Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2015

Η Ρώμη και ο κόσμος της, Αγαπημένη μου Κλεοπάτρα…

Η νύχτα των στρατηγών
 
Για πέντε σχεδόν αιώνες μετά την κατάργηση της βασιλείας, η ρωμαϊκή δημοκρατία στηρίχτηκε στον πολιτικό συμβιβασμό της αριστοκρατίας των πατρικίων με τις λαϊκές τάξεις και, παρά τις δύσκολες περιστάσεις που συχνά κλήθηκε να αντιμετωπίσει, λειτούργησε αποτελεσματικά με κυρίαρχο όργανο τη Σύγκλητο και τους υπάτους. Ωστόσο, το σύστημα διακυβέρνησης που έκανε τη Ρώμη κυρίαρχη σε ολόκληρη σχεδόν τη λεκάνη της Μεσογείου έδειξε καθαρά τα μειονεκτήματά του όταν οι ρωμαϊκές στρατιές είχαν απλωθεί στα πέρατα του τότε γνωστού κόσμου. Το πρόβλημα ήταν η αδυναμία της Συγκλήτου να ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο σε όλη τη ρωμαϊκή επικράτεια, και το πρόβλημα οφειλόταν κυρίως στην αυξημένη επιρροή και αίγλη που είχαν κερδίσει ορισμένοι από τους νικηφόρους στρατηγούς της Ρώμης.
 
Εκτός από αίγλη οι στρατηγοί διέθεταν και λεγεώνες. Οι λεγεωνάριοι, μετά από μακρά και σκληρή θητεία στα στρατόπεδα και τα πολεμικά μέτωπα, αναγνώριζαν τους διοικητές τους ως τους μόνους φυσικούς αρχηγούς τους· και επειδή η τύχη τους μετά την αποστράτευση εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από τους στρατηγούς, που συνήθως φρόντιζαν να τους δίνουν χωράφια για συνταξιοδοτικό εφάπαξ, οι δεσμοί ανάμεσα στους λεγεωνάριους και τον στρατηγό γίνονταν ακόμη πιο στενοί. Έτσι, οι μεγάλοι στρατιωτικοί άνδρες της Ρώμης είχαν στα χέρια τους τεράστια δύναμη, την οποία μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν εναντίον της κεντρικής εξουσίας όταν οι σχέσεις τους με τη Σύγκλητο έφθαναν σε σημείο ρήξης. Όταν μάλιστα οι στρατάρχες ήταν ιδιαίτερα φιλόδοξοι και ικανοί, το πρόβλημα ήταν ιδιαίτερα οξύ. Και όταν ένας τέτοιος στρατηγός, ο Μάριος, βάδισε για πρώτη φορά με τις λεγεώνες του εναντίον της Ρώμης το 88 π.Χ., άρχισε μια μεγάλη και εξαιρετικά αιματηρή περίοδος εμφυλίων πολέμων που κράτησε κάπου πενήντα χρόνια.
 
Ο πιο φιλόδοξος και χαρισματικός από αυτούς τους στρατηγούς ήταν ο Γάιος Ιούλιος Καίσαρ. Ήξερε να κερδίζει στρατιωτικές μάχες αλλά και τις καρδιές των στρατιωτών του· αγαπούσε τον πόλεμο αλλά και τις γυναίκες· κατέκτησε, ανάμεσα σε άλλες περιοχές, τη Γαλατία του Οβελίξ και του Αστερίξ· ήταν γλαφυρός ιστορικός και έγραψε απομνημονεύματα από τα πολεμικά του μέτωπα· και σε αντίθεση με τους περισσότερους στρατηγούς, έδειχνε μεγάλο ενδιαφέρον για φιλολογικά και γλωσσικά ζητήματα.
 
Η σύγκρουση το Ιούλιου Καίσαρα με τη Σύγκλητο έδωσε μια νέα τροπή στις ρωμαϊκές εμφύλιες διαμάχες. Η Σύγκλητος βρήκε στήριξη στο πρόσωπο του ένδοξου στρατάρχη Πομπήιου, ο οποίος είδε τελικά τις λεγεώνες του να αποδεκατίζονται από τα καισαρικά στρατεύματα στα Φάρσαλα της Θεσσαλίας το 48 π.Χ. - ρωμαϊκό δράμα, ελληνική σκηνή. Μετά τα Φάρσαλα, ο Καίσαρ δεν είχε αντίπαλο παρά μόνο τον εαυτό του. Ο νικητής έθεσε αποκλειστικό στόχο να αλλάξει την πολιτειακή δομή του απέραντου ρωμαϊκού κράτους καθώς διαπίστωνε ότι το παραδοσιακό σύστημα δημοκρατικής διακυβέρνησης χρειαζόταν άμεση αναθεώρηση.
 
Στην πραγματικότητα ήθελε να συγκεντρώσει την απόλυτη εξουσία στα χέρια που εμπιστευόταν περισσότερο - τα δικά του. Έτσι, δρομολόγησε μια συστηματική προπαγάνδα υπέρ της προσωπικής του εξουσίας, απευθυνόμενος στις λαϊκές μάζες, τις οποίες ήξερε άριστα να γοητεύει και να δελεάζει τόσο με τη ρητορική του όσο και με τη γενναία προσφορά δημόσιων θεαμάτων. Ταυτόχρονα προσπάθησε να αυτοπροβληθεί ως ένα είδος επίσημης θεότητας που διέθετε ιερείς και τόπους λατρείας στα μήκη και τα πλάτη της αυτοκρατορίας. Η θεοποίηση του μονάρχη ήταν συνηθισμένη στους αρχαίους λαούς της Ανατολής, και σε ορισμένες περιπτώσεις και οι ίδιοι οι Ρωμαίοι παλιότερα είχαν αποδώσει κάποιες θεϊκές ιδιότητες στους άρχοντές τους· ωστόσο, αυτό που έκανε ο Ιούλιος Καίσαρ ήταν πρωτοφανές από άποψη έντασης και συστηματικότητας.
 
Έπαιρνε την πόζα «Μεσσία» και «Θεού», αλλά οι πολιτικοί του αντίπαλοι έβλεπαν μόνο τις διαθέσεις του τύραννου και την πυγμή του δικτάτορα· και όταν ο μονάρχης άρχισε να αυθαιρετεί επιδεικτικά σε βάρος των παλιών δημοκρατικών θεσμών, αποφάσισαν να τον αφανίσουν. Και αυτό ακριβώς έκαναν στις 15 Μαρτίου του 44 π.Χ., μέσα στη Σύγκλητο. Οι μαχαιριές σκότωσαν τον Καίσαρα αλλά άφησαν ανέπαφο τον καισαρισμό, και έφεραν έναν νέο κύκλο αίματος -

στη σφενδόνη, πάλι στη σφενδόνη, στη σφενδόνη,
πόσοι γύροι, πόσοι αιμάτινοι κύκλοι,
πόσες μαύρες
σειρές…
 
Γάμος αλά ρωμαϊκά

Ως εκδικητές του Ιουλίου Καίσαρα πρόβαλαν κυρίως ο πρώην υπαρχηγός και φίλος του, ο Μάρκος Αντώνιος, και ο θετός γιος του Οκταβιανός. Ένα μεγάλο μέρος του ρωμαϊκού λαού, με την παρότρυνση του Αντώνιου, ζητούσε επίμονα εκδίκηση για τη δολοφονία. Στο μεταξύ οι τυραννοκτόνοι, Βρούτος και Κάσσιος, οργάνωναν τον δικό τους στρατό μακριά από τη Ρώμη, καλώντας στα όπλα όλους τους δημοκρατικούς πολίτες, ακόμη και τους ενθουσιώδεις νεαρούς Ρωμαίους που σπούδαζαν στις περίφημες φιλοσοφικές σχολές των Αθηνών. Ο ενθουσιασμός και το δημοκρατικό φρόνημα νικήθηκαν ωστόσο από την καλύτερα οργανωμένη στρατιωτική μηχανή των εκδικητών του Καίσαρα. Τον Νοέμβριο του 42 π.Χ. στους Φιλίππους της Καβάλας υπογράφτηκε επίσημα και η ληξιαρχική πράξη θανάτου της ρωμαϊκής δημοκρατίας. Ακολούθησαν εκτεταμένες διώξεις χιλιάδων επιφανών πολιτών που είχαν ταχθεί με το μέρος των τυραννοκτόνων.
 
Ο Αντώνιος και ο Οκταβιανός (που φρόντιζε με τον πιο επίσημο τρόπο να περνάει ως εκδικητής, γιος και διάδοχος του «θεϊκού Ιουλίου») ήταν αυτοί που μοίρασαν ουσιαστικά στα δυο το ρωμαϊκό κράτος: ο δεύτερος έμεινε στη Ρώμη και ήταν υπεύθυνος για το δυτικό του μέρος, ο πρώτος ήταν κυρίαρχος στο ανατολικό τμήμα του. Ανάμεσα στους δυο τους γρήγορα εμφανίστηκαν εντάσεις και σημεία τριβής. Ο ρωμαϊκός λαός ζούσε για άλλη μια φορά με τον εφιάλτη ενός νέου εμφυλίου πολέμου ανάμεσα στους πρώην συμμάχους. Σε μια ύστατη προσπάθεια να διασωθεί η ειρήνη, ο Οκταβιανός πάντρεψε την αδελφή του Οκταβία με τον Αντώνιο. Οι γάμοι γίνονται είτε από έρωτα είτε από συμφέρον, και αυτός ο γάμος ανήκε σαφώς στη δεύτερη κατηγορία. Ήταν, όπως λέμε, δυναστικός γάμος, ένα συνοικέσιο εξουσίας· και είχε στόχο να αποτρέψει την ιστορική μοίρα που έλεγε πάντα, και λέει ακόμη, ότι δυο αρχηγοί είναι πολλοί. Το κόλπο δεν έπιασε. Η μοίρα φάνηκε πιο δυνατή από την Οκταβία - και στην περίπτωση αυτή εμφανίστηκε με τη μορφή μιας άλλης γυναίκας, της Κλεοπάτρας.
 
Η Κλεοπάτρα ήταν βασίλισσα της Αιγύπτου, που ήταν το μόνο από τα ελληνιστικά κράτη που δεν είχε υποταχτεί στη Ρώμη. Αρχικά ο Αντώνιος την πλησίασε επειδή χρειαζόταν επειγόντως την οικονομική της στήριξη στις στρατιωτικές του επιχειρήσεις στην Ανατολή εναντίον των Πάρθων, που ήταν παραδοσιακοί εχθροί των Ρωμαίων. Αλλά και η Κλεοπάτρα χρειαζόταν τη στήριξη του Αντώνιου για να ενισχύσει την εξουσία της στην Αλεξάνδρεια. Γρήγορα όμως το αμοιβαίο συμφέρον εξελίχθηκε σε αμοιβαίο αίσθημα. Ο ρωμαίος στρατάρχης πέρασε τον χειμώνα του 41-40 π.Χ. στην Αλεξάνδρεια, από ό,τι φαίνεται πολύ κοντά στην Αυτής Μεγαλειότητα, αφού την άνοιξη του 40, όταν εκείνος έφυγε από την πρωτεύουσα της Αιγύπτου, η Κλεοπάτρα ήταν ήδη έγκυος με δίδυμα. Δεν την είδε για τα επόμενα τέσσερα χρόνια· άλλωστε τώρα ήταν παντρεμένος με την Οκταβία, που τον ακολούθησε στην Ανατολή. Το 37 π.Χ. η Οκταβία επέστρεψε στη Ρώμη ενώ περίμενε παιδί από τον Αντώνιο· και αργότερα την ίδια χρονιά ο Ρωμαίος και η βασιλική του παλλακίδα ανανέωσαν το ερωτικό ραντεβού τους στην Αντιόχεια της Συρίας.
 
Κάποιοι είπαν ότι εκεί και τότε οι δυο εραστές επισημοποίησαν τη σχέση τους με ένα είδος γαμήλιας τελετής. Αλήθεια ή ψέματα, ο γάμος του Αντωνίου με την Οκταβία δεν είχε τυπικά διαλυθεί. Αυτό συνέβη μόνο πέντε χρόνια αργότερα, όταν ο Αντώνιος, μετά από μια αποτυχημένη και πολυδάπανη εκστρατεία εναντίον των Πάρθων και άλλες ατυχίες, βρέθηκε απόλυτα εξαρτημένος από τα πλούτη της Κλεοπάτρας. Αν μάλιστα πιεζόταν από την τελευταία να χωρίσει την πολύπαθη και καρτερική Οκταβία, δεν είναι περίεργο που τελικά ανακοίνωσε επίσημα τη διάλυση του γάμου του.
 
Είναι πολύ πιθανό ότι στην περίπτωση αυτή, όπως και σε τόσες άλλες στην ιστορία των ανθρώπων, τα πολιτικοοικονομικά συμφέροντα συνδυάστηκαν με το συναίσθημα. Το σίγουρο είναι ότι ο Οκταβιανός θεώρησε αυτό το διαζύγιο τη μεγαλύτερη προσβολή που του έκαναν ποτέ. Και έτσι η Οκταβία, που με τον γάμο της τάχα θα απέτρεπε τη σύγκρουση, τελικά την επέσπευσε με το διαζύγιό της - για το οποίο μόνο η ίδια δεν ευθυνόταν.
 
Η καλή Δύση και η κακή Ανατολή

Η πρώτη ενέργεια του Οκταβιανού ήταν να καταγγείλει δημόσια τον Αντώνιο. Οι καταγγελίες, που ήταν συνεχείς και συστηματικές, στόχευαν να «δολοφονήσουν» τον χαρακτήρα του αντιπάλου του, να παρουσιάσουν την Κλεοπάτρα ως μάστιγα που απειλούσε τη Ρώμη και τις πατροπαράδοτες αξίες της και να δημιουργήσουν μια σαφή αντίθεση ανάμεσα στη «βάρβαρη και λαγγεμένη» Ανατολή του Αντώνιου και της Κλεοπάτρας και στην «υγιή, πολιτισμένη» Δύση που αντιπροσώπευε ο ίδιος ο Οκταβιανός. Και ο λόγος που κυκλοφορούσε έλεγε, άλλοτε καθαρά και άλλοτε με υπονοούμενα, τα ακόλουθα:

Ρωμαίοι πολίτες, εδώ και καιρό το κράτος μας βρίσκεται σε μια πρωτόγνωρη κρίση. Ο άνθρωπος που έχει την ευθύνη του ανατολικού τμήματος της μεγάλης μας αυτοκρατορίας, ο Μάρκος Αντώνιος, έχει γίνει έρμαιο του πάθους του και διαπομπεύει με τις πράξεις του το ένδοξο όνομα του ρωμαϊκού λαού και της Συγκλήτου. Περιφρονώντας τη νόμιμη ρωμαία σύζυγό του, την Οκταβία, συνωμοτεί εναντίον της Ρώμης με μια έκλυτη ανατολίτισσα - μια βασίλισσα πόρνη που περιστοιχίζεται από άντρες που δεν είναι άντρες και που ορκίστηκε να ανέβει θριαμβεύτρια στο Καπιτώλιο. Τη σέρνει μαζί του ξεδιάντροπα σε όλη την Ανατολή και έχει κάνει έδρα του τα ανάκτορα της Αλεξάνδρειας, όπου καθισμένος δίπλα στον θρόνο της παίρνει μέρος σε ανίερες τελετές και ανακηρύσσει τα νόθα παιδιά που έκανε μαζί της βασιλείς και πρίγκιπες. Περνάει μαζί με τη βασιλική παλλακίδα του μέρες και νύχτες κραιπάλης, μεθυσμένος και παραδομένος στη λαγνεία· και ετοιμάζει μαζί της όλεθρο για τη Ρώμη. Της έχει υποσχεθεί για προίκα την περιουσία του ρωμαϊκού λαού και έχει ήδη αποφασίσει να μεταφέρει την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας στην Αλεξάνδρεια. Έχει απαρνηθεί για χάρη μιας διεφθαρμένης ανατολίτισσας το κύρος του ρωμαίου πολίτη· προκρίνει την ποταπή αυλή των ευνούχων από την αίθουσα της Συγκλήτου και απειλεί να εξαπολύσει τους σκοτεινούς και δύσμορφους θεούς της Ανατολής ενάντια στον Μέγιστο και Άριστο Δία.
 
Ρωμαίοι πολίτες, αυτό που διακυβεύεται σήμερα είναι οι μεγάλες αξίες του πολιτισμού μας, τα προγονικά ήθη, το κύρος, η αξιοπρέπεια και η σοβαρότητα του ρωμαϊκού χαρακτήρα. Η Ανατολή συνωμοτεί και ετοιμάζει επίθεση εναντίον μας. Την κρίσιμη αυτή στιγμή πρέπει όλοι να συστρατευθούμε με τις δυνάμεις του Καλού, κάτω από την ηγεσία του Οκταβιανού.

Αυτά είναι πάνω κάτω όσα μπορούμε να συμπεράνουμε από τις ιστορικές μας πηγές και τις αφηγήσεις των ιστορικών. Αλλά ποια είναι τελικά η ιστορική αλήθεια; Πού βρίσκονται τα όρια ανάμεσα στην πολιτική προπαγάνδα και το αναμφισβήτητο γεγονός; Ήταν πραγματικά ο Μάρκος Αντώνιος εχθρός της Ρώμης, και εξύφαινε πραγματικά η Ανατολή δόλια σχέδια σε βάρος της Δύσης; Και ποια είναι στο κάτω κάτω αυτή η σκοτεινή, μυστηριώδης και απειλητική Ανατολή που ενσαρκώνει η Κλεοπάτρα;
 
Μια πρώτη απάντηση είναι ότι η Ανατολή αυτή είναι εν μέρει αλήθεια και εν μέρει «κατασκευή». Η Κλεοπάτρα δεν ήταν απλώς μια ανατολίτισσα βασίλισσα· ήταν Μακεδόνισσα, απόγονος του Πτολεμαίου, του στρατηγού του Αλέξανδρου που, μετά τον θάνατο του στρατηλάτη, είχε πάρει για κλήρο του την Αίγυπτο με πρωτεύουσα την Αλεξάνδρεια. Και η Αλεξάνδρεια δεν ήταν μια Βαβυλώνα της Ανατολής, αλλά το σημαντικότερο και λαμπρότερο κέντρο του ελληνόγλωσσου πολιτισμικού χώρου τους τρεις τελευταίους προχριστιανικούς αιώνες: με τη μεγαλύτερη βιβλιοθήκη του αρχαίου κόσμου, με ερευνητικά επιστημονικά κέντρα, με πλούσια καλλιτεχνική και πνευματική ζωή, στην οποία μάλιστα οι Ρωμαίοι όφειλαν πολλά. Και εξάλλου, ήταν άραγε ο Αντώνιος αυτός που απειλούσε να επεκταθεί στο δυτικό μέρος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ή ο Οκταβιανός αυτός που, με πρόσχημα το διαζύγιο της αδελφής του, υπηρετούσε πιστά την προς ανατολάς επεκτατική πολιτική που είχε ακολουθήσει η Ρώμη για δυο σχεδόν αιώνες σε βάρος του ελληνικού και ελληνιστικού κόσμου; Όποια κι αν είναι η αλήθεια, οι καταγγελίες του Οκταβιανού έπιασαν τόπο και η «Δύση» αποφάσισε να πολεμήσει την «κακή Ανατολή». Κι αυτό έγινε επειδή ο Οκταβιανός, ή οι «επικοινωνιολόγοι» του, εκμεταλλεύτηκαν με δεξιοτεχνία τις στερεότυπες αντιλήψεις περί Ανατολής.
 
Τα εθνικά και φυλετικά στερεότυπα διαμορφώνονται από ποικίλους παράγοντες (πολιτικούς, ιδεολογικούς, θρησκευτικούς, αισθητικούς) σε μεγάλη διάρκεια χρόνου και καθορίζουν, συχνά με τον πιο ανορθολογικό τρόπο, τη στάση μας απέναντι σε άλλες εθνικές, φυλετικές ή πολιτισμικές ομάδες, όπως ακριβώς καθορίζουν και τη στάση των άλλων απέναντι σ᾽ εμάς· και ένας από τους βασικούς τους (σημειολογικούς) μηχανισμούς είναι: είμαστε ό,τι δεν είναι οι άλλοι - δεν είμαστε αυτό που είναι οι άλλοι.
 
Έτσι, για παράδειγμα, ο μέσος Ρωμαίος έχει μάθει να σκέφτεται ότι οι ανατολίτες είναι αναξιόπιστοι, μυστήριοι, ύπουλοι· ότι δεν είναι αρρενωποί και ρωμαλέοι αλλά διεφθαρμένοι και ηδυπαθείς· ότι είναι τόσο κατώτεροι από τους γνήσιους Ρωμαίους όσο κατώτερες είναι και οι θεότητες που λατρεύουν ότι είναι, με άλλα λόγια, ακριβώς το αντίθετο από αυτό που παραδοσιακά είναι, ή πρέπει να είναι, οι Ρωμαίοι (θυμηθείτε τον γερο-Κάτωνα και τον Κικέρωνα).
 
Η προπαγάνδα του Οκταβιανού εκμεταλλεύεται και κάτι άλλο που σχετίζεται με αυτό που θα ονομάζαμε «κοινωνική ιδεολογία» των Ρωμαίων. Οι Ρωμαίοι πίστευαν ανέκαθεν ότι η κοινωνική και πολιτική εξουσία είναι αποκλειστικό προνόμιο των ανδρών. Έτσι, η Κλεοπάτρα, που είναι γυναίκα αλλά κατέχει εξουσία, δεν μπορεί να παρουσιαστεί παρά μόνο ως αφύσικη απόκλιση από τον «κανόνα», από τη νόρμα. Και για να εξορκιστεί πιο αποτελεσματικά αυτό το «αφύσικο κακό», η Κλεοπάτρα πρέπει να παρουσιαστεί ως έκλυτη, μέθυση, πόρνη, ανίκανη να ελέγξει τις ορέξεις και τα πάθη της, έτοιμη να εγκαταστήσει τους δαίμονες της Ανατολής πάνω στον ιερό βράχο του Καπιτωλίου, που είναι το σύμβολο της ρωμαϊκής εξουσίας.
 
Αν μιλούσαμε με σημερινούς όρους, θα λέγαμε σίγουρα ότι η προπαγάνδα του Οκταβιανού παραβιάζει βάναυσα την αρχή της «πολιτικής ορθότητας». Η πολιτική ορθότητα δεν έχει σχέση με αυτό που συνήθως εννοούμε όταν μιλάμε για πολιτική και πολιτικούς (αν και είναι πολλοί αυτοί που δεν το έχουν αντιληφθεί ακόμη), αλλά αναφέρεται στην ανάγκη αλληλοσεβασμού ανάμεσα στους πολίτες των δημοκρατικά οργανωμένων κοινωνιών ανεξάρτητα από το φύλο, τη φυλή, την κουλτούρα, το θρήσκευμα, τις επιλογές στην αυστηρά ιδιωτική ζωή, ακόμη και τα σωματικά χαρακτηριστικά ή τις ειδικές ανάγκες που κάνουν ορισμένους ανθρώπους «διαφορετικούς» από τους άλλους. Κατά κανόνα, η ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα παραβιάζει φανερά και ευχαρίστως αυτή την αρχή· γι᾽ αυτό οι αρχαίοι Έλληνες το θεώρησαν φυσιολογικό να περιορίσουν τις γυναίκες στον γυναικωνίτη, και ο Οκταβιανός το θεώρησε «παρά φύσιν» να κατέχει μια γυναίκα, όπως η Κλεοπάτρα, τόση εξουσία.
 
Χρήσιμο να το θυμόμαστε αυτό, αρκεί να ξέρουμε ταυτόχρονα ότι η πολιτική ορθότητα είναι τόσο πρόσφατη όσο και οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές· ότι, σαν τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, προς το παρόν είναι διαδεδομένη μόνο στη Δύση· ότι, ακόμη και στη Δύση, την αγνοούν πολλοί, όπως ακριβώς και τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές· και ότι ακόμη και αυτοί που τη γνωρίζουν καλά προτιμούν να την ξεχνούν όταν κινδυνεύουν τα συμφέροντα ή η εξουσία τους. Από την άποψη αυτή τουλάχιστον, ο Οκταβιανός και οι επικοινωνιολόγοι του ήταν πιο ειλικρινείς και δεν είχαν να δώσουν λόγο στη ρωμαϊκή κοινή γνώμη.
 
Και έτσι «κατασκεύασαν» μιαν Ανατολή σύμφωνα με τα ρωμαϊκά συμφέροντα. Το τελικό μήνυμα ήταν ότι αυτή η «άρρωστη» Ανατολή δεν άξιζε να έχει εξουσία· η εξουσία ταίριαζε μόνο στην «υγιή» Δύση. Η Ανατολή έπρεπε να υποκύψει στη Δύση. Από προπαγανδιστική άποψη, αυτό ήταν ασφαλώς πιο αποτελεσματικό από το «ο Οκταβιανός πρέπει να νικήσει τον Αντώνιο». Και οι αρχαίοι ιστορικοί, ακόμη και όταν νομίζουν ότι μας προσφέρουν την καθαρή ιστορική αλήθεια, απηχούν σε μεγάλο βαθμό αυτή την προπαγάνδα.
 
Εσύ στο χώμα κι εγώ στη φυλακή;

Πάντως ο Οκταβιανός νίκησε τελικά τον Αντώνιο και την Κλεοπάτρα, σε μια ναυμαχία που έγινε στα νερά του Ακτίου (πάλι ρωμαϊκό δράμα, ξανά ελληνικό σκηνικό) τον Σεπτέμβριο του 31 π.Χ. Το ζευγάρι των ηττημένων επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια, όπου μετά από λίγο κατέπλευσε και ο Οκταβιανός. Ο Αντώνιος, μετά από μια σύντομη και ηρωική αντίσταση, συνειδητοποίησε το αδιέξοδό του και αυτοκτόνησε. Και η αγαπημένη του Κλεοπάτρα;
 
Λένε ότι η βασίλισσα της Αιγύπτου απείλησε να αυτοκτονήσει πρώτα με ένα μαχαίρι και στη συνέχεια κάνοντας απεργία πείνας. Γιατί; Επειδή δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς τον Αντώνιο ή επειδή δεν ήθελε να πέσει στα χέρια του Οκταβιανού; Αβέβαιο. Πάντως, σε πρώτη φάση άλλαξε γνώμη. Γιατί; Κατάλαβε ότι δεν είχε το σθένος (ή την απόγνωση) του αποφασισμένου αυτόχειρα, ή μήπως (όπως είπαν ορισμένοι) επειδή νοιαζόταν για την τύχη των παιδιών της; Άγνωστο.
 
Ο Οκταβιανός από την πλευρά του επιδίωξε, και κατάφερε, να τη συναντήσει πρόσωπο με πρόσωπο. Κοινό ανακοινωθέν από τη συνάντηση δεν εκδόθηκε. Αλλά οι κακές γλώσσες λένε πάλι ότι στη συνάντηση αυτή η Κλεοπάτρα προσπάθησε να γοητεύσει τον Οκταβιανό, όπως είχε γοητεύσει τον Αντώνιο. Απέτυχε. Τι συνέβη στη συνέχεια; Στη συνέχεια, όσο μπορούμε να ξέρουμε, πράγματι αυτοκτόνησε (αν και ορισμένοι είπαν ότι την «αυτοκτόνησαν» οι μυστικές υπηρεσίες του Οκταβιανού): άνοιξε, λέει, ένα καλάθι που της έφεραν οι ανακτορικές κυρίες επί των τιμών και άφησε τις βασιλικές κόμπρες που φώλιαζαν μέσα να τη δαγκώσουν στο στήθος και τους βραχίονες. Για τον θάνατο της βασίλισσας ο έλληνας ιστορικός Πλούταρχος γράφει: «Άλλοι λένε ότι… υπάρχει επίσης μια φήμη ότι… μια άλλη εκδοχή είναι ότι… αλλά την ιστορική αλήθεια δεν τη γνωρίζει κανείς.» Αυτό, τώρα πλέον, το υποπτευόμαστε κι εμείς.
 
Ναι, αλλά ποιος ενδιαφέρεται για την αλήθεια, όταν έχει την ανεπανάληπτη ευκαιρία να κατασκευάσει έναν θρύλο ή ένα «θρίλερ»; Τα συστατικά υπάρχουν: ένας πανίσχυρος Ρωμαίος συναντάει κάπου στη μαγεμένη Ανατολή μια μοιραία, σαγηνευτική, μυστηριώδη βασίλισσα· τους συνεπαίρνει έρωτας βαθύς· στην παραζάλη του τρανού αυτού έρωτα ορκίζονται ότι μαζί θα ζήσουν και, αν χρειαστεί, μαζί θα πεθάνουν - συνυπογράφουν μάλιστα κι ένα συμβόλαιο «διπλού ερωτικού θανάτου». Και αυτό το συμβόλαιο το τιμούν όταν η μοίρα στήνει το κατάλληλο σκηνικό.

Θα δούμε ποιοι και πώς κατασκεύασαν το πολιτικοερωτικό «θρίλερ» με τον τίτλο «Αντώνιος και Κλεοπάτρα». Πρώτα, όμως, θα προσπαθήσουμε να κατασκευάσουμε κι εμείς μια άλλη εκδοχή, ένα άλλο σενάριο, για το τι ακριβώς συνέβη. Σύμφωνα με το σενάριό μας, το σημείωμα αυτοκτονίας που αφήνει ο Αντώνιος, με την εντολή να δοθεί στην Κλεοπάτρα, γράφει:

Βασίλισσα,
Η διαδρομή μου φαίνεται πως ολοκληρώθηκε εδώ. Είναι, ίσως, μάταιο να θυμάμαι σήμερα τις μεγάλες και ευτυχισμένες μέρες του παρελθόντος.
Ήμουν ο αγαπημένος του θεϊκού Ιουλίου Καίσαρα· κράτησα για πολύν καιρό στα χέρια μου τη μεγάλη κληρονομιά του, τιμώντας το όνομα του ρωμαϊκού λαού και της Συγκλήτου. Πολέμησα στις εσχατιές της αυτοκρατορίας και σήκωσα τα λάβαρα της Ρώμης ανάμεσα σε ανυπότακτους λαούς. Σήκωσα στους ώμους μου την ευθύνη για το ανατολικό τμήμα του κράτους, ενώ θα μπορούσα, λόγω ιεραρχίας και πρεσβύτερης ηλικίας, να βολευτώ στην ασφάλεια της πρωτεύουσας - ακριβώς αυτό που έκανε ο Οκταβιανός, αυτός που με κατασυκοφάντησε σε όλο τον ρωμαϊκό λαό ότι τάχα συνωμοτούσα για να αφανίσω τη Ρώμη, όταν στην πραγματικότητα δεν έκανα τίποτε άλλο παρά να αμυνθώ απέναντι στην επιθετικότητά του· αυτός που δεν έπαψε ποτέ να συνωμοτεί εναντίον μου προκειμένου να με βγάλει από τη μέση. Σε ευχαριστώ για την αγάπη και την υποστήριξη που μου πρόσφερες όσο οι θεοί μάς κράτησαν τον έναν κοντά στον άλλον. Δεν θέλω να σε παρασύρω στη δική μου μοίρα. Μείνε ζωντανή και δυνατή. Η τελευταία επιθυμία μου αυτή την ώρα είναι να φροντίσεις και να προστατέψεις από την επιβουλή των εχθρών μας τα κοινά μας παιδιά. Όσοι με ξέρουν καλά γνωρίζουν πως έζησα σαν πραγματικός Ρωμαίος· τώρα θέλω να μάθουν όλοι ότι πεθαίνω σαν πραγματικός Ρωμαίος.
Χαίρε.

Και η Κλεοπάτρα; Ανοίγοντας το μοιραίο καλάθι με τις κόμπρες είχε κοντά της τις πιο έμπιστες από τις κυρίες των ανακτόρων, και σ᾽ αυτές είπε τα τελευταία λόγια της:

Βιάστηκε να φύγει ο Αντώνιος, και με άφησε μόνη. Τώρα που κατάλαβα ποιος είναι ο Οκταβιανός, ξέρω ότι έχω να διαλέξω ανάμεσα σε δυο μοίρες: αυτήν που πήρε κιόλας τον Αντώνιο κι αυτήν που θα με πάρει στη Ρώμη σαν λάφυρο για να κοσμήσω τον θρίαμβο των νικητών μπροστά στα μάτια του εκδικητικού όχλου της Ρώμης - μαζί με τα παιδιά μου. Στις φλέβες μου κυλάει το αίμα των μεγάλων Πτολεμαίων· είμαι Μακεδόνισσα, τελευταία στην αρχοντική σειρά που καυχιέται για αρχηγό της τον ισόθεο Αλέξανδρο. Πιστεύει πραγματικά ο ρωμαίος κατακτητής ότι θα καταδεχτώ να συρθώ ταπεινωμένη πίσω από το άρμα του; Χίλιες προγονικές φωνές μέσα μου λένε «Όχι». Ποια μοίρα περιμένει τα παιδιά μου στις φυλακές της Ρώμης, το γνωρίζω καλά. Θα συναντήσω τον Αντώνιο σαν βασίλισσα της μεγάλης Αιγύπτου. Όλα τα άλλα τα αφήνω στη βούληση και τη μέριμνα των θεών.
 
Σενάρια, σενάρια, σενάρια…
 
Να θυμηθούμε ξανά τον Πλούταρχο: την ιστορική αλήθεια δεν τη γνωρίζει κανείς. Ωραία, αλλά τότε προς τι το δικό μας σενάριο; Γιατί το δικό μας σενάριο να είναι πιο κοντά στην αλήθεια από το άλλο, που μιλάει για μέγα ερωτικό πάθος και για συμβόλαιο διπλού ερωτικού θανάτου;
 
Το βασικό μας επιχείρημα (αν πρόκειται πράγματι για επιχείρημα) είναι ότι στο σενάριο των «άλλων» υπέρτατη αξία είναι, ακριβώς, το ερωτικό πάθος - αξία υπέρτερη από τον πατριωτισμό, τις προγονικές παραδόσεις και τις πολιτικοστρατιωτικές φιλοδοξίες. Και, όσο μπορούμε να ξέρουμε, αυτή η αντίληψη για την υπέρτατη αξία του ερωτικού πάθους είναι δημιούργημα μιας νεότερης εποχής, και είναι αντίληψη που δύσκολα θα καταλάβαιναν ο Αντώνιος και η Κλεοπάτρα. Όχι πως ο Ρωμαίος έμεινε συναισθηματικά απαθής απέναντι στην αρχόντισσα της Αιγύπτου· μπορεί, μάλιστα, να ήταν πιο ερωτευμένος μαζί της από ό,τι ήταν, αν ήταν ποτέ, με την Οκταβία· απλούστατα, το σενάριο των «άλλων» μιλάει για τον έρωτά τους με πολύ «ρομαντικό» τρόπο, τοποθετεί πάνω απ᾽ όλα το συναίσθημα και αδιαφορεί για όλα τα άλλα· και αυτό δεν είναι ο κανόνας για την ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα, κυρίως όταν πρωταγωνιστές είναι δημόσιοι άνδρες και δημόσιες γυναίκες. Σε αντίθεση με το δικό μας, το άλλο σενάριο μιλάει με τη γλώσσα του Σαίξπηρ και την εικόνα του Χόλιγουντ.
 
Το μέγα ερωτικό πάθος και η τραγική του κατάληξη είναι αυτό που ορίζει την τραγωδία που συνέγραψε ο άγγλος δραματουργός· και με τη σειρά του ο άγγλος δραματουργός, εδώ και πέντε αιώνες, ασκεί τυραννικό έλεγχο στον τρόπο με τον οποίο φανταζόμαστε τον «Αντώνιο και την Κλεοπάτρα». Και ύστερα ήρθε ο κινηματογράφος και οι υπερπαραγωγές του Χόλιγουντ, και όσοι δεν είχαν θρέψει τη φαντασία τους με τον Σαίξπηρ (αλλά και πολλοί από αυτούς που τον ήξεραν) ξαναείδαν μπροστά τους την ίδια ιστορία «ζωντανή» και από τότε δύσκολα μπορούν να πιστέψουν ότι ο Αντώνιος δεν ήταν «τρελός» για τη βασίλισσά του, και αντιστρόφως· και μετά τον Ρίτσαρντ Μπάρτον δύσκολα θα πιστέψουν ότι «εκείνος» δεν ήταν «ζεν πρεμιέ»· και, κυρίως, μετά την Ελίζαμπεθ Τέιλορ, ακόμη πιο δύσκολα θα πιστέψουν ότι «εκείνη» δεν ήταν τόσο ωραία όσο η «Μις Κόσμος». Και ας έχουν αμφιβολίες οι ιστορικοί για το πόσο μακριά ή καλοσχηματισμένη ήταν η μύτη της Κλεοπάτρας· και ας δείχνουν οι παραστάσεις των αρχαίων νομισμάτων ότι η αγαπημένη του Ρωμαίου, ό,τι άλλο κι αν ήταν, δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί καλλονή.
 
Με άλλα λόγια, ο τρόπος με τον οποίο διαβάζουμε το παρελθόν εξαρτάται άμεσα ή έμμεσα από τον τρόπο με τον οποίο άλλοι πριν από μας διάβασαν ή είδαν την ιστορία· και συχνά εμείς, ως αναγνώστες και θεατές, έχουμε ενσωματώσει τις ερμηνείες και τις εικόνες των άλλων (πολύ περισσότερο αν αυτοί οι άλλοι είναι ο Σαίξπηρ και το Χόλιγουντ), ακόμη και όταν δεν το συνειδητοποιούμε ή δεν το παραδεχόμαστε. Μπορούμε, και πρέπει, να προσπαθούμε να ανακαλύψουμε την ιστορική αλήθεια, αλλά ταυτόχρονα μπορούμε, και πρέπει, να ξέρουμε ότι ο τρόπος με τον οποίο προσπαθούμε να την ανακαλύψουμε (με άλλα λόγια, η μέθοδος που χρησιμοποιούμε) είναι προσδιορισμένος κι αυτός από χίλιους δυο παράγοντες που μπορεί να μην έχουν και μεγάλη σχέση με αυτή την «καθαρή αλήθεια», με το «τι ακριβώς έγινε τότε». Και, στο τέλος τέλος, να πούμε και το άλλο: όταν κάποιος ισχυρίζεται ότι είναι πιο κοντά στην ιστορική αλήθεια επειδή το δικό του σενάριο έχει αποκλείσει «επιστημονικά» όλα αυτά που είναι άσχετα με το γεγονός που μας απασχολεί, να μη χαλαρώνουμε την προσοχή μας.
 
Για παράδειγμα, προτείναμε εδώ ένα «δικό μας» σενάριο για την ιστορική αλήθεια της σχέσης Αντώνιου και Κλεοπάτρας, σύμφωνα με το οποίο, πέρα και ανεξάρτητα από αισθήματα και συναισθήματα, ο Αντώνιος δεν ήταν ο διεφθαρμένος Ρωμαίος που ήθελε η προπαγάνδα του Οκταβιανού: πέθανε με ρωμαϊκή αξιοπρέπεια και σύμφωνα με το ρωμαϊκό ήθος και όχι αναστενάζοντας γοερά από ερωτικό πάθος για τη μοιραία γυναίκα της ζωής του. Είμαστε πιο κοντά στην αλήθεια ή, μήπως, χωρίς να το ξέρουμε, έχουμε προσυπογράψει το σενάριο του δικού μαςΑλεξανδρινού;

ΑΠΟΛΕΙΠΕΙΝ O ΘΕΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΝ

Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ᾽, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές -
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανοφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλη,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησην, αλλ᾽ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυση τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου