Κυριακή 7 Μαρτίου 2021

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΣΤΟΝ ΤΙΜΑΙΟ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ

ΟΙ ΠΛΑΤΩΝΙΚΕΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

Ο Πλά­των, πε­ρι­γρά­φον­τας στόν Τί­μαι­ο τή δη­μι­ουρ­γί­α καί τή δο­μή τοῦ χρό­νου, στο­χεύ­ει νά το­νί­σει τήν ἑ­νό­τη­τα (καί τήν πα­ράλ­λη­λη ὕπαρξη) τοῦ κό­σμου τῶν Ἰδεῶν μέ τόν αἰ­σθη­τό κό­σμο. Κοι­νά στοι­χεῖ­α, ἀ­γω­γά: αἰ­ώ­νι­ον καί ἕν.

1. Ὁ κό­σμος τῶν Ἰδεῶν καί ὁ Χρό­νος.

Ὁταν ὁ Τί­μαι­ος, ἡ persona τοῦ Πλά­τω­νος στόν ὁ­μώ­νυ­μο δι­ά­λο­γο, ἀρ­χί­ζει τήν πε­ρι­γρα­φή τῆς γέ­νε­σης τοῦ κό­σμου,[2] χα­ρα­κτη­ρί­ζει τόν κό­σμο τῶν Ἰδεῶν, τό Πα­ρά­δειγ­μα, ὄν ἀ­εί, γέ­νε­σιν δέ οὐκ ἔ­χον νο­ή­σει με­τά λό­γον πε­ριλη­πτόν, ἀ­εί κα­τά ταῦ­τα ὄν. Δη­λα­δή, ἐ­κεῖ­νο πού πάν­το­τε ὑ­πάρ­χει δέν ἔ­χει γέ­νε­ση, γί­νε­ται ἀν­τι­λη­πτό ἀ­πό τή νό­η­ση μέ συλ­λο­γι­σμό, δι­ό­τι εἶ­ναι καί ὑ­πάρ­χει πάν­το­τε κα­τά τόν ἴ­διο τρό­πο.[3]

Ἀ­εί, λοι­πόν, παν­το­τι­νό τό Πα­ρά­δειγ­μα· τοῦ ἀ­πο­νέ­μει δη­λα­δή, πρω­θύ­στε­ρα, μι­ά ἔν­νοι­α πού σχε­τί­ζε­ται μέ τόν Χρό­νο, ὁ ὁ­ποῖος πρό­κει­ται νά δημι­ουρ­γη­θεῖ. Οἱ αἰ­ώ­νι­ες μορ­φές, Οἱ Ἰ­δέ­ες, δι­αρ­κοῦν «πάν­το­τε», ἀ­ναλ­λοί­ω­τες. Στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὅμως, ἄν καί τό «πάν­το­τε» ὁ­ρί­ζε­ται ἀ­πό τά λε­ξι­κά ὡς χρο­νι­κός προσ­δι­ο­ρι­σμός, ἡ με­γά­λη πο­σό­τη­τα τοῦ χρό­νου πού προσ­δί­δει, ἡ ἄ­πει­ρη πο­σό­τη­τα, αἴ­ρει τήν προσ­δι­ο­ρι­στι­κή ἰ­δι­ό­τη­τά του: τό πάν­το­τε εἶ­ναι αὐτό πού ἀ­κυ­ρώ­νει τό «πο­λύ». Ἡ αἰ­ω­νι­ό­τη­τα δέν δη­λώ­νει συγ­κε­κρι­μέ­νη πο­σό­τη­τα χρό­νου, ἀλ­λά εἶ­ναι αὐτό πού προ­ϋ­πάρ­χει καί πε­ρι­κλεί­ει τόν Χρό­νο· ἡ ἔν­νοι­α τοῦ γη­ρά­σκειν, πού ση­μαί­νει ὅτι προ­στί­θεν­ται δι­αρ­κῶς χρό­νι­α, δέν ἀ­να­φέ­ρε­ται στά ἀ­εί ὄντα πού μέ­νουν κα­τά τ­αυ­τά.[4] Ἄ­ρα τό ἀ­εί εἶ­ναι χρό­νος πού πε­ρι­λαμ­βά­νει ὅ­λον τόν Χρό­νο. Δέν εἶ­ναι προσ­δι­ο­ρι­σμός πέ­ρα ἀ­πό τό «πο­λύ», ἀλ­λά δι­α­φο­ρε­τι­κός, σέ ἄλ­λο ἐ­πί­πε­δο. Ὁ,­τι ὑ­πάρ­χει ἀ­εί δέν μπο­ρεῖ νά ὑ­πάρ­χει «ἐ­πί πο­λύ», δέν μπο­ρεῖ δη­λα­δή νά με­τρι­έ­ται, καί δέν χω­ρί­ζε­ται.

'Ο Cherniss[5] ὑ­πο­στή­ρι­ξε ὅτι ἡ λέ­ξη ἀ­εί στόν Πλά­τω­να, ὅταν ἀ­να­φέ­ρεται σέ αἰ­ώ­νι­ες μορ­φές, στε­ρεῖ­ται δι­άρ­κει­ας. Χρη­σι­μο­ποί­η­σε ὡς ἐ­πι­χεί­ρη­μα τό σχό­λι­ο τοῦ Πρόκλου (Εἰς Τίμ. 239, 2-6 ἔκ­δο­ση Diehl): ἄλ­λο γάρ τό ἀ­εί τό χρο­νι­κόν καί ἄλ­λο τό αἰ­ώ­νι­ον τό μέν ἀ­θρό­ως πᾶν ὄν, τό δέ τῇ ὅλῃ συ­νε­χείᾳ τοῦ χρό­νου συνε­κτει­νό­με­νον καί ἄ­πει­ρον, τό μέν ἐν τῷ νῦν, τό δέ ἐν δι­α­στά­σει, τῆς δι­α­στά­σε­ως ἀ­κα­τά­λη­κτου τυγ­χα­νού­σης καί ἀ­εί γι­γνο­μένης. 'Ο Whittaker[6] ὅμως, μέ ἐ­παρ­κῆ κα­τά τή γνώ­μη μου ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα, ἀ­πέ­δει­ξε ὅτι σέ ὅλο τό Πλα­τω­νι­κό corpus ἡ λέ­ξη ἀ­εί δη­λώ­νει δι­άρ­κει­α.[7] Που­θε­νά δέν ἐμ­φα­νί­ζε­ται νά ἔ­χει ἕ­να «ἔ­ξω­χρο­νι­κο» νό­η­μα.[8]

Ἐκτός ὅμως ἀ­πό τό «παν­το­τι­νό» Πα­ρά­δειγ­μα, καί ὁ κό­σμος ποι­εῖ­ται ὡς μέ­νον­τος αἰῶ­νος αἰ­ώ­νι­ον εἰ­κό­να, ὅν χρό­νον ὠ­νο­μά­κα­μεν.[9] Ό Robinson[10] ἔ­χει κα­τα­λή­ξει, με­τά τήν ἀ­νά­λυ­ση τῶν λέ­ξε­ων ἀΐ­δι­ος, αἰ­ώ­νι­ος, δι­αι­ώ­νι­ος, νά θε­ω­ρεῖ ὅτι τό αἰ­ώ­νι­ος εἶ­ναι μᾶλ­λον Πλα­τω­νι­κός ὅρος, ὁ ὁποῖος χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται γιά νά προσ­δι­ο­ρί­σει τή δι­άρ­κει­α τό­σο τῶν Ἰδεῶν ὅσο καί τοῦ δη­μι­ουρ­γη­μέ­νου κό­σμου. Πι­στεύ­ει ὅτι ὁ Πλά­των δέν εἶ­χε στή δι­ά­θε­σή του κα­θι­ε­ρω­μέ­νη φι­λο­σο­φι­κή ὁ­ρο­λο­γί­α ὅταν ἀ­νέ­πτυσ­σε τή θε­ω­ρί­α του πε­ρί χρό­νου. 'Ο Taran[11] ὑ­πο­στη­ρί­ζει ὅμως ὅτι εἶναι ἄ­γο­νη ἡ προ­σκόλ­λη­ση στήν ἀ­νά­λυ­ση τῆς πλα­τω­νι­κῆς ὁ­ρο­λο­γί­ας, δε­δο­μέ­νου ὅτι καί ὁ Πλά­των τήν ἀρνεῖ­ται,[12] καί εἶναι προ­φα­νές ὅτι στή φρά­ση αἰ­ώ­νι­ος εἰ­κό­να τῆς αἰ­ω­νί­ου φύσε­ως τό αἰ­ώ­νι­ος δέν μπο­ρεῖ νά ση­μαί­νει καί τίς δύ­ο φο­ρές τό ἴ­διο πράγμα, ἀφοῦ ὁ κό­σμος δέν μπο­ρεῖ νά ἔ­χει τήν ἴ­δια αἰ­ω­νι­ό­τη­τα πού χα­ρα­κτη­ρί­ζει τό πρό­τυ­πό του, ἄ­ρα μέ τόν ἴδι­ο ὅρο ση­μαί­νον­ται δύ­ο κα­τα­στά­σεις. Νο­μί­ζω ὅτι, ὅπως πρε­σβεύ­ει ὁ Robinson, ὄν­τως τό αἰ­ώ­νι­ος εἶ­ναι πλα­τω­νι­κός ὅρος·[13] ὄ­χι ὅμως ἐ­πει­δή δέν εἶ­χε ὁ Πλά­των στή δι­ά­θε­σή του ἐ­πι­στη­μο­νι­κή ὁ­ρο­λο­γί­α πού θά ἔκα­νε εὐ­κρι­νέ­στε­ρη τή δι­ά­κρι­σή του: δέν πρό­κει­ται πε­ρί ἀ­τα­ξί­ας στήν ὁ­ρο­λο­γί­α· ὁ κοι­νός χρο­νι­κός προσ­δι­ο­ρι­σμός αἰ­ώ­νι­ος χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται γιά νά πε­ρι­γρά­φει, ὡς σύ­νο­λο, τήν κοι­νή ὕ­παρ­ξη τοῦ κό­σμου τῶν Ἰδεῶν καί τοῦ Δη­μι­ουρ­γη­μέ­νου Κό­σμου, πού δι­έ­πον­ται ἀ­πό τή σχέ­ση πρό­τυ­πο-ὁ­μοί­ωμα. Ἡ αἰ­ω­νι­ό­τη­τα, ἡ ἰ­δι­ό­τη­τα τήν ὁ­ποί­α ἀ­πο­δί­δει στόν δη­μι­ουρ­γη­μέ­νο κό­σμο ὁ Τί­μαι­ος-Πλά­των, εἶναι ἀ­κρι­βῶς ἡ αἰ­ω­νι­ό­τη­τα, ἡ ἀ­φθαρ­σί­α τοῦ κό­σμου τῶν ἰ­δε­ῶν ὅπως ἀν­τι­στοι­χεῖ στή μορ­φή τοῦ αἰ­σθη­τοῦ κό­σμου. Τό ἀΐ­δι­ον, πού χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε γιά νά χα­ρα­κτη­ρί­σει τό πρό­τυ­πο, εἰ­κο­νί­στη­κε καί δι­α­σώ­θη­κε στό γεν­νη­τόν. Θά πα­ρα­κο­λου­θή­σου­με πῶς.

2. Ἡ Δη­μι­ουρ­γί­α καί ἡ ὕ­λη τοῦ Κό­σμου.

Στήν ἀρ­χή τοῦ δι­α­λό­γου ὑ­πάρ­χει ἡ βα­σι­κή ἐ­πι­φύ­λα­ξη καί προ­ει­δο­ποί­η­ση: Ἡ συ­ζή­τη­ση ἀφορᾶ τή γέν­νη­ση τοῦ κό­σμου καί ὄ­χι τῶν θε­ῶν, δι­ό­τι:

«Τόν μέν οὖν ποι­η­τήν καί πα­τέ­ρα τοῦδ­ε τοῦ παν­τός εὑ­ρεῖν ἔρ­γον καί
εὑ­ρόν­τα εἰς πάν­τας ἀ­δύ­να­τον λέ­γειν
».[14]

Γιά τόν Κό­σμο λοι­πόν, στό ἐ­δά­φι­ο 29e-30a πλη­ρο­φο­ρού­μα­στε:

«Ἐ­πει­δή ὁ Θε­ός θέ­λη­σε ὅλα νά εἶ­ναι ἀ­γα­θά καί τί­πο­τε ἀ­τε­λές, κα­τά τό δυ­να­τόν, ἔ­τσι ἀφοῦ πα­ρέ­λα­βε ὅλο ὅ,τι ἦ­ταν ὁ­ρα­τό, πού δέν βρι­σκό­ταν σέ ἡ­συ­χί­α ἀλ­λά κι­νοῦν­ταν πλημ­με­λῶς καί μέ ἀ­τα­ξί­α, σέ τά­ξη τό ὁ­δή­γη­σε ἀ­πό τήν ἀ­τα­ξί­α, ἐ­πει­δή θε­ώ­ρη­σε ὁ­πωσ­δή­πο­τε κα­λύ­τε­ρη αὐ­τή ἀ­πό τήν ἄλ­λη κα­τά­στα­ση».

Ὁ Θε­ός θέ­λη­σε νά δη­μι­ουρ­γή­σει τόν κό­σμο, ἀλλά εἶ­χε τά ὑ­λι­κά ἕ­τοι­μα! Καί μά­λι­στα τέ­τοιου εἴ­δους πού μό­νον κα­τά δύ­να­μιν μπο­ροῦ­σε νά τά δι­α­μορ­φώ­σει. Ὁ­μως τό κα­τά δύ­να­μιν δέν πρέ­πει νά ἐρ­μη­νευ­θεῖ ὡς προσ­δι­ο­ρι­σμός τῶν δυ­να­το­τή­των τοῦ Δη­μι­ουρ­γοῦ, δέν ση­μαί­νει πο­σόν δύ­να­μης τοῦ δη­μι­ουρ­γοῦ, δέν ἔ­κα­νε ὁ δη­μι­ουρ­γός ὅ,τι μπο­ροῦ­σε· εἶ­ναι προσ­δι­ο­ρι­σμός τοῦ τρό­που δρά­σης, ἔ­κα­νε ὁ δη­μι­ουρ­γός ὅπως μπο­ροῦ­σε, ἀ­νά­λο­γα μέ τό ὑ­λι­κό του. Τό ὁποῖο, ὅπως πλη­ρο­φο­ρού­μα­στε στό 37d2 θέ­λη­σε, πά­λι εἰς δύ­ναμιν, νά τό κά­νει ἴδιο μέ τό αἰ­ώ­νι­ο πα­ρά­δειγ­μα. Ἄ­φοῦ ὅμως αὐτό ἦ­ταν γεννη­τό δέν μπο­ροῦ­σε νά εἶναι αἰ­ώ­νι­ο. Τό κα­τά δύ­να­μιν, λοι­πόν, ὅπως καί τό εἰς δύ­να­μιν ἀ­να­φέ­ρον­ται στίς δυ­να­τό­τη­τες πού πα­ρέ­χει τό ἴδιο τό διαμορ­φού­με­νο. Ἡ πρό­θε­ση τοῦ δη­μι­ουρ­γοῦ εἶ­ναι ἡ ὁ­μοι­ό­τη­τα.[15] Ἀ­πό­λυ­τη ἐ­ξο­μοί­ω­ση δέν μπο­ρεῖ νά ἐ­πι­τύ­χει, δη­μι­ουρ­γεῖ ὅμως τήν «αἰ­ώ­νι­α», μέ τόν δι­κό της τρό­πο, ἀ­νά­λο­γα μέ τίς δι­κές της δυ­να­τό­τη­τες, «εἰ­κό­να».

Ὁ δη­μι­ουρ­γός, λοι­πόν, ἀ­πό τό πα­ρα­πά­νω κι­νού­με­νον, δη­μι­ούρ­γη­σε ἕ­να οὐ­ρα­νο. Δι­ό­τι, δη­μι­ουρ­γη­μέ­νος σύμ­φω­να μέ τό πα­ρά­δειγ­μα (31a-b), καί γιά νά εἶ­ναι ὅμοι­ος μέ αὐτό (κα­τά τήν μό­νω­σιν ὅμοι­ον ᾗ τῷ παν­τε­λεῖ ζῴῳ­[16]) ἔ­πρε­πε νά εἶ­ναι ἕ­νας. Πα­ρα­κά­τω, στό ἐ­δά­φι­ο 32d-33a, ὅπου πε­ρι­γρά­φε­ται ὅτι ὁ κό­σμος ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πό τέσ­σε­ρα στοι­χεῖ­α τά ὁ­ποῖα προϋ­πῆρ­χαν τοῦ προ­κο­σμι­κοῦ χά­ους, το­νί­ζε­ται ὅτι στόν δη­μι­ουρ­γη­μέ­νο κό­σμο ἔ­χει πε­ρι­λη­φθεῖ ὅλη ἡ φω­τιά, ὅλο τό νε­ρό, οὕ­τως ὥ­στε νά μήν μπο­ρεῖ νά δη­μι­ουρ­γη­θεῖ ἄλ­λος κό­σμος ἀφοῦ δέν ἔ­χουν μεί­νει ἀλλά ὑ­λι­κά.

Τό ἕ ­ν α Πα­ρά­δειγ­μα ἦ­ταν τό αἴ­τι­ο γιά τή δη­μι­ουρ­γί­α ἑ ­ν ό ς κό­σμου. Αὐτόν τόν προσ­δι­ο­ρι­σμό τῆς μο­να­δι­κό­τη­τας, ἀλλά καί τῆς ἑ­νό­τη­τας, πρέ­πει νά τόν συ­νε­ξε­τά­σου­με μέ τό ἀ­εί. Καί τό Ἕ­να εἶ­ναι ἀ­ριθ­μός, ἡ ἀρ­χή τῆς ἀ­ρίθ­μη­σης, ἀλλά ἀν­τι­δι­α­στέλ­λε­ται πρός ὅλους τούς ἄλ­λους μα­ζί, δη­λώ­νει ἑ­νό­τη­τα ἐ­νῷ οἱ ἄλ­λοι κα­τά­τμη­ση καί ἐ­πι­με­ρι­σμό. Τό Πα­ρά­δειγ­μα πα­ρου­σι­ά­ζε­ται πλῆ­ρες, ἕν καί ἀ­εί, ἐμ­πε­ρι­έ­χει τόν χρό­νο καί προϋ­πο­θέ­τει τήν ἀ­ρίθ­μη­ση, ἀλλά εἶ­ναι πέ­ρα ἀ­πό αὐ­τά, ἔ­ξω ἀ­πό τά φυ­σι­κά με­γέ­θη καί ὑ­πό­βα­θρό τους.

3. Ἡ δο­μή τοῦ χρό­νου καί ἡ σχέ­ση του μέ τόν κό­σμο.

Ὁ Δη­μι­ουρ­γός λοι­πόν: ποι­εῖ μέ­νον­τος αἰ­ῶ­νος ἐν ἐ­νί κατ’ ἀ­ριθ­μόν ἰ­οῦ­σαν αἰ­ώ­νι­ον εἰ­κό­να, τοῦ­τον ὅν δή χρό­νον ὠ­νο­μά­κα­μεν.[17] Δη­μι­ουρ­γεῖ, ἑ­πο­μέ­νως, τήν αἰ­ώ­νι­α εἰ­κό­να τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τος, ἡ ὁ­ποί­α κι­νεῖ­ται σύμ­φω­να μέ τόν νό­μο τῶν ἀ­ριθ­μῶν, τήν ὁ­ποί­α ἔχου­με ὀ­νο­μά­σει χρό­νο. Οἱ ἀ­ριθ­μοί καί ἡ κί­νη­ση εἶ­ναι τά συ­στα­τι­κά καί τά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της ὕ­παρ­ξης τοῦ χρό­νου.

Μα­ζί, πα­ράλ­λη­λα, δη­μι­ουρ­γεῖ τόν οὐ­ρα­νό. Ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρε­ται στό 38c-d ὁ χρό­νος, πα­ρου­σι­ά­ζε­ται συν­δε­δε­μέ­νος μέ τήν ὕ­παρ­ξη καί τήν πε­ρι­φο­ρά τῶν πλα­νη­τῶν-θε­ῶν. Ὁ χρό­νος ἐμ­φα­νί­ζε­ται νά ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πό κα­θο­ρι­σμέ­να, δι­αρ­κῶς ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­να, ἰ­σό­πο­σα δι­α­στή­μα­τα, μέ ἀ­το­μι­κή ὑ­πό­στα­ση τό κα­θέ­να: ἡ­μέ­ρας, νύ­κτας, μῆ­νας, ἐ­νι­αυ­τούς. Εἶ­ναι δη­λα­δή μέ­σα στή φύ­ση του, ἀ­πό τή δη­μι­ουρ­γί­α του, τό κατ’ ἀ­ριθ­μόν, ἡ ὕ­παρ­ξη κα­νο­νι­κῶν δι­α­στη­μά­των τοῦ εἴ­δους μέ­ρα-νύ­κτα. Μι­ά «με­τρι­κή»[18] ἄ­πο­ψη τοῦ χρό­νου θά λέ­γα­με σή­με­ρα. (Ὁ χρό­νος ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πό δι­αρ­κῶς ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­να χρο­νι­κά δι­α­στή­μα­τα, π.χ. ἔ­τη. Τό κά­θε ἔ­τος πε­ρι­λαμ­βά­νει τά γε­γο­νό­τα, τίς κι­νή­σεις πού συμ­βαί­νουν στή δι­άρ­κει­ά του, εἶ­ναι ἴ­διο ὅμως μέ ὁ­ποιο­δή­πο­τε ἄλ­λο στή δι­άρ­κει­ά του). Συν­δέ­ον­τας ὁ Πλά­των τή δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ χρό­νου μέ τή δη­μι­ουρ­γί­α τῶν πλα­νη­τῶν-θε­ῶν ἀ­πο­δί­δει στόν χρό­νο μι­ά «ὡ­ρο­λο­γι­α­κή» δι­α­δι­κα­σί­α: τόν θε­ω­ρεῖ ἀ­πο­τε­λού­με­νο, καί ἄ­ρα χω­ρι­ζό­με­νο, ἀ­πό τα­κτι­κά, ἰ­σό­πο­σα δι­α­στή­μα­τα, δι­αρ­κῶς ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­να, ἄ­ρα καί με­τρή­σι­μα, ὄχι χά­ρη σέ ἀ­πό­φα­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀλλά ἀ­πό τή δη­μι­ουρ­γί­α του, κατ’ ἀ­ριθ­μόν ἰ­οῦ­σαν. Πρίν ἀ­πό τή γέ­νε­ση τοῦ οὐ­ρα­νοῦ δέν ὑ­πῆρ­χαν ἡ­μέ­ρες καί νύ­κτες καί μῆ­νες καί ἐ­νι­αυ­τοί, προ­φα­νῶς οὔ­τε στόν «αἰ­ώ­να» πού ἀ­πο­τε­λεῖ τό πρό­τυ­πό του, ἀλλά ἅ­μα ἐ­κεί­νῳ ξυνι­στα­μέ­νῳ τήν γέ­νε­σιν αὐ­τῶν μη­χα­νᾶ­ται.[19] Δη­λα­δή, ἡ δη­μι­ουρ­γί­α τῶν πλα­νη­τῶν συ­νυ­φαί­νε­ται καί συν­δυ­ά­ζε­ται μέ τόν κα­θο­ρι­σμό τῆς ἡ­μέ­ρας, τῆς νύ­χτας κτλ., τή δη­μι­ουρ­γί­α, τήν ὕ­παρ­ξη, δη­λα­δή, τοῦ χρό­νου. Στό ἐ­δά­φι­ο 38e2-3 δι­ευ­κρι­νί­ζε­ται ἐ­πει­δή δέ οὖν εἰς τήν ἑ­αυ­τῷ πρέ­που­σαν ἕ­κα­στον ἀ­φί­κε­το φο­ράν τῶν ὅσα ἔδειξυν α­περ­γα ­ζε­σθαι χρό­νον. Τό ἔ­δει ξυνα­περ­γά­ζε­σθαι ση­μαί­νει ὅτι ὁ στό­χος τοῦ δη­μι­ουρ­γοῦ εἶ­ναι ὁ χρό­νος καί οἱ πλα­νῆ­τες τοῦ οὐ­ρα­νοῦ τόν «συνα­περ­γά­ζον­ται», μπαί­νουν σέ κα­θο­ρι­σμέ­νες φο­ρές καί τόν συν­δη­μι­ουρ­γο­ῦν.[20]

Ἐ­κεῖ­νο τό στοι­χεῖ­ο πού δέν με­λε­τᾶ­ται στό Πλα­τω­νι­κό ἔρ­γο εἶναι ἡ δι­α­φο­ρά ἀ­νά­με­σα στό με­τρού­με­νο καί αὐτό πού με­τρᾶ. Που­θε­νά δέν ἐ­ξε­τά­ζε­ται τό φυ­σι­κό μέ­γε­θος τοῦ χρό­νου χω­ρι­στά ἀ­πό τους πλα­νῆ­τες. Ἁ­πλῶς ἔ­χου­με ἀ­να­φο­ρές γιά δι­α­δι­κα­σί­ες κα­τα­σκευ­ῆς τοῦ κό­σμου πρίν νά δη­μι­ουρ­γη­θεῖ ὁ οὐ­ρα­νός.[21] Οἱ χρο­νι­κοί σύν­δε­σμοι «πρίν», «μέ­χρι», «πρό» πού χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται ἐκεῖ ὑ­πο­δη­λώ­νουν ἐκ­φρά­σεις τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς ζω­ῆς γιά τή χρο­νι­κή δι­άρ­κει­α. Δέν ἀ­να­λύ­ε­ται ὅμως τό χρο­νι­κό status πού ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε πρίν ἀ­πό τή γέ­νε­ση τοῦ οὐ­ρα­νοῦ. Ὁ Βλα­στό­ς[22] θε­ω­ρεῖ ὅτι τό προϋ­πάρ­χον χά­ος, ὅπως πε­ρι­γρά­φε­ται, ἐ­πι­τρέ­πει νά ὁ­ρι­σθεῖ ἐν­τός του κά­ποια δι­ά­τα­ξη, δη­λα­δή ποιό προ­η­γεῖ­ται καί ποιό ἕ­πε­ται ἀ­πό δύ­ο δο­θέν­τα γε­γο­νό­τα. Πα­ρό­μοι­α ἄ­πο­ψη δι­α­τυ­πώ­νει καί ὁ Mohr,[23] ὑ­πο­στη­ρί­ζον­τας ὅτι ὁ Δη­μι­ουρ­γός δέν ἀλλά­ζει τό χρο­νι­κό status δη­μι­ουρ­γών­τας τόν «χρό­νο». Τά γε­γο­νό­τα ὑ­πάρ­χουν, τό «πρότε­ρον - ὕ­στε­ρον» με­τα­ξύ τους ὑ­πάρ­χει· ἁ­πλῶς κα­τα­σκευ­ά­ζον­ται τά μέ­τρα γιά νά με­τρη­θεῖ τό «πρό­τε­ρον - ὕ­στε­ρον» καί ἡ δι­άρ­κει­α τῶν γε­γο­νό­των. 'Ἡ ἄ­πο­ψή μου πάν­τως εἶ­ναι ὅτι δέν ἔ­χου­με ἐν­δεί­ξεις ἀ­πό τό κεί­με­νο τοῦ Τι­μαί­ου πού θά μᾶς ἐ­πέ­τρε­παν νά ἀ­πο­φαν­θο­ΰ­με γιά τό ἄν ὑ­πῆρ­χε τά­ξη γε­γο­νό­των στό προ­κο­σμι­κό χά­ος. Ἀ­να­φο­ρά γιά τό προ­κο­σμι­κό χρο­νι­κό status (ἄν καί ση­μαν­τι­κό θέ­μα) δέν ἔ­χου­με, δι­ό­τι προ­φα­νῶς ὁ σκο­πός τοῦ Πλά­τω­νος ἦ­ταν ἡ πε­ρι­γρα­φή τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας τοῦ κό­σμου καί ἡ σχέ­ση του μέ τόν κό­σμο τῶν Ἰδεῶν καί ὄχι ἡ πε­ρι­γρα­φή τοῦ ὄν­τος πρίν ἀ­πό τή δη­μι­ουρ­γί­α αὐ­τή.

Στό 37e4 δη­λώ­νε­ται ὅτι ὑ­πάρ­χει ἡ δι­ά­κρι­ση πα­ρόν­τος - πα­ρελ­θόν­τος - μέλ­λον­τος, τό τ’ ἦν τό τ’ ἔ­σται χρό­νου γε­γο­νό­τα εἴ­δη στόν χρό­νο πού ἕ­πεται τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας τοῦ οὔ­ρα­νοῦ. Το­νί­ζε­ται ὅμως ὅτι τό «πα­ρελ­θόν» καί τό «μέλ­λον» εἶ­ναι κα­τα­στά­σεις, εἴ­δη, πού δέν μπο­ροῦν νά ἀ­πο­δο­θοῦν στήν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα, τό ἀΐ­δι­ον, τήν ὁ­ποί­α μό­νον τό «εἶ­ναι» δύ­να­ται νά ἀ­πο­δώ­σει. Δι­ό­τι τό πα­ρελ­θόν καί τό μέλ­λον εἶ­ναι εἴδη τοῦ χρό­νου πού ἀ­φο­ροῦν μό­νο τήν «εἰ­κό­να», τόν οὐ­ρα­νό, ἀφοῦ πε­ρι­γρά­φουν τήν κί­νη­σή του, δη­λώ­νον­τας τό «νε­ώ­τε­ρον» ἤ τό «πρε­σβύ­τε­ρον».

Ἄ­ρα, ἡ κί­νη­ση τοῦ Χρό­νου, πού ὁ­ρί­ζει τή φύ­ση του, ἀ­πο­τε­λεῖ τή βα­σι­κή δι­α­φο­ρά τοῦ προ­τύ­που καί τῆς εἰ­κό­νας. Τό πρό­τυ­πο, τό Πα­ρά­δειγ­μα, τό ἕν καί ἀεί γί­νε­ται εἰ­κό­να, Κό­σμος, εἷς καί κι­νού­με­νος μέ τήν προ­σθή­κη τοῦ χρό­νου. Ἡ δη­μι­ουρ­γί­α πα­ρή­γα­γε τό κι­νού­με­νον, αὐτό πού με­τα­βάλ­λε­ται μέ πρό­τυ­πο τό στα­θε­ρό. Τό­τε ὅμως πο­ῦ ἐ­πέ­δρα­σε τό πρό­τυ­πο; Πῶς μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­τυ­πώ­σει ἡ κί­νη­ση τήν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα;

Πα­ρα­κά­τω, ἀφοῦ ὁ­ρί­σει στό 39c τίς μο­νά­δες τοῦ χρό­νου - τό ἔ­τος, τον μή­να, τή μέ­ρα - ἀ­πό τίς κι­νή­σεις τῶν πλα­νη­τῶν, ὁ Πλά­των-Τί­μαι­ος ὁ­ρί­ζει ὡς κα­λύ­τε­ρη μο­νά­δα με­τρή­σε­ως τοῦ χρό­νου τόν τέ­λε­ον ἐ­νι­αυ­τόν (τόν μέ­γαν Ἐ­νι­αυ­τόν τῶν ἀρ­χαί­ων Ἑλ­λή­νων ἀ­στρο­νό­μων). Τόν χρό­νο δη­λα­δή πού ἀ­παιτεῖ­ται ὥ­στε ὅλοι οἱ πλα­νῆ­τες νά ἐ­πα­νέλ­θουν στό ἴ­διο ση­μεῖ­ο ἀ­πό τό ὁποῖο ξε­κί­νη­σαν μα­ζί:

«ὅ γέ τέ­λε­ος ἀ­ριθ­μός χρό­νου τόν τέ­λε­ον ἐ­νι­αυ­τόν πλη­ροῖ τό­τε, ὅταν ἁ­πα- σῶν τῶν ὀ­κτώ πε­ρι­ό­δων τά πρός ἄλ­λη­λα ξυμ­πε­ραν­θέν­τα τά­χη σχῇ κε­φα­λήν τῷ τοῦ ταὐ­τοῦ καί ὁ­μοί­ως ἀ­να­με­τρη­θέν­τα κύ­κλῳ».[24]

«Ὁ τέ­λει­ος ἀ­ριθ­μός τοῦ χρό­νου συμ­πλη­ρώ­νει τόν τέ­λει­ο ἐ­νι­αυ­τό τό­τε, ὅταν οἱ τα­χύ­τη­τες ἀ­πό τίς ὀ­κτώ πε­ρι­φο­ρές ὁ­λο­κλη­ρω­θοῦν ταυ­τό­χρο­να με­τα­ξύ τους καί, ἀφοῦ ἐ­πα­νέλ­θουν στό ἴ­διο ση­μεῖ­ο, ξα­να­βρε­θο­ΰν νά κα­τέ­χουν τήν ἀρ­χή τοῦ ταυ­τοῦ».[25] (Ὁ κύ­κλος τοῦ Ταυ­τοῦ εἶναι ὁ κύ­κλος τῶν ἀ­πλα­νῶν ὅπως πλη­ρο­φο­ρού­μα­στε στό 36c καί στό 40b).

Στή συ­νέ­χει­α, προ­φα­νῶς, ἀφοῦ δέν δη­λώ­νε­ται τό τέ­λος τῆς εἰ­κό­νας, ἀφοῦ ἡ εἰ­κό­να εἶ­ναι αἰ­ώ­νι­α,[26] ξα­ναρ­χί­ζει ὁ ἴ­διος κύ­κλος, γιά νά συμ­πλη­ρω­θεῖ καί ὁ ἑ­πό­με­νος μέ­γας ἐ­νι­αυ­τός, μέ πλή­ρη ἐ­πα­να­φο­ρά τῆς κα­τά­στα­σης τοῦ οὐ­ρά­νι­ου κό­σμου (πλα­νη­τῶν καί ἀ­πλα­νῶν) στήν ἀρ­χή ἀπ’ ὅπου ξε­κί­νη­σε! Ἔ­τσι ὁ γεν­νη­τός οὐ­ρά­νι­ος κό­σμος μέ­σῳ τῆς κυ­κλι­κῆς καί δι­αρ­κῶς ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νης κι­νή­σε­ως ἐμ­φα­νί­ζε­ται νά ἀ­πο­κτᾶ μι­ά συγ­κε­κρι­μέ­νη τάξη-δο­μή. Ὑ­πάρ­χει αἰ­ω­νί­ως καί, ὅπως ὁ κό­σμος τῶν Ἰδεῶν, πάν­το­τε μέ τόν ἴ­διο τρό­πο (ἀ­εί κα­τά ταὐ­τά ὄν). Ἡ αἰ­ω­νι­ό­τη­τα τῆς εἰ­κό­νας ὑ­φί­στα­ται μέ­σα ἀ­πό τήν τα­κτι­κή κί­νη­σή της στόν ἀ­έ­να­ο κύ­κλο τῶν πλα­νη­τῶν, στόν κύ­κλο τοῦ Χρό­νου. Κι­νού­με­νη δι­αρ­κῶς με­τα­ποι­εῖ τήν κα­τά­στα­σή της γιά νά ἐ­πανέλ­θει μέ ἀ­πα­ρέγ­κλι­τη πο­ρεί­α στήν ἴ­δια. Τό γεν­νη­τόν ἀ­πο­βαί­νει ὅ­μοι­ον πρός τό Πα­ρά­δειγ­μα μέ­σῳ ἀ­κρι­βῶς της δι­α­φο­ρᾶς του, τῆς κί­νη­σης, ἡ ὁ­ποί­α τό ἀλλά­ζει, ἀλλά καί τό ἐ­πα­να­φέ­ρει στήν κα­τά­στα­ση τῆς ἀρ­χι­κῆς ἰ­σορ­ρο­πί­ας, κα­τά δύ­να­μιν τοῦ ἀ­τε­λοῦς καί πλημ­με­λῶς κι­νου­μέ­νου ὑ­λι­κοῦ!

Ὅ­λα κι­νο­ΰν­ται κυ­κλι­κά καί ὅλα ἐ­πα­νέρ­χον­ται στό ἴ­διο ση­μεῖ­ο μέ μι­ά κα­θο­ρι­σμέ­νη τρο­χιά·[27] ἡ αἰ­ώ­νι­α ἐ­πα­να­φο­ρά ἐ­ξα­σφα­λί­ζει τή στα­θε­ρό­τη­τα μέ­σα ἀ­πό τήν κί­νη­ση, ἄ­ρα ἡ εἰ­κό­να, ἡ κα­τά μί­μη­σιν τοῦ μέ­νον­τος αἰ­ῶ­νος, ἀ­πο­κτᾶ τό στοι­χεῖ­ο τῆς ἀ­ϊ­δι­ό­τη­τος, τό ἀ­εί κα­τά ταῦ­τα ὄν, ὅπως καί τό ἕν τοῦ προ­τύ­που. Αὐτ­ός εἶ­ναι καί ὁ λό­γος πού ὁ Πλά­των δέν ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τόν χρό­νο ὡς ἕ­να μέ­γε­θος πού ρέ­ει δι­αρ­κῶς, οὔ­τε ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται νά ἐ­ξε­τά­σει τίς ἰδιότη­τές του (π.χ. τή συ­νέ­χει­α) ὡς φυ­σι­κοῦ με­γέ­θους.

Μέ­σῳ τῆς κί­νη­σης τοῦ οὐ­ρα­νοῦ ὁ Πλά­των δι­και­ο­λο­γεῖ τή ρο­ή τοῦ χρό­νου πού ἐ­πι­ση­μαί­νει ἡ ἐμ­πει­ρί­α ἀλλά, πα­ράλ­λη­λα, συμ­βι­βά­ζει τήν ἐμ­πει­ρι­κή πα­ρα­τή­ρη­ση μέ τήν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα, τήν ἀ­κι­νη­σί­α, τήν ἀ­θα­να­σί­α: ἐν τέ­λει ὅλα ἐ­πι­στρέ­φουν γιά νά ξα­να­κά­νουν τό ἴδιο ἀπ’ τήν ἀρ­χή τα­ξί­δι, ἀ­ναλ­λοί­ω­τα. Τό στοι­χεῖ­ο αὐτό συμ­φω­νεῖ καί μέ τό ἄλ­λο θέ­μα τοῦ ἔρ­γου, πού ἀ­να­φέ­ρε­ται σέ προ­η­γού­με­νο κε­φά­λαι­ο, στόν λό­γο τοῦ Αἰ­γύ­πτι­ου ἱ­ε­ρέ­α (22d): τίς κα­τα­στρο­φές καί τίς ἀ­να­γεν­νή­σεις τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας, πού ὡ­στό­σο δι­α­σῴ­ζε­ται, πα­ρα­μέ­νει, ὄ­χι ἀ­κί­νη­τη, ἀλλά ἐν τέ­λει ἀ­θά­να­τη, ἀ­εί καί μί­α. Ὁ δη­μι­ουρ­γός ἔ­δω­σε στόν κό­σμο τήν κί­νη­ση γιά νά ἐ­πα­νέρ­χε­ται στά ἴ­δια, τοῦ πα­ρέ­σχε ἕ­ναν τρό­πο αἰ­ω­νι­ό­τη­τας. Ἄν λοιπ­όν ἡ ἀ­θα­να­σί­α τῆς ψυ­χῆς, πού ἀ­πα­σχο­λεῖ τόν φι­λό­σο­φο στή συ­νέ­χει­α τοῦ δι­α­λό­γου, ὑ­πο­στη­ρί­ζε­ται μέ ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα, ἕ­να ἀ­κό­μη ἐ­πι­χεί­ρη­μα γιά τήν ἑ­νό­τη­τα καί τήν ἀ­θα­να­σί­α τοῦ κό­σμου, μέ­σῳ τῆς κί­νη­σης τοῦ χρό­νου, εἶ­ναι ἡ κοι­νή χρή­ση τοῦ προσ­δι­ο­ρι­σμοῦ ἀ­εί γιά τήν ὕ­παρ­ξη τοῦ πα­ρα­δείγ­μα­τος καί τῆς εἰ­κό­νας.
-------------------------------
[2] Πλά­των, Τί­μαι­ος 27d-28a.

[3] Ἐ­πί­σης, τό 29a3, τό πα­ρά­δειγ­μα, τό ὁ­ποῖο ἔ­βλε­πε ὁ Δη­μι­ουρ­γός γιά νά φτιά­ξει τόν κό­σμο, ὀ­νο­μά­ζε­ται ἀ­ΐ­δι­ον. Δήλ. αὐ­όο πού δέν ἀλ­λά­ζει μορ­φή, τό στα­θε­ρό στόν χρό­νο. Πα­ρα­κά­τω, στό 29b6, τό χα­ρα­κτη­ρί­ζει «μό­νι­μο καί βέ­βαι­ο». Στό 51al-5 διακρί­νον­ται τά ἀ­εί ὄν­τα ἀ­πό αὐ­τά πού ἔ­χουν γέν­νη­ση: Αὐ­τό πού γεν­νι­έ­ται εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κό ἀ­πό τά ἀ­εί ὄν­τα. Εἶ­ναι ἀν­τι­λη­πτό ἀ­πό τήν βρά­ση καί τίς ἄλ­λες αἰ­σθή­σεις, ἐ­νῷ τά ἀ­εί ὄν­τα δέν εἶ­ναι. Ταῦ­τον οὖν καί τῷ τά τῶν πάν­των ἀ­εί τέ ὄντων κα­τά πᾶν ἑ­αυ­τόν πολ­λά­κις ἀ­φο­μοιώω­μα­τα κα­λῶς μέλ­λον­τι δέ­χε­σθαι πάν­των ἐ­κτός αὐτῷ προ­σή­κει πε­φυκέ­ναι τῶν εἰ­δῶν. Δι­ά δή τήν το­ΰ γε­γο­νό­τος ὁ­ρα­τοῦϋ καί πάν­τως αἰ­σθη­τοῦ.

[4] Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό εἶ­ναι τό ἐ­δά­φι­ο 38a3-38a5 ὅπου ἀ­να­φέ­ρει: τό δέ ἀ­εί κα­τά τα­ῦ­τα ἔ­χον ἀ­κι­νή­τως οὔτε πο­ε­σβύτ­ε­ρον οὔτε νε­ώ­τε­ρον προ­σή­κει γί­γνε­σθαι δι­ά χρό­νου οὐ­δέ γε­νέ­σθαι πο­τέ οὐ­δέ γε­γο­νέ­ναι νῦν οὐδ’ εἰ­σαῦ­θις ἔ­σε­σθαι. Δη­λα­δή οἱ αἰ­ώ­νι­ες μορ­φές φαί­νε­ται νά μή γη­ρά­σκουν μέ τήν προ­σθή­κη τῶν ἐ­τῶν, νά μήν ἔ­χουν μι­ά συγ­κε­κρι­μέ­νη στιγ­μή πού γεν­νι­οῦν­ται οὔ­τε στό μέλ­λον οὔτε στό πα­ρελ­θόν οὔτε στό πα­ρόν, δη­λα­δή νά εἶ­ναι ἔ­ξω ἀ­πό «χρο­νι­κές» δι­α­δι­κα­σί­ες.

[5] Η. Cherniss, Aristotle’s Criticism of Plato and the Academy, J. Hopkins Press, Rep. N. York 1962, σ. 420.

[6] J. Whittaker, «The eternity of the platonic Forms», Phronesis 13 (1968), 132-3.

[7] Στόν Τί­μαι­ο, ὅταν δη­λώ­νε­ται τί τό ὄν ἀ­εί, γέ­νε­σιν δέ οὐκ ἔ­χον καί τί τό γι­γνόμε­νον ἀ­εί, τό δεύ­τε­ρο ἀεί ὁ­πωσ­δή­πο­τε δεί­χνει δι­άρ­κει­α, δέν μπο­ρεῖ ἑ­πο­μέ­νως στήν ἴ­δι­α φρά­ση τό πρῶ­το νά μή δεί­χνει. Ἐ­πί­σης πα­ρα­θέ­τει καί χω­ρί­α ἀ­πό ἄλ­λα Πλα­τω­νι­κά ἔρ­γα, ὅπως τό 79a6-ll ἀ­πό τόν Φαί­δω­να καί τό 611e2-3 τῆς Πο­λι­τεί­ας, ὅπου σα­φῶς πι­στο­ποι­εῖ­ται ὅτι τό ἀ­εί, ἄν καί ἀ­να­φέ­ρε­ται στίς Ἰ­δέ­ες, δέν εἶ­ναι ἄ­χρο­νο.

[8] Εἶ­ναι ὁμως πι­θα­νόν στήν Ἑλ­λη­νι­στι­κή ἐ­πο­χή νά προ­σέ­λα­βε καί ἄλ­λο νό­η­μα.

[9] Πλά­των, Τί­μαι­ος 37d6-7.

[10] Τ. Robinson, «The Timaeus on types of duration», Illinois Classical Studies 11 (1986), 143-4.

[11] L. Taran, «Perpetual duration and atemporal eternity in Parmenides and Plato», Monist 62 (1979), 44-45.

[12] Πλά­των, Πο­λι­τεί­α 533d-e· Θε­αί­τη­τος 184b-c, κτλ.

[13] Μο­να­δι­κή χρή­ση τοῦ ἐ­πι­θέ­του αἰ­ώ­νι­ος γιά πρό-πλα­τω­νι­κή ἀν­τί­λη­ψη μαρ­τυρεῖ­ται ἀ­πό τόν Ἰ­άμ­βλι­χο (D.K. fr. Β 23, I 418, 7). Ἀ­πο­δί­δει στόν Φι­λό­λα­ο τήν ἔκ­φρα­ση αἰ­ώ­νι­ας δι­α­μο­νῆς. Εἶ­ναι πι­θα­νόν ὡ­στό­σο νά μή με­τα­φέ­ρε­ται αὐ­τού­σι­α ἡ ρή­ση τοῦ Πυ­θα­γο­ρεί­ου, νά χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται δη­λα­δή ἀ­πό τόν νε­ο­πλα­τω­νι­κό στο­χα­στή ἕ­νας ὅ­ρος πού εἶ­χε πλέ­ον ἐ­πι­βλη­θεῖ ἀ­πό τόν Πλά­τω­να.

[14] Ὅ.π., 28c.

[15] μᾶλ­λον ὅ­μοι­ον πρός τό πα­ρά­δειγ­μα ἀ­να­φέ­ρει στό 37c7. Στό δέ 29e3-4 ἀ­ναφέ­ρει ὅτι: πάν­τα ὅτι μά­λι­στα ἐ­βου­λή­θη γε­νέ­σθαι πα­ρα­πλή­σι­α ἑ­αυτῷ. Δη­λα­δή, θέ­λη­σε τά πάν­τα νά γί­νουν ὅσον τό δυ­να­τον ὅμοι­α μέ τόν ἑ­αυ­τό του.

[16] Ὅ.π., 31bl.

[17] Ὅ.π., 37d6-7.

[18] Μ. J. White, The Continuous and the discrete, Clarendon Press Oxford, 1992, σ. 80.

[19] Πλά­των, Τί­μαι­ος 37e2-3.

[20] Ἀ­πό τό ἐ­δά­φι­ο αὐ­τό κα­θώς καί ἀ­πό τό 38b6: Χρό­νος δ’ οὖν μετ’ οὐ­ρα­νοῦ γέγο­νεν, γί­νε­ται φα­νε­ρό ὅτι ὁ χρό­νος δέν μπο­ρε­ϊ νά ταυ­τι­σθεῖ μέ τόν οὐ­ρα­νό, ὅπως ὑ­ποστή­ρι­ξε ὁ von Leyden στό ἄρ­θρο τοῦ «Time, Number, and Eternity in Plato and Aristotle» στό Philosophical Quarterly 14 (1964), 35-52.

[21] Στό 52d4, ὅπου γί­νε­ται λό­γος γιά τήν Τι­θή­νη, ἀ­να­φέ­ρει ὅτι ὑ­πῆρ­χε τό ἀ­πόλυ­τό ὄν καί ὁ χῶ­ρος πρίν γεν­νη­θεῖ ὁ οὐ­ρα­νός.Ὁ­μοί­ως καί στά 48b2-5, 69b2-c2.

[22] Βλα­στός, «Creation in Timaeus: is it a fiction?», Studies in Plato Metaphysics, R. E. Allen (ed.), London 1965, σ. 410.

[23] R. Mohr, The Platonic cosmology, E. J. Brill, Leiden 1985, σ. 67.

[24] Ὅ.π., 39d2-6.

[25] Ὁ μέ­γας Ἐ­νι­αυ­τός, ὅπως ὁ­ρί­ζε­ται, εἶ­ναι τό ἐ­λά­χι­στο κοινό πολ­λα­πλά­σι­ο τῶν χρό­νων τῶν πε­ρι­φο­ρῶν τῶν πλα­νη­τῶν. Ἔ­τσι ὅλες οἱ μο­νά­δες χρό­νου πού ἔ­χει ἀ­να­φέ­ρει πα­ρα­πά­νω εἶ­ναι συμ­βα­τές με­τα­ξύ τους, ὑ­πάρ­χει ἁρ­μο­νί­α, πού εἶ­ναι τό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τοῦ πα­ρα­δείγ­μα­τος. Ἡ ἁρ­μο­νί­α εἶ­ναι κι αὐτή ἕ­να εἶ­δος πλη­ρό­τη­τας, «ἀ­κι­νη­σί­ας».

[26] Στό 38C2-3 μᾶς ἔ­χει δη­λω­θεῖ ὅτι ὁ οὐ­ραν­ός θά δι­αρ­κε­ΐ παν­το­τι­νά δι­ά τέ­λους τόν ἅ­παν­τα χρό­νον γε­γο­νώς τέ καί ὤν καί ἐ­σό­με­νος.

[27] Γε­νι­κά ὁ χρό­νος στή φι­λο­σο­φί­α, πρίν ἀπό τόν Πλά­τω­να, συλ­λαμ­βά­νε­ται ὡς κυ­κλι­κή κί­νη­ση. Ὑπάρ­χουν ὅμως καί δι­α­φο­ρε­τι­κές ἀν­τι­λή­ψεις: Ὁ Κρι­τί­ας, θεῖ­ος τοῦ Πλά­τω­νος, τόν θε­ω­ρεῖ ὡς «συ­νε­χή ρο­ή» (βλ. W. Κ. Guthrie, Οἵ Σο­φι­στές, μτφ. Δάμ. Τσε­κου­ρά­κης, ΜΙΕΤ, Ἀ­θή­να 1991, σ. 367). Ἄ­ρα, εἶ­ναι ἡ πί­στη τοῦ φι­λο­σό­φου στήν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα τοῦ κό­σμου πού τοῦ ὑ­πα­γο­ρεύ­ει τήν κυ­κλι­κό­τη­τα τοῦ χρό­νου καί ὄχι ἡ ἀ­νυ­παρ­ξί­α ἄλ­λης, δι­α­φο­ρε­τι­κῆς ἀν­τί­λη­ψης.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου