Κυριακή 16 Αυγούστου 2020

Η ΕΠΙΒΟΛΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΜΥΘΩΝ ΣΤΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ

Ο μύθος της ΑΝΤΙΓΟΝΗΣ στην λογοτεχνία, τις τέχνες και τη σκέψη της εσπερίας

Γιατί αυτή η αδιάκοπη επιβολή των ελληνικών μύθων στην φαντασία της Δύσης; Γιατί μια δράκα ελληνικών μύθων, μεταξύ των οποίων και αυτός της Αντιγόνης, να επανέρχονται στην τέχνη και την σκέψη του εικοστού αιώνα, σε βαθμό που να γίνονται σχεδόν έμμονες ιδέες; Γιατί δεν υπάρχει τέλος για τον Οιδίποδα, τον Προμηθέα, τον Ορέστη, τον Νάρκισσο, γιατί δεν αναπαύονται εν ειρήνη στην αρχαιολογία; Ρητά και υπόρρητα, αυτό ήταν το ερώτημα που υποφώσκει σε τούτη την μελέτη.

Οι ποιητές, οι φιλόσοφοι, οι ανθρωπολόγοι, οι ψυχολόγοι, ακόμη και οι θεολόγοι έχουν δώσει απαντήσεις. Πολλές από τις απαντήσεις είναι σαγηνευτικές. Επειδή οι ελληνικοί μύθοι κωδικοποιούν ορισμένες πρωταρχικές βιολογικές και κοινωνικές αντιπαραθέσεις και αντιλήψεις του Εγώ στην ιστορία του ανθρώπου, διαρκούν ως ζωντανή κληρονομιά στην συλλογική μνήμη και αναγνώριση. Επιστρέφουμε σε αυτούς, όπως επιστρέφουμε στις ψυχικές μας ρίζες (αλλά τότε, γιατί άραγε δεν είναι, αυστηρά μιλώντας, οικουμενικοί και ίσης σπουδαιότητας για όλους τους πολιτισμούς, Δύσης και Ανατολής;). Μας βεβαιώνουν πως τα ίδια τα θεμέλια των τεχνών και του πολιτισμού μας είναι μυθικά. Έχοντας πάρει από την αρχαία Ελλάδα τα ουσιαστικά στοιχεία της δυτικής ορθολογικότητας, των πολιτικών θεσμών, των αισθητικών μορφών, πήραμε μαζί και την μυθολογία, από την οποία αυτά τα ουσιώδη στοιχεία άντλησαν την συμβολική τους ιστορία και εγκυρότητα. Οι θεολόγοι λένε ότι τα Θεοφάνεια και τα Πάθη του Χριστού αντιπροσωπεύουν την υπέρτατη συμβολική πράξη της δυτικής φαντασίας. Μετά τον Χριστό, ο οποίος είναι ο Λόγος, ο Θεός δεν απευθύνεται άμεσα στην φαντασία των θνητών επειδή όμως ο Χριστός είναι, επίσης, η αλήθεια, η απεριόριστη κληρονομιά που αφήνει είναι η κληρονομιά της πίστης, της εικονικής αναπαράστασης, της προσωπικής imitatio, μάλλον, παρά η κληρονομιά του μύθου.

Μπορούμε, όμως, να διατυπώσουμε θεωρίες και σε ταπεινότερο επίπεδο. Η ελληνική λογοτεχνία είναι η πρώτη που ανα­γνωρίζουμε και βιώνουμε ως τέτοια. Η ταύτισή της με τους μύ­θους είναι τόσο άμεση και γόνιμη, ώστε η ελληνική μυθολογία έχει γίνει σταθερό κέντρο, σημείο αναφοράς για κάθε μετέπειτα ποιητική επινόηση και φιλοσοφική αλληγορία. Οι ελληνικοί μύθοι είναι μια στενογραφία, που η οικονομία της γεννά απεριόριστες παραλλαγές, χωρίς όμως να έχει ανάγκη, η ίδια, να επινοηθεί εκ νέου. Βλέπε το αλφάβητό μας ή την αριθμητική μας σημειογραφία. Υπάρχουν ασφαλώς και προσθήκες: το σύμβολο του μηδενός, ο μύθος του Δον Ζουάν. Είναι, όμως, εξαιρετικά σπάνιες. Ο Χάιντεγκερ το διατυπώνει ακόμη απλούστερα: για τον δυτικό άνθρωπο, «ο ίδιος ο μύθος είναι ελληνικός».

Γιατί όμως; Για να προσαρμόσουμε εδώ την εικόνα του Νίτσε, γιατί άραγε αυτή η «αιώνια επιστροφή»;

Όταν ένα ερώτημα αποδεικνύεται υπερβολικά δύσκολο, μπορούμε, ίσως, να το μετριάσουμε, θέτοντας ένα άλλο ερώτημα, εξίσου ή και περισσότερο δύσκολο. Έχω, όντως, την πεποίθηση, ωστόσο, ότι, αν εξετάσουμε τον Σαίξπηρ, μπορούμε, κατ’ αντιπαράθεσιν, να βρούμε κάποια πρόσβαση στον κεντρικό, ακατάλυτο, χαρακτήρα κανόνα που έχουν οι ελληνικοί μύθοι.

Τέσσερις σχεδόν αιώνες έχουν κυλήσει από τότε που δημιουργήθηκαν τα έργα του. Πολλά περί του Σαίξπηρ κατέχουν το φωτοστέφανο του ανώνυμου, κάποιου που η προσωπική του ατομικότητα είναι ελάχιστα γνωστή ή δεν υπάρχει ανάγκη να γίνει γνωστή. Από πολλές απόψεις, οι επινοήσεις και ο λόγος του Σαίξπηρ, τα αποφθέγματα, οι παρομοιώσεις, τα σύμβολά του είναι πανταχού παρόντα στον πολιτισμό μας. Όμως, αν και υπάρχει - στον Λορενζάτσιο του Αλφρέ ντε Μυσσέ, στην γερμανική και ρωσική ποίηση και πεζογραφία - μεγάλος αριθμός μεταφορών από τον Άμλετ, αν και ο Ληρ του Έντουαρντ Μποντ αποτελεί εντυπωσιακό πείραμα, αν και ο Μάκβεθ του Ιονέσκο έχει τις μεγάλες του στιγμές, ωστόσο ο κόσμος του Σαίξπηρ παραμένει δικός του. Δεν έχει δώσει επιγόνους ούτε επαναλήψεις του πολλαπλού, συνεχούς είδους ή της ποιότητας που συνδέουμε με την κληρονομιά της Ὀρέστειας, της Μήδειας ή του Ιππολύτου του Ευριπίδη, των σοφόκλειων δραμάτων για τον Οιδίποδα και την Αντιγόνη. Ερωτώ, λοιπόν: δεν θα έπρεπε να έχουμε τώρα μια λεγεώνα από «Μάκβεθ», από «Οθέλλους» από «Βασιλιάδες Ληρ»;

Η ανωτερότητα του Σαίξπηρ είναι ένα από τα ελάχιστα γνήσια ταμπού θέματα στις πολιτιστικές μας συζητήσεις. Πραγματικές αμφιβολίες δεν μπορούν να εγερθούν, παρ’ εκτός στο επίπεδο της οργισμένης διαστροφής (Τολστόι) ή της ευθυμίας και της επιδειξιμανίας (ο Σω στον Κυμβελίνο). Η άκρα ανισότητα του έργου του Σαίξπηρ, ο παιδαριώδης χαρακτήρας πολλών επεισοδίων και παρεκβάσεων, ιδιαίτερα στις κωμωδίες, η απεραντολογία κειμένων που οι σκηνοθέτες κόβουν σαν να πρόκειται για προφανές θέμα ρουτίνας, είναι προβλήματα που επισημαίνονται τρόπον τινά εν παρόδω. Η υπεροχή του σαιξπηρικού επιτεύγματος στο σύνολό του είναι τέτοια, ώστε να παραμερίζει, να μετατρέπει μάλιστα σε προτερήματα, πράγματα που σε κάθε άλλον συγγραφέα θα αποτελούσαν σοβαρές αποτυχίες. Εφόσον ο γελωτοποιός στον Οθέλλο είναι τόσο έκδηλα ανυπόφορος, απλώς τον παραλείπουν στον σχολιασμό και στις σκηνικές παραγωγές.

Μόνον ένας άνθρωπος, για τον οποίο η έκφραση των προσωπικών πεποιθήσεων αποτελεί ηθικό απόλυτο, μπορεί να καταγράψει τα θεμελιώδη σημεία αμηχανίας γύρω από τον γεννήτορα του Άμλετ ή του Ληρ. Στο έργο του Vermischte Bermerkungen («Σύμμεικτες Παρατηρήσεις») (δημοσιευμένο, είναι αλήθεια, μετά θάνατον) ο Λούντβιχ Βιτγκενστάιν σημειώνει ότι ποτέ δεν κατάφερε να «μπει στο νόημα... να καταλάβει» τον Σαίξπηρ. Οι φωνασκίες αυτού του καθολικού εκθειασμού τον γεμίζουν βαθιά δυσπιστία. «War er vielleicht eher ein Spmchschopfer als ein Dichter?» («Ήταν ίσως περισσότερο γλωσσοπλάστης παρά ποιητής;»). Αυτή η διάκριση είναι πολύ δύσκολο να μεταφραστεί. Πρόκειται, στην ουσία, για την διάκριση ανάμεσα σε έναν υπέρτατο δεξιοτέχνη και δημιουργό γλώσσας, εκφραστικών τεχνασμάτων, και σε αυτόν που το έργο του οδηγεί στην «αλήθεια». «Er ist nicht naturwahr», λέει ο Βιτγκενστάιν για τον Σαίξπηρ, «δεν αποδίδει πιστά την φύση» ή, ίσως, «η αλήθεια του δεν εί­ναι φυσική». Κανείς δεν θα μπορούσε να μιλήσει για την «μεγάλη καρδιά του Σαίξπηρ», όπως μπορούν να μιλούν για την «μεγάλη καρδιά του Μπετόβεν». Σύμφωνα με τον Βιτγκενστάιν, το «ευκίνητο χέρι» του Σαίξπηρ επινόησε, με απαράμιλλο τρό­πο, νέες «Naturformen der Sprache», «φυσικές μορφές» ή «είδη γλώσσας», μάλλον, παρά δημιούργησε ό,τι ο Βιτγκενστάιν θα αναγνώριζε ως ουσιαστικές, αληθείς παρουσίες.

Θα μας έπαιρνε, ίσως, πολύ χρόνο, για να διευκρινίσουμε με ακρίβεια τις παρατηρήσεις του Βιτγκενστάιν, να τις τοποθετήσουμε στο συνολικό πλαίσιο αναφοράς τους (αν και είναι ήδη έκδηλη η σχέση τους με την διάκριση του Κίρκεγκωρ ανάμεσα στο αισθητικό και το ηθικό, καθώς και οι τολστοϊκές απηχήσεις). Το ουσιαστικό, όμως, σημείο είναι το εξής: ο Βιτγκενστάιν αναγνωρίζει στον Σαίξπηρ μία μοναδική κυριαρχία στην γλώσσα. Αυτή η κυριαρχία δεν εξασφαλίζει, και μάλιστα ενδέχεται να αντιμάχεται, τον αγώνα για την «αλήθεια και την διατύπωσή της», είτε θεολογική είτε φιλοσοφική είναι αυτή η αλήθεια. Ο σαιξπηρικός κόσμος είναι αμερόληπτος, ίσως αδιάφορος, σε ό, τι αφορά τον Θεό. Είναι απομακρυσμένος από αυτό που θέτει ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, όταν λέει ότι «το θεολογικό» είναι, και στην γλώσσα και στην ύψιστη τέχνη, ο μόνος εγγυητής του βιωμένου νοήματος.

Στην ελληνική τραγωδία, η υπερβατική διάσταση είναι ουσιαστικότατη. Τόσο ο Αισχύλος, όσο και ο Σοφοκλής την αναπτύσσουν και την αντιμετωπίζουν ανοιχτά- στον Ευριπίδη ενίοτε υπονομεύεται, ενίοτε προβάλλει καταλυτική. Ο μύθος ενσαρκώνει το δυναμικό του ανέκκλητου, ενώ αναβάλλει, μέσω της αμφισημίας, της πλάνης και της σύγκρουσης, την εκπλήρωσή του. Στον μύθο υπάρχει πάντοτε μια «προσμονή» νοήματος, είτε μεσσιανικού είτε αντιμεσσιανικού - μάρτυς οι Βάκχες, μάρτυς ο ανώνυμος «Ευαγγελισμός» του μουσείου των Βρυξελλών, όπου, πίσω από την Παρθένο που λαμβάνει το μήνυμα του αγγέλου, υπάρχει μια εικόνα της σταύρωσης.

Αυτή η ανεκπλήρωτη προσδοκία γεννά την ελληνική τραγωδία και την καθιστά ανεξάντλητα ανοιχτή στις ανάγκες μας για κατανόηση. Ο Σαίξπηρ άντλησε τα θέματά του από την ιστορία, τις λαϊκές παραδόσεις, τον θρύλο, το παραμύθι, τα faits divers από χρονικά πάθους. Δεν χρησιμοποίησε τον μύθο, με προβληματική εξαίρεση το Τρωίλος και Χρυσηίδα. Κάποια θαυμαστή διαίσθηση τον εμπόδισε. Ο πλουραλισμός και η ευρύτητα των αντιλήψεών του, η κλίση του προς το κωμικοτραγικό, η προσοχή του προς το παιδί μέσα στον άνθρωπο αρνούνται κάθε ενοποίηση της πραγματικότητας, και μαζί της το ανυπόφορο μεγαλείο της μυθικής στιγμής. Η Ὀρέστεια, ο Οἰδίπους Τύραννος, η Ἀντι­γόνη, οι Βάκχες, αλλά και το Tristan und Isolde του Βάγκνερ βρίσκονται έξω από την καλειδοσκοπική, μη θρησκευτική ανθρωπότητα του Σαίξπηρ.

Ωστόσο, ο μύθος και η στράτευσή του στο υπερβατικό είναι που γεννά, που επιβάλλει, την δυναμική της επανεμφάνισης, της επανάληψης (repetition: αυτό το «να ξαναζητάς») μέσα στον χρόνο.

Η άλλη κατεύθυνση, την οποία θα ήθελα να ερευνήσω, είναι αυτή που σκιαγράφησα αδρά σε ένα προηγούμενο κεφάλαιο: η υπόθεσή μου ότι οι κύριοι ελληνικοί μύθοι είναι εντυπωμένοι στην εξέλιξη της γλώσσας μας και ιδιαίτερα των γραμματικών μας. Εάν η διαίσθησή μου είναι σωστή, και εδώ όλα μένουν προς απόδειξιν, όταν μιλάμε, μιλάμε με οργανικά υπολείμματα του μύθου. Εξ ου και η ενδημική παρουσία στην νοοτροπία και τον πολιτισμό μας του Οιδίποδα και της Ελένης, του Έρωτα και του Θανάτου, του Απόλλωνα και του Διονύσου.

Πρόκειται, όμως, για εικασίες και για βιβλία που δεν έχουν ακόμη γραφεί. Το μόνο, για το οποίο μπορώ να είμαι βέβαιος, είναι το εξής: αυτό που προσπάθησα να πω, χρειάζεται κιόλας προσθήκες. Αυτή την στιγμή οι άνθρωποι φαντάζονται, σκάφτονται, ζουν νέες «Αντιγόνες»· το ίδιο θα συμβαίνει και αύριο.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου