Τρίτη 30 Αυγούστου 2022

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΛΑΚΡΙΤΟΥ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΝ

ΔΗΜ 35.36–43

Ο Λάκριτος παραπλανά τους δικαστές εκμεταλλευόμενος τη ρητορική του παιδεία

Στη διήγησιν ο Ανδροκλής αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο γνωρίστηκε με τον Λάκριτο, ο οποίος τον παρακάλεσε να δανείσει χρήματα στον αδελφό του, τον Αρτέμωνα. Κατόπιν ο ομιλητής σχολίασε διεξοδικά το συμβόλαιο, όπου καθορίζονταν επακριβώς οι υποχρεώσεις που αναλάμβαναν τόσο οι δανειολήπτες όσο και ο Λάκριτος ως εγγυητής, υποχρεώσεις τις οποίες τελικά αθέτησαν. Και συνεχίζει:


[36] κατεχόμενοι δὲ ὑφ’ ἡμῶν καὶ ἐλεγχόμενοι εἴ τι περιγένοιτο
τῶν χρημάτων ἐν τῷ Πόντῳ, ἀπεκρίνατο Λάκριτος οὑτοσί,
ὅτι ἑκατὸν στατῆρες Κυζικηνοὶ περιγένοιντο, καὶ τοῦτο
τὸ χρυσίον δεδανεικὼς εἴη ἁδελφὸς αὐτοῦ ἐν τῷ Πόντῳ
ναυκλήρῳ τινὶ Φασηλίτῃ, πολίτῃ καὶ ἐπιτηδείῳ ἑαυτοῦ, καὶ
οὐ δύναιτο κομίσασθαι, ἀλλὰ σχεδόν τι ἀπολωλὸς εἴη καὶ
τοῦτο. [37] ταῦτ’ ἐστὶν ἃ ἔλεγεν Λάκριτος οὑτοσί. ἡ δὲ συγ-
γραφὴ οὐ ταῦτα λέγει, ὦ ἄνδρες δικασταί, ἀλλ’ ἀντιφορτι-
σαμένους ἀπάγειν κελεύει Ἀθήναζε, οὐ δανείζειν τούτους ὅτῳ
ἂν βούλωνται ἐν τῷ Πόντῳ τὰ ἡμέτερα ἄνευ ἡμῶν, ἀλλ’
Ἀθήναζε παρέχειν ἀνέπαφα ἡμῖν, ἕως ἂν ἡμεῖς ἀπολάβωμεν
τὰ χρήματα ὅσα ἐδανείσαμεν. καί μοι ἀναγίγνωσκε τὴν
συγγραφὴν πάλιν.

ΣΥΓΓΡΑΦΗ.

[38] Πότερον, ὦ ἄνδρες δικασταί, δανείζειν κελεύει τούτους ἡ
συγγραφὴ τὰ ἡμέτερα, καὶ ταῦτα ἀνθρώπῳ ὃν ἡμεῖς οὔτε
γιγνώσκομεν οὔθ’ ἑοράκαμεν πώποτε, ἢ ἀντιφορτισαμένους
κομίσαι Ἀθήναζε καὶ φανερὰ ποιῆσαι ἡμῖν καὶ ἀνέπαφα
παρέχειν; [39] ἡ μὲν γὰρ συγγραφὴ οὐδὲν κυριώτερον ἐᾷ εἶναι
τῶν ἐγγεγραμμένων, οὐδὲ προσφέρειν οὔτε νόμον οὔτε
ψήφισμα οὔτ’ ἄλλ’ οὐδ’ ὁτιοῦν πρὸς τὴν συγγραφήν· τούτοις
δ’ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς οὐδὲν ἐμέλησε τῆς συγγραφῆς ταύτης,
ἀλλὰ τοῖς χρήμασιν ἐχρῶντο τοῖς ἡμετέροις ὥσπερ ἰδίοις
οὖσιν αὑτῶν· οὕτως εἰσὶν οὗτοι κακοῦργοι σοφισταὶ καὶ
ἄδικοι ἄνθρωποι. [40] ἐγὼ δέ, μὰ τὸν Δία τὸν ἄνακτα καὶ τοὺς
θεοὺς ἅπαντας, οὐδενὶ πώποτε ἐφθόνησα οὐδ’ ἐπετίμησα,
ὦ ἄνδρες δικασταί, εἴ τις βούλεται σοφιστὴς εἶναι καὶ
Ἰσοκράτει ἀργύριον ἀναλίσκειν· μαινοίμην γὰρ ἄν, εἴ τί μοι
τούτων ἐπιμελὲς εἴη. οὐ μέντοι μὰ Δία οἶμαί γε δεῖν
ἀνθρώπους καταφρονοῦντας καὶ οἰομένους δεινοὺς εἶναι
ἐφίεσθαι τῶν ἀλλοτρίων, οὐδὲ ἀφαιρεῖσθαι, τῷ λόγῳ
πιστεύοντας· πονηροῦ γὰρ ταῦτ’ ἐστὶν σοφιστοῦ καὶ οἰμω-
ξομένου. [41] Λάκριτος δ’ οὑτοσί, ὦ ἄνδρες δικασταί, οὐ τῷ
δικαίῳ πιστεύων εἰσελήλυθε ταύτην τὴν δίκην, ἀλλ’ ἀκρι-
βῶς εἰδὼς τὰ πεπραγμέν’ αὑτοῖς περὶ τὸ δάνεισμα τοῦτο,
καὶ ἡγούμενος δεινὸς εἶναι καὶ ῥᾳδίως λόγους ποριεῖσθαι
περὶ ἀδίκων πραγμάτων, οἴεται παράξειν ὑμᾶς ὅποι ἂν
βούληται. ταῦτα γὰρ ἐπαγγέλλεται δεινὸς εἶναι, καὶ
ἀργύριον αἰτεῖ καὶ μαθητὰς συλλέγει περὶ αὐτῶν τούτων
ἐπαγγελλόμενος παιδεύειν. [42] καὶ πρῶτον μὲν τοὺς ἀδελφοὺς
τοὺς αὑτοῦ ἐπαίδευσεν τὴν παιδείαν ταύτην, ἣν ὑμεῖς αἰσθά-
νεσθε πονηρὰν καὶ ἄδικον, ὦ ἄνδρες δικασταί, δανείζεσθαι
ἐν τῷ ἐμπορίῳ ναυτικὰ χρήματα καὶ ταῦτ’ ἀποστερεῖν καὶ μὴ
ἀποδιδόναι. πῶς ἂν γένοιντο πονηρότεροι ἄνθρωποι ἢ τοῦ
παιδεύοντος τὰ τοιαῦτα ἢ αὐτῶν τῶν παιδευομένων; ἐπεὶ
δ’ οὖν δεινός ἐστιν καὶ πιστεύει τῷ λέγειν καὶ ταῖς χιλίαις
δραχμαῖς ἃς δέδωκεν τῷ διδασκάλῳ, [43] κελεύσατε αὐτὸν διδάξαι
ὑμᾶς, ἢ ὡς τὰ χρήματα οὐκ ἔλαβον παρ’ ἡμῶν, ἢ ὡς λαβόντες
ἀποδεδώκασιν, ἢ ὅτι τὰς ναυτικὰς συγγραφὰς οὐ δεῖ κυρίας
εἶναι, ἢ ὡς δεῖ ἄλλο τι χρήσασθαι τοῖς χρήμασιν ἢ ἐφ’ οἷς
ἔλαβον κατὰ τὴν συγγραφήν. τούτων ὅ τι βούλεται πεισάτω
ὑμᾶς. καὶ ἔγωγε καὶ αὐτὸς συγχωρῶ σοφώτατον εἶναι τοῦτον,
ἐὰν ὑμᾶς πείσῃ τοὺς περὶ τῶν συμβολαίων τῶν ἐμπορικῶν
δικάζοντας. ἀλλ’ εὖ οἶδ’ ὅτι οὐδὲν ἂν τούτων οἷός τ’
εἴη οὗτος οὔτε διδάξαι οὔτε πεῖσαι.

***
[36] Ότε δε επεμένομεν και τους ηρωτώμεν εάν είχε σωθή μέρος των εμπορευμάτων εις τον Πόντον, απεκρίθη αυτός εδώ ο Λάκριτος, ότι είχον περισωθή εκατόν στατήρες Κυζικηνοί, αλλά και τα χρήματα ταύτα είχε δανείσει ο αδελφός του εις τον Πόντον εις κάποιον ιδιοκτήτην πλοίου εκ Φασήλιδος, συμπολίτην και φίλον του, και ότι δεν ηδύνατο να λάβη ταύτα, αλλ' έπρεπε και αυτά να θεωρηθούν ως χαμένα. [37] Αυτά έλεγεν ο Λάκριτος. Η γραπτή όμως συμφωνία, δεν λέγει αυτά, άνδρες δικασταί, αλλ' οφείλουν να θέσουν εμπορεύματα εις το πλοίον διά να τα μεταφέρουν εις Αθήνας και να μη δανείζουν αυτοί τα ιδικά μας εις τον Πόντον εις όποιον θέλουν χωρίς την συγκατάθεσίν μας, αλλά να μεταφέρουν τα εμπορεύματα ανέπαφα εις τας Αθήνας χωρίς καμμίαν επιβάρυνσιν, έως ότου ημείς λάβωμεν οπίσω τα χρήματα που εδανείσαμεν. Παρακαλώ, διάβασε πάλιν την γραπτήν συμφωνίαν.

Γραπτή συμφωνία

[38] Ποίον εκ των δύο, άνδρες δικασταί, η γραπτή συμφωνία μας καθορίζει, να δανείζουν ούτοι τα ανήκοντα εις ημάς και μάλιστα εις άνθρωπον, τον οποίον ημείς ούτε γνωρίζομεν ούτε έχομεν ίδει ποτέ έως τώρα ή να φορτώσουν εις το πλοίον εμπορεύματα, να τα μεταφέρουν εις Αθήνας, να μας τα παρουσιάσουν και να τα παραδώσουν ελεύθερα παντός βάρους; [39] Πράγματι η γραπτή συμφωνία καθορίζει ότι ουδέν είναι εγκυρότερον των όρων αυτής και ότι δεν δύναται τις να επικαλεσθή ούτε νόμον, ούτε ψήφισμα, ούτε άλλο τι εναντίον της γραπτής ταύτης συμφωνίας· αυτοί όμως ευθύς εξ αρχής δεν έλαβον καθόλου υπ' όψιν των αυτήν την συμφωνίαν, αλλά μετεχειρίζοντο τα χρήματά μας ωσάν να ήσαν ιδικά των· τόσον κακούργοι σοφισταί και άδικοι άνθρωποι είναι ούτοι.

[40] Εγώ δε, μα τον άνακτα Δία και όλους τους θεούς, κανένα ποτέ έως τώρα δεν εφθόνησα, ούτε κατηγόρησα, εάν θέλη κάποιος να είναι σοφιστής και να πληρώνη χρήματα εις τον Ισοκράτη, διότι θα ήμην τρελλός, εάν ησχολούμην με τα ζητήματα αυτά. Δεν έχω όμως την γνώμην, μα τον Δία, ότι άνθρωποι, οι οποίοι καταφρονούν τους άλλους και θεωρούν εαυτούς ανωτέρους των άλλων, πρέπει να εποφθαλμιώσι τας περιουσίας των άλλων και να τας αφαιρούν από τους άλλους, έχοντες πεποίθησιν εις το ρητορικόν των τάλαντον· αυτά είναι έργα πονηρού σοφιστού και αξίου τιμωρίας. [41] Ο Λάκριτος δε αυτός εδώ, άνδρες δικασταί, απεδύθη εις τον δικαστικόν τούτον αγώνα, όχι διότι έχει πεποίθησιν εις το δίκαιον, αλλά γνωρίζων ακριβώς όλας τας μηχανορραφίας εν σχέσει με το δάνειον τούτο και νομίζων ότι είναι άνθρωπος επιδέξιος και ότι θα επινοήση ευκόλως δικαιολογίας διά τας κακάς του πράξεις, νομίζει ότι θα σας εξαπατήση και οδηγήση όπου αυτός θέλει. Εις αυτό το επάγγελμα διακηρύσσει ότι είναι ικανός και εισπράττει χρήματα και συναθροίζει μαθητάς υπισχνούμενος, ότι θα τους κάμη ικανούς εις αυτά. [42] Και πρώτον μεν έδωσε την μόρφωσιν ταύτην εις τους αδελφούς του, την οποίαν σεις θεωρείτε πονηράν και άδικον, άνδρες δικασταί, δηλαδή τους έμαθε να δανείζωνται εις την αγοράν χρήματα διά κατά θάλασσαν εμπόριον, να κατακρατούν όμως αυτά και να μη τα επιστρέφουν. Πώς ήθελον γίνει ανηθικώτεροι άνθρωποι από αυτόν τον παιδεύοντα τοιτουτοτρόπως τους ανθρώπους ή από αυτούς τους ιδίους τους παιδευομένους; Αφού λοιπόν είναι τόσον επιδέξιος και έχει πεποίθησιν εις την ευγλωττίαν του και εις τας χιλίας δραχμάς που έδωκεν εις τον διδάσκαλόν του, [43] διατάξατέ τον να σας αποδείξη ή ότι δεν έλαβον τα χρήματα παρ' ημών ή ότι, αφού τα έλαβον τα επέστρεψαν ή ότι δεν πρέπει να είναι έγκυροι αι γραπταί συμφωνίαι ή ότι πρέπει να μεταχειρίζωνται τα χρήματα δι' άλλον σκοπόν και όχι δι' εκείνον διά τον οποίον τα έλαβον. Δι' έν εκ των σημείων τούτων, όποιο θέλει, ας σας πείση. Και εγώ ο ίδιος θα παραδεχθώ ότι είναι ικανώτατος, εάν κατορθώση να πείση σας που δικάζετε διά τας εμπορικάς συμφωνίας. Αλλ' είμαι βέβαιος ότι δεν είναι ικανός να σας πείση ή να σας διαφωτίση εις κανέν εκ των σημείων τούτων.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου