν να φτάσουν στη βαθύτερη, στην απλουστευτική, πραγματικότητα. Μήπως δεν βρίσκουμε κάτι παρόμοιο στην ελληνική γλυπτική, η οποία, τουλάχιστον μέχρι τις αρχές του 4ου αι., δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια να απεικονίσει το άτομο, αλλά πάντοτε προσπαθούσε να τελειοποιήσει την απεικόνιση του ιδανικού αθλητή ή του ιδανικού θεού; Σίγουρα βρίσκουμε κάτι πα­ρόμοιο και στην ελληνική τραγωδία. Ανάμεσα στο ελληνικό και το αγγλικό κλασικό δράμα υπάρχει η ίδια διαφορά που υπάρχει ανά­μεσα στην ελληνική και τη γοτθική αρχιτεκτονική, και οι διαφο­ρές διαφωτίζουν αυτήν την τάση του πνεύματος για την οποία συζητάμε. Όπως η γοτθική αρχιτεκτονική αρέσκεται στην πολυπλοκότητα των μερών, στην ακραία αντίθεση του φωτός και της σκιάς και στη διακόσμηση που εκτείνεται σε ολόκληρο το βασίλειο της φύσης —στα πουλιά, στα ζώα, στα φυτά, σε μορφές βασιλιά­δων, αγίων και αγγέλων, ακόμα και σε τέρατα— έτσι και η ελι­σαβετιανή τραγωδία, με την πολυπρόσωπη και ποικιλόμορφη σκη­νή της, αντιπροσωπεύει την πολυπλοκότητα και τον πλούτο της ζωής —βασιλιάδες και πολίτες, σύμβουλοι και στρατιώτες, ερα­στές, γελωτοποιοί, παιδιά, μάγισσες. Τα πάντα είναι εκεί. Έχει ειπωθεί πως μια γοτθική μητρόπολη δεν είναι ποτέ τελειωμένη και, αντιστρόφως, πολλές φορές κόβουν σκηνές στα έργα του Σαίξπηρ· ποιος όμως θα μπορούσε να προσθέσει οτιδήποτε σε έναν ελ­ληνικό ναό χωρίς να είναι μια ολοφάνερη προσθήκη, ή να κόψει μια σκηνή από ένα ελληνικό δράμα χωρίς να το κάνει ακατανόητο;
 
Η αιτία γι’ αυτές τις διαφορές δεν είναι ότι οι Έλληνες είχαν μια ανώτερη αίσθηση της μορφής, ή μια κατώτερη φαντασία ή κέφι για τη ζωή, αλλά ότι σκέφτονταν διαφορετικά. Ένα παρά­δειγμα ίσως θα το έκανε αυτό σαφές. Έχοντας τα ιστορικά έργα του Σαίξπηρ κατά νου, ας φανταστεί ο αναγνώστης το μοναδικό ελληνικό έργο με ιστορικό θέμα, τους Πέρσες του Αισχύλου, ένα έργο γραμμένο λιγότερο από δέκα χρόνια μετά από το γεγονός με το οποίο ασχολείται και ανεβασμένο μπροστά στον αθηναϊκό λαό ο οποίος είχε παίξει σημαντικό ρόλο στον πόλεμο —συμπωματικά, ακριβώς κάτω από την Ακρόπολη την οποία οι Πέρσες είχαν λε­ηλατήσει και βεβηλώσει. Κάθε ελισαβετιανός δραματουργός θα μας είχε δώσει ένα πανόραμα ολόκληρου του πολέμου, τις στιγμές της απελπισίας, της ελπίδας και του θριάμβου· θα βλέπαμε στη σκηνή τους ηγέτες που σχεδίασαν τη νίκη και μερικούς από τους στρα­τιώτες που την κέρδισαν. Στους Πέρσες δεν βλέπουμε τίποτα τέτοιο. Το έργο διαδραματίζεται στην περσική πρωτεύουσα, ένα μόνο επεισόδιο δίνεται μέσα από τα μάτια των Περσών, η πορεία του πολέμου απλοποιείται τόσο ώστε η ναυμαχία του Αρτεμισίου δεν μνημονεύεται καν, όπως δεν μνημονεύεται ούτε ένας Έλληνας. Η αντίθεση δύσκολα θα μπορούσε να είναι πιο πλήρης.
 
Το να υποστηρίξουμε πως η αθηναϊκή σκηνή και η μορφή του ελληνικού δράματος δεν επέτρεπαν μια ρεαλιστική αντιμετώπιση του πολέμου είναι αληθές, όχι όμως απολύτως. Το ουσιαστικό ζή­τημα εδώ είναι ότι τόσο η σκηνή όσο και η μορφή του δράματος ήταν όπως ήταν επειδή οι δραματουργοί δεν επιθυμούσαν να είναι ρεαλιστικοί. Από την άλλη, κάθε λεπτομέρεια του έργου φαίνεται όχι μόνο φυσική αλλά και αναγκαία, όταν συνειδητοποιήσουμε ότι ο Αισχύλος δεν είχε καμία πρόθεση να γράψει ένα «ιστορικό» έρ­γο, αλλά περισσότερο ένα έργο σχετικά με τη σκέψη πως η ύβρις (στη συγκεκριμένη περίπτωση, η προκλητική προσβολή εκ μέρους του Ξέρξη της θέλησης του Ουρανού) τιμωρείται αναπόφευκτα α­πό τον Ουρανό. Στο έργο, ο Ξέρξης εκθρονίζεται από τον Δία και οι Έλληνες, όπως και η ίδια η ψυχή της Ελλάδας, είναι μόνο τα όργανα του Δία. Ο Αισχύλος δεν δραματοποιεί το γεγονός αλλά το βαθύτερο νόημά του· και, αν τα ιστορικά γεγονότα, στις λεπτομέρειές τους, δεν εκφράζουν το βαθύτερο νόημα αρκετά ξεκάθαρα, ο Αισχύλος τα αλλάζει, επιβεβαιώνοντας εκ των προτέρων τη ρή­ση του Αριστοτέλη ότι η ποίηση είναι περισσότερο φιλοσοφική πα­ρά ιστορική.
 
Τώρα αρχίζουμε να διακρίνουμε τη σχέση μεταξύ πολλών από τις αρετές του Έλληνα —μεταξύ της πίστης του στη λογική, της έντονης αίσθησης της μορφής, της αγάπης του για τη συμ­μετρία, της δημιουργικής ή εποικοδομητικής κλίσης του, της τά­σης του να στηρίζεται σε έναν a priori συλλογισμό. Αναμφίβολα υπάρχουν πολλά μονοπάτια μέσα σε αυτή τη ζούγκλα των παρα­τηρήσεων, καθώς όμως έχουμε ήδη διανύσει την απόσταση από τον Θαλή μέχρι τον Αισχύλο, ας συνεχίσουμε από αυτό το σημείο.
 
Έχω αφήσει να εννοηθεί ότι η τάση που οδήγησε τους πρώ­τους φιλοσόφους από την εξωτερική όψη της φύσης προς μια υπο­θετική πραγματικότητα και ενότητα που κρύβεται από κάτω, είναι η ίδια τάση που επέδειξε ο τραγικός ποιητής όταν δεν δραματοποιεί την πορεία του πολέμου, αλλά χρησιμοποιεί τα γεγονότα του πολέμου, και μάλιστα μερικά από αυτά, για να παρουσιάσει αυτό που θεωρεί πως αποτελεί το πραγματικό του νόημα. Επειδή λοι­πόν ο Έλληνας καλλιτέχνης κάνει πάντοτε αυτό, είναι, από μια συγκεκριμένη άποψη, πάντα εποικοδομητικός ή δημιουργικός. Εί­ναι απολύτως αληθές πως όλοι οι καλλιτέχνες το κάνουν, αλλά δεν το κάνουν όλοι με τον ίδιο τρόπο. Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα από τη μια στο να δίνεις μια εικόνα της ζωής δομώντας μία σύνθεση μέσα από γεμάτες νόημα επιλογές, συνδυασμούς και αντιθέσεις, και από την άλλη στο να την ερμηνεύεις με τον ελληνικό τρόπο. Το ένα οδηγεί στην ποικιλία και την επέκταση, το άλλο στην απλότητα και την ένταση. Καθώς ο Έλληνας δεν προσπαθεί να δώσει μια αντιπροσωπευτική εικόνα της ζωής, αλλά να εκφράσει μια αντίληψή της όσο πιο πειστικά και ξεκάθαρα μπορεί, η μορφή την οποία επιτυγχάνει είναι πολύ πιο λογική και σφιχτή. Ίσως ένα άλλο παράδειγμα θα βοηθήσει, μια σύγκριση μεταξύ δύο έργων που έχουν το κοινό ότι χρησιμοποιούν ένα πλούσιο ιστορικό υλικό: το Αντώνιος και Κλεοπάτρα και ο Αγαμέμνων. Ο Σαίξπηρ στηρίζει την υπόθεσή του στον Πλούταρχο και, σε γενικές γραμ­μές, βάζει μέσα σε αυτό ό,τι βρίσκει στον Πλούταρχο. Ο Πλού­ταρχος ως ιστορικός αναφέρει στην πορεία της αφήγησής του πως ένας από τους αξιωματικούς του Πομπήιου τού πρότεινε το ευφυ­ές σχέδιο να ανοιχτεί στο πέλαγος με την Τριανδρία και να τους πετάξει στη θάλασσα. Ο Σαίξπηρ το διαβάζει αυτό, συνειδητοποιεί πως θα έδινε μια καλή σκηνή και το βάζει αυτούσιο στο έργο του. Τι σχέση έχει με τον τραγικό έρωτα του Αντώνιου και της Κλε­οπάτρας (που είναι, υποθέτω, το θέμα του έργου) δεν είναι καθό­λου σαφές, αλλά βοηθάει να δώσει βάθος και προοπτική στην όλη παράσταση, ενώ εμφανίζονται και δόλιοι άνθρωποι για να συμπλη­ρωθεί η όλη εικόνα. Όσο για τον Αγαμέμνονα, θα μου έπαιρνε μια πολύ μεγάλη παράγραφο για να συνοψίσω με τον πιο σύντομο δυ­νατό τρόπο το μυθικό υλικό που στην πραγματικότητα χρησιμο­ποιεί ο Αισχύλος: η αρπαγή της Ελένης, η εκστρατεία στην Τροία και η επιτυχία της, η ιστορία της Κασσάνδρας, ο φόνος του Αγαμέμνονα και της Κασσάνδρας, ακόμα και η διαμάχη στην παλαιότερη γενεά μεταξύ του Ατρέα, του πατέρα του Αγαμέμνονα, και του αδερφού του. Αυτό δείχνει την έκταση του υλικού, αλλά η υπόθεση είναι πολύ σύντομη. Ανακοινώνεται ότι ο Αγαμέμνων επιστρέφει στην πατρίδα του, επιστρέφει και φέρνει μαζί του την αιχμάλωτη πριγκίπισσα Κασσάνδρα· η Κλυταιμνήστρα, η σύζυγός του σκοτώνει και τους δύο· λέει πως ο Αγαμέμνων το άξιζε, επει­δή είχε θυσιάσει την κόρη τους στην Άρτεμη για να συνεχιστεί η εκστρατεία· έπειτα ο εραστής της, ο Αίγισθος, εμφανίζεται και λέει πως το άξιζε, αλλά για άλλους λόγους. Αυτό είναι όλο. Ο Αισχύλος, όπως και ο Σαίξπηρ είχαν μια μεγάλη και σύνθετη ι­στορία να πραγματευτούν. Η διαφορά είναι ότι ο Αισχύλος την κόβει σε κομμάτια και με τα κομμάτια αρχίζει να κατασκευάζει ένα έργο σχετικά με μια συγκεκριμένη αντίληψη της δικαιοσύνης· σε γενικές γραμμές, ότι η ανταποδοτική δικαιοσύνη που επιβάλλει την απλή εκδίκηση οδηγεί στο χάος. Βάση του δεν είναι η ιστορία, αλλά η αντίληψή της. Αυτά τα κομμάτια της ιστορίας που δεν τα θέλει, για παράδειγμα, την ιστορία του πολέμου ή την κατάκτηση της Κλυταιμνήστρας από τον Αίγισθο, τα πετά, ενώ όσα θέλει δεν τα χρησιμοποιεί με χρονολογική σειρά, αλλά με τη σειρά που τον βολεύει. (Μπορεί να πραγματευτεί την ιστορία με αυτόν τον τρό­πο, επειδή το ακροατήριό του γνώριζε ήδη τις βασικές της γραμ­μές. Ένα μεγάλο πλεονέκτημα της χρήσης του μύθου ήταν το ότι ο δραματουργός απαλλασσόταν από το κουραστικό καθήκον της παρουσίασής του.) Δημιουργεί λοιπόν, υπό αυτήν την έννοια, κάτι καινούργιο, και η μορφή βρίσκεται κάτω από τον απόλυτο έλεγχό του. Το θέμα του, το έγκλημα που τιμωρείται από έγκλημα το οποίο με τη σειρά του τιμωρείται από άλλο έγκλημα, το παρουσιά­ζει πρώτη, δεύτερη, τρίτη φορά, με διαρκώς αυξανόμενη ένταση, και το αποτέλεσμα είναι μια λογική, όμορφη και δυνατή κατα­σκευή. Όλα τα ελληνικά έργα είναι, με αυτόν τον τρόπο, δομημένα πάνω σε μία μοναδική σύλληψη, και ό,τι δεν συνεισφέρει άμεσα σε αυτήν, δεν υιοθετείται. Στην πραγματικότητα, στα ελληνικά έργα τα άσχετα πρόσωπα είναι αυτά που ρίχνονται στη θάλασσα. Εκεί οφείλεται η δύναμη και η σαφήνεια των έργων. Λένε πως υπάρ­χουν τόσοι πολλοί Άμλετ όσοι είναι και οι ηθοποιοί που μπορούν να παίξουν τον ρόλο· κάτι τέτοιο δεν μπορεί να ειπωθεί για καμιά ελληνική τραγωδία. Η σχέση μεταξύ του νοήματος και της μορ­φής είναι τόσο λογική, ώστε κάθε ασυνήθιστη ερμηνεία μπορεί εύ­κολα να απορριφθεί. Αν δεν ερμηνεύει κάθε λεπτομέρεια του έργου, είναι λανθασμένη, αφού η αληθινή ερμηνεία ερμηνεύει τα πάντα.
 
Αυτή, πιστεύω, είναι η πηγή της λογικής και της διαύγειας που είναι τόσο φανερή στην ελληνική αίσθηση της μορφής. Ο καλ­λιτέχνης έχει μια πολύ σαφή εικόνα του τι πρόκειται να πει και έχει απόλυτο έλεγχο του υλικού του. Εξίσου εμφανής είναι και η ελληνική αγάπη για τη συμμετρία. Αυτή έχει μερικά ενδιαφέροντα παρεπόμενα· βρίσκουμε την αίσθηση του σχεδίου και της ισορρο­πίας όπου κοιτάξουμε. Μπορούμε να κοιτάξουμε πρώτα σε ένα ή δύο εμφανή σημεία. Την αρχιτεκτονική την έχουμε ήδη αναφέρει- η ασυμμετρία του σχεδίου που παρουσιάζει σχεδόν κάθε γοτθική μητρόπολη, φέρνει στο μυαλό μας την εικόνα της δυναμικής ενέρ­γειας, της ζωής- στο μυαλό του Έλληνα αυτό θα ήταν αποκρουστικό και θα του έφερνε στον νου μόνο την ατέλεια. Το τέλειο κτήριο, και στη σύλληψη και στην εκτέλεσή του, θα ήταν φυσιο­λογικά συμμετρικό. Μπορούμε όμως να στραφούμε και στην ελλη­νική πεζογραφία, με το πάθος της για τη συμμετρία και την αντί­θεση, που συχνά φτάνει ως την υπερβολή. Στους καλούς συγγρα­φείς ή ομιλητές η αντίθεση προκύπτει άμεσα από την οξύτητα της ευφυΐας τους, η οποία αναλύει αμέσως μια ιδέα στα συστατι­κά της μέρη. (Ένα καλό παράδειγμα είναι το ανέκδοτο για τον Θεμιστοκλή, το οποίο θα ήταν κρίμα να μην το παραθέσουμε κά­που μέσα σε αυτό το βιβλίο, καθώς είναι τόσο ελληνικό. Ένας ζηλόφθονος άνθρωπος από το ιδιαίτερα ασήμαντο νησί της Σέριφου είπε στον Θεμιστοκλή ότι όφειλε τη φήμη του όχι τόσο στην προσωπική του αξία όσο στο γεγονός ότι συνέβαινε να είναι Αθη­ναίος. «Υπάρχει κάτι σε αυτό», είπε ο Θεμιστοκλής· «δεν θα είχα γίνει διάσημος, αν ήμουν Σπαρτιάτης, ούτε κι εσύ, αν ήσουν Αθη­ναίος».) Μερικές φορές όμως, ακόμα και στον Θουκυδίδη, το δεύ­τερο μέλος της αντίθεσης είναι απλώς τυπικό, και στο περίτεχνο πεζό ύφος κάποιων σοφιστών, η αντίθεση, τονισμένη από παραλ­ληλισμούς κάθε είδους, συμπεριλαμβανομένου και του ομοιοτέλευτου, γίνεται αφάνταστα κουραστική. Το ελληνικό υφολογικό ελάτ­τωμα δεν ήταν μια ανίσχυρη αμορφία αλλά ένας επίπλαστος φορ­μαλισμός .
 
Ο Έλληνας όμως δεν ήθελε μόνο τα δικά του δημιουργήματα να είναι συμμετρικά ή σχεδιασμένα- πίστευε επίσης πως και το σύμπαν εν γένει πρέπει να είναι συμμετρικό. Αυτό ήταν αναμενό­μενο. Στα έργα του ανθρώπου, η λογική και η τελειότητα προϋ­ποθέτουν μία συμμετρική μορφή· ο άνθρωπος είναι μέρος της φύ­σης· άρα και η φύση, η οποία εξ υποθέσεως στηρίζεται στη λογι­κή, θα είναι συμμετρική.
 
Αποδείξεις για τη συμμετρία της φύσης δεν έλειπαν. Στην πο­ρεία του χρόνου το σκοτάδι αντισταθμίζει το φως και το κρύο α­ντισταθμίζει τη ζέστη. Ακόμα και οι ασταθείς άνεμοι τηρούν μια γενική ισορροπία, και οι κινήσεις των άστρων υπάγονται σε νόμους που ήταν από καιρό γνωστοί —εκτός από τους πλανήτες, τους «περιπλανώμενους». Η συμμετρία, ο νόμος και η λογική ήταν δια­φορετικές όψεις του ίδιου πράγματος.
 
Γι’ αυτό ο Έλληνας είχε την τάση να εισάγει σχέδιο εκεί που δεν θα έπρεπε να υπάρχει, όπως ακριβώς βασιζόταν στη λογική εκεί που θα ήταν καλύτερο να χρησιμοποιήσει την παρατήρηση και τη συνεπαγωγή. Οι πρώιμοι γεωγράφοι διαφωτίζουν την πρώ­τη περίπτωση. Το ενδιαφέρον του Ηρόδοτου στην Αίγυπτο το κί­νησε ο Νείλος, για τις πηγές του οποίου έκανε όλες τις έρευνες που μπορούσε. Ένας άνθρωπος μπόρεσε να του πει, από τρίτο χέρι, την ιστορία μερικών ριψοκίνδυνων νέων μιας φυλής που ζούσε κοντά στις Σύρτεις· αυτοί προχώρησαν νότια μέσα από τη λιβυκή έρημο και μετά από ένα επικίνδυνο ταξίδι αιχμαλωτίστηκαν από κάποιους μικρόσωμους ανθρώπους (τους Πυγμαίους)· και πως πέρα από την πόλη τους έτρεχε ένας μεγάλος ποταμός, με κατεύ­θυνση από δυτικά προς ανατολικά, με κροκόδειλους μέσα του. Ο πληροφοριοδότης του Ηρόδοτου υπέθετε πως αυτός ήταν ο Νείλος και, όπως λέει ο Ηρόδοτος, «η λογική το στηρίζει». Η λογική είναι η φυσική συμμετρία, αφού, όπως ο Νείλος διασχίζει την Α­φρική, έτσι κι ο Δούναβης διασχίζει την Ευρώπη, και οι εκβολές του Δούναβη είναι ακριβώς απέναντι από τις εκβολές του Νείλου. Ο Δούναβης ξεκινά από τη μακρινή Δύση, «μεταξύ των Κελτών, κοντά στην πόλη Πυρήνη», λέει ο Ηρόδοτος, ο οποίος σαφώς είχε ακούσει το όνομα των Πυρηναίων, αλλά το μετέτρεψε σε περιοχή ή σε λαό· τι είναι πιο προφανές από το να ξεκινά κι ο Νείλος με τη σειρά του επίσης από τη Δύση και να έχει έτσι τις πηγές του, όπως και τις εκβολές του, απέναντι από αυτές του Δούναβη; Αυτό είναι εξ ολοκλήρου χαρακτηριστικό των πρώιμων σταδίων της ελ­ληνικής γεωγραφίας: όποιος έφτιαξε τη γη, την έφτιαξε με τελει­ότητα, με συμμετρική μορφή.
 
Το άλλο σημείο, ότι δηλαδή οι Έλληνες χρησιμοποίησαν τη λο­γική εκεί που θα έπρεπε να είχαν χρησιμοποιήσει επιστημονικές μεθόδους, μπορεί να διαφωτιστεί από μια διαμάχη στην ιστορία της ελληνικής ιατρικής.
 
Όσοι επιχείρησαν να μιλήσουν ή να, γράφουν σχετικά με την ιατρική και πήραν ως βάση τη λογική μιας αρ­χής, λόγου χάρη το θερμό, το ψυχρό, το υγρό και το ξηρό η οτιδήποτε άλλο θέλησαν, περιορίζοντας τις πρω­ταρχικές αιτίες των ασθενειών και του θανάτου των ανθρώπων σε μία και μοναδική και στηριζόμενοι μόνο σε μια η δυο υποθετικές αρχές, έκαναν ολοφάνερα λά­θος σε όσα είπαν είναι πραγματικά αξιοκατάκριτοι, ε­πειδή τα λάθη τους αφορούν μια επιστήμη όπου όλοι οι άνθρωποι καταφεύγουν στις πιο σοβαρές περιστάσεις.
 
Αυτή είναι η αρχή μιας πραγματείας με τίτλο Περί ἀρχαίης ἰητρικῆς η οποία έφτασε σε εμάς υπό το όνομα του Ιπποκράτη από την Κω, της μεγαλύτερης μορφής της ιατρικής του 5ου αι. Το αν πραγματικά ήταν ο Ιπποκράτης εκείνος που έγραψε την πραγμα­τεία αυτή, δεν είναι γνωστό ούτε και σημαντικό- το σημαντικό είναι η διαμαρτυρία του επιστήμονα εναντίον ενός a priori φιλοσό­φου. Οι τελευταίοι, εισβάλλοντας στην ιατρική από τις ευρύτερες περιοχές της φυσικής φιλοσοφίας (όπως οι ίδιοι την αντιλαμβάνο­νταν) διατύπωναν γενικές «υποθέσεις» —όχι επιστημονικές υπο­θέσεις (που είναι προσωρινές θεωρίες διατυπωμένες για να εξηγή­σουν τα φαινόμενα που παρατηρούνται) αλλά αστήρικτες γενικεύ­σεις που μοιάζουν περισσότερο με τα αξιώματα των μαθηματικών. Αυτό, όπως λέει ο αρχαίος συγγραφέας πιο κάτω, είναι αποδεκτό όσον αφορά τα ανεξιχνίαστα μυστήρια, σαν κι αυτά που συμβαί­νουν στον ουρανό ή κάτω από τη γη, δεν είναι όμως η ενδεικνυόμενη μέθοδος για την αντιμετώπιση μιας τέχνης. Η βάση της ιατρικής, συνεχίζει, είναι από καιρό γνωστή, τόσο στις αρχές της όσο και στις μεθόδους της. Η μέθοδος έχει οδηγήσει σε πολλά θαυμαστά επιτεύγματα, και αυτά που απομένουν, θα ανακαλυφθούν, αν ένας φιλόδοξος ερευνητής μάθει αυτά που έχουν μελετηθεί ως τώρα και τα κάνει βάση για περαιτέρω έρευνα. Αλλά ο άνθρωπος είναι το θύμα και η αιτία του σφάλματος, επειδή απορρίπτει και περιφρονεί όλ’ αυτά και προσπαθεί να συνεχίσει την έρευνα με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Είναι αδύνατο· και θα αποδείξω γιατί είναι αδύνατο.
 
Αυτό σημαίνει πως σε μια επιστήμη όπου υπήρχε η δυνατότη­τα της οικοδόμησης ενός συνόλου από αλήθειες μέσα από την πα­ρατήρηση και το πείραμα, υπήρχαν Έλληνες που μπορούσαν να είναι αρκετά επιστημονικοί. Αυτό το βλέπουμε ήδη στην περιγρα­φή του Θουκυδίδη για τον λοιμό. Δίνει μια ακριβή περιγραφή των φυσικών του συνεπειών, αλλά επίσης και των πνευματικών και ηθικών του συνεπειών, και εισάγει αυτήν την περιγραφή λέγοντας: «Καθένας, γιατρός ή όχι, μπορεί να πει αυτό που σκέφτεται για την πιθανή προέλευση του λοιμού, και για τις αιτίες που νομίζει πως ήταν αρκετές για να προκαλέσουν μια τόσο μεγάλη συμφορά. Εγώ από την πλευρά μου θα περιγράφω μόνο τη μορφή του και θα αναφέρω εκείνα τα συμπτώματα που μπορεί να επιτρέψουν την αναγνώρισή του, αν ποτέ ξαναεμφανιστεί· γιατί προσβλήθηκα κι εγώ ο ίδιος, και προσωπικά παρατήρησα και άλλους που υπέφεραν από αυτόν».
 
Αυτή είναι μια επιστημονική συμπεριφορά- ο Θουκυδίδης δεν έ­χει καμία σχέση με αστήρικτες γενικεύσεις. Και τι θα μπορούσε να έχει πιο επιστημονικό χαρακτήρα από το ακόλουθο κείμενο των Αφορισμών:
 
Πρέπει να μην ασκείτε την ιατρική στηριζόμενοι αρχι­κά σε κάποιον υποθετικό συλλογισμό αλλά στην εμπει­ρία και στη λογική. ... Συμφωνώ και με τον υποθετικό συλλογισμό, με την προϋπόθεση σημείο εκκίνησης να είναι η συγκεκριμένη περίπτωση και το συμπέρασμα να προκύπτει μεθοδικά από τα φαινόμενα. ... Μη στηρίζεστε σε συμπεράσματα που προκύπτουν μόνο από τη λο­γική, αλλά που αποδεικνύονται έμπρακτα.
 
Για την προσεκτική παρατήρηση των φαινομένων έχουμε ένα έξοχο παράδειγμα από τις Επιδημίες, ένα έργο που εκ πρώτης όψεως είναι το σημειωματάριο ενός περιοδεύοντος ιατρού. Ο συγ­γραφέας είναι αρκετά συστηματικός. Αρχικά περιγράφει τις επι­κρατούσες καιρικές συνθήκες κι έπειτα καταγράφει τη γενική πο­ρεία της νόσου του ασθενούς του, αναφέροντας την ηλικία, το φύ­λο και άλλες λεπτομέρειες που μπορεί να είναι σχετικές. Δίνω το ακόλουθο τυπικό παράδειγμα, επειδή είναι σύντομο και αναφέρει ένα ενδιαφέρον τοπωνύμιο:
 
Ο νεαρός, που κοιμόταν στην Αγορά των Ψευτών, προσβλήθηκε από πυρετό μετά από ταλαιπωρία, κούραση, κόπο και τρέξιμο παρά τα συνηθισμένα. Την πρώτη μέρα είχε διαταραχή του πεπτικού συστήματος με κενώσεις χολώδεις, αραιές και άφθονες- τα ούρα του ήταν αραιά και σκούρα· υπέφερε από αϋπνία και δίψα. Τη δεύτερη μέρα παρουσίασε γενική επιδείνωση της κατάστασης- οι κενώσεις ήταν αφθονότερες και λιγότερο ευνοϊκές- δεν κοιμόταν και το μυαλό του διαταράχτηκε· ίδρωσε λίγο.
Την τρίτη ημέρα αισθάνθηκε δυσφορία, δίψα, ναυτία, μεγάλη ταραχή, αγωνία- είχε παραισθήσεις, άκρα μελανιασμένα και κρύα και ένταση στο υποχόνδριο από τις δυο πλευρές, χωρίς πρήξιμο. Την τέταρτη μέρα δεν κοιμήθηκε- η κατάσταση χειροτέρεψε. Την έβδομη μέρα πέθανε. Ήταν περίπου είκοσι χρονών.
 
Υπάρχει μια κριτική των Επιδημιών από τον 19ο αι. (την οποία παραθέτει ο Δρ. Jones) η οποία είναι ενδιαφέρουσα επειδή παρα­βλέπει την ουσία. Η κριτική αυτή συνοψίζεται γενικά στο ότι ο συγγραφέας των Επιδημιών είναι ένας απάνθρωπος παρατηρητής του ανθρώπινου πόνου χωρίς να κάνει τίποτα για να τον απαλύνει. Πράγματι, ο συγγραφέας αναφέρει μια ή δυο φορές τη θεραπεία, όπως, για παράδειγμα, «Ζεστές κομπρέσες δεν έφεραν ανακούφι­ση»· η ουσία όμως είναι ότι γράφει περισσότερο σαν παθολόγος παρά σαν θεραπευτής και επιμένει σε αυτό το σημείο. Ο Έλλη­νας, σε αυτήν την περίπτωση, είναι πιο επιστημονικός από όσο φαντάζεται ο σύγχρονος επικριτής του.
 
Τα παραθέματα έκαναν σαφές πως υπήρχαν Έλληνες που αντιλήφθηκαν και ακολούθησαν την επιστημονική μέθοδο, αλλά και άλλοι που απλώς χρησιμοποίησαν a priori μεθόδους. Για να παραθέσουμε τον Δρα Jones: «Καθώς η θεϊκή προέλευση της αρ­ρώστιας σταδιακά απορρίφθηκε, ένα άλλο στοιχείο, εξίσου ανησυ­χητικό και εξίσου αντίθετο στην πρόοδο της επιστημονικής ιατρι­κής, επιβλήθηκε. Η φιλοσοφία αντικατέστησε τη θρησκεία. Η ελ­ληνική φιλοσοφία αναζητούσε την ομοιομορφία στην πολυπλοκότητα των φαινομένων, και ο πόθος της να βρει αυτήν την ομοιο­μορφία οδήγησε σε εικασίες και στην περιφρόνηση των φαινομέ­νων, στην προσπάθειά της να επιτύχει την κατασκευή μιας περι­ληπτικής θεωρίας. Η ίδια τάση που έκανε τον Θαλή να δηλώσει πως όλα τα πράγματα είναι νερό, έκανε και τον συγγραφέα μιας πραγματείας που συγκαταλέγεται στα έργα του Ιπποκράτη, να υποστηρίξει πως όλες οι ασθένειες οφείλονται στην ατμόσφαιρα. Όπως λέει και ο Daremberg, οι φιλόσοφοι προσπάθησαν να ερμη­νεύσουν τη φύση με κλειστά τα μάτια». Όχι ότι οι Έλληνες ήταν οι μοναδικοί σε αυτό. Το ανθρώπινο μυαλό είναι αρκετά επιρρεπές στη συναρπαστική προσπάθεια να πηδάει χάσματα σαν να μην υ­πήρχαν. Η μεσαιωνική ιστορία της μουσικής, για παράδειγμα, ή­ταν μερικές φορές συνεπαρμένη από το δόγμα της Τριάδας με έναν τρόπο που σήμερα φαντάζει παράλογος.
 
Ας μην είμαστε όμως τόσο περιφρονητικοί απέναντι σε αυτούς τους Έλληνες που «έκλειναν τα μάτια τους». Κράτησαν κάτι άλ­λο διάπλατα ανοιχτό, συγκεκριμένα το μυαλό τους, και μολονότι το κλείσιμο των ματιών επιβράδυνε την ανάπτυξη της επιστήμης, το άνοιγμα του μυαλού οδήγησε σε πράγματα εξίσου σημαντικά, στη μεταφυσική και στα μαθηματικά.
 
Τα μαθηματικά είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική ελληνική επι­νόηση και εκείνη που τους φαινόταν περισσότερο συναρπαστική. Θα μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα εκείνους που έκλεισαν τα μάτια τους στα φαινόμενα, αν πρώτα απ’ όλα κρατήσουμε στο μυαλό μας την ελληνική πεποίθηση ότι το σύμπαν είναι ένα λογικό σύνολο, άρα και απλό (παρά τα φαινόμενα) και πιθανώς συμμετρι­κό, κι έπειτα προσπαθήσουμε να φανταστούμε την επίδραση που είχαν στο μυαλό τους τα στοιχειώδη μαθηματικά.
 
Συνέβη εγώ ο ίδιος —αν μου επιτρέπεται να μιλήσω προσωπι­κά για μια στιγμή— να το καταφέρω αυτό μετά από μία μαθη­ματική έρευνα που κάποτε έκανα στην προσπάθειά μου να ξεγελά­σω την αϋπνία μου. (Οι μαθηματικοί αναγνώστες μπορούν να χα­μογελάσουν.) Μου ήρθε στο μυαλό να ψάξω ποια ήταν η διαφορά μεταξύ του τετραγώνου ενός αριθμού και του γινόμενου των αμέ­σως πλαϊνών του. 10x10 μάς κάνει 100, και 11x9 μάς κάνει 99, ένα λιγότερο δηλαδή. Ήταν ενδιαφέρουσα η ανακάλυψη ότι η δια­φορά μεταξύ του 6x6 και του 7x5 ήταν ακριβώς η ίδια, και με αυξανόμενο ενδιαφέρον ανακάλυψα, και απέδειξα αλγεβρικά, τον νόμο πως το γινόμενο αυτό πρέπει πάντα να είναι κατά ένα λιγότερο από το τετράγωνο. Το επόμενο βήμα ήταν να εξετάσω τη συμπε­ριφορά των παραδίπλα αριθμών, και με μεγάλη ευχαρίστηση απο- κάλυψα στον εαυτό μου ένα ολόκληρο σύστημα αριθμητικής συμπεριφοράς για το οποίο οι δάσκαλοί μου των μαθηματικών με είχαν αφήσει (δεν ντρέπομαι να το πω) σε πλήρη άγνοια. Με αυ­ξανόμενη περιέργεια υπολόγισα τις σειρές 10x10= 100, 9x11= 99, 8x12= 96, 7x13= 91 κ.ο.κ. και ανακάλυψα πως οι διαφορές ήταν, διαδοχικά, 1, 3, 5, 7 κ.ο.κ., δηλαδή η σειρά των μονών α­ριθμών. Ακόμα πιο εκπληκτική ήταν η ανακάλυψη πως αν κάθε διαδοχικό γινόμενο αφαιρεθεί από το αρχικό 100, βγαίνει η σειρά 1, 4, 9, 16 κ.ο.κ. Δεν μου είχαν πει ποτέ ούτε είχα υποπτευθεί ποτέ ότι οι αριθμοί παίζουν αυτά τα σοβαρά και όμορφα παιχνίδια μεταξύ τους, αιώνιοι προς αιώνιους, ανεξάρτητοι (φαινομενικά) α­πό τον χρόνο, το μέρος και το ανθρώπινο μυαλό. Ήταν μια εντυ­πωσιακή φευγαλέα ματιά σε ένα νέο και τέλειο σύμπαν.
 
Τότε κατάλαβα πώς αισθάνθηκαν οι Πυθαγόρειοι όταν έκαναν τις ίδιες ανακαλύψεις. Η απώτατη και απλουστευτική αλήθεια την οποία οι Ίωνες προσπαθούσαν να βρουν σε μια σωματική υπόστα­ση, ήταν στην πραγματικότητα ο αριθμός. Μήπως ο Ηράκλειτος δεν είχε δηλώσει πως τα πάντα διαρκώς αλλάζουν; Να κάποια πράγματα που δεν αλλάζουν, μονάδες αιώνιες, ελεύθερες από σάρ­κα και φθορές, ανεξάρτητες από τις ατελείς αισθήσεις, απολύτως αντιληπτές από τον νου. Επιπλέον, από τη στιγμή που ο αριθμός νοούνταν στον χώρο, αυτές οι μαθηματικές μονάδες είχαν ένα προσόν που οι Έλληνες αξίωναν από καθετί τέλειο: ήταν συμμετρικοί, η λογική μέσα τους ήταν ένα σχέδιο. Μπορούμε να το αποσαφηνί­σουμε αυτό αντιστρέφοντας τις σειρές που αναφέραμε πιο πάνω. Οι σειρές των τετράγωνων αριθμών μπορούν να εξαχθούν προσθέ­τοντας τους διαδοχικούς μονούς αριθμούς:
 
12+3= 22, 22+5= 32, 32+7= 42 κ.ο.κ.
 
Για τους Πυθαγόρειους αυτά τα φαινόμενα ήταν σχέδια, αφού η μαθηματική τους σκέψη είχε διαμορφωθεί με γεωμετρικούς όρους· γι’ αυτό και ο όρος τετράγωνος αριθμός.
 
Όσο περισσότερο η ελληνική σκέψη προχωρούσε μέσα σε αυτόν τον νέο κόσμο, τόσο περισσότερο έβλεπε το ένστικτό της να αποδεικνύεται αληθινό, ότι δηλαδή κάτω από τη φαινομενική ποικιλία υπάρχει απλότητα· ότι κυβερνά ο νόμος και όχι η τύχη- ότι το σύμπαν στηρίζεται στη λογική και ότι ο συλλογισμός μπορεί να αποκαλύψει τη βαθύτερη πραγματικότητα. Ο δρόμος προς την α­λήθεια δεν περνάει από την αίσθηση, αλλά από τον νου.
 
Αυτή η πεποίθηση ενισχύθηκε από την τάση της φύσης να εί­ναι γεωμετρική. Μερικοί Πυθαγόρειοι πρέπει να είχαν παρατηρή­σει τη γεωμετρική κατασκευή των λουλουδιών και των μεγαλύτε­ρων κρυστάλλων. Δεν έχουμε μαρτυρίες γι’ αυτό, αλλά μπορούμε να συλλάβουμε τους απόηχους της έκπληξης που προκλήθηκε ό­ταν η σχολή ανακάλυψε τη μαθηματική βάση των μουσικών αρ­μονιών. Σε ένα εντελώς αντιμαθηματικό μυαλό φαντάζει ακόμα ως συμπτωματικό θαύμα το ότι, αυτό που το αφτί ακούει ως την ίδια νότα της αμέσως ανώτερης οκτάβας, παράγεται από μια χορ­δή ακριβώς μισή στο μήκος —η απλούστερη περίπτωση μιας ο­λόκληρης σειράς αναλογιών που είναι επίσης μουσικά διαστήματα. Σε αυτό, το ελληνικό μυαλό είδε πολύ περισσότερα από μια απλή σύμπτωση, και πολύ περισσότερα από ένα ενδιαφέρον φαινόμενο της φυσικής. Το ελληνικό μυαλό είχε την τάση να αποδεικνύει μέσω της αναλογίας, να πηδάει χάσματα- η αληθινή αιτία γι’ αυτό ήταν η πεποίθησή του πως ολόκληρο το σύμπαν ή η φύση αποτελούν μια ενότητα —το φυσικό, το ηθικό και το θρησκευτικό σύμπαν μαζί. Αν έχουμε αυτό στον νου μας, αν έχουμε στον νου μας πως η ελληνική σκέψη θεωρούσε την ηθική ως το μέσο με­ταξύ των άκρων, ως την κατάλληλη ρύθμιση, ως μια αρμονία της ψυχής, αν έχουμε στον νου μας τον σπουδαίο ρόλο που έπαιζε η μουσική (η οποία περιλάμβανε την ποίηση και τον χορό) στην ελ­ληνική παιδεία, αν έχουμε στον νου μας πως μαθηματικές σχέσεις είχαν ήδη ανακαλυφθεί στο φυσικό σύμπαν, τότε μπορούμε να κατα­λάβουμε πώς οι Πυθαγόρειοι, μαγεμένοι από τις έρευνές τους πά­νω στις ιδιότητες της κουρδισμένης χορδής, έκαναν ένα άλμα και σκέφτηκαν πως μπορούσαν να ανακαλύψουν μια μαθηματική βάση στη θρησκεία και στην ηθική. Ανέπτυξαν μια μυστική θεωρία αριθμών, σύμφωνα με την οποία ο θεός, το απόλυτο αγαθό, ήταν το 1, η μονάδα· η δικαιοσύνη το 4, δηλαδή ο επόμενος τετράγωνος αριθμός, και ούτω καθεξής. Ήταν μια τολμηρή προσπάθεια· αλλά η ιστορία του ανθρώπου έχει μέχρι τώρα αποδείξει πως είναι πολύ πιο εύκολο να κυριαρχήσει κανείς στο φυσικό παρά στο ηθικό σύμπαν.
 
Ο Πλάτων ήταν φλογερός σπουδαστής των μαθηματικών πά­νω από την πόρτα της Ακαδημίας ήταν χαραγμένο:
 
ΜΗΔΕΙΣ ΑΓΕΩΜΕΤΡΗΤΟΣ ΕΙΣΙΤΩ
 
που σημαίνει: «Απαιτείται πίστη στα μαθηματικά»· και ένα από τα ρητά του ήταν: «Ο θεός πάντοτε ενεργεί γεωμετρικά» —μια φιλοσοφική έκφραση της ίδιας τάσης που παρακίνησε τον Ηρόδοτο να εικάσει αυτό που είκασε για τον Νείλο. Μαζί, όμως, με τον μαθηματικό του ζήλο, ο Πλάτων συνδύασε την πεποίθηση του Σω­κράτη ότι το σωστό αντικείμενο της μελέτης των ανθρώπων είναι ο ίδιος ο άνθρωπος και το απόλυτο καλό του. Κληρονόμησε, επί­σης, τη διαλεκτική μέθοδο του Σωκράτη, δηλαδή την αναζήτηση, μέσω της λογικής έρευνας, του λόγου της αρετής, ενός ορισμού δηλαδή της αρετής ο οποίος θα ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις. Πίστευε, όπως και ο Σωκράτης, πως η αρετή είναι γνώση- πως ο άνθρωπος που ξέρει τι είναι η αρετή, κατ’ ανάγκην θα την εφαρ­μόσει, αφού η αρετή, με το να είναι καλή, είναι κατ’ ανάγκη προ­τιμητέα από το κακό. Σε αυτό το σημείο είναι ίσως αλήθεια ότι ο Σωκράτης και ο Πλάτων υποτίμησαν την αδυναμία της βούλη­σης, αλλά είναι επίσης αλήθεια και ότι εμείς πιθανώς υποτιμάμε αυτό που εκείνοι εννοούσαν με τη λέξη γνώση. Ο Πλάτων, όπως και μερικοί προκάτοχοί του, έκαναν έναν σαφή διαχωρισμό μεταξύ της γνώστης και της γνώμης. Η γνώση δεν είναι αυτό που άκουσε, είδε ή διδάχτηκε κανείς· είναι μόνο αυτό που έχει ανακαλύψει μό­νος του μετά από μακρά και ακριβή έρευνα. Επιπλέον, μόνο το μόνιμο, όχι το παροδικό, μπορεί να γίνει αντικείμενο της γνώσης· μόνο αυτό που «υπάρχει», και όχι τα αντικείμενα της αίσθησης τα οποία διαρκώς «γίνονται» κάτι άλλο. Ο Πλάτων, στην πραγ­ματικότητα, φτάνει σε μια θέση όχι πολύ μακρινή από αυτήν του Ψαλμωδού που λέει: «Η γνώση του Θεού είναι η αρχή της σοφίας» — μολονότι φτάνει σε αυτή τη θέση μέσα από έναν πολύ δια­φορετικό δρόμο. Η γνώση του αληθινού «όντος» έρχεται μόνο με­τά από μια ζωή αφιερωμένη στη διανοητική προσπάθεια, εισαγω­γή της οποίας είναι η μελέτη των μαθηματικών, αφού αυτά οδη­γούν τον νου μακριά από τα απατηλά αντικείμενα της αίσθησης προς την ενατένιση πραγμάτων πιο αληθινών. Τις αμετάβλητες αληθινές οντότητες μπορούμε να τις συλλάβουμε μόνο με τον νου· οι αισθήσεις μπορούν να μας δείξουν μόνο πρόσκαιρα και ατελή αντίγραφα της πραγματικότητας. Ανάμεσα στις αληθινές οντότη­τες ή Ιδέες υψηλότερη είναι ο Θεός και, μολονότι ο Πλάτων δεν ταυτίζει το Αγαθό με τον Θεό, μιλάει για τη θεϊκή φύση του Α­γαθού με τέτοιο τρόπο, ώστε η τυπική ταύτισή του λίγο θα άλλα­ζε τα πράγματα.
 
Τέτοια είναι η γνώση την οποία αν έχει ο άνθρωπος, δεν μπορεί να κάνει κακό- είναι η γνώση της αληθινής Ουσίας, του Αγαθού, δηλαδή του ίδιου του Θεού. Είναι κάτι πιο πλούσιο και πιο ευρύ από τη δική μας συνηθισμένη και καθαρά διανοητική γνώση, αφού τόσο το ηθικό όσο και το διανοητικό πάθος είναι η κατευθυντήρια δύναμή της, ενώ το αντικείμενό της είναι η αλήθεια που περιβάλ­λει τα πάντα· στην πραγματικότητα, ανήκει στην ίδια τάξη πραγ­μάτων — όσο διαφορετική κι αν είναι στο είδος — με τη χριστια­νική χάρη. Αυτή είναι η κορύφωση της έρευνας των Ελλήνων διανοητών για τη βαθύτερη πραγματικότητα, τον λόγο· και Θεός ἦν ὁ Λόγος (Η αρχαία ελληνική λέξη για τη λογική, με τη σημερινή της σημασία, είναι λόγος, από την οποία παράγεται το επίθετο λογικός. Ο λόγος συχνά μεταφράζεται λανθασμένα ως «λέξη»· σημαίνει περισσότερο τον «λόγο» ή την ιδέα που εκφράζεται από τον λόγο. Το ευαγγελικό Ἐν ἀρχῇ ἦν ό Λόγος στην πραγματικότητα σημαίνει: «Στην αρχή υπήρχε η Νόηση»).

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου