Τρίτη 23 Απριλίου 2019

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΪΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Η Αθηναίων πολιτεία λειτουργούσε με θεσμούς άμεσης δημοκρατίας.
 
Με την κλήρωση «από κυάμων», αντί της εκλο­γής, στα περισσότερα αξιώματα και με το μισθό για την άσκηση των πολιτειακών λειτουργημάτων διασφάλιζαν την ισότητα: την ίση συμμετοχή όλων των πολιτών στα δημόσια πράγματα. Και η συμμετοχή αυτή ήταν άμεση.
 
Έτσι, στην Εκκλησία του Δήμου, στη Βουλή, στην Ηλιαία και στα υπόλοιπα συλλογικά όργανα, οι Αθηναίοι πολίτες μετείχαν απ’ ευθείας, δηλαδή αυτοπροσώπως. Η δε συμμετοχή τους στα κοινά ή­ταν συνεχής και καθημερινή. Στην αθηναϊκή δη­μοκρατία ο θεσμός της αντιπροσώπευσης και της επαγγελματοποίησης της πολιτικής ήταν άγνωστος.
 
Κατ’ εξαίρεση γινόταν με εκλογή η ανάδειξη σε αξιώματα που «ἐδέοντο ἐμπειρίας καί τέχνης», ό­πως στην περίπτωση των δέκα στρατηγών. Είναι, πά­ντως, προφανές ότι οι θεσμοί της άμεσης δημοκρατίας ήταν συνυφασμένοι με την «πόλη-κράτος», ενώ στα μεγάλα κράτη της εποχής μας ισχύει η έμμεση δημοκρατία της «Βουλής των αντιπροσώπων», όπου οι «αντιπρόσωποι» του λαού μπορούν να θέλουν ο­τιδήποτε «εν ονόματι», «αντί» και «για λογαριασμό» των εκλογέων τους, χωρίς να λογοδοτούν απέναντι τους για γνώμη ή ψήφο, ως μονή δε «κύρωση» υ­πάρχει το ενδεχόμενο της μη επανεκλογής τους. Οι «νομοθέτες» θα μπορούσαν, κατά κάποιο τρόπο, να παρομοιαστούν με τη σημερινή επιστημονική υπηρεσία της Βουλής.
 
Η κυρίως νομοθετική διαδικασία
 
Η διαδικασία θεσπίσεως νόμων ή ψηφισμάτων α­πό την Εκκλησία του Δήμου αποτελούσε εφαρμογή της άμεσης δημοκρατίας.
 
Κατά την έναρξη του βουλευτικού έτους η Εκκλησία του Δήμου αποφάσιζε για την ανάγκη ψήφισης νέων νόμων ή ψηφισμάτων («ἐπιχειροτονία νόμων»).
 
Η απόφαση αυτή είχε χαρακτήρα ουσιαστικά κυ­βερνητικό: προϋπέθετε την πολιτική επιλογή για την επίτευξη κάποιου συγκεκριμένου σκοπού, ο ο­ποίος χωρίς τη θέσπιση συναφούς κανόνα δικαίου θα ήταν αδύνατον να πραγματωθεί.
 
Κάθε Αθηναίος πολίτης μπορούσε, ασκώντας νομοθετική πρωτοβουλία -που σήμερα, με το αντι­προσωπευτικό σύστημα, ανήκει μόνο στη Βουλή και στην κυβέρνηση (1)- να υποβάλει γραπτώς πρότα­ση νόμου στην Εκκλησία του Δήμου, όπου και διαβαζόταν για να καταστεί δημοσίως γνωστή. Επι­πλέον η πρόταση έπρεπε να τοιχοκολληθεί, προς μείζονα κατοχύρωση του δικαιώματος της πληρο­φόρησης περί τα κοινά, και στο οίκημα του «επώ­νυμου άρχοντα», ενός από τους εννέα άρχοντες, που αποτελούσαν την ανώτατη διοίκηση. Ο πολίτης που ασκούσε νομοθετική πρωτοβουλία αναλάμβανε κατ' την ευθύνη για το περιεχόμενο της πρότασης του, πράγμα που αποτυπωνόταν και στο κείμενο του νό­μου: «ειπόντος του τάδε». Αν η πρόταση νόμου α­ποσκοπούσε όχι στη θέσπιση νέων αλλά στην τρο­ποποίηση ισχυουσών ρυθμίσεων, ο εισηγούμενος την πρόταση έπρεπε να τη συνοδεύει και με τις τρο­ποποιούμενες διατάσεις. Παρόμοια υποχρέωση ισχύει και στα σύγχρονα πολιτεύματα προς πληρέ­στερη και ακριβέστερη ενημέρωση των μελών του νομοθετικού σώματος (2).
 
Η Εκκλησία του Δήμου δεν επιτρεπόταν να νο­μοθετήσει για οτιδήποτε «απροβούλευτον» (3). Διαβίβαζε προηγουμένως την πρόταση νόμου στη Βουλή, η οποία ήταν υποχρεωμένη να υποβάλει τη γνώμη της στην Εκκλησία του Δήμου. Η γνώμη αυτή της Βουλής, το «προβούλευμα», ήταν, με σύγχρονη ο­ρολογία, μία απλή - όχι «σύμφωνη», δηλαδή δεσμευτική - γνώμη, που αποτελούσε όμως ουσιώδη τύπο της νομοθετικής διαδικασίας. Συνιστούσε εγ­γύηση για την Εκκλησία του Δήμου ότι το Ζήτημα είχε ελεγχθεί σε πρώτη επεξεργασία. Η αποφασι­στική αρμοδιότητα για την ψήφιση του νόμου ανή­κε πάντως στην Εκκλησία του Δήμου, πράγμα που η Βουλή αναγνώριζε με τη φράση: «ό,τι αν τω Δή­μω δοκεί άριστον είναι». Παρόμοια διαδικασία μιας πρώτης επεξεργασίας των νομοσχεδίων ή προτάσε­ων νόμων ισχύει και σήμερα: η Βουλή συζητεί επ’ αυτών μετά την επεξεργασία τους από τις αρμόδιες κοινοβουλευτικές («διαρκείς») επιτροπές (4).
 
Της ψηφοφορίας στην Εκκλησία του Δήμου προηγείτο συζήτηση, στην οποία μπορούσε να μετά­σχει κάθε πολίτης. Στην πράξη πάντως η συζήτηση περιοριζόταν μεταξύ των επιφανών Αθηναίων πολι­τικών. Η ψηφοφορία γινόταν με ανάταση των χει­ρών. Ο Επιστάτης των Πρυτάνεων, ο οποίος προή­δρευε της συνεδριάσεως, καταμετρούσε τις ψήφους. Έστω και αν ο νόμος ψηφιζόταν, ο Επιστάτης των Πρυτάνεων είχε τη δυνατότητα, είτε με δική του πρωτοβουλία είτε με πρωτοβουλία άλλου βουλευτή ή πολίτη, να επαναφέρει την πρόταση για συζήτηση.
 
Μετά το 403-402 π.Χ. η διαδικασία για τη θέσπι­ση νόμων από την Εκκλησία του Δήμου περιέλαβε και ένα ακόμη στάδιο επεξεργασίας των προτάσεων νόμου από ένα πολυμελές συμβούλιο «νομοθετών», δηλαδή δικαστών αναδεικνυόμενων με κλήρωση. Οι «νομοθέτες» αυτοί, λόγω της δικαστικής ιδιότη­τας τους, είχαν κάποια εξοικείωση -όχι εξειδίκευ­ση- με το δίκαιο (αφού ήσαν λαϊκοί, απλοί πολίτες, που αναδεικνύονταν στο δικαστικό αξίωμα είτε με κλήρωση είτε επειδή μετείχαν στο Ηλιαστικό Δικαστήριο βάσει της ιδιότητας τους ως Αθηναίων πο­λιτών). Επιτελούσαν πάντως ένα έργο που θα μπο­ρούσε, κατά κάποιο τρόπο, να παρομοιαστεί με το έργο που επιτελεί σήμερα η επιστημονική υπηρε­σία της Βουλής στη χώρα μας (5).
 
Η επεξεργασία των προτάσεων νόμου γινόταν πριν διαβιβαστεί n πρόταση από την Εκκλησία του Δήμου στη Βουλή. Ένα σημείο που πρέπει να τονι­στεί εδώ και που καταδεικνύει το σεβασμό των Αθηναίων στους «πατρώους νόμους» είναι ότι οι «νομοθέτες», πριν εκφέρουν τη γνώμη τους ή τις παρατηρήσεις τους επί της προτάσεως νόμου, έπρε­πε να ακούσουν μια επιτροπή πολιτών που ανα­λάμβανε να υποστηρίζει τον παλαιό νόμο έναντι της νέας προτεινόμενης ρύθμισης.
 
Οι γραφές «παρανόμων» και «νόμον μή ἐπιτήδειον θεῖναι»
 
Δύο «γραφές» - δίκες δημοσίου δικαίου, όπως θα λέγαμε σήμερα- είχαν μεγάλη σπουδαιότητα, κα­θώς αποτελούσαν προληπτικές και συγχρόνως κα­τασταλτικές εγγυήσεις τηρήσεως του πολιτεύματος: η «γραφή παρανόμων» και η «γραφή νόμον μη επιτήδειον θείναι», που εκδικάζονταν από το δικα­στήριο της Ηλιαίας.
 
Η «γραφή παρανόμων» (8) ήταν μία δημοσίου δικαί­ου δίκη εναντίον εκείνου ο οποίος είχε προτείνει νό­μο ή ψήφισμα που ερχόταν σε αντίθεση με τους προϋφιστάμενους κανόνες ή που είχε θεσπισθεί κα­τά παράβαση της νομοθετικής διαδικασίας. Μόλις ο μηνυτής εξεδήλωνε την πρόθεση του, με δημόσιο όρκο («υπωμοσία»), να καταθέσει «γραφή παρανό­μων», η συνέχιση της νομοθετικής διαδικασίας ανα­στελλόταν. Αναστελλόταν επίσης η ισχύς του νέου νόμου ή ψηφίσματος, εάν η νομοθετική διαδικασία επί της προτάσεως νόμου είχε ήδη ολοκληρωθεί.
 
Οι γραφές «παρανόμων» και «νόμον μή ἐπιτήδειον θεῖναι», καθώς και ο οστρακισμός προστάτευαν τη λειτουργία του πολιτεύματος.
 
Η αναστολή διαρκούσε, και στις δύο περιπτώσεις, έως την έκδοση της δικαστικής απόφασης. Εάν η από­φαση ήταν καταδικαστική για τον προτείνοντα, τότε ο νόμος ή το ψήφισμα ακυρωνόταν ή σταματούσε η περαιτέρω νομοθετική διαδικασία επί της προτάσε­ως. Η ποινή για τον ένοχο ήταν πρόστιμο και, σε πε­ρίπτωση υποτροπής για τρίτη φορά, στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων («ατιμία»). Αν η δικαστική α­πόφαση επί της «γραφής παρανόμων» ήταν απαλ­λακτική, η νομοθετική διαδικασία συνεχιζόταν ή ο ψηφισθείς νέος κανόνας δικαίου -νόμος ή ψήφισμα-ανακτούσε την ανασταλείσα ισχύ του.
 
Η γραφή «νόμον μή ἐπιτήδειον θεῖναι» (7) ήταν ε­πίσης δίκη δημοσίου δικαίου εναντίον της θεσπίσε­ως ασύμφορου νόμου, δηλαδή νόμου που θα μπο­ρούσε να βλάψει τα συμφέροντα της πόλεως. Η δια­φορά της γραφής αυτής από τη «γραφή παρανόμων» συνίστατο στο ότι αφορούσε μόνο νόμους, όχι ψη­φίσματα. Οι ποινές επί καταδίκης ήσαν κατά πολύ βαρύτερες από τις ποινές της «γραφής παρανόμων»: εξικνούντο έως το θάνατο. Πάντως η γραφή «νόμον μή ἐπιτήδειον θεῖναι» έπρεπε, για να έχει ποινικές συνέπειες, να ασκηθεί μέσα σε προθεσμία ενός έ­τους από την ψήφιση του νόμου.
 
Εκτός από την ατομική κύρωση της επιβολής ποινής, οι δύο «γραφές» είχαν και ακυρωτικό απο­τέλεσμα ως προς το νόμο ή το ψήφισμα.
 
Οι «γραφές» αυτές θα μπορούσαν να χαρακτηρι­σθούν ως διφυή ένδικα βοηθήματα, τόσο ποινικού όσο και διοικητικού (ακυρωτικού) χαρακτήρα.
 
Εκτός από τις ήδη αναφερθείσες «γραφές» υπήρ­χε και η ενώπιον του Ηλιαστικού Δικαστηρίου α­σκούμενη «γραφή» και κατά του Επιστάτη των Πρυ­τάνεων («επιστατική γραφή»).
 
Εικάζεται ότι καταδικαστικές αποφάσεις της Ηλιαίας σε οποιαδήποτε από τις πιο πάνω «γραφές» σπανιότατα μόνον εκδίδονταν. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων οι απο­φάσεις απήλλασσαν τον κατηγορούμενο κατ' επικύρωναν το θεσπισθέντα νόμο ή το ψήφισμα. Τούτο συνέβαινε προδήλως διότι το πολυμελέστατο δικαστήριο της Ηλιαίας αποτελούσαν τα ίδια τα μέ­λη της Εκκλησίας του Δήμου που είχαν ήδη ψηφίσει το νόμο ή το ψήφισμα. Δύσκολα θα μπορούσαν, επομένως, οι ίδιοι πολίτες να αναιρούν δικαστικά αυτό που είχαν αποφασίσει νομοθετικά.
 
Σημειώθηκε ότι οι γραφές «παρανόμων» και «νό­μον μη επιτήδειον θείναι» δεν ήσαν μόνο κατα­σταλτικές αλλά και προληπτικές εγγυήσεις τηρή­σεως των πολιτικών κατ' δικαιϊκών θεσμών της α­θηναϊκής δημοκρατίας. Ο προληπτικός χαρακτή­ρας των γραφών αυτών συνίστατο στο ότι οι επαπει­λούμενες βαριές ποινές λειτουργούσαν αποτρεπτι­κά για τη θέσπιση νέων νομοθετικών ρυθμίσεων που θα ήσαν «δυνάμει» επικίνδυνες για τη λειτουργία του πολιτεύματος.
 
Οστρακισμός
 
Προληπτική και κατασταλτική εγγύηση για τη λειτουργία του αθηναϊκού πολιτεύματος ήταν και ο θεσμός του οστρακισμού. Βάσει αυτού η Εκκλησία του Δήμου μπορούσε να εξορίζει επί ορισμένο χρό­νο αυτούς που θεωρούσε επικίνδυνους για το πολί­τευμα κατ' την ασφάλεια της πόλεως, επειδή είχαν α­ποκτήσει κάποια φήμη ή δύναμη στο δημόσιο βίο. Ο οστρακισμός είχε ως δικαιολογητική Βάση την α­ποφυγή αποκτήσεως πολιτικής ισχύος. «Ο γαρ οστρακισμός την αυτήν έχει δύναμιν τρόπον τινά, τω κολούειν τους υπερέχοντας» (3). Οι Αθηναίοι πολίτες έγραφαν σε μικρά κεραμίδια (όστρακα) το όνομα ε­κείνου που επιθυμούσαν να απομακρύνουν από την πόλη. Η ψηφοφορία ήταν μυστική. Λόγω της σοβα­ρότητας του Ζητήματος, για να ληφθεί απόφαση οστρακισμού, ήταν απαραίτητο να συγκεντρωθούν έξι χιλιάδες ψήφοι υπέρ η – κατ’ άλλην εκδοχή - η α­πόλυτη πλειοψηφία έτη παρόντων τουλάχιστον έξι χιλιάδων (10).
 
Το δικαίωμα και καθήκον αντιστάσεως κατά της καταλύσεως της δημοκρατίας
 
Σημαντικός θεσμός για την προστασία του δημο­κρατικού πολιτεύματος υπήρξε και η μέριμνα για την αποτροπή καταλύσεως της δημοκρατίας. Σύμφωνα με το «Ψήφισμα του Δημοφάντου» (410 Π.Χ.): «Ἐάν τις δημοκρατίαν καταλύῃ τήν Ἀθήνησιν ἤ ἀρ­χήν τίνα ἄρχῃ καταλελυμένης τῆς δημοκρατίας, πο­λέμιος ἔστω τῶν Ἀθηναίων καί νηποινί τεθνάτω καί τά χρήματα αὐτοῦ δημόσια ἔστω καί τοῦ θεοῦ τό ἐπιδέκατον, ὁ δέ ἀποκτείνας τόν ταῦτα ποιήσαντα καί ὁ συμβουλεύσας ὅσιος ἔστω καί εὐαγής...» (11). Ο νό­μος αυτός, πρόδρομος των συγχρόνων προστατευτικών του πολιτεύματος ποινικών διατάξεων που τιμωρούν την «εσχάτη προδοσία», καθιερώνει το δι­καίωμα αντιστάσεως, το οποίο, συνδυαζόμενο με το θαυμασμό και σεβασμό προς τους τυραννοκτόνους - περίπτωση Αρμοδίου και Αρειστογείτονος - αποδεικνύει πόσο περί πολλού είχαν οι Αθηναίοι το πο­λίτευμα τους και τους δημοκρατικούς θεσμούς που αποτέλεσαν τη βάση της μεγαλειώδους δημιουργίας τους στον πολιτικό, το φιλοσοφικό, τον καλλιτεχνικό και τον πολιτισμικό εν γένει τομέα.
 
Το πολίτευμα της αθηναϊκής δημοκρατίας, παρά τις όποιες εσωτερικές αντιφάσεις του και όσα αρνητικά στοιχεία εμφάνισε στη λειτουργία του ή στις σχέσεις του και στην εν γένει συμπεριφορά των Αθηναίων προς άλλες πόλεις-κράτη (π.χ. έναντι των Δηλίων), υπήρξε αναμφισβήτητα μια πρωτοποριακή ιστορική κατάκτηση της ελληνικής αρχαιότητας.
--------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Βλ. άρθρο 73 παρ. 1 Συντ.
2. Βλ. άρθρο 74 παρ. 4 Συν. και άρθρο 85 παρ. 3 και 4 του Κανονισμού της Βουλής.
3. Αριστοτέλους, Αθ. Πολ. XLV, 5.
4. Βλ. άρθρο 74 παρ. 2 Συντ. κατ άρθρο 89 του Κανονισμού της Βουλής.
5. Βλ. άρθρο 74 παρ. 1 Συντ. και άρθρο 160 επ. του Κανονισμού της Βουλής.
6. Glotz, 190 en., Mac Dowell, 80 επ., Walker, 100 επ., Stockton, 79 επ.
7. Glotz, 191, Biscardi, 121, οημ, 68.
8. Βλ. Glotz, 184 επ., Forrest, 201 επ.
9 . Αρτοτοτέλους, Πολ. 1284 α 17 επ., 20, 42.
10. Βλ. Glotz, 184 επ.
11. Βλ. Βελισσαροπούλου, 65 επ., όπου ολόκληρο το κείμενο του νόμου, καθώς και σ. 67 επ., όπου ο ιδίου περιεχομένου νόμος του Εύκρατους (336 π.Χ.) και ο νόμος Ιλίου κατά των τυράννων, ολιγαρχίας κατ δήμου καταλύοεως (3ος αιώνας π.Χ.)

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου