Κυριακή 30 Μαΐου 2021

Η Ελληνική Αρχαιότητα: ΙV. ΡΩΜΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ 8. Η ύστερη αρχαιότητα

8.3. Για να διάκειται ευμενώς η θεότητα στην αυτοκρατορία


Με τον Μάρκο Αυρήλιο και τον γιο του Κόμμοδο (180-192) η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έφτασε στη μέγιστη ευημερία της. Ύστερα, τον 3ο αιώνα, άρχισε να κλυδωνίζεται και να βυθίζεται σε μια βαθιά και συνολική κρίση. Οι περισσότεροι αυτοκράτορες παρέμεναν για μικρό διάστημα στην εξουσία και πέθαιναν δολοφονημένοι ή σκοτωμένοι στα πεδία των μαχών. Σε ορισμένες επαρχίες αυτοανακηρύσσονταν ανεξάρτητοι τοπικοί ηγεμόνες. Ο στρατός δεν υπηρετούσε πλέον τη νομιμότητα ή τα συμφέροντα της αυτοκρατορίας, αλλά τις πολιτικές φιλοδοξίες των διοικητών του. Στο μεταξύ αδυνατούσε να παίξει τον βασικό του ρόλο: να προστατεύει τα σύνορα.

Διάφορα γερμανικά φύλα διάβαιναν τον Ρήνο και τον Δούναβη, προκαλώντας μεγάλες καταστροφές. Εισβολείς έφταναν συχνά στη Γαλατία, την Ιταλία, την Ιλλυρία, τη Θράκη, την Ελλάδα και τη Μικρά Ασία. Την ίδια εποχή, την ανατολική Μεσόγειο τη λυμαίνονταν πάλι πειρατές. Ο μεγαλύτερος ωστόσο κίνδυνος προερχόταν από την Ανατολή. Γύρω στο 226 η παρθική δυναστεία των Αρσακιδών ανατράπηκε, και στη θέση της θεμελιώθηκε η νέα περσική δυναστεία των Σασανιδών. Οι Πάρθοι και οι Πέρσες ήταν λαοί συγγενικοί με κοινή θρησκεία τον ζωροαστρισμό, ανανεωμένη εκδοχή της παλαιάς περσικής λατρείας, μέσα από την οποία είχε αναδειχτεί και ο θεός Μίθρας. Αλλά οι Σασανίδες εμφανίστηκαν ορμητικότεροι και άρχισαν να διεκδικούν με πείσμα την παλαιά αυτοκρατορία του Δαρείου. Ο Σαπώρης Α' (241-272) κατέκτησε τις περισσότερες πόλεις της Συρίας και μαζί, για ένα διάστημα, τη μεγάλη Αντιόχεια.

Στις συνθήκες αυτές ανέλαβε την εξουσία στη Ρώμη ο Δέκιος (249-251), ο οποίος, προσπαθώντας να προσδώσει στην αυτοκρατορία ένα αίσθημα ομοψυχίας και να εξευμενίσει τους θεούς, είχε διατάξει το σύνολο του πληθυσμού να προσφέρει θυσίες στους παραδοσιακούς θεούς - με τραγικές συνέπειες για τους χριστιανούς. Ο ίδιος σκοτώθηκε σε μάχη εναντίον των Γότθων, και έγινε έτσι ο πρώτος αυτοκράτορας που πέθανε πολεμώντας. Λίγο αργότερα ο αυτοκράτορας Βαλεριανός (253-260) επιτέθηκε εναντίον των Περσών. Ηττήθηκε και αυτός, αιχμαλωτίστηκε και πέθανε ταπεινωμένος στα χέρια του Σαπώρη.

Οι μεγάλες ανάγκες του στρατού απαιτούσαν υψηλές δαπάνες, αλλά η οικονομία δεν ήταν πια ανθηρή. Μια αλόγιστη αύξηση της φορολογίας ήταν ασύνετη επιλογή. Προκρίθηκε έτσι, ως απλούστερη λύση, η υποτίμηση του νομίσματος. Τα αργυρά και χρυσά νομίσματα νοθεύονταν με ευτελή μέταλλα και προσφέρονταν σε μεγαλύτερη αφθονία. Αλλά η πρακτική αυτή οδήγησε σε έναν καλπάζοντα και ανεξέλεγκτο πληθωρισμό. Οι τιμές των αγροτικών προϊόντων εκτινάχθηκαν στα ύψη. Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να δυσχέρανε τη θέση των ιδιοκτητών γης, αλλά δεν τους κατέστρεψε· ορισμένους μάλιστα τους ωφέλησε. Οι έμποροι και οι τεχνίτες αναπροσάρμοσαν τις τιμές τους. Οι μισθωτοί ωστόσο, και μάλιστα οι κρατικοί υπάλληλοι και οι στρατιώτες, αμείβονταν πλέον με υποτιμημένο νόμισμα. Οι αυξημένες απαιτήσεις τους για να καλύψουν τις απώλειες οδηγούσαν σε νέες υποτιμήσεις και νέο πληθωρισμό.

Για να ανταποκριθεί στη βασική ανάγκη σίτισης του στρατού, η διοίκηση υποχρεώθηκε να εισπράττει όλο και περισσότερους φόρους σε είδος. Η φορολογία, που είχε οδηγήσει στον εκχρηματισμό της αυτοκρατορίας, την οδηγούσε πάλι πίσω σε μια ανταλλακτική οικονομία. Εκτός από τις επιδρομές, τη γενική κατάσταση επιδείνωσαν οι αυθαιρεσίες των στρατιωτών και οι συμμορίες των ληστών. Σε πολλές επαρχίες διαταράχτηκε η βασική αγροτική παραγωγή και μεγάλες εκτάσεις γης παρέμεναν ακαλλιέργητες. Εξάλλου, στο τέλος του 2ου αιώνα είχε ξεσπάσει ένας από τους χειρότερους λοιμούς στην αρχαιότητα, αποδεκατίζοντας μεγάλο μέρος του πληθυσμού.

Η γενική ανασφάλεια που προκαλούσε η συνεχής διαδοχή των αυτοκρατόρων, οι επιδρομές και η οικονομική δυσπραγία διατάραξαν την κοινωνική συνοχή που είχε επιτευχθεί μέσα σε δύο αιώνες ρωμαϊκής κυριαρχίας. Η στρατολόγηση νέων ανδρών έγινε δυσχερής. Για πολλές ανώτερες θέσεις δεν βρίσκονταν κατάλληλοι άνδρες. Ιδιαιτέρως κλονίστηκαν οι τοπικές βουλές, που εξασφάλιζαν την είσπραξη των φόρων και την κοινωνική τάξη για λογαριασμό των ρωμαϊκών αρχών. Πολλά από τα μέλη τους πιέστηκαν σε τέτοιο βαθμό, ώστε αδυνατούσαν να επιτελέσουν τα καθήκοντά τους και να αναλάβουν τα δημόσια έξοδα που προβλέπονταν από το αξίωμά τους.

Την έξοδο από την κρίση ανέλαβε ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός (284-305), ο οποίος αποκατέστησε τη σταθερότητα σε όλους τους βασικούς τομείς. Όπως πολλοί άλλοι πριν από αυτόν, αναδείχθηκε στο ύπατο αξίωμα με πραξικόπημα, αλλά, σε αντίθεση με τους περισσότερους, κατάφερε να διατηρηθεί στη θέση του για περισσότερα από 20 χρόνια. Αυτό ήταν ίσως το μεγαλύτερό του επίτευγμα. Επιπλέον, σχεδίασε και εκτέλεσε ένα τεράστιο μεταρρυθμιστικό έργο: αύξησε τον στρατό, ανόρθωσε την οικονομία και αναδιοργάνωσε τις επαρχίες και τη διοίκηση. Με νομοθετικές πράξεις άρχισε να προσδένει τους αγρότες στη γη που καλλιεργούσαν και να επιβάλλει την κληρονομική διαδοχή σε διάφορα επαγγέλματα. Το επάγγελμα των στρατιωτών άρχισε να γίνεται και αυτά κληρονομικό, όπως επίσης η βουλευτική ιδιότητα. Σε όλη τη μακρά θητεία του ο Διοκλητιανός βρισκόταν συνεχώς σε κίνηση, επιθεωρώντας και επιβλέποντας. Την πορεία του ακολουθούσε, όπου πήγαινε, ένα μεγάλο μέρος της διοίκησης. Μια αυστηρή τελετουργία επιβλήθηκε στις εμφανίσεις του, καθιστώντας τον αυτοκράτορα περισσότερο δεσπότη ανατολικού τύπου παρά πρώτο πολίτη.

Προς το τέλος της θητείας του ο Διοκλητιανός ξεκίνησε και οργανωμένους διωγμούς εναντίον των χριστιανών. Σκέφτηκε ενδεχομένως ότι ακόμη και στον θρησκευτικό τομέα ήταν αναγκαία η ενότητα της αυτοκρατορίας. Όπως σε όλες του τις μεταρρυθμίσεις, από τη στιγμή που συνέλαβε αυτό το σχέδιο προσπάθησε να το ολοκληρώσει με συνέπεια και αποτελεσματικότητα. Εξαιτίας της έντασης και της διάρκειάς τους οι διωγμοί που εξαπέλυσε ονομάστηκαν Μεγάλοι.

Ο Διοκλητιανός προώθησε επίσης ένα τελείως καινοτόμο σχέδιο στο ζήτημα της αυτοκρατορικής διαδοχής. Με τη λεγόμενη τετραρχία που επινόησε κυβερνούσαν μαζί δύο αυτοκράτορες, που αποκαλούνταν αύγουστοι: ο ένας στο δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας και ο άλλος στο ανατολικό. Καθένας τους είχε από έναν βοηθό, που έφερε τον τίτλο του καίσαρα. Το δεύτερο σημαντικό επίτευγμα του Διοκλητιανού, μετά τη μακρά παραμονή του στην εξουσία, ήταν ότι τη μοιράστηκε με έναν συναύγουστο και ότι οι δύο μαζί την παρέδωσαν, όταν έκριναν ότι είχε έρθει η κατάλληλη στιγμή, στους καίσαρές τους. Ήταν οι πρώτοι Ρωμαίοι αυτοκράτορες που παραιτήθηκαν οικειοθελώς. Ο Διοκλητιανός έζησε την υπόλοιπη ζωή του τιμημένος, αλλά χωρίς επίσημο τίτλο.

Το μεταρρυθμιστικό και ανορθωτικό έργο του Διοκλητιανού συνεχίστηκε με τον Κωνσταντίνο (307-337) - με ορισμένες σημαντικές διαφορές. Ο Κωνσταντίνος αναδείχθηκε μέσα από τον θεσμό της τετραρχίας, παραβιάζοντας ωστόσο όλους τους κανόνες του. Το 307 ανακηρύχθηκε μόνος του αύγουστος. Το 312 νίκησε στη Μουλβία Γέφυρα έξω από τη Ρώμη τον ανταγωνιστή του Μαξέντιο (306-312) και κυριάρχησε σε ολόκληρο το δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας. Έναν χρόνο αργότερα συναντήθηκε στα Μεδιόλανα με τον αύγουστο του ανατολικού τμήματος, τον Λικίνιο, και σχεδίασαν μαζί τον τρόπο με τον οποίο θα διοικούσαν την αυτοκρατορία. Συμφώνησαν επίσης στη θρησκευτική πολιτική που θα έπρεπε να ακολουθήσουν. Στη διακήρυξή τους περιλαμβάνονταν και τα ακόλουθα:

Κρίναμε ότι μεταξύ των άλλων ζητημάτων που θα ωφελούσαν τους πάντες, πρώτο και κύριο επιβαλλόταν να ρυθμιστεί εκείνο που σχετίζεται με τον σεβασμό προς το Θείον· δηλαδή να χορηγήσουμε στους χριστιανούς, καθώς και σε όλους τους άλλους, την ελευθερία να ακολουθούν οποιαδήποτε θρησκεία επιθυμεί ο καθένας, ώστε, οποιαδήποτε και αν είναι η θεότης και η ουράνια δύναμη, να διάκειται ευμενώς απέναντί μας και απέναντι όλων εκείνων που βρίσκονται υπό την εξουσία μας.

Το 324 ο Κωνσταντίνος στράφηκε εναντίον του Λικίνιου και ύστερα από σκληρές και πολύνεκρες μάχες τον νίκησε, απομένοντας μοναδικός αυτοκράτορας. Αμέσως σχεδόν αποφάσισε να ιδρύσει μια νέα πρωτεύουσα στη θέση του Βυζαντίου, που την ονόμασε Κωνσταντινούπολη. Την οχύρωσε και εγκατέστησε σε αυτή μια νέα Σύγκλητο, κάνοντας τα επίσημα εγκαίνια το 330. Κατάφερε να σταθεροποιήσει το νόμισμα καλύτερα από τον Διοκλητιανό, δημιουργώντας το χρυσό σολδίον, που διατήρησε την αξία του για αιώνες. Υπήρξε επίσης καινοτόμος στον στρατιωτικό τομέα, επιλέγοντας έναν πιο ευέλικτο, οικονομικότερο και συχνά αποτελεσματικότερο τρόπο άμυνας. Προς το τέλος της μακράς του θητείας άρχισε να προετοιμάζει μια εκστρατεία εναντίον των Περσών, αλλά πέθανε το 337 χωρίς να την πραγματοποιήσει. Λίγο πριν από τον θάνατό του βαπτίστηκε χριστιανός. Αποτιμώντας τη ζωή και τα έργα του, ο πολυδιαβασμένος και πολυγραφότατος επίσκοπος Καισαρείας Ευσέβιος (περ. 263-339) τον σύγκρινε με τον Κύρο, τον θεμελιωτή της Περσικής Αυτοκρατορίας, και με τον Αλέξανδρο, για την παγκόσμια απήχηση που αξιώθηκε. Ο Κωνσταντίνος, κατά την κρίση του, ξεπερνούσε κατά πολύ και τους δύο. Πέρα από την οικουμενική αυτοκρατορία που κατέκτησε και διοίκησε, είχε βάλει τα θεμέλια και για μια οικουμενική θρησκεία.

Ο Κωνσταντίνος αναμείχθηκε από νωρίς ενεργά στις υποθέσεις της χριστιανικής Εκκλησίας. Όπως πολλοί προκάτοχοί του, πίστευε και αυτός ότι η θεϊκή επίνευση ήταν αναγκαία για την ευημερία της αυτοκρατορίας και την προσωπική του επιτυχία. Αλλά σε αντίθεση με αυτούς, δεν προσπάθησε να αφομοιώσει τους χριστιανούς στο παραδοσιακό θρησκευτικό σύστημα. Από νωρίς οδηγήθηκε στην πεποίθηση ότι οι χριστιανοί ήταν αυτοί που λάτρευαν τον πραγματικό Θεό και ότι η ευσέβεια προς αυτόν μπορούσε να ενώσει την αυτοκρατορία και να καταστήσει τον ίδιο ακαταμάχητο. Καθώς κυριαρχούσε στο δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας, έδινε εντολή προς τους αξιωματούχους του να ενισχύσουν τους χριστιανούς ποικιλοτρόπως, διοχετεύοντας στους άλλοτε διωκόμενους ταγούς τους μεγάλα χρηματικά ποσά. Σε ανταπόδοση των πολλών του ευεργεσιών, ο Κωνσταντίνος ανέμενε την ευγνωμοσύνη και τη συμπαράσταση της χριστιανικής Εκκλησίας.

Με μεγάλη έκπληξη και δυσαρέσκεια διαπίστωσε γρήγορα ότι οι χριστιανοί δεν ήταν ενωμένοι, όπως τους φανταζόταν. Ήδη στην Αφρική ένα πολύ μεγάλο τμήμα είχε αποκοπεί από την καθολική Εκκλησία, θεωρώντας πολύ ελαστικούς τους όρους με τους οποίους γίνονταν πάλι αποδεκτοί οι πεπτωκότες, δηλαδή όσοι είχαν αρνηθεί την πίστη τους στους μεγάλους διωγμούς. Παρά τις προσπάθειές του, το σχίσμα των δονατιστών, όπως ονομάστηκε, παρέμενε αγεφύρωτο. Εφόσον η δύναμη του χριστιανισμού στηριζόταν στην εσωτερική του συνοχή και πειθαρχία, ο Κωνσταντίνος σκέφτηκε να επιβάλει την ενότητα με τη βία. Αλλά ενώ οι πιέσεις του έπαιρναν τον χαρακτήρα θρησκευτικών διωγμών, αποδεικνύονταν αναποτελεσματικές.

Κυριαρχώντας στο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας, βρήκε τους χριστιανούς ακόμη πιο διχασμένους, αυτή τη φορά γύρω από σημαντικά δογματικά ζητήματα. Για να αποκαταστήσει την ενότητα της Εκκλησίας, συγκάλεσε το 325 μια Σύνοδο στη Νίκαια, που έλαβε οικουμενικό χαρακτήρα, εφόσον προσκεκλημένοι ήταν όλοι οι επίσκοποι - και όπου πράγματι συγκεντρώθηκε ένας σημαντικός αριθμός. Εκτός από τα δογματικά ζητήματα, η Σύνοδος όφειλε να εξασφαλίσει την ενότητα και σε ζητήματα λατρείας, επιλέγοντας κοινή ημέρα για τον εορτασμό του Πάσχα σε ολόκληρη την αυτοκρατορία. Με την προσωπική παρέμβαση του αυτοκράτορα, η Σύνοδος κατέληξε σε αποφάσεις και υιοθέτησε ένα Σύμβολον Πίστεως, που κωδικοποιούσε βασικές αρχές του χριστιανισμού. Όσοι δεν το αποδέχτηκαν στο σύνολό του, όπως ο Άρειος και οι οπαδοί του, εξορίστηκαν.

Η ενότητα της Εκκλησίας αποδείχθηκε βραχύβια. Ο Άρειος επανήλθε και οι συγκρούσεις στο εσωτερικό του χριστιανισμού έγιναν οξύτερες. Όπως διαπίστωσαν ο Κωνσταντίνος και οι διάδοχοί του, ο χριστιανισμός ήταν ταυτοχρόνως μια τεράστια δύναμη συνοχής αλλά και διχασμού της αυτοκρατορίας. Οι δογματικές διαφωνίες, που συμπαρέσυραν επισκόπους και απλούς πιστούς σε πράξεις ακραίας βίας, διαδέχονταν διαρκώς η μία την άλλη. Τα μεγαλύτερα θρησκευτικά πάθη εκδηλώνονταν στο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας, εκεί που κυριαρχούσε το ελληνικό στοιχείο και υπήρχε μακρά παράδοση φιλοσοφικών συζητήσεων, όμως και στη Ρώμη η επιλογή του επισκόπου μπορούσε να οδηγήσει σε αιματηρές συγκρούσεις. Στο μεταξύ, από την εποχή του Κωνσταντίνου άρχισαν να εκδίδονται νόμοι και διατάγματα που καθιστούσαν την παραδοσιακή λατρεία δυσχερή. Ένα από τα πρώτα μέτρα ήταν η απαγόρευση της «τρέλας των θυσιών» - όπως αποκαλούσαν πλέον οι αυτοκράτορες την άσκηση της παραδοσιακής λατρείας. Λίγο αργότερα, ακόμη και η απλούστερη έκφραση ευσέβειας προς τους προγονικούς θεούς μπορούσε να επισύρει τη θανατική καταδίκη.

Με τον θάνατο του Κωνσταντίνου η αυτοκρατορία μοιράστηκε στους τρεις γιους του. Προκειμένου να μην υπάρξει αμφισβήτηση στη διαδοχή, διατάχθηκε η σφαγή όλων των αρρένων συγγενών του. Σώθηκαν μόνο δύο ανεψιοί που βρίσκονταν σε παιδική ηλικία. Αλλά και οι γιοι του Κωνσταντίνου αλληλοεξοντώθηκαν, και τελικώς το 353 ο Κωνστάντιος Β' (337-361) απέμεινε μονοκράτορας. Αυτός συνέχισε τη γενική πολιτική του πατέρα του, αλλά υποστήριξε με επιθετικότερο τρόπο τον χριστιανισμό, και μάλιστα στην αρειανή εκδοχή του, εκδίδοντας νόμους με τους οποίους ζητούσε να σταματήσει η «ψευδής πίστη».

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου