Τρίτη, 17 Απριλίου 2018

ΑΙΣΩΠΟΣ - Μῦθοι (298.1-302.1)

Από τον κώδικα Laurentianus 57.30

298. ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΤΕΤΤΙΞ
[298.1] ἄνθρωπος πένης ἀκρίδας θηρεύων ἤγρευσε καὶ τὴν εὔλαλον τερετίστριαν τέττιγα καὶ ἤθελε ἀποκτεῖναι, ἡ δὲ πρὸς αὐτὸν εἶπεν· «μή με μάτην ἀποκτείνῃς· οὐ στάχυν ἀδικῶ, οὐκ ἀκρεμόνα βλάπτω, συνθέσει δὲ πτερῶν καὶ ποδῶν ἁρμονίᾳ χρηστὰ φθέγγομαι ὁδοιποροῦντας τέρπουσα. φωνῆς δὲ πλέω παρ᾽ ἐμοὶ οὐδὲν εὑρήσεις». καὶ ταῦτα ἀκούσας ἀφῆκεν αὐτήν.

299. ΓΥΝΗ ΚΑΙ ΓΕΩΡΓΟΣ
[299.1] γυνή τις προσφάτως τὸν ἴδιον ἄνδρα ἀπολέσασα καθ᾽ ἡμέραν πρὸς τὸ μνῆμα αὐτοῦ ἔκλαιεν. ἀροτριῶν δέ τις σύνεγγυς ἐπεθύμησε μετ᾽ αὐτῆς συγγενέσθαι. καταλιπὼν οὖν τοὺς βόας καὶ ἐλθὼν ἔκλαιεν μετ᾽ αὐτῆς. ἡ δὲ ἐπύθετο αὐτοῦ· «διὰ τί καὶ αὐτὸς κλαίεις;» ὁ δὲ εἶπε· «καλὴν γυναῖκα κατώρυξα· ὅταν οὖν κλαύσω, τῆς λύπης κουφίζομαι». ἡ δὲ ἔφη· «κἀγὼ τὸ αὐτὸ πάσχω». κἀκεῖνος ἔφη· «εἰ τοίνυν ταῖς αὐταῖς περιεπέσαμεν λύπαις, τί οὐκ ἐπισυγγινόμεθα ἑαυτοῖς; ἐγὼ μὲν ἀγαπήσω σε ὡς ἐκείνην, σὺ δὲ κἀμὲ ὡς τὸν ἄνδρα σου». ταῦτα λέγων ἔπεισε τὴν γυναῖκα καὶ συγγενόμενος ἐνέπαιζεν αὐτῇ. ἐλθὼν δέ τις καὶ λύσας τοὺς βόας ἀπήλασεν. ὁ δὲ ἐλθὼν καὶ μὴ εὑρὼν τοὺς βόας ἤρξατο θρηνεῖν καὶ κόπτεσθαι ὀδυρόμενος. ἡ δὲ γυνὴ εὑροῦσα αὐτὸν ὀλοφυρόμενόν φησι· «πάλιν κλαίεις;» ὁ δέ· «ἄρτι ἐν ἀληθείᾳ κλαίω».

300. ΑΝΗΡ ΜΟΙΧΟΣ ΚΑΙ ΓΥΝΗ
[300.1] ἄνθρωπος ἀπερχόμενος πρός τινα γυναῖκα κρυφίως ἐν νυκτὶ ἐμοίχευεν αὐτήν. δεδώκει δὲ αὐτῇ σημεῖον τοῦ νοεῖν αὐτόν, ὅταν ἐλθὼν ἔξωθεν τῆς θύρας ὑλακτήσῃ ὥσπερ μικρὸν κυνάριον, ἀνοίγειν αὐτῷ τὴν θύραν. ἐποίει δὲ τοῦτο καθ᾽ ἑκάστην. ἕτερος δέ τις θεασάμενος αὐτὸν βαδίζοντα καθ᾽ ἑσπέραν παρ᾽ ἐκείνην τὴν ὁδὸν καὶ τὴν πανουργίαν αὐτοῦ νοήσας μιᾷ τῶν νυκτῶν ἠκολούθει αὐτὸν μακρόθεν κρυφίως. ὁ δὲ μοιχὸς μηδὲν ὑποπτεύων ἐλθὼν παρὰ τὴν θύραν ἐποίει κατὰ τὸ σύνηθες. ὁ δὲ ἀκολουθῶν θεασάμενος πάντα ἀνεχώρησε πρὸς τὸν οἶκον αὐτοῦ. τῇ δὲ ἐρχομένῃ νυκτὶ ἀναστὰς αὐτὸς πρῶτος ἀπῆλθε πρὸς τὴν μοιχευσομένην γυναῖκα καὶ ὑλακτήσας ὥσπερ κυνάριον, ἐκείνη θαρροῦσα, ὅτι ὁ μοιχὸς αὐτῆς ἐστιν, ἔσβεσε τὴν λυχνίαν, ἵνα μή τις θεάσηται αὐτόν, καὶ ἤνοιξε τὴν θύραν· ὁ δὲ εἰσελθὼν συνεγένετο αὐτῇ. μετ᾽ ὀλίγον δὲ ἦλθε καὶ ὁ πρῶτος μοιχὸς αὐτῆς καὶ ὑλάκτει ἔξωθεν κατὰ τὸ εἰωθὸς ὥσπερ κυνάριον. ὁ δὲ ἔνδοθεν ἱστάμενος νοήσας τὸν ἔξωθεν ὑλακτοῦντα ὥσπερ κυνάριον αὐτὸς σταθεὶς ἔσωθεν τῆς οἰκίας ὑλάκτει ἰσχυρᾷ τῇ φωνῇ ὡς μεγαλώτατος κύων. ὁ δὲ ἔξωθεν νοήσας, ὡς μείζων αὐτοῦ ὑπάρχει ὁ ἔνδοθεν, ἀνεχώρησεν.

301. ΚΛΕΠΤΗΣ ΚΑΙ ΠΑΝΔΟΧΕΥΣ
[301.1] κλέπτης κατέλυσεν ἔν τινι πανδοχείῳ. διέμενεν δὲ ἐκεῖ ἡμέρας τινὰς προσδοκῶν κλέψαι τι. ὡς δὲ οὐκ ἠδύνατο τοῦτο ποιῆσαι, μιᾷ τῶν ἡμερῶν ἰδὼν τὸν πανδοχέα ἐνδυθέντα χιτῶνα ὡραῖον καὶ καινὸν —ἦν γὰρ ἑορτή— καὶ καθεζόμενον πρὸ τῆς πύλης τοῦ πανδοχείου καὶ οὐδένα ἄλλον τυχόντα ἐκεῖ, ἐπελθὼν καὶ ὁ κλέπτης ἐκάθισεν πλησίον τοῦ πανδοχέως καὶ ἤρξατο διηγεῖσθαι μετ᾽ αὐτοῦ. καὶ διηγούμενοι ὥραν ἱκανὴν ἐχασμήσατο ὁ κλέπτης καὶ ὁμοῦ μετὰ τὸ χασμᾶσθαι ὠρυᾶτο ὥσπερ λύκος. ὁ δὲ πανδοχεύς φησι πρὸς αὐτόν· «τί οὕτως ποιεῖς;» καὶ ὁ κλέπτης ἀπεκρίθη· «νῦν ἀναγγελῶ σοι· ἀλλὰ δέομαί σου, ἵνα φυλάξῃς τὰ ἱμάτιά μου· ἐνταῦθα γὰρ καταλείψω. ἐγώ, κύριέ μου, οὐκ οἶδα, πόθεν μοι ἐπέρχεται τὸ χασμᾶσθαι οὕτως, ἢ διὰ τὰς ἁμαρτίας μου ἢ διὰ ποίαν αἰτίαν, οὐ γινώσκω —, ὅταν οὖν χασμηθῶ τρεῖς βολάς, γίνομαι λύκος ἐσθίων ἀνθρώπους». καὶ ταῦτα εἰπὼν ἐχασμήσατο ἐκ δευτέρου καὶ πάλιν ὠρυᾶτο καθάπερ καὶ τὸ πρῶτον. ἀκούσας οὖν ταῦτα ὁ πανδοχεὺς καὶ πιστεύσας τοῦ κλέπτου ἐφοβήθη καὶ ἀναστὰς ἠβούλετο φυγεῖν. ὁ δὲ κλέπτης δραξάμενος αὐτὸν τοῦ χιτῶνος παρεκάλει αὐτὸν λέγων· «ἀνάμεινον, κύριέ μου, καὶ λαβὲ τὰ ἱμάτιά μου, ἵνα μὴ ἀπολέσω αὐτά». καὶ παρακαλῶν αὐτὸν ἀνοίξας τὸ στόμα ἤρξατο χασμᾶσθαι ἐκ τρίτου. ὁ δὲ πανδοχεὺς φοβηθείς, μήπως φάγῃ αὐτόν, κατέλιπεν τὸν ἑαυτοῦ χιτῶνα καὶ εἰσελθὼν δρομαίως εἰς τὸ πανδοχεῖον κατησφαλίσατο εἰς τὸ ἐνδότερον. καὶ ὁ κλέπτης λαβὼν τὸν χιτῶνα ἀπῆλθεν.
οὕτω πανθάνουσιν οἱ τὰ μὴ ἀληθῆ πιστεύοντες.

302. ΜΥΣ ΚΑΙ ΒΑΤΡΑΧΟΣ
[302.1] ὅτε ἦν ὁμόφωνα τὰ ζῷα, μῦς βατράχῳ φιλιωθεὶς ἐκάλεσεν αὐτὸν εἰς δεῖπνον καὶ ἀπήγαγεν αὐτὸν εἰς ταμιεῖον πλουσίου, ὅπου ἦν ἄρτος, τυρός, μέλι, ἰσχάδες καὶ ὅσα ἀγαθά, καί φησιν «ἔσθιε, βάτραχε, ἐξ ὧν βούλει». ὁ δὲ βάτραχος ἔλεγε· «ἐλθὼν οὖν καὶ σὺ πρὸς ἐμὲ ἐμπλήσθητι τῶν ἀγαθῶν μου. ἀλλ᾽ ἵνα μὴ ὄκνος σοι γένηται, προσαρτήσω τὸν πόδα σου τῷ ποδί μου». δήσας οὖν ὁ βάτραχος τὸν πόδα τοῦ μυὸς τῷ ἑαυτοῦ ποδὶ ἥλατο εἰς τὴν λίμνην ἕλκων καὶ τὸν μῦν δέσμιον. ὁ δὲ πνιγόμενος ἔλεγεν· «ἐγὼ μὲν ὑπό σου νεκρωθήσομαι, ἐκδικήσομαι δὲ ὑπὸ ζῶντος». λούππης δὲ θεασάμενος τὸν μῦν πλέοντα καταπτὰς ἥρπασεν. ἐφέλκετο οὖν σὺν αὐτῷ καὶ ὁ βάτραχος καὶ οὕτως ἀμφοτέρους διεσπάραξεν.
ὅτι ἡ τῶν φίλων πονηρὰ συμβουλὴ καὶ ἑαυτοῖς κίνδυνος γίνεται.

***
298. Ο άνθρωπος και το τζιτζίκι.
[298.1] Ήταν ένας φτωχός άνθρωπος που τσάκωνε ακρίδες. Ανάμεσά τους, που λέτε, έπιασε και το καλλίφωνο τζιτζίκι, που όλο τιτιβίζει «τζι-τζι-τζι», και ετοιμαζόταν να το αποτελειώσει. Το τζιτζίκι όμως τον παρακάλεσε: «Καλέ, μη με σκοτώνεις άδικα. Εγώ δεν κάνω κακό στα στάχυα, ούτε χαλάω τα φρούτα στα κλαδιά. Ξέρεις τί κάνω μοναχά; Με το παίξιμο των φτερών μου και τις αρμονικές κινήσεις των ποδιών μου παράγω γλυκές μελωδίες και τέρπω τους περαστικούς. Μια σκέτη φωνή είμαι — άλλο πράγμα δεν θα μου βρεις». Ακούγοντάς τα αυτά, ο άνθρωπος το άφησε να φύγει.

299. Η γυναίκα και ο ξωμάχος.
[299.1] Ήταν κάποτε μια γυναίκα που είχε χάσει πρόσφατα τον αγαπημένο της σύζυγο. Κάθε μέρα, λοιπόν, κουβαλιόταν στον τάφο του και πλάνταζε στο κλάμα. Εκεί κοντά έτυχε να οργώνει το χωράφι του κάποιος ξωμάχος. Τούτος, που λέτε, λιμπίστηκε τη γυναίκα και ορεγόταν να πλαγιάσει μαζί της. Μια και δυο, άφησε τα βόδια του, πήγε πλάι της και εκεί βάλθηκε και αυτός να κλαψουρίζει. Εκείνη βέβαια τον ρώτησε να μάθει: «Καλά, εσύ τώρα γιατί έχεις βάλει τα κλάματα;». Νά τί αποκρίθηκε ο πονηρός: «Άσε, πού να σ᾽ τα λέω. Αχ, έθαψα τη χρυσή μου τη γυναικούλα. Γι᾽ αυτό το ρίχνω στο κλάμα, μήπως αλαφρώσω λιγάκι τον καημό μου». Τότε η γυναίκα αναφώνησε: «Τί σύμπτωση! Και εγώ το αντίστοιχο έχω πάθει». Ο άντρας λοιπόν της πρότεινε: «Μά την αλήθεια, τις ίδιες στενοχώριες τραβάμε και οι δύο. Τί λες, δεν γινόμαστε ταίρι οι δυο μας; Εγώ θα μεταφέρω σε σένα την αγάπη που είχα για τη μακαρίτισσα, και εσύ ομοίως θα με αγαπήσεις σαν τον συγχωρεμένο τον άντρα σου». Με τα πολλά, λέγοντας και ξαναλέγοντας τέτοια λόγια, την κατάφερε την κυρά. Πλαγιάσανε, που λέτε, μαζί και κάνανε παιχνίδι. Στο μεταξύ, ωστόσο, κάποιος άλλος βρήκε ευκαιρία και πήγε και έλυσε τα βόδια του ξωμάχου· κατόπιν τα σαλάγησε μακριά και μην τα είδατε. Έτσι, μετά από λίγο, που γύρισε ο χωρικός, δεν βρήκε ίχνος από τα καματερά του. Τότε ξέσπασε σε γοερές κραυγές και χτυπιόταν κλαίγοντας τη μοίρα του. Πάνω στην ώρα τον πήρε είδηση και η γυναίκα να θρηνολογεί έτσι, και απόρησε: «Τί έπαθες; Γιατί έβαλες τα κλάματα πάλι;». Και εκείνος απάντησε: «Άσε με, κυρά μου, τώρα κλαίω στα αλήθεια!».

300. Ο εραστής και η γυναίκα.
[300.1] Ήταν μια φορά ένας άντρας που επισκεπτόταν την ερωμένη του κρυφά τις νύχτες για να μοιχεύσουν. Για αυτόν τον σκοπό τής είχε ορίσει συγκεκριμένο σινιάλο ώστε να τον αναγνωρίζει: άμα ερχόταν έξω από την πόρτα της και γάβγιζε σαν μικρό σκυλάκι, εκείνη ήξερε πως ήταν ο καλός της και του άνοιγε να μπει. Λοιπόν, τούτο γινόταν σχεδόν καθημερινά. Κάποιος άλλος, όμως, τον πρόσεξε τον άνθρωπό μας που ξεγλιστρούσε συνέχεια σε εκείνο το σοκάκι τα βράδια, και μάντεψε τη βρομοδουλειά του. Έτσι, μια νύχτα τον πήρε από πίσω, παρακολουθώντας τον κρυφά από μακριά. Ο εραστής, βέβαια, δεν υποψιάστηκε το παραμικρό. Στάθηκε λοιπόν πλάι στην πόρτα και έκανε τα συνηθισμένα του. Με αυτόν τον τρόπο ο άλλος, που τον παρακολουθούσε, τα παρατήρησε όλα και κατόπιν γύρισε στο κατάλυμά του. Την επόμενη βραδιά, που λέτε, τούτος ο άλλος σηκώθηκε πιο νωρίς και έφτασε πρώτος στο σπίτι της μοιχαλίδας. Εκεί έβγαλε γάβγισμα σαν σκυλάκι, έτσι που εκείνη νόμισε πως επρόκειτο για τον τακτικό εραστή της. Αμέσως, λοιπόν, η κυρά έσβησε τη λάμπα, μην τυχόν τον πάρει είδηση κανείς, και του άνοιξε την πόρτα. Μια και δυο, μπήκε μέσα αυτός και πέσανε ευθύς να κάνουν έρωτα. Έλα όμως που ύστερα από λίγο κατέφτασε και ο κανονικός εραστής της γυναίκας. Όπως ήταν επόμενο, βάλθηκε και αυτός να ξεφωνίζει απ᾽ έξω σαν το σκυλί, καθώς ήταν το συνηθισμένο σύνθημα. Τότε ο άλλος, που ήταν ήδη εντός, κατάλαβε ποιός καμωνόταν απέξω το σκυλάκι που γαβγίζει. Σηκώθηκε λοιπόν, στάθηκε στην από μέσα μεριά του σπιτιού και βάλθηκε να ουρλιάζει «γαβ γαβ» με όλη τη δύναμη της φωνής του, σαν να ήταν κανένας θεόρατος σκύλαρος. Έτσι ο απ᾽ έξω το πήρε χαμπάρι πως ο εσωτερικός ήταν πιο δυνατός από τον ίδιον. Έβαλε λοιπόν την ουρά στα σκέλια και αποχώρησε.

301. Ο κλέφτης και ο πανδοχέας.
[301.1] Μια φορά ένας κλέφτης κατέλυσε σε κάποιο πανδοχείο. Εκεί καθόταν και περίμενε μερικές μέρες, ψάχνοντας ευκαιρία να σουφρώσει τίποτε. Του κάκου όμως — δεν μπορούσε να το καταφέρει. Ώσπου μια μέρα ο ξενοδόχος φόρεσε την ωραία καινούργια φορεσιά του (ήταν, βλέπετε, γιορτή) και στρογγυλοκάθισε μπροστά στην πόρτα του πανδοχείου του. Τον πήρε είδηση τότε ο λωποδύτης, προσέχοντας κιόλας ότι για καλή του τύχη δεν βρισκόταν κανένας άλλος τριγύρω. Πήγε λοιπόν και ο ίδιος, έλαβε θέση δίπλα στον πανδοχέα και έπιασε κουβέντα μαζί του. Έτσι κύλησε αρκετή ώρα με τις ιστορίες που έλεγαν ο ένας στον άλλον, ώσπου ξαφνικά ο κλέφτης άρχισε να χασμουριέται, και μαζί με το χασμουρητό του έβγαζε και άγρια ουρλιαχτά σαν λύκος. Φυσικά, ο χανιτζής απόρησε μαζί του: «Καλά, γιατί κάνεις έτσι;». Ο μπαγάσας τότε του ξεφούρνισε το εξής παραμύθι: «Κοίτα να δεις, έτσι που ήρθε το πράγμα, θα σου πω την αλήθεια. Όμως σε θερμοπαρακαλώ να μου φυλάξεις τα ρούχα μου, που θα αναγκαστώ να τα αφήσω εδώ χάμω. Βλέπεις, καλέ μου κύριε, εγώ — πώς να σου το πω, από πού μου έρχεται και βγάζω τέτοια χασμουρητά, δεν έχω ιδέα· αν είναι για τις αμαρτίες μου ή για άλλον λόγο, όσα ξέρεις εσύ, ξέρω κι εγώ. Πάντως, η ουσία της υπόθεσης είναι τούτη: άμα χασμουρηθώ έτσι τρεις φορές, ευθύς μεταμορφώνομαι σε λύκο, και ουαί και αλίμονο στους κακομοίρηδες που θα βρω και θα κατασπαράξω». Και καθώς τα έλεγε αυτά, χασμουρήθηκε δεύτερη φορά, και πάλι αμόλησε ένα ουρλιαχτό σαν εκείνο το πρώτο. Ο ξενοδόχος, που λέτε, ακούγοντάς τα αυτά, έχαψε την ιστορία του απατεώνα και τα χρειάστηκε από τον φόβο. Πετάχτηκε λοιπόν όρθιος και ετοιμαζόταν να πάρει δρόμο. Τότε ο κλεφταράς τον άδραξε από το ρούχο του και το έριξε στα παρακάλια: «Αμάν, καλέ μου κύριε, περίμενε μια στιγμή. Νά, πιάσε εδώ τα ρουχαλάκια μου, μην τύχει και τα χάσω». Και πάνω εκεί που τον εκλιπαρούσε, νά σου που άνοιξε τη στοματάρα του και βάλθηκε να χασμουριέται για τρίτη φορά. Πάνιασε παρευθύς ο πανδοχέας από τον τρόμο μην τυχόν τον κατασπαράξει ο λυκάνθρωπος. Μια και δυο, λοιπόν, έβγαλε τη φορεσιά του, την παράτησε επί τόπου και έτρεξε σαν τρελός μέσα στο χάνι του· εκεί σφάλισε πίσω του τις αμπάρες και χώθηκε στο πιο μέσα δωμάτιο που διέθετε. Έτσι ο κλέφτης μάζεψε με την ησυχία του τα ωραία ρούχα και έγινε καπνός.
Δίδαγμα: Αυτά παθαίνουν όσοι πιστεύουν τις ψευδολογίες.

302. Ο ποντικός και ο βάτραχος.
[302.1] Τον καιρό εκείνο τον παλιό, που όλα τα ζώα μιλούσαν την ίδια γλώσσα, ο ποντικός έπιασε φιλίες με τον βάτραχο και τον κάλεσε να του κάνει το τραπέζι. Τον έμπασε, που λέτε, μέσα στο κελάρι σε κάποιο πλουσιόσπιτο, όπου ήσαν αραδιασμένα όλα τα καλά: ψωμιά, τυριά, μέλι, ξερά σύκα, κάθε λογής λιχουδιές. «Ορίστε, φίλε μου βάτραχε», του είπε, «φάε εδώ πέρα ό,τι τραβάει η όρεξή σου». Ύστερα από αυτά, βέβαια, τον προσκάλεσε και ο βάτραχος με τη σειρά του: «Κάνε μου τη χάρη και κόπιασε και συ στο σπιτικό μου, να γεμίσεις την κοιλιά σου με τα δικά μου τα καλούδια. Τί είναι, τί σε απασχολεί; Μη φοβάσαι καθόλου, εγώ θα στερεώσω με σπάγκο το ποδάρι σου πάνω στο δικό μου, και όλα θα πάνε μια χαρά». Έτσι και έγινε: ο βάτραχος έδεσε το πόδι του ποντικού μαζί με το δικό του· κατόπιν πήρε φόρα και βούτηξε μέσα στη λίμνη, ρυμουλκώντας πίσω του και τον μουσαφίρη του, έτσι δεμένος καθώς ήταν. Φυσικά, ο ποντικός άρχισε αμέσως να πνίγεται μέσα στο νερό. Ψυχομαχώντας όμως προφήτευσε: «Βρε πανάθεμά σε, θα μου το πληρώσεις. Εμένα μπορεί να με σκότωσες, αλλά θα βρεθεί άλλος ζωντανός να πάρει εκδίκηση για χάρη μου». Πράγματι, πάνω στην ώρα ένα γεράκι έβαλε στο μάτι το κουφάρι του ποντικού που επέπλεε στο νερό· όρμησε λοιπόν ευθύς καταπάνω του και το άρπαξε. Μαζί τράβηξε βέβαια και τον βάτραχο, και έτσι τους κατασπάραξε και τους δύο.
Δίδαγμα: Όποιος δίνει άσχημες συμβουλές στον φίλο του θα κινδυνέψει από αυτές και ο ίδιος.