Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Εὐμενίδες (140-177)

ΠΑΡΟΔΟΣ


140 ΧΟ. ἔγειρ᾽, ἔγειρε καὶ σὺ τήνδ᾽, ἐγὼ δὲ σέ.
εὕδεις; ἀνίστω, κἀπολακτίσασ᾽ ὕπνον,
ἰδώμεθ᾽ εἴ τι τοῦδε φροιμίου ματᾷ.

― ἰοὺ ἰοὺ πόπαξ. ἐπάθομεν, φίλαι, [στρ. α]
(― ἦ πολλὰ δὴ παθοῦσα καὶ μάτην ἐγώ.)
145 ἐπάθομεν πάθος δυσαχές, ὦ πόποι,
ἄφερτον κακόν.
― ἐξ ἀρκύων πέπτωκεν, οἴχεται δ᾽ ὁ θήρ.
― ὕπνῳ κρατηθεῖσ᾽ ἄγραν ὤλεσα.

― ἰὼ παῖ Διός· ἐπίκλοπος πέλῃ, [ἀντ. α]
150 (― νέος δὲ γραίας δαίμονας καθιππάσω.)
τὸν ἱκέταν σέβων, ἄθεον ἄνδρα καὶ
τοκεῦσιν πικρόν.
― τὸν μητραλοίαν δ᾽ ἐξέκλεψας ὢν θεός.
― τί τῶνδ᾽ ἐρεῖ τις δικαίως ἔχειν;

― ἐμοὶ δ᾽ ὄνειδος ἐξ ὀνειράτων μολὸν [στρ. β] 155
ἔτυψεν δίκαν διφρηλάτου
μεσολαβεῖ κέντρῳ,
ὑπὸ φρένας, ὑπὸ λοβόν.
160 πάρεστι μαστίκτορος δαΐου δαμίου
βαρὺ περίβαρυ τὸ κρύος ἔχειν.

― τοιαῦτα δρῶσιν οἱ νεώτεροι θεοί, [ἀντ. β]
κρατοῦντες τὸ πᾶν δίκας πλέον.
φονολιβῆ θρόνον,
165 περὶ πόδα, περὶ κάρα—
πάρεστι γᾶς ὀμφαλὸν προσδρακεῖν αἱμάτων
βλοσυρὸν ἀρόμενον ἄγος ἔχειν.

― ἐφεστίῳ δὲ μάντις ὢν μιάσματι [στρ. γ]
170 μυχὸν ἐχράνατ᾽ αὐτόσσυτος, αὐτόκλητος,
παρὰ νόμον θεῶν βρότεα μὲν τίων,
παλαιγενεῖς δὲ μοίρας φθίσας.

― κἀμοί γε λυπρός, καὶ τὸν οὐκ ἐκλύσεται, [ἀντ. γ]
175 ὑπὸ δὲ γᾶν φυγὼν οὔ ποτ᾽ ἐλευθεροῦται.
ποτιτρόπαιος ὢν δ᾽ ἕτερον ἐν κάρᾳ
μιάστορ᾽ εἶσιν οὗ πάσεται.

***
ΧΟΡΟΣ
140 Ξύπνα και ξύπνησε κι αυτή, καθώς και σένα εγώ.
Κοιμάσαι; ξύπνα· τίναξε τον ύπνο· ας δούμε
μη μας πλανεύει το προμάντεμα έτσι αυτό μας.

Ώχου αλί μου κι αλί! Φίλες επάθαμε —
— Ώχου τα τόσα πὄπαθα κι όλα του κάκου!
— Επάθαμε κακό βαρύκλαυτο, πωπώ
αβάσταχτο κακό.
απ᾽ τα πλεμάτια ξέμπλεξε και πάει τ᾽ αγρίμι!
— Με νίκησ᾽ ύπνος και την άγρη μου έχασα;

Ω εσύ, του Δία ο γιος, κλέφτης είσαι εσύ
150 — και νέος εμάς, γριές θεές, πήρες καβάλα·
κι άθεον ικέτη τίμησες κακό
και στους γονιούς σκληρό·
και συ, θεός, το μητροκτόνο επήες να σώσεις.
— Ποιός θενα πει πως είναι δίκια τάχ᾽ αυτά;

Μα έφτασ᾽ εμένα ονειδισμός μες στα όνειρά μου
και μου έκοψε σα διφρηλάτης μια
με μεσοβάσταχτο κεντρί
στα σωτικά, στο ψυχικό.
— Κι έχω να πω της μάστιγας
160 του δήμιου του ανήμερου
βαρύ βαρύ το σύγκρυο που μ᾽ έκοψε.

Τέτοια οι νεότεροι θεοί κάνουν αυτοί
που βάζουνε τη δύναμη πάνω απ᾽ το δίκιο·
κι αιματοστάλαχτο θρονί
από τα νύχια ως την κορφή
έχεις να δεις τον Ομφαλό
της γης, που πήρε επάνω του
κι ανόσιο αιμάτων μόλυσμα κρατεί.

Και την Εστία του μαντικού του αδύτου
μόνος του επήε και μόλυνε
170 αυτόθελος κι αυτόκλητος
κι ενάντια στους θεούς για χάρη ενός θνητού
την προαιώνια εξέσκισε Συνθήκη.

Κι έγιν᾽ εχθρός μου, μα και κείνον δε θα σώσει
που κάτω αν φύγει κι απ᾽ τη γη
ποτέ δε θά ᾽βρει γλιτωμό
κι άλλον εκδικητή για το αίμα που χρωστά
πάνω στην κεφαλή του θενα πάρει.

Τοξική και Μη τοξική Εξάρτηση

Ας ξεκινήσουμε με έναν ορισμό της εξάρτησης: Εξάρτηση είναι η αδυναμία ενός ανθρώπου να ανταπεξέρχεται αποτελεσματικά στις ανάγκες του χωρίς τη βοήθεια κάποιου μέσου, το οποίο δεν είναι αναγκαίο για την πλειοψηφία των συνομηλίκων του στην κοινωνία που ανήκει.

Μέχρι τώρα το «μέσον» στο οποίο αναφερόμαστε είναι ένας άλλος άνθρωπος τον οποίο αποκαλούμε «σύντροφο». Όλοι όμως γνωρίζουμε ότι το «μέσον» ή το αντικείμενο της εξάρτησης δεν είναι απαραίτητο να είναι πάντα ένας άνθρωπος. Μπορεί να είναι και κάποια άλλα πράγματα. Μερικά από αυτά, όπως το αλκοόλ, τα ψυχοφάρμακα και τα ναρκωτικά είναι τοξικά. Δηλαδή βλάπτουν την υγεία μας.

Υπάρχουν όμως και άνθρωποι που έχουν εξάρτηση από πράγματα που δεν βλάπτουν απαραίτητα τη σωματική ή την ψυχική τους υγεία, όπως ο αθλητισμός, η μουσική και τα διάφορα χόμπι. Συνεπώς όταν μιλάμε για εξάρτηση, είναι σημαντικό να ξεχωρίσουμε ανάμεσα στην τοξική και την μη-τοξική εξάρτηση.

Στην τοξική το μέσον εξάρτησης φθείρει τη σωματική ή τη συναισθηματική υγεία του ατόμου και αναστέλλει την εξέλιξή του προς την αυτάρκεια. Κλασσικά παραδείγματα αποτελούν η ηρωίνη και το αλκοόλ.

Στην μη τοξική το μέσον εξάρτησης συνεισφέρει στη διατήρηση της σωματικής ή της συναισθηματικής υγείας του ατόμου και συντείνει στην εξέλιξή του προς την αυτάρκεια και την ολοκλήρωση της πραγμάτωσής του δυναμικού του. Σαν παράδειγμα, ας αναφέρουμε την αγάπη ενός ανθρώπου για το κολύμπι που μπορεί να τον οδηγήσει να γίνει χειμερινός κολυμβητής, με όλες τις ευεργετικές συνέπειες που μπορεί να έχει μια τέτοια δραστηριότητα.

Η διάκριση ανάμεσα στη τοξική και μη τοξική εξάρτηση μπορεί να επεκταθεί και στις σχέσεις που δημιουργούμε. Η τοξική μας οδηγεί σε σχέσεις που δεν μας αφήνουν να αναπτυχθούμε και μας ζημιώνουν. Στην περίπτωση αυτή δεν αγαπάμε αλλά είμαστε «τοξικομανείς της αγάπης». Ένας τέτοιος άνθρωπος πιθανόν να υιοθετεί μια υποχωρητική στάση μέσα στις σχέσεις του, μόνο και μόνο για να μην τον εγκαταλείψουν. Όπως είναι φυσικό, το αποτέλεσμα είναι να χάνει την εκτίμηση του συντρόφου του, μια και τον οδηγεί να πιστέψει ότι χωρίς την… αγάπη του θα καταρρεύσει. Παράλληλα, σαν κάθε άλλον τοξικομανή, όταν δεν έχει την καθημερινή του «δόση» αγάπης, εμφανίζει στερητικά συμπτώματα: Μελαγχολεί, νιώθει οίκτο για τον εαυτό του και αδρανεί.
Αντίθετα, η μη τοξική εξάρτηση μας οδηγεί σε σχέσεις που μας βοηθάνε να εξελιχθούμε και να αναπτύξουμε το δυναμικό μας.

Ζητάμε συγγνώμη για ν’ αποφύγουμε συνέπειες, όχι γιατί μετανιώσαμε

Αναρωτήθηκες ποτέ γιατί ζητάς συγγνώμη απ’ το σύντροφο σου; Είναι επειδή στ’ αλήθεια μετάνιωσες και μετανόησες ή μήπως είναι επειδή θέλεις να αποφύγεις έναν ενδεχόμενο καβγά ή ακόμη κι ένα χωρισμό;

Αν απλώς ξανασκέφτηκες όλα όσα έγιναν πιο ήρεμα και λογικά κι έφτασες στο συμπέρασμα ότι έχεις κι εσύ ένα μερίδιο ευθύνης το οποίο αποφάσισες να παραδεχτείς και να αποδεχτείς, τότε μπράβο σου! Αυτό είναι όλο το ζητούμενο της λέξης «συγγνώμη». Αν είναι, όμως, επειδή βαριέσαι να ξεκινήσει πάλι ένας τσακωμός ή ακόμη χειρότερα επειδή φοβάσαι έναν επικείμενο χωρισμό, τότε το πρώτο πράγμα που έχεις να κάνεις είναι να παραδεχτείς ότι κάτι δεν πάει καλά, ότι αυτός δεν είναι ο σωστός τρόπος σκέψης κι ούτε ο σωστός λόγος για να ζητήσει κάποιος συγγνώμη.

Αν θέλεις να δείξεις στο σύντροφό σου μεταμέλεια για να μην αρχίσει ή να μη συνεχιστεί ένας καβγάς, τότε δεν έχεις πραγματικά μετανιώσει. Και στην τελική, μπορεί να μην έκανες κανένα απολύτως λάθος ή μπορεί αυτό που θεωρεί ο σύντροφος σου «λάθος» να είναι κάτι που εσύ κάνεις συχνά ή είναι μέρος του χαρακτήρα σου. Όπως για παράδειγμα, αν δεν απαντούσες το τηλέφωνό σου για ώρες ή αν ξέχασες να τον καλέσεις πίσω. Αν ζητήσεις συγγνώμη για να μην εκνευριστεί το άλλο σου μισό, τότε το πρόβλημα σίγουρα δε λύθηκε.

Αν αυτή η συμπεριφορά είναι μια αδυναμία του χαρακτήρα σου, ένα ελάττωμα, ένα χαρακτηριστικό σου τότε θα πρέπει να το συζητήσεις και να βρεις λύσεις. Δεν πρέπει να το πετάς κάτω απ’ το χαλί και να περιμένεις την επόμενη φορά που θα ξανασυμβεί για να δεις πώς θα τα μπαλώσεις πάλι. Να θυμάσαι πως ό,τι πετάμε κάτω απ’ το χαλί δεν εξαφανίζεται, απλώς κρύβεται για λίγο. Να θυμάσαι, ακόμη, πως το χαλί δε χωράει τα πάντα! Κάποτε ξεχειλίζει και τότε να σε δω πώς θα ξεφύγεις!

Υπάρχουν όμως και χειρότερα! Μια συγγνώμη όταν λέγεται για να αποφευχθεί –ή να αναβληθεί– ένας χωρισμός, τότε μιλάμε για περισσότερα και σοβαρότερα προβλήματα. Αν ζητάμε συγγνώμη από φόβο ότι θα χάσουμε το σύντροφό μας, τότε όχι μόνο τον κοροϊδεύουμε, αλλά μαζί μ’ αυτόν κοροϊδεύουμε και τον ίδιο μας τον εαυτό. Για σκέψου το λίγο καλύτερα, αν δηλαδή καβγαδίζετε για κάτι που έγινε στο παρελθόν σου –ερωτικού περιεχομένου πάντα– κι εσύ ζητάς χίλιες συγγνώμες και τον παρακαλάς να τις δεχτεί, σ’ αυτή την περίπτωση η «συγγνώμη» σου είναι αληθινή;

Αυτό είναι θέμα που απαιτεί σοβαρή κι ώριμη συζήτηση κι απ’ τους δύο σας, το να προσπαθείς να κρυφτείς και να λύσεις τα προβλήματά σας με μια συγγνώμη είναι γελοίο. Μπορεί να αναβάλεις το πρόβλημα για λίγο, αλλά προβλήματα και καταστάσεις που δεν έχουν εκτενώς συζητηθεί και στ’ αλήθεια λυθεί, τότε σε κάποια στιγμή θα επανεμφανιστούν ακόμη πιο έντονα.

Ο φόβος δεν είναι λόγος να ζητάμε συγγνώμη. Η συγγνώμη μας σε τέτοιες περιπτώσεις είναι καθαρή δειλία. Κι αν ακόμη αυτό που έγινε οδηγήσει τελικά τη σχέση μας στο τέλος, ε, και τι έγινε; Αυτό σημαίνει πως η σχέση αυτή έμπαζε από παντού νερά. Αν, λοιπόν, είναι να έρθει ο χωρισμός –ή ο καβγάς– κάποτε θα έρθει, με μια συγνώμη απλώς το καθυστερούμε.

Οι συγνώμες πρέπει να λέγονται μόνο όταν εννοούνται, δεν είναι μαγικά φίλτρα που τα λύνουν όλα! Ας δοκιμάσουμε και καμιά φορά την ειλικρίνεια και το διάλογο, δε χάνουμε και τίποτα.

Το άγχος και η αυτοπεποίθηση του αθλητή στην επίδοση του

Το άγχος είναι πλέον διαδεδομένο συναίσθημα. Κανείς μπορεί να το συναντήσει στη δουλειά, αλλά και στην κοινωνική ζωή του. Τί συμβαίνει, όμως, με το άγχος του αθλητή; Για όσους ασχολούνται με τον αθλητισμό το άγχος, σε ένα βαθμό, μπορεί να αποτελεί εμπόδιο στην επίδοση του αθλήματος τους. Γενικότερα η ψυχολογική κατάσταση ενός αθλητή πριν τον αγώνα είναι καθοριστικής σημασίας.

Ποιοί είναι οι παράγοντες άγχους που καταβάλλουν έναν αθλητή/τρια


Υπάρχουν αρκετοί παράγοντες ή πηγές άγχους για έναν αθλητή, όμως, οι σημαντικότεροι και ίσως πιο συχνοί είναι οι εξής:
  • Η αβεβαιότητα πριν τον αγώνα που σχετίζεται με το αποτέλεσμα του και η σημασία του αποτελέσματος
  • Η μειωμένη αυτοπεποίθηση που συνήθως είναι η αμφιβολία των ικανοτήτων του
  • Το αίσθημα ότι δεν είναι έτοιμος πριν τον αγώνα
Για αθλητές που αποτελούν μέλη ομάδων η σχέση των μελών της είναι ένας παράγοντας άγχους. Εάν η σχέση των μελών είναι καλή, τότε ο αθλητής έχει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και αυτό ενισχύει θετικά τον αθλητή.

Η "κερκίδα" που αποτελείται από φίλους, γονείς και προπονητές από τους οποίους ο αθλητής μπορεί να νιώθει πίεση λόγω των προσδοκιών τους.

Ποια είναι, ωστόσο, η σχέση του άγχους με την απόδοση;


Πληθώρα ερευνών έχει μελετήσει αυτή τη σχέση, και τα αποτελέσματα δείχνουν πως στην πλειοψηφία τους το άγχος πριν τον αγώνα συμβάλλει αρνητικά στο αποτέλεσμα του, καθώς και το εάν ο αθλητής είναι μέλος ομάδας, εάν είναι γυναίκα, νεαρός/ή και εάν είναι νέος αθλητής.

Η αυτοπεποίθηση στην ψυχοσύνθεση του αθλητή/τριας και από τί επηρεάζεται


Μεγάλης σημασίας, ωστόσο, είναι όπως αναφέρεται και παραπάνω η αυτοπεποίθηση. Τί είναι, όμως, η αυτοπεποίθηση για έναν αθλητή; Αυτοπεποίθηση μπορεί να χαρακτηριστεί η πίστη του αθλητή στον εαυτό και τις δυνάμεις του. Είναι η γνώση των ορίων του και των δυνατοτήτων του ότι μπορεί να αποδώσει αυτό για το οποίο έχει προετοιμαστεί.

Τί επηρεάζει αρνητικά την αυτοπεποίθηση του αθλητή;
  • Άγχος και φόβος αποτυχίας
  • Ελλιπής συγκέντρωση στον στόχο
  • Ανησυχία για το τι προσδοκούν οι άλλοι
  • Σύγκριση με άλλους αθλητές
Η ενίσχυση της αυτοπεποίθησης μπορεί να επιτευχθεί μέσα από τις εμπειρίες του αθλητή. Από την προπόνηση, την ποιότητα της προετοιμασίας και την ενθάρρυνση από προπονητές και το περιβάλλον όπως και από προηγούμενες επιτυχίες καθώς και μέσω της προσωπικής θεραπείας του.

Ο αθλητής μπορεί να μάθει να διαχειρίζεται το άγχος του, να τονώσει την αυτοπεποίθησή του και ως αποτέλεσμα να μεγιστοποιήσει την απόδοσή του.

Η σεξουαλική έκφραση ως εργαλείο της εξουσίας

Σχετική εικόναΑποκωδικοποιώντας το σύστημα της σεξουαλικότητας - Η σεξουαλική έκφραση ως εργαλείο της εξουσίας. Με αφετηριακό σημείο ότι σεξουαλικότητα και φύλο δεν είναι φυσικά δεδομένα, προσπαθούμε να ανιχνεύσουμε τα «πώς» και «γιατί» της σύστασης και διαπλοκής τους με κοινωνικά δεδομένα, εντοπίζοντας στον πυρήνα της αναζήτησης τη συγκρότηση του υποκειμένου της νεωτερικότητας.
 
Η έννοια του υποκειμένου όπως γεννιέται στην εποχή του διαφωτισμού παρουσιάζει ομοιότητες με την έννοια του πολίτη της αρχαίας Ελλάδας. Ο παραλληλισμός αυτός είναι χρήσιμος για την κατανόηση της σχέσης του υποκειμένου με τον εαυτό του από τη νεωτερικότητα και μετά – σχέση που συνδέεται με τη σεξουαλικότητα και εκφράζεται σ' αυτή.
 
Για να θεωρηθεί «πραγματικός άνδρας», ο άνδρας στην αρχαία Ελλάδα έπρεπε να αποκτήσει μια εξουσία πάνω στον εαυτό του, ώστε να εξουσιάζει και τους άλλους. Αυτή η σχέση με τον εαυτό καθορίστηκε και μέσω της σχέσης του με τη σεξουαλικότητα, καθώς, αυτοκυριαρχούμενος, κατάφερνε να αποκτήσει την αναγκαία αίσθηση ανδρισμού, την οποία εξασκούσε πάνω στους σεξουαλικούς του συντρόφους.
 
Η σχέση του μαζί τους βασιζόταν σε μια ιεραρχία και προσανατολιζόταν ηθικά στο ιδανικό του ενεργητικού πόθου. Μ' αυτή την έννοια, η διάκριση δεν ετίθετο στο επίπεδο του ομοφυλόφιλου / ετεροφυλόφιλου, αλλά σ' αυτό του παθητικού / ενεργητικού, του αποδεκτού / αξιοκατάκριτου, μεταξύ μετρημένης διαχείρισης και άμετρης υπερβολής. Ο ελεύθερος πολίτης-άνδρας έπρεπε να καταλαμβάνει την ενεργητική θέση, οι μη ελεύθεροι και οι γυναίκες την παθητική.
 
Μόνο στον ανήλικο ελεύθερο άνδρα επιτρεπόταν να πάρει τη θέση του παθητικού, ποθητού αντικειμένου. Αλλά ακόμη και το νεαρό αγόρι έπρεπε να αποφεύγει να του συμπεριφέρονται σαν παιχνίδι και να το εξουσιάζουν.
 
Δεν έπρεπε να γίνει «πειθήνιο όργανο» στις ηδονές του άλλου και να νικηθεί ή να παραδοθεί αμαχητί. Επειδή ο ανήλικος άνδρας ήταν εκτεθειμένος στον κίνδυνο της παθητικότητας, δεν έπρεπε να την ενσωματώσει συνειδητά στη χαρακτηροδομή του. Η ενηλικίωσή του καθοριζόταν από την απώθηση αυτών ακριβώς των παθητικών συμπεριφορών.
 
Το καρτεσιανό υποκείμενο...
Το πέρασμα στον Διαφωτισμό συντελείται με έντονους κοινωνικούς μετασχηματισμούς και ανακατατάξεις κατά τη διάρκεια του 16ου και 17ου αιώνα, με χαρακτηριστικά την ιδεολογία περί απελευθέρωσης του ανθρώπου από τους καταναγκασμούς της φύσης, την κυριαρχία του πάνω σ' αυτήν μέσω των θετικών επιστημών, καθώς και την απελευθέρωσή του από τη μοναρχική κυριαρχία και τον εκκλησιαστικό δογματισμό μέσω του έλλογου ξεπεράσματος της άγνοιας.
 
Όλα αυτά βρίσκουν την ολοκλήρωσή τους τον 18ο αιώνα, με την παγίωση της αστικής καπιταλιστικής κοινωνίας, της λογοκρατίας και της μηχανιστικής σκέψης, και τις συνακόλουθες μορφές κοινωνικών σχέσεων που παρήγαγε αυτό το πλαίσιο.
 
Ο ορθός λόγος (πάνω στον οποίο υποτίθεται πως είχε οικοδομηθεί η νέα μορφή κοινωνίας) έγινε προϋπόθεση για να αποκτήσει κανείς την ιδιότητα του υποκειμένου: Το υποκείμενο-φορέας του Λόγου έπρεπε να υποταχθεί αυτοβούλως στο Κράτος προκειμένου να πραγματωθεί ως ελεύθερο άτομο, αφού μόνο όποιος μπορούσε να αυτοκυριαρχηθεί θεωρούνταν ικανός να κυριαρχήσει και πάνω στους άλλους, να διαχειριστεί την περιουσία και να λειτουργήσει σαν αρχηγός της οικογένειας – δομές και ρόλοι που επέβαλλαν οι αστικές καπιταλιστικές σχέσεις.
 
Η αίσθηση του καθήκοντος επένδυσε την έννοια της ελευθερίας του πολίτη της νέας κοινωνίας. Η εδραίωση του ορθολογισμού, συστατικού στοιχείου του καπιταλισμού που γεννιέται εκείνη την περίοδο, καθιστά το Λόγο εργαλείο για τη διατήρηση της τάξης μέσω του εσωτερικευμένου ελέγχου των υποκειμένων.
 
Παράλληλα, η ιεραρχική σχέση άνδρα-γυναίκας, παγιωμένη μέσα στους αιώνες θεοκρατικών κοινωνιών που είχαν προηγηθεί, μετασχηματίζεται σε μια νέα μορφή πατριαρχίας, την οποία ο Διαφωτισμός νομιμοποιεί πλήρως: ο άνδρας συνιστά την «πρόοδο», καθώς ταυτίζεται με το Λόγο, αφετηρία του ξεπεράσματος της φύσης, με την οποία ταυτίζεται απαξιωτικά η γυναίκα.
 
Έτσι ο «οικουμενικός άνθρωπος», όπως συγκροτείται την περίοδο του Διαφωτισμού, είναι ένα αρσενικό, έλλογο ον, ικανό να κυριαρχήσει στον εαυτό του και στους άλλους. Στη διαδικασία συγκρότησης του υποκειμένου της νεωτερικότητας, ο ανδρισμός εδραιώνεται ως η νόρμα για το ανθρώπινο, εφόσον η δυτική κοσμοθεώρηση συνδέει απόλυτα τη λογική με την ανδρική ταυτότητα.
 
Η λογική σκέψη ως αποκλειστικό προνόμιο των ανδρών είναι η ιδεολογική βάση πάνω στην οποία δομήθηκε η ανδρική ανωτερότητα στην κοινωνική ζωή.Σ' αυτά τα συμφραζόμενα, το συναίσθημα απορρίπτεται ως αυθεντική πηγή γνώσης, μια που με την τελευταία ταυτίζεται μόνο η λογική. Το συναίσθημα ισοδυναμεί με αδυναμία και θηλυκότητα, στοιχεία που βρίσκονται στον αντίποδα της αίσθησης ανδρικής ταυτότητας.
 
Τα ιεραρχικά δίπολα στη λογοκρατία της νεωτερικότητας υπερασπίζονται τον έλεγχο του νόμου επί του σώματος μέσω των επιστημών, τη μελέτη του εξωτερικού κόσμου και των αντικειμένων, όχι των ατομικοτήτων, με συνέπεια την καλλιέργεια της άγνοιας για τον εαυτό, άγνοια που στιγματίζει τα βιώματα και τις σχέσεις.
 
Επιπρόσθετα, η επικράτηση του προτεσταντισμού κληροδοτεί, μεταξύ άλλων, και την πεποίθηση ότι η λογική σκέψη οφείλει να αποκαλύπτει την «κακή» και «ζωώδη» φύση που ενυπάρχει στον άνθρωπο, ώστε να τον ωθήσει σε μια ηθική ζωή, ριζικά διαχωρισμένη από τα ένστικτα που την καθιστούν ανελεύθερη.
 
Με την καρτεσιανή και προτεσταντική ρήξη νου και σώματος, οι άνδρες αποξενώθηκαν κι άλλο από το σωματικό τους βίωμα, γιατί αυτό αποτελούσε μέρος ενός φυσικού κόσμου που έμαθαν να φοβούνται και να απεχθάνονται. Αντιλαμβάνονταν την ανθρωπινότητά τους μόνο απ' τη στιγμή που μπορούσαν να τιθασεύσουν τον φυσικό κόσμο και να κυριαρχούν πάνω στα πάθη τους.
 
Μέσα σ' αυτό το «σύμπαν», οι επιθυμίες και τα συναισθήματα εμφανίζονται απειλητικά. Δρώντας από μια αίσθηση καθήκοντος, οι άνδρες θεωρούν εαυτόν ικανό να ελέγξει το συναίσθημα και να πραγματώσει το υποτιθέμενο ελεύθερο υποκείμενο, με τις γυναίκες να έχουν πρόσβαση σε αυτή την ελευθερία μόνο αποδεχόμενες την υποταγή τους στους άνδρες.
 
Έτσι θεσμίζεται η εσωτερική σύνδεση της ανδρικής ταυτότητας και της αίσθησης του αυτοελέγχου, ως μορφή κυριαρχίας πάνω στον συναισθηματικό κόσμο.
 
Σύμφωνα με τον Ρουσσώ, έναν από τους κύριους ιδεολογικούς φορείς του Διαφωτισμού, «ο άνδρας είναι αρσενικό μόνο σε ορισμένες περιστάσεις, η γυναίκα όμως είναι θηλυκό σε όλη της τη ζωή». Ο προορισμός της είναι να μεγαλώνει παιδιά, να ικανοποιεί και να υποτάσσεται στον άνδρα, όπως «προστάζει η φύση».
 
Όσο για τη σεξουαλικότητα, στον «Αιμίλιο ή περί αγωγής» διατείνεται πως και τα δύο φύλα είναι προικισμένα με αχαλίνωτα πάθη, όμως ο άνδρας προικίστηκε με λογική και η γυναίκα με σεμνοτυφία, ώστε να τα χαλιναγωγούν. Ενδεδειγμένη κοινωνική συμπεριφορά για τη γυναίκα είναι να συνδυάζει το πάθος, την θελκτικότητα και τον αισθησιασμό με την ευσυνείδητη αγνότητα.
 
Οι γυναίκες, τις οποίες ο Ρουσσώ ορίζει ως αποκλειστικά σεξουαλικά πλάσματα, θεωρούνται μέσα σ' αυτό το πλαίσιο πειρασμός που οδηγεί τον άνδρα σε παρέκκλιση από το μονοπάτι της λογικής και της ηθικής, με το ξύπνημα της σεξουαλικότητάς του. Αυτό σημαίνει την αποποίηση κάθε ευθύνης για οποιαδήποτε εκδοχή της ανδρικής σεξουαλικότητας, εφόσον, εάν ο άνδρας διεγερθεί, υποτίθεται πως βγαίνει από τον έλεγχο της λογικής.
...και το «άλλο» του
Σε αντίθεση με την εικόνα του πάντα ικανού και με αυτοέλεγχο άνδρα, οι γυναίκες τόσο στην αρχαιότητα, όσο και στην αστική κοινωνία είχαν περιορισμούς στην έκφραση της σεξουαλικότητάς τους (π.χ. απαγόρευση εξωγαμιαίων σχέσεων). Ο άνδρας κρατούσε ρόλο επιτηρητή, αφού έπρεπε να κυριαρχεί στη γυναίκα εξίσου όπως σε σπίτι, παιδιά και δούλους.
 
Η γυναίκα δεν είχε πρόσβαση σε ένα αυτόνομο καθεστώς υποκειμένου. Έπρεπε να είναι «ενάρετη», χαρακτηριστικό που πάντα σχετιζόταν με τον άνδρα και ουσιαστικά συνίστατο στην υποταγή της σ΄ αυτόν. Ο αυτοέλεγχος δεν απαιτούνταν με τον ίδιο τρόπο από άνδρες και γυναίκες: Εκείνη ήταν υποχρεωμένη να υπόκειται σε αυτοέλεγχο προκειμένου να αρέσει στον άνδρα, διαφορετικά αυτός είχε το δικαίωμα να την διώξει.
 
Εκείνος, αντιθέτως, όφειλε να αυτοκυριαρχείται, δηλαδή να έχει σεξουαλική εγκράτεια, προκειμένου να κυριαρχήσει πάνω σ' αυτούς που δεν μπορούσαν να πετύχουν τον ίδιο βαθμό αυτοελέγχου. Όσον αφορά τη γυναίκα, δεν επρόκειτο για εγκράτεια, αλλά για υπακοή και προσαρμογή στις ανδρικές απαγορεύσεις και προσταγές.
 
Ο όρκος πίστης στο γάμο αποτελούσε τυπικά καθήκον και των δύο συζύγων, αλλά κατ' ουσίαν οι άνδρες υφίσταντο λιγότερες κυρώσεις από τις γυναίκες ή ακόμη και καθόλου. Ήταν ηθικά νομιμοποιημένοι να έχουν σεξουαλικές σχέσεις με υπηρέτριες (ή να τις βιάζουν), με πόρνες και με ερωμένες, και βεβαίως τους επιτρέπονταν οι σεξουαλικές επαφές πριν το γάμο.
 
Αντιθέτως, η γυναίκα από την εξουσία του πατέρα παραδιδόταν στον σύζυγο. Αν έκανε εξώγαμο παιδί, στιγματιζόταν και έχανε τη δυνατότητα να παντρευτεί. Πριν το γάμο δεν είχε σεξουαλική ζωή και μετά το γάμο είχε παιδιά: αυτή ήταν η ηθική μορφή της πληθυσμιακής πολιτικής, η οποία πάντα ρύθμιζε τη σεξουαλικότητα των γυναικών, όχι των ανδρών.
 
Για την αντισύλληψη εξάλλου χρησιμοποιούνταν η διακεκομμένη συνουσία που άφηνε τον έλεγχο αποκλειστικά στον άνδρα. Είτε ως αγία είτε ως πόρνη, ο άνδρας έπρεπε να την κρατήσει υπό τον έλεγχό του.
 
Επιπλέον, ο άνδρας όφειλε να οριοθετηθεί από την ομοφυλοφιλία, η οποία από τον 18ο αιώνα πλέον τιμωρείται. Εκτός από το φόβο της αρρώστιας και του εκφυλισμού, υπήρχε ο φόβος της εκθήλυνσης. Στην αστική κοινωνία η ομοφυλοφιλία θεωρήθηκε όχι πια σαν μια μορφή σεξουαλικότητας μεταξύ άλλων, αλλά σαν το τελείως άλλο σχετικά με τη σωστή, ανδρική σεξουαλικότητα.
 
Έτσι επιβλήθηκε η πλήρης απώθηση του φαντασιακού της ομοφυλόφιλης σεξουαλικότητας για τον άνδρα. Μιας και ολόκληρη η ομοφυλοφιλία ταυτίστηκε με το «παθητικό», ο αστός άνδρας έπρεπε να απαρνηθεί την ομοφυλοφιλία ολοκληρωτικά.
 
Όσο για τη γυναικεία ομοφυλόφιλη σεξουαλικότητα, απλώς δεν θεωρήθηκε μορφή σεξουαλικότητας: εφόσον δεν συμμετέχουν άνδρες, είναι σαν να μην υπάρχει.

Η θεωρία του έρωτα

Οι άνθρωποι αισθάνονται αυτό το υπέροχο συναίσθημα και το αναγνωρίζουν εμπειρικά. Τι λέει όμως η επιστήμη γι' αυτό; Ερευνητές του Πανεπιστημίου Γέιλ επιχειρούν να δώσουν επιστημονικές εξηγήσεις
 
Τα ζευγάρια συνήθως ξεκινούν τη σχέση από φυσική έλξη και κοινά ενδιαφέροντα και αξίες, αλλά, σταδιακά, μπορεί να προσέξουν ότι κάτι λείπει από τη σχέση.
 
Ο Robert Sternberg, καθηγητής Ψυχολογίας και Εκπαίδευσης στο Γέιλ και πρόεδρος της Αμερικανικής Ψυχολογικής Εταιρείας, δίνει μια ενδιαφέρουσα ερμηνεία για την θεωρία της αγάπης. Θεωρεί ότι η αγάπη είναι μια ιστορία, την οποία καθένας από εμάς γράφει και ξαναγράφει. Η αγάπη αναπτύσσεται, μεγαλώνει και διαρκεί, όταν ένας άνθρωπος βρίσκει κάποιον άλλον που ταιριάζει στην προσωπική του «ιστορία έρωτα».
 
Τα συστατικά του έρωτα
Η εργασία του Sternberg βρίσκεται ανάμεσα στην προσέγγιση που περιορίζει τον έρωτα σε ένα καλωδιακό διάγραμμα και μια συλλογή χημικών και στην προσέγγιση που αναζητάει καθολικές, αλλά ασαφέστερες αλήθειες.
 
Όταν ο Sternberg άρχισε να μελετάει τις σχέσεις, τη δεκαετία του ’70, ανακάλυψε ότι είχαν τρία βασικά συστατικά: οικειότητα, πάθος, αφοσίωση. Τα τρία αυτά στοιχεία αποτελούν τις βάσεις ενός τριγώνου, το οποίο, όταν ο έρωτας είναι ώριμος και ισορροπημένος, είναι ισόπλευρο.
 
Καθώς ο έρωτας αναπτύσσεται, μεγαλώνει και το εμβαδόν του τριγώνου, με τις τρεις ίσες πλευρές να επιμηκύνονται αντίστοιχα. Οταν ένα ζευγάρι είναι σε γεωμετρική αρμονία, το αποτέλεσμα ονομάζεται τελειοποιημένος έρωτας, κάτι που, βέβαια, είναι σπάνιο.
 
Τις περισσότερες φορές οι πλευρές του τριγώνου είναι διαφορετικού μήκους και συχνά ένα από τα βασικά στοιχεία λείπει εντελώς. Υπάρχει, για παράδειγμα, η ερωτική τρέλα – πάθος χωρίς οικειότητα ή αφοσίωση – ή ο ρομαντικός έρωτας – οικειότητα και πάθος αλλά χωρίς αφοσίωση – ή ο τρελός έρωτας – αφοσίωση και πάθος χωρίς οικειότητα. Υπάρχουν και άλλοι πιθανοί συνδυασμοί σύμφωνα με τον Sternberg, ο οποίος έχει αναπτύξει τη θεωρία του τριγώνου του έρωτα σε πολλά βιβλία και επιστημονικές δημοσιεύσεις.
 
Η θεωρία του τριγώνου του έρωτα εντοπίζει σε ποιο σημείο βρίσκεται κάποιος στη σχέση του, αλλά δεν εξηγεί πώς έφτασε εκεί. Για να καταλάβουμε τον έρωτα πρέπει να εξετάσουμε πώς αναπτύσσεται και εξελίσσεται στη συνέχεια.
 
Ερωτικοί ρόλοι
Τι ρόλο παίζετε στη σχέση σας; Είστε ο αστυνόμος, ο κωμικός, η πριγκίπισσα ή ο μάρτυρας; Ο ρόλος καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την έκβαση μιας σχέσης, μια που πρόκειται για «ιστορία έρωτα», δηλαδή για το πώς έχει ο καθένας στον νου του το τι ζητάει από κάποιον άλλο και το πώς πιστεύει ότι θα είναι η έκβαση της σχέσης. Η «ιστορία έρωτα» που πλάθει κανείς σχετίζεται με το ποιος είναι ατομικά. Η ιστορία του καθενός καθορίζεται από στοιχεία όπως η προσωπικότητα, οι οικογενειακές εμπειρίες, η θρησκεία, η εκπαίδευση, η κουλτούρα του ατόμου, και δεν είναι κάτι τελειωμένο, αλλά εξελίσσεται.
 
Οι σχέσεις μπορεί να είναι τόσο απρόβλεπτες όσο και μια ταινία μυστηρίου. Γιατί μερικά ζευγάρια «ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», ενώ άλλα έχουν την τύχη του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας; Και γιατί μερικές φορές νιώθουμε καταδικασμένοι να κάνουμε τα ίδια ρομαντικά λάθη ξανά και ξανά, ακολουθώντας το ίδιο σενάριο με διαφορετικούς ανθρώπους σε διαφορετικά μέρη, σαν να ήταν η μοίρα των σχέσεών μας προκαθορισμένη;
 
Ισως γιατί, στην πραγματικότητα, είναι! Σύμφωνα με τον Sternberg, για να καταλάβουμε τον έρωτα θα πρέπει πρώτα να καταλάβουμε τις ατομικές μας ιστορίες έρωτα που υπαγορεύουν τις πεποιθήσεις και τις προσδοκίες μας από τις σχέσεις. Αυτές οι ιστορίες, τις οποίες αρχίζουμε να γράφουμε ήδη από την παιδική ηλικία, προβλέπουν τα μοτίβα των ρομαντικών μας εμπειριών. Ευτυχώς, μπορούμε να κατανοήσουμε και να μάθουμε να ξαναγράφουμε τις ιστορίες μας!
 
Ο ολοκληρωμένος έρωτας απαιτεί και τα τρία στοιχεία. Αλλά η θεωρία αφήνει μια βασική ερώτηση αναπάντητη: τι καθιστά ένα άτομο το είδος του εραστή που είναι; Τι το προσελκύει σε άλλα άτομα;
 
Ιστορίες σχέσεων
Κουβεντιάζοντας με άτομα που μόλις χώρισαν, η ιστορία του χωρισμού που διηγείται ο καθένας είναι εντελώς διαφορετική, σαν να περιγράφουν δύο εντελώς διαφορετικές σχέσεις. Κατά κάποιον τρόπο είναι. Κάθε μέλος του ζευγαριού έχει τη δική του εκδοχή της ερωτικής τους ιστορίας. Το σημαντικότερο για μια υγιή, χαρούμενη σχέση είναι να έχουν και τα δύο μέλη της συμβατές ιστορίες, δηλαδή συμβατές προσδοκίες. Μια έρευνα που έγινε το 1998 από τον Sternberg, τον Mahzad Hojjat, Ph.D., και τον Michael Barnes, Ph.D., έδειξε ότι όσο πιο παρόμοιες ήταν οι ιστορίες των ζευγαριών τόσο πιο ευτυχισμένα ήταν.
 
Οι ιστορίες είναι συνήθως συμβατές αν έχουν συμπληρωματικούς ρόλους σε μια ιστορία, όπως αυτή του πρίγκιπα και της πριγκίπισσας, ή αν οι ιστορίες είναι αρκετά παρόμοιες ώστε να μπορούν να ενοποιηθούν σε μία και μοναδική ιστορία.
 
Βέβαια, η συμβατότητα των σχέσεων δεν είναι το μοναδικό απαραίτητο συστατικό σε μια πετυχημένη σχέση. Μερικές φορές η αγαπημένη μας ιστορία μπορεί να είναι επικίνδυνη για την υγεία μας, μια που συχνά οι άνθρωποι επιθυμούν να πραγματοποιήσουν ριψοκίνδυνες ή δυσάρεστες ιστορίες. Οι άνθρωποι συνήθως παραπονιούνται ότι καταλήγουν με τον ίδιο τύπο «κακού» συντρόφου και ότι είναι άτυχοι στον έρωτα. Στην πραγματικότητα, κάτι τέτοιο δεν σχετίζεται με τον έρωτα, αλλά με το γεγονός ότι χωρίς να το αντιλαμβάνονται βρίσκουν άτομα τα οποία κατά κάποιον τρόπο υποχρεώνουν να παίξουν την προσωπική τους ιστορία έρωτας ή τους επιβάλλουν τη δική τους ιστορία, άσχετα με το ποια είναι η ιστορία του άλλου μέλους.
 
Ρομάντζα με αίσιο τέλος
Η προσπάθεια να αντιμετωπίσουμε προβλήματα στις σχέσεις αλλάζοντας τη συμπεριφορά ή τις συνήθειές μας τελικά δεν λειτουργεί, επειδή οι κρίσεις προέρχονται από τις ιστορίες που διαδραματίζουμε. Έτσι, εκτός και αν αλλάξουμε τις ιστορίες μας τελματώνουμε. Οι άνθρωποι περιγράφουν τον έρωτα ποικιλοτρόπως και η περιγραφή τους αποκαλύπτει την ιστορία τους. Για παράδειγμα, κάποιος που συμφωνεί με την πρόταση «Πιστεύω ότι οι καλές ερωτικές σχέσεις είναι σαν να έχεις έναν καλό συνεταίρο» διηγείται μια επιχειρηματική ιστορία, ενώ κάποιος που λέει ότι καταλήγει να κάνει σχέσεις με άτομα που φοβάται διαδραματίζει μια ιστορία τρόμου.
 
Τα ζευγάρια συνήθως ξεκινούν τη σχέση από φυσική έλξη και κοινά ενδιαφέροντα και αξίες, αλλά, σταδιακά, μπορεί να προσέξουν ότι κάτι λείπει από τη σχέση. Αυτό το κάτι συνήθως είναι συμβατότητα των προσωπικών ιστοριών ή προσδοκιών που έχουν.
 
Ένα ζευγάρι με ιστορίες που δεν ταιριάζουν είναι σαν δύο χαρακτήρες επί σκηνής που όμως προέρχονται από διαφορετικό έργο – μπορεί αρχικά να δείχνουν σωστοί, αλλά δεν υπάρχει συγχρονισμός στην αλληλεπίδρασή τους.
 
Αυτός είναι ο λόγος που ζευγάρια τα οποία μοιάζουν να ταιριάζουν τελικά χωρίζουν, ενώ ζευγάρια που εκ πρώτης όψεως είναι αταίριαστα μπορεί και να παραμείνουν μαζί.

Μόνος δεν είσαι, όταν έχεις εσένα

Πονάς για πόσους λόγους και ξέρεις πως κανείς τη στιγμή εκείνη δεν μπορεί να τους πάρει μακριά. Μόνο εσύ! Κι όμως, κάτι φορές που σε εγκαταλείπεις, αναζητάς τη λύτρωση έξω από εσένα κι ένα χέρι να πιαστείς, κι ας δυνάμωσες.

Ηρέμησε, μια φάση είναι, θα περάσει. Περνάς τα δάκτυλά σου ανάμεσα στα μαλλιά σου κι ακούς τα δάκρυα να στάζουν στο τραπέζι. Κανείς εκεί, πάντα μόνος και αυτό που σε θυμώνει είναι που ξέρεις πως μόνο εσύ μπορείς να σε λυτρώσεις, κανένας άλλος.

Προσπαθείς να αναπνεύσεις μάταια Έχεις ανάγκη από εκείνο το χάδι στο κεφάλι, που ξεκινά από το μέτωπο και καταλήγει στον αυχένα, εκεί ακριβώς που ο πόνος σφίγγει τη βάση του μυαλού σου, εκεί, που δεν μπορεί να φτάσει ούτε η σκέψη.

Όλα μάταια, όλα ανοίγουν τα μάτια σου μόνο για να κοιτάξεις γύρω σου, μόνο για να δεις και να πιστέψεις το πόσο μόνος είσαι. Μόνος ανάμεσα σε τοίχους, μόνος ανάμεσα σε τζαμαρίες που ακόμη κι αν τις έχεις ορθάνοιχτες, η ανάσα σου παραμένει εγκλωβισμένη. Κι όμως, η μοναξιά δεν είναι πια μέγγενη, δεν είσαι πια αιχμάλωτός της, συζητάς με τον εαυτό σου, δεν μαλώνεις.

Άλλοτε θα σε χαρακτήριζες τρελό, μα πλέον είσαι εσύ ο καταλύτης, εσύ ο σωτήρας και κυρίαρχός του και ξέρεις πως σύντομα θα φύγεις από αυτό, θα αναπνεύσεις ξανά. Ηρέμησε, μια φάση είναι, θα περάσει.

Ο τρόπος σε βγάζει από εκεί, η θέληση μόνο ή κάθε πόνος έχει το δικό σημείο επαφής με τη λύτρωση, τη δική του προσωπική σύναψη; Πλέον γνωρίζεις πως οι ερωτήσεις είναι μάταιες, ζεις στο εδώ και στο τώρα, θα το παλέψεις και θα νικήσεις, κι ας πονάς μέχρι το τελευταίο σου κύτταρο. Αν ο πόνος σου φτάνει έως εκεί, σκέψου μέχρι πού μπορεί να φτάσει η δύναμή σου.

Κοιτάξου. Αντέχεις ακόμη να κρατάς το σώμα σου στη ζωή, όσα κι αν πέρασες, αντέχεις να ζεις τον πόνο και να λες φάση είναι θα περάσει, θα το παλέψω. Μια επιλογή που δεν σου χαρίστηκε, μια επιλογή που την κατέκτησες σε ενός πολέμου τη νίκη, με μάχες ήττες πολλές.

Μιλάς και πάλι σε πρώτο πρόσωπο, γιατί δεν φοβάσαι να σε κοιτάς στον καθρέπτη. Δε βλέπεις το είδωλό σου πια, δε βλέπεις τον αντικατοπτρισμό, στον καθρέπτη σου, βλέπεις εσένα και αυτό σου θυμίζει πως το μεγαλύτερο λάθος του ανθρώπου είναι να ψάχνει λύτρωση έξω από εκείνον. Η λύτρωση είναι μόνο μέσα του. Στάσου στα πόδια σου και φώναξε, μια φάση είναι, θα περάσει! Ο πόνος δεν θα με νικήσει.

Άνθρωποι πέρασαν και σβήστηκαν, λάθη στιγμάτισαν και διεγράφησαν και πόνοι που πάτησαν επάνω στην ψυχή σου σε δίδαξαν πολλά, τι περιμένεις άλλο να αλλάξει; Δεν βλέπεις την αλλαγή επάνω σου; Δυνάμωσες. Στάθηκες στα πόδια σου! Φάση ήταν και πέρασε. Άντεξες και τα κατάφερες με τα όποια σημάδια. Γιατί ακόμη να έχεις ανάγκη την αποδοχή τους, γιατί να μην είναι αρκετή μόνο η δική σου αποδοχή!

Έμαθες να συγχωρείς τον εαυτό σου, έμαθες να μη φοβάσαι τα λάθη σου, τα αντιμετωπίζεις πια κι έμαθες πως η πιο σκληρή κατάκτηση είναι οι αδυναμίες του ίδιου σου του εαυτού. Έμαθες εσένα κι αυτό είναι αρκετό για να προχωρήσεις, για να αποδεχτείς πως όπως μοναδικός είσαι εσύ, έτσι κι ο συνάνθρωπός σου! Σε πληγώνει μόνο εκείνο που σου θυμίζει ποιος είσαι, τι ακόμη έχεις αφήσει σε εκκρεμότητα, τι χρειάζεται να δουλέψεις, να λειάνεις τις γωνίες του για να μην χτυπάς.

Προχώρησε, όσα εμπόδια κι αν βρεις μπροστά σου, όσοι πόνοι κι αν σου κλείνουν τον δρόμο, φοβούνται κι αυτοί μη τους εγκαταλείψεις, μη μείνουν μόνοι. Φοβούνται το φως σου, γεμίζουν τον δρόμο σου σκοτάδια για να μην πας πουθενά, να μείνεις μαζί τους.

Προχώρησε άνθρωπε, βγάλε το πέπλο που φοράς και δες τη δύναμή σου, είναι εκεί! Και μην ξεχνάς σε κάθε δυσκολία, ήρθες στη γη για να ζήσεις. Η ζωή δεν σταματά σε κανέναν πόνο, η ζωή μόνο προχωρά. Γι’ αυτό ηρέμησε, μια φάση είναι, θα περάσει. Μόνος δεν είσαι, έχεις εσένα.

Πώς να απαλλαγείτε από την εμμονή της τελειομανίας

Η τελειομανία γίνεται κατάρα για κάποιον που την αποκτά, επειδή είναι δύσκολο να την αποτινάξει από τη ζωή και τη σκέψη του. Μας κάνει να διστάζουμε να ξεκινήσουμε κάτι, μας ψιθυρίζει δεύτερες σκέψεις και μας επικρίνει, όταν τελικά κάνουμε κάτι• αν τελικά μπούμε στη διαδικασία να το ολοκληρώσουμε.

Η τελειομανία αποτελεί ένα συνηθισμένο και τοξικό μοτίβο σκέψης, ωστόσο, υπάρχουν πολλά που μπορείτε να κάνετε, ώστε να τη διαχειριστείτε και να την ξεφορτωθείτε μια και καλή. Είναι μια μακροχρόνια διαδικασία, αλλά αξίζει στο τέλος. Εξάλλου, δεν έχετε άλλη επιλογή από το να απαλλαχτείτε κάποια στιγμή στη ζωή σας από την κατάρα της. Σε άλλη περίπτωση, ρισκάρετε να χάσετε τον εαυτό σας στην πορεία και την ευκαιρία σας τόσο για ευτυχία, όσο και για επιτυχία.

Πώς να απαλλαγείτε από την εμμονή της τελειομανίας

 

1. Ορίστε ένα όριο και εμμείνετε σε αυτό


Πρώτα, χρειάζεται να δημιουργήσετε ένα σύστημα για να αντιμετωπίσετε την τελειομανία, ενώ εργάζεστε για να ξεριζώσετε την υποβόσκουσα αιτία. Για να το καταφέρετε αυτό, αρχίστε να βάζετε όρια, όταν έρχεστε αντιμέτωποι με προβλήματα. Όταν πλησιάζετε την ολοκλήρωση ενός έργου και η τελειομανία σας χτυπά, όταν ξαφνικά εντοπίζετε αμέτρητα προβλήματα και κολλάτε, δώστε στον εαυτό σας λίγο χρόνο, για να λάβετε δράση. Απαγορεύστε στον εαυτό σας, όσο μπορείτε, να σκέφτεται αρνητικά. Μόλις ο χρόνος τελειώσει, θα έχετε ήδη τελειώσει.

2. Υπενθυμίστε στον εαυτό σας παρελθοντικές νίκες


Η τελειομανία αποτελείται από έλλειψη πίστης στον εαυτό, όχι από επιθυμία να κάνετε τέλεια τη δουλειά σας. Δυστυχώς, αυτή είναι η αλήθεια. Αφού βρείτε ένα σύστημα για να διαχειριστείτε την τελειομανία βραχυπρόθεσμα, χρειάζεται να αρχίσετε να ξεριζώνετε σταδιακά την αιτία της τελειομανίας. Ο πρώτος τρόπος για να το κάνετε αυτό είναι να υπενθυμίζετε συνεχώς στον εαυτό σας τις παρελθοντικές σας νίκες.

Αυτό μπορεί να επιτευχθεί απλά μέσω της μνήμης, μέσω της ανασκόπησης θετικών στιγμών και δηλώσεων, σχολίων από άλλους στην εργασία σας ή από φίλους. Για πράγματα που έχετε πετύχει στο παρελθόν. Η ουσία είναι να υπενθυμίζετε στον εαυτό σας τακτικά ότι είστε καταπληκτικοί και ότι έχετε την ικανότητα και τις δεξιότητες, για να πετύχετε κάτι εκπληκτικό. Όσο περισσότερο το υπενθυμίζετε αυτό στον εαυτό σας, τόσο περισσότερο θα αρχίσετε να πιστεύετε σε εσάς και θα σταματήσετε να έχετε αμφιβολίες και δεύτερες σκέψεις.

3. Μειώστε τις τοξικές επιρροές


Ορισμένες φορές, το περιβάλλον μας διαιωνίζει και επαναλαμβάνει αυτή την έλλειψη πίστης στον εαυτό μας, κάτι που μετατρέπεται εύκολα σε αγώνα με την τελειομανία. Ένα από τα πιο αξιοσημείωτα παραδείγματα στον καλλιτεχνικό χώρο είναι η ιδέα ότι χρειάζεται μια γυναίκα να είναι λεπτοκαμωμένη για να είναι όμορφη. Οτιδήποτε διαφορετικό από αυτό, είναι άσχημο.

Είναι ένα άσχημο στερεότυπο, εντελώς μη ρεαλιστικό και βέβαια 100% λάθος. Εντούτοις, βρίσκεται βαθιά ριζωμένο στα Δυτικά μέσα μαζικής επικοινωνίας, οπότε είναι δύσκολο να το αποβάλλουμε και να μην επηρεαστούμε από αυτό. Αυτό αναγκάζει τα νεαρά κορίτσια να παλεύουν να πετύχουν το «υποτιθέμενο» τέλειο σώμα, για να αποτύχουν επανειλημμένως. Ακόμα κι αν πετύχουν το επιθυμητό βάρος, και πάλι δεν θα είναι αρκετό, επειδή εξ αρχής το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ το βάρος.

Ωστόσο, μειώνοντας τις τοξικές επιρροές, όπως την τηλεόραση, το διαδίκτυο, αλλά και άλλες κοινωνικές πηγές, που μπορεί να διαιωνίζουν ιδέες που ενθαρρύνουν την τελειομανία και μας κάνουν να συγκρινόμαστε με τους άλλους, μπορούμε να ελέγξουμε την κατάσταση καλύτερα και να δημιουργήσουμε ένα υγιέστερο περιβάλλον για εμάς.

4. Αποδεχτείτε ότι είστε άνθρωπος και υπενθυμίστε στον εαυτό σας τις ατέλειες και των σπουδαιότερων ανθρώπων


Οι πιθανότητες είναι, ασχέτως της τέχνης, του πάθους, της προσπάθειας ή του επαγγέλματος που ακολουθείτε, να υπάρχουν σπουδαίοι άνθρωποι για εσάς εκεί έξω. Και αν υπάρχουν, μπορείτε να μάθετε από την ιστορία τους και να τους μοιάσετε.

Ο σκοπός αυτού είναι να αναγνωρίσετε την ανθρώπινη φύση σε όλους αυτούς. Να δείτε ότι ακόμα και εκείνοι που είναι τέλειοι σε κάτι, δεν είναι τέλειοι σε όλα. Για την ακρίβεια, θα δείτε ότι πάντα όταν παλεύουν για τελειομανία, χάνουν την επιτυχία και το μεγαλείο που μέχρι τότε είχαν πετύχει.

Υπενθυμίστε στον εαυτό σας αυτά τα παραδείγματα και το γεγονός ότι είστε ένας άνθρωπος. Και ο άνθρωπος έχει ατέλειες από τη φύση του. Και το πιο υπέροχο στοιχείο απ’ όλα είναι ότι οι άνθρωποι με τους οποίους εργάζεστε και αλληλεπιδράτε έχουν και αυτοί ατέλειες. Η κατάρα της τελειομανίας μπορεί να σας κρατήσει πίσω. Μην επιτρέψετε στην ανάγκη σας για επιβεβαίωση να σας απομακρύνει από την επίτευξη μιας μοναδικής και καλύτερης εκδοχής του εαυτού σας.

Σοφός είναι ο άνθρωπος που, αντί να θρηνεί για όσα δεν έχει, χαίρεται για όσα έχει

Η ανθρώπινη κοινωνία είναι μια «κατά συνθήκη», μια «κατ’ ανάγκη» κοινωνία. Δεν έχει τη συνεκτική δομή της κοινότητας των μυρμηγκιών ή των μελισσών, όπου όλα τα έντομα είναι συμπληρωματικά και οι ρόλοι αυστηρά καθορισμένοι και δεν αλλάζουν στη διάρκεια της ζωής.

Η δική μας κοινωνία είναι χαλαρή, ανομοιογενής και ετερόκλητη, την αποτελούν διάφορες κοινωνικές, φυλετικές και θρησκευτικές ομάδες, καθώς και διάφορα υποσύνολα (οικογένεια, δήμος, χώρα).

Στην ουσία πρόκειται για ένα συνονθύλευμα από υποκοινωνίες στις οποίες τα μεμονωμένα άτομα συμβιώνουν με σκοπό το όφελος από τη σχέση μεταξύ τους, διατηρώντας την τάση να δημιουργούν το καθένα χωριστά έναν δικό του κόσμο.

Επειδή η ανθρώπινη κοινωνία είναι συναγωνιστική και συγχρόνως ανταγωνιστική, η απληστία αποτελεί έναν πειρασμό, μια συμπεριφορά στην οποία είμαστε επιρρεπείς, ιδιαίτερα στις χώρες όπου υπάρχει αφθονία προϊόντων και ευκαιρίες κοινωνικής ανόδου.

Λέει η Ιρλανδέζα τραγουδίστρια Σίνιντ Ο’ Κόννορ σ’ ένα τραγουδάκι που δίνει τον τίτλο στο δεύτερο άλμπουμ της: I don’t want what I haven’t got. Δεν θέλω ό,τι δεν έχω. Αυτό είναι το κλειδί της ευτυχίας.

Πόλεμος καὶ Ὕβρις

Θεοὶ πάντες ἔγημαν ἣν ἕκαστος εἴληφεν ἐν κλήρῳ. Πόλεμος παρῆν ἐσχάτῳ κλήρῳ· Ὕβριν δὲ μόνην κατέλαβεν· ταύτης περισσῶς ἐρασθεὶς ἔγημεν. Ἐπακολουθεῖ δὲ αὐτῇ πανταχοῦ βαδιζούσῃ. Ὅτι ἔνθα ἂν προέλθῃ ὕβρις ἢ ἐν πόλει ἢ ἐν ἔθνεσι, πόλεμος καὶ μάχαι εὐθὺς μετ᾿ αὐτὴν ἀκολουθεῖ.

Οι αρχαίοι Έλληνες, πίστευαν ότι ο κάθε θεός είχε τη σύζυγό του. Ο μύθος λέει ότι με κλήρο απέκτησε ο κάθε θεός τη σύζυγό του Τελευταίος έμεινε ο θεός Πόλεμος, ο οποίος πήρε για σύζυγό του την τελευταία θεά που είχε απομείνει: την Ύβρι. Και την αγαπούσε πάρα πολύ. Όπου βρισκόταν η Ύβρις, εκεί ερχόταν από πίσω και ο Πόλεμος. Έτσι από τότε σε όποια πόλη (κράτος) εκδηλωνόταν μεγάλη ύβρις, ακολουθούσε και πόλεμος.

Θα πρέπει όμως να εξηγήσουμε τί είναι ύβρις. Για τους αρχαίους δέν είναι αυτό που ονομάζουμε σήμερα “ύβρη” ή βρισιά. Ύβρις στα αρχαία σημαίνει μεγάλος εγωισμός, που κάνει τον άνθρωπο να εκδηλώνει ασέβεια προς τον Θεό, προς τον παντοτινό ηθικό νόμο, προς τα πλάσματα του Θεού και προς τη φύση.

Όποιος άνθρωπος γνωρίζει ποιός είναι ο ηθικός νόμος ώστε ανάλογα να συμμαζεύει τον εγωισμό του, πρέπει σύμφωνα με τον παντοτινό ηθικό νόμο να βαδίζει.

Και όποιος δέν γνωρίζει τον παντοτινό ηθικό νόμο, πρέπει να μελετά και να τον μαθαίνει.

Τα πράγματα δεν μας ελκύουν παρά μόνο όταν δεν μας αγγίζουν

Έτσι, όσο τελούμε υπό το κράτος των επιθυμιών, υπό την κυριαρχία της θέλησης, όσο αφηνόμαστε στις ελπίδες που μας καταπιέζουν, στους φόβους που μας κατατρύχουν, δεν υπάρχει για μας ούτε ανάπαυση ούτε μόνιμη ευτυχία. Είτε ριχνόμαστε με πάθος στην πραγματοποίηση κάποιας επιδίωξης, είτε φεύγουμε να σωθούμε από κάποιον επικείμενο κίνδυνο, αν δηλαδή αισθανόμαστε μεγάλη ταραχή από την αδημονία στην πρώτη περίπτωση ή από το καρδιοχτύπι στη δεύτερη, κατά βάθος είναι το ίδιο: οι έγνοιες που μας προξενούν οι απαιτήσεις της θέλησης σε όλες της τις μορφές, δεν παύουν να διαταράσσουν και να βασανίζουν την ύπαρξή μας. Έτσι, ο άνθρωπος, δούλος της θέλησης [του βουλητικού του στοιχείου], περιστρέφεται συνεχώς στον τροχό του Ιξίωνα, χύνει νερό στο πιθάρι των Δαναΐδων, είναι ο Τάνταλος που τυραννιέται από την αιώνια δίψα.

Όταν όμως μια ξένη, ανεξάρτητη από μας περίσταση -ή η εσωτερική μας αρμονία- μας ανασηκώνει και μας βγάζει για μια στιγμή έξω από τον ατέλειωτο χείμαρρο της επιθυμίας, το πνεύμα απαλλάσσεται από την καταπίεση της θέλησης, η προσοχή μας εκτρέπεται από καθετί που την προσελκύει, και τα πράγματα μάς παρουσιάζονται απαλλαγμένα από τη γοητεία της ελπίδας, από κάθε προσωπικό συμφέρον, μας παρουσιάζονται δηλαδή ως αντικείμενα ανιδιοτελούς σκέψης και όχι ως αντικείμενα που εποφθαλμιούμε- είναι τότε ακριβώς που η ανάπαυλα αυτή, η οποία μάταια αναζητήθηκε στους ανοιχτούς δρόμους της επιθυμίας, με αποτέλεσμα να μας διαφεύγει συνεχώς, παρουσιάζεται κατά κάποιον τρόπο από μόνη της και μας δίνει το αίσθημα της γαλήνης σε όλη του την πληρότητα. Είναι αυτή ακριβώς η, απαλλαγμένη από πόνους, κατάσταση που εξυμνούσε ο Επίκουρος ως το πιο μεγάλο απ’ όλα τα αγαθά, ως την ευδαιμονία των θεών διότι σ’ αυτή την περίπτωση είμαστε προς στιγμήν απαλλαγμένοι από τη βαριά καταπίεση της θέλησης, γιορτάζουμε το Σάββατο της αργίας μετά τα καταναγκαστικά έργα που μας επιβάλλει η θέληση, ο τροχός του Ιξίωνα σταματάει… Τι σημασία έχει τότε αν βλέπει κανείς τη δύση του ηλίου από το παράθυρο ενός παλατιού ή μέσα από τα κάγκελα μιας φυλακής!

Εσωτερική αρμονία, επικράτηση της καθαρής σκέψης απέναντι στη θέληση – αυτό μπορεί να προκύψει σε κάθε τόπο. Μάρτυρες αυτοί οι θαυμάσιοι Ολλανδοί ζωγράφοι, οι οποίοι μπόρεσαν να δουν με τόσο αντικειμενικό τρόπο τα μικρά πράγματα και οι οποίοι μας άφησαν, στις σκηνές εσωτερικού χώρου, μια διαχρονική απόδειξη του ελεύθερου και γαλήνιου πνεύματός τους. Ο θεατής δεν μπορεί να παρατηρήσει τα έργα αυτά χωρίς να συγκινηθεί, χωρίς ν’ αναλογιστεί την ήσυχη, ειρηνική, γεμάτη γαλήνη πνευματική κατάσταση του καλλιτέχνη, μια κατάσταση απαραίτητη για να μπορέσει κανείς να συγκεντρώσει την προσοχή του σε αντικείμενα ασήμαντα, αδιάφορα, και να τα αναπαραστήσει με τόση φροντίδα· και η εντύπωση είναι ακόμη πιο ισχυρή όταν, κάνοντας μιαν ενδοσκόπηση, μένουμε κατάπληκτοι από την αντίθεση μεταξύ αυτών των τόσο ήρεμων ζωγραφικών έργων και των πάντοτε σκοτεινών δικών μας αισθημάτων, που διαρκώς αναστατώνονται από ανησυχίες και επιθυμίες.

Αρκεί να εστιάσει κανείς την προσοχή του σε έναν οποιονδήποτε άνθρωπο, σε μια οποιαδήποτε σκηνή της καθημερινής ζωής και να τα αναπαραστήσει με το μολύβι ή το πινέλο: τότε, όλα θα φανούν ευθύς αμέσως εξαιρετικά ενδιαφέροντα, χαριτωμένα και επιθυμητά. Αν ωστόσο συμβεί να βρεθούμε αντιμέτωποι με την εν λόγω σκηνή ή να μετέχουμε οι ίδιοι στη σκηνή, ε, τότε! Μόνο ο διάβολος θα μπορούσε, όπως λέει κανείς συχνά, ν’ αντέξει μια τέτοια κατάσταση.

Είναι η σκέψη του Γκαίτε:
Όλα εκείνα που μας θλίβουν στη ζωή,
όταν αναπαριστώνται από τη ζωγραφική μας θέλγουν…

Όταν ήμουν νέος, υπήρξε μία περίοδος όπου προσπαθούσα διαρκώς να φαντάζομαι όλες τις πράξεις μου σαν να ήταν ενός άλλου – πιθανότατα για να τις απολαμβάνω καλύτερα.

Τα πράγματα δεν μας ελκύουν παρά μόνο όταν δεν μας αγγίζουν. Η ζωή δεν είναι ποτέ ωραία, υπάρχουν μόνο οι απεικονίσεις της ζωής που είναι ωραίες, όταν ο καθρέφτης της ποίησης τις φωτίζει και τις αντικατοπτρίζει, ιδίως στα νεανικά χρόνια της ζωής μας, όταν δεν ξέρουμε ακόμα τι σημαίνει να ζεις.

ARTHUR SCHOPENHAUER, ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Για να προκύψει το δυνατό, πρέπει να προσπαθήσουμε ξανά και ξανά για το αδύνατο

Πόσες φορές δεν έχουμε την αίσθηση ότι αντιδρούμε πολύ διαφορετικά από το πώς θα θέλαμε να συμπεριφερθούμε απέναντι σε ιδιαίτερες συνθήκες και καταστάσεις.

Αφού φωνάξουμε, βροντήξουμε την πόρτα ή ξεστομίσουμε κάτι που δεν θα θέλαμε, μας κατακλύζουν συναισθήματα θλίψης, απελπισίας αλλά και θυμού ενάντια στον εαυτό μας. Η φωνή του εσωτερικού κριτή μας, αντηχεί ακατάπαυστα στο κεφάλι μας και την ανεχόμαστε αδιαμαρτύρητα, ίσως απελπισμένοι ότι μόνο με την αυτοτιμωρία θα αλλάξουμε. Δυστυχώς, τα χρόνια περνούν και συνειδητοποιούμε πως αρκετά συχνά αντιδρούμε στην ίδια κατάσταση πάντα με τον ίδιο τρόπο. Όπως το νερό τελικά διαβρώνει την πέτρα, έτσι και η αίσθηση ‘ότι “τίποτα δεν αλλάζει” διαβρώνει το ηθικό μας, ώσπου καταλήγουμε ότι δεν μπορούμε να αλλάξουμε.

Πολλοί πιστεύουν συνειδητά ότι μπορούν ν’ αλλάξουν’ ωστόσο, όταν εμβαθύνουν μέσα τους και κοιτάξουν τα συναισθήματά τους, οι περισσότεροι καταλήγουν πως μια τέτοια αλλαγή δεν είναι ρεαλιστική.

Τι είναι αυτό που δυσκολεύει τόσο την αλλαγή συγκεκριμένων πλευρών της προσωπικότητας μας;
Η αλήθεια είναι ότι δεν θέλουμε ν’ αλλάξουμε, όσο κι αν το πιστεύουμε.

Πράγματι, οι ακούσιες αντιδράσεις μας, είναι πρότυπα που δημιουργήσαμε σε μια συγκεκριμένη ηλικία και σ’ ένα καθορισμένο επίπεδο συνείδησης. Τα δημιουργήσαμε για να ξεφύγουμε από τον πόνο και να καλύψουμε τις ανάγκες μας.

Πρέπει να δείξουμε απεριόριστη κατανόηση στον εαυτό μας για να συμβιβαστούμε με τον πόνο που έχουμε προκαλέσει στους άλλους και που βιώνουμε και οι ίδιοι. Όταν καταλάβουμε ότι δεν είναι η κακία ή η ανικανότητα που έχει φωλιάσει στην καρδιά μας, αλλά ότι απλώς έχουμε τα μάτια μας κλειστά, θα μπορέσουμε να αξιολογήσουμε τα πράγματα από διαφορετική σκοπιά. Οπότε, αν θέλουμε να επουλώσουμε τις πληγές στη ψυχή μας, πρέπει απαραιτήτως να συγχωρήσουμε τον εαυτό μας.

Οι πληγές αυτές έχουν αφήσει ανεξίτηλα ίχνη στη μνήμη μας. Στις μέρες μας, χάρη στην επιστημονική έρευνα, γνωρίζουμε πως η μνήμη, μέσα στην τεράστια πολυπλοκότητά της, δεν αποθηκεύει μόνο την ανάμνηση των γεγονότων, αλλά και αισθήσεις, εμπειρίες και βιώματα.

Οι ερμηνείες και οι εκτιμήσεις μας γεννούν πολλά από τα συναισθήματα που νιώθουμε σε κάποια δεδομένη στιγμή. Είναι πολύ διαφορετική η ερμηνεία του δε με αγαπούν επειδή δεν το αξίζω, από την ερμηνεία του δε με αγαπούν επειδή δε με γνωρίζουν καλά. Γι' αυτό όσοι είναι σε θέση να ερμηνεύσουν ένα δύσκολο γεγονός της ζωής τους  με πιο ανοιχτό μυαλό, θα αλλάξουν το παρελθόν τους από το παρόν. Το παρελθόν δεν είναι κάτι άκαμπτο και αμετάβλητο αλλά φοβερά εύπλαστο. Αν το αντιλαμβανόμαστε ως άκαμπτο και αμετάβλητο, αυτό οφείλεται στο ότι αξιολογούμε από την ίδια οπτική και με βάση τις ίδιες παραμέτρους.

Ίσως η προσκόλλησή μας στο παρελθόν να μας προσφέρει μια σταθερή αίσθηση ταυτότητας, για την οποία όμως το τίμημα είναι βαρύ, αφού, μεταξύ άλλων, όταν κοιτάζουμε το μέλλον μας σιωπηλά, αυτό που βλέπουμε είναι στην ουσία το παρελθόν μας. Πως μπορούμε να προσβλέπουμε σε συγκεκριμένα ιδανικά και ορίζοντες, όταν είναι κρυμμένα από την πολύ περιορισμένη ιδέα που έχουμε για τον εαυτό μας; Με τον εαυτό μας συναντιόμαστε κάθε μέρα και γι' αυτό είναι οι δικές μας οι λύσεις και οι πράξεις που μπορούν να μας κατευθύνουν προς τον έναν ή τον άλλον προορισμό.

Να θυμάστε πως ανάμεσα σε κάθε γεγονός που συμβαίνει και στη συναισθηματική του αντίδραση θα παρεμβάλλεται πάντα η δική σας ερμηνεία της κατάστασης. Έτσι, είναι πολύ πιο σημαντικό οι ερμηνείες σας να σας βοηθούν παρά να είναι φαινομενικά λογικές.

Αν η ευτυχία σου έχει προϋποθέσεις, θα παραμείνεις δυστυχισμένος

Εχθές, το σήμερα ήταν μέλλον κι εσύ το ονειρευόσουν. Τώρα βρίσκεται εδώ. Τι συμβαίνει; Είσαι ευτυχισμένος;

Το χθες ήταν επίσης μέλλον κάποτε. Το παρελθόν ήταν κάποτε μέλλον και τώρα έχει φύγει. Και το μέλλον επίσης θα φύγει.

Κοροϊδεύεις τον εαυτό σου με το να ονειροπολείς.

Κοίταζε αυτό που συμβαίνει αυτή τη στιγμή. Αν το αναβάλλεις έστω και για μια στιγμή, χάνεις και τότε γίνεται συνήθεια, μια πολύ βαθιά ριζωμένη συνήθεια. Αύριο επίσης θα χάσεις και μεθαύριο επίσης, επειδή εσύ θα παραμείνεις ο ίδιος. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά και η συνήθειά σου να ονειροπολείς θα γίνει ακόμη πιο δυνατή.

Και ονειρεύεσαι κάτι, το επιθυμείς, το λαχταράς και όταν συμβεί, βλέπεις ότι εξακολουθείς να είσαι ανικανοποίητος.

Τώρα κάτι άλλο σε κάνει δυστυχισμένο.

Αυτό είναι που πρέπει να γίνει κατανοητό. Αν η επιθυμία σου δεν εκπληρωθεί, απογοητεύεσαι. Αν εκπληρωθεί, πάλι απογοητεύεσαι.

Αυτή είναι η δυστυχία της επιθυμίας.

Ακόμη κι αν εκπληρωθεί, εσύ δεν αισθάνεσαι πληρότητα.

Ξαφνικά εμφανίζονται καινούργια πράγματα.

Ο νους συνεχίζει να σου λέει: “Κάνε αυτό, κάνε εκείνο. Αγόρασε αυτό, αγόρασε το άλλο… διαφορετικά πώς μπορείς να είσαι ευτυχισμένος;”

Αν η ευτυχία σου έχει προϋποθέσεις, θα παραμείνεις δυστυχισμένος.

Αν δεν μπορείς να είσαι ευτυχισμένος έτσι όπως είσαι…

Ξέρω ότι η δουλειά είναι σκληρή, ότι ο μισθός είναι λίγος, ότι η ζωή είναι ένας αγώνας, αν όμως δεν μπορείς να είσαι ευτυχισμένος έτσι όπως είσαι, δεν πρόκειται να είσαι ποτέ ευτυχισμένος.

Αν δεν είσαι ευτυχισμένος χωρίς κανένα λόγο, θα βρίσκεις πάντοτε κάτι για να καταστρέψει την ευτυχία σου. Πάντοτε θα βρίσκεις ότι κάτι λείπει. Κι εκείνο που “λείπει”, θα γίνει και πάλι η ονειροπόλησή σου.

Και ποτέ δεν μπορείς να τα έχεις όλα. Ακόμη κι αν αυτό ήταν εφικτό, ακόμη και τότε εσύ δεν θα ήσουν ευτυχισμένος.

Απλώς δες το μηχανισμό του νου: Αν έχεις τα πάντα, όλα όσα επιθυμείς, ξαφνικά θα αρχίσεις να βαριέσαι. Ο νους δεν θα σου επιτρέψει ποτέ να είσαι ευτυχισμένος.

Όποιες κι αν είναι οι προϋποθέσεις, ο νους πάντα βρίσκει κάτι για να είναι δυστυχισμένος.
Δεν χρειάζεται να κάνεις προσπάθεια για να αναπνέεις ούτε να θέτεις προϋποθέσεις. Απλώς αναπνέεις. Το ίδιο ακριβώς είναι η ευτυχία.

Η ευτυχία είναι η εσωτερική σου φύση. Δεν χρειάζεται καμία εξωτερική προϋπόθεση. Η ευδαιμονία είναι η φυσική σου κατάσταση, δεν είναι επίτευγμα. Αν απλώς ξεφορτωθείς το μηχανισμό του νου, αρχίζεις να αισθάνεσαι ευδαιμονικά.

Ρωτάς: “Γιατί συνεχώς ονειρεύομαι το μέλλον;”

Ονειρεύεσαι το μέλλον, επειδή δεν έχεις γευτεί το παρόν.

Άρχισε να γεύεσαι το παρόν. Βρες μερικές στιγμές, που απλώς τις ευχαριστιέσαι.

Όταν κοιτάζεις τα δέντρα, να τα κοιτάζεις ολόκληρος.

Όταν ακούς τα πουλιά, να τα ακούς ολόκληρος. Άφησέ τα να αγγίξουν τον βαθύτερο πυρήνα σου. Άφησε το τραγούδι τους να απλωθεί σε όλο σου το είναι.

Όταν κάθεσαι στην άκρη της θάλασσας, απλώς άκουγε τον άγριο βρυχηθμό των κυμάτων, επειδή εκείνος ο άγριος βρυχηθμός δεν έχει ούτε παρελθόν ούτε μέλλον. Αν μπορείς να συντονιστείς μαζί του, θα γίνεις κι εσύ επίσης ένας άγριος βρυχηθμός.

Αγκάλιασε το δέντρο και χαλάρωσε μαζί του. Νιώσε το πράσινό του να μπαίνει μέσα σου.

Ξάπλωσε στην άμμο, ξέχνα τον κόσμο, νιώσε τη ζέστη της να μπαίνει μέσα σου.

Πήγαινε στο ποτάμι, κολύμπησε κι άφησε το ποτάμι να κολυμπήσει μαζί σου.

Κάνε ό,τι αισθάνεσαι ότι σ’ ευχαριστεί κι απόλαυσέ το ολοκληρωτικά.

Εκείνες τις στιγμές, το παρελθόν και το μέλλον θα εξαφανιστούν κι εσύ θα βρίσκεσαι στο εδώ και τώρα.

Ρητορεία και ρητορική στην αρχαιότητα

O όρος ρητορική (ενν. τέχνη) (θηλ. γέν. του αρχαιοελληνικού επιθέτου ρητορικός, -ή, -όν < ουσ. ὁ ῥήτωρ) σημαίνει την «τέχνη του λόγου», δηλαδή τη μέθοδο και την τεχνική της σύνθεσης λόγων που έχουν τη δύναμη να πείσουν το κοινό. (Πρβλ. τον ορισμό της ρητορικής ως πειθοῦς δημιουργοῦ, που αποδίδεται στους αρχαιότερους δασκάλους της ρητορικής, τον Κόρακα και τον Τ(ε)ισία (1ο μισό του 5ου αι. π.Χ.). Βεβαίως, κατά τον συγκεκριμένο ορισμό η ρητορική δεν δίνει στον λόγο απλά τη δύναμη να πείσει, αλλά γεννά με βεβαιότητα πειθώ, ο ρητορικός λόγος πετυχαίνει, με άλλα λόγια, σε κάθε περίπτωση να πείσει το κοινό. Ο Πλάτωνας (428/7-348/7 π.Χ.) τοποθετεί τον συγκεκριμένο ορισμό στο στόμα του Γοργία (Γοργίας 453a2-7), ο Κοϊντιλιανός (περ. 35-100 μ.Χ.) όμως τον αποδίδει στον Ισοκράτη (436-338 π.Χ.) Institutio οratoria 2.15.4).) Η φράση ρητορική τέχνη απαντά για πρώτη φορά στον Γοργία του Πλάτωνα (449c9). Μια τέχνη πρέπει βέβαια να μπορεί να διδαχθεί, νοείται, με άλλα λόγια, ως διδακτή, στην περίπτωση όμως της ρητορικής η συγκεκριμένη ιδιότητα αποτέλεσε κιόλας στην αρχαιότητα αντικείμενο σοβαρής αμφισβήτησης.
 
Συχνά ο όρος ρητορική συγχέεται με τον όρο ρητορεία. Οι διαφορές όμως είναι ευκρινείς: ο όρος ρητορεία σημαίνει καταρχήν τόσο στα αρχαία όσο και στα νέα ελληνικά την ευγλωττία του ρήτορα, την «έμφυτη ή επίκτητη ικανότητά του να διαμορφώνει τον προφορικό του λόγο με τρόπο ευχάριστο και πειστικό», ή δηλώνει (με ειρωνική διάθεση), στα νέα ελληνικά, τον στομφώδη τρόπο έκφρασης του ομιλητή/συγγραφέα (βλ. για παράδειγμα τη φράση «Άσε τις ρητορείες!», που σημαίνει: «Άσε τις μεγαλοστομίες!», «Άσε τις πομπώδεις και κούφιες νοήματος εκφράσεις!») - κιόλας εδώ διαφαίνεται μια από τις συνήθεις μομφές κατά της τέχνης του λόγου (ότι δηλαδή οδηγεί στην υπερβολική προσήλωση στη μορφή, στο ύφος του λόγου, και επιχειρεί με τεχνάσματα να κερδίσει τις εντυπώσεις του κοινού και να το προσεταιριστεί αποπροσανατολίζοντάς το). Επιπλέον, στο ειδικό πλαίσιο της γραμματολογίας, ο όρος σημαίνει περιεκτικά τους ρήτορες (τα ονόματα και όσα γνωρίζουμε για τον βίο και τη δράση τους) και τους σωζόμενους λόγους τους. Ενώ λοιπόν ο όρος ρητορική αναφέρεται στην τέχνη, στο σύνολο δηλαδή των κανόνων και των αρχών που διέπουν τη σύνθεση του λόγου, ο όρος ρητορεία δηλώνει καταρχήν την ποικιλόμορφη εφαρμογή αυτής της τέχνης, τους λόγους των εκπροσώπων της, ενώ αναφέρεται και σε αυτούς τους ίδιους τους ρήτορες. Βεβαίως, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι η μετωνυμική χρήση επιτρέπει επί της ουσίας τη σύγχυση των δύο όρων: ο αφηρημένος όρος («ρητορική») χρησιμοποιείται με τη σημασία του αντίστοιχου συγκεκριμένου («ρητορεία»). Σε κάθε περίπτωση, θεωρία και πράξη αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος· η απόσπαση λοιπόν της μιας από την άλλη και η απομόνωσή τους, όπου αυτή είναι δυνατή, γίνεται επί της ουσίας μόνο για λόγους συστηματοποίησης και μεθόδου.
 
Οι Ρωμαίοι, από τη μια άνθρωποι μεθοδικοί και πρακτικοί κι από την άλλη ιδιαίτερα καλοί μαθητές των Ελλήνων, διέκριναν τους ρητοροδιδάσκαλους από τους ρήτορες, τους καθαρούς ομιλητές: για τους πρώτους, τους dicendi magistri, επιφύλαξαν κατά κανόνα το όνομα rhetores (rhetor, από το αρχαιοελλ. ῥήτωρ- πιθανόν γιατί οι πρώτοι δάσκαλοι της ρητορικής στη Ρώμη, μέσα στον 2ο αι. π.Χ., ήταν Έλληνες), ενώ τους δεύτερους τους ονόμασαν oratores (orator< λατ. ρ. orare: μιλώ, σύμφωνα με την αρχαία του σημασία). Άλλωστε απόδοση της ελληνικής φράσης ῥητορικὴ (τέχνη) αποτελεί η λατινική ars rhetorica - η συνώνυμη φράση ars oratoria είναι ως προς τα συστατικά της αμιγώς λατινική. Σε αυτές τις ονομασίες παραπέμπουν αντίστοιχοι όροι διάφορων σύγχρονων ευρωπαϊκών γλωσσών (αγγλ. rhetoric, oratory, γαλλ. rhétorique, oratoire, γερμ. Rhetorik, ιταλ. retorica, oratoria).
 
Η αρχαία ελληνική ρητορική ως μέρος του όλου
Αν η αρχαία ελληνική ρητορεία μπορεί να διακριθεί με σαφήνεια από την αντίστοιχη ρωμαϊκή με βάση και μόνο το κριτήριο της γλώσσας, δεν ισχύει το ίδιο για την αρχαία ελληνική και τη ρωμαϊκή θεωρία για τη σύνθεση του λόγου· κι αυτό, γιατί το ευκρινές αποτύπωμα της αρχαίας ελληνικής ρητορικής, όπως αυτή αναπτύχθηκε και διαμορφώθηκε προς το τέλος του 4ου αι. π.Χ., για να αποτελέσει τον ακρογωνιαίο λίθο της ελληνόφωνης εκπαίδευσης των νέων σε ολόκληρη την εκπολιτισμένη έκταση της λεκάνης της Μεσογείου, έχει διασωθεί μόνο στα ρητορικά συγγράμματα της ρωμαϊκής αρχαιότητας. Έχουμε λοιπόν λόγους ιστορικούς και μεθοδολογικούς να αναγνωρίζουμε την ελληνική ρητορική ως τμήμα του όλου που συνθέτουν η ελληνική και η ρωμαϊκή ρητορική παράδοση μαζί, και να μελετούμε τη ρωμαϊκή ρητορική και ρητορεία, όχι μόνο στο όνομα της ιδιαίτερης και αυτόνομης επιστημονικής και αισθητικής αξίας τους, αλλά και για να ανασυνθέσουμε και να κατανοήσουμε κατά το δυνατόν σε βάθος τα αντίστοιχα δημιουργήματα του αρχαίου ελληνικού πνεύματος.
 
Ρητορική και δημαγωγία
Η απόσταση του λόγου από την αλήθεια
Λόγος δυνάστης μέγας ἐστίν, γράφει ο Γοργίας (περ. 480-380 π.Χ.), ένας από τους πρώτους σοφιστές, στο Ἑλένης ἐγκώμιον. Ο λόγος δυναστεύει τους πάντες και τα πάντα: μπορεί να σταματήσει τον φόβο, να σβήσει τη λύπη, να προκαλέσει χαρά, να ενισχύσει τη συμπάθεια. Απέναντί του φαντάζουμε ανυπεράσπιστοι. Αν λοιπόν η Ελένη μαγεύτηκε από τον λόγο του Πάρη, υποστηρίζει ο ρήτορας, τότε δεν μπορεί παρά να της αναγνωρίσει κανείς σοβαρά ελαφρυντικά. Ακολουθώντας το πνεύμα του Γοργία ο μαθητής του ο Ισοκράτης (436-338 π.Χ.) λέει περίπου τα εξής για τον ρητορικό λόγο σε μια από τις πρώτες παραγράφους του Πανηγυρικού: «οι λόγοι έχουν από τη φύση τους τη δύναμη να μιλήσουν με ποικίλους τρόπους για τα ίδια πράγματα, να κάνουν τα σπουδαία μικρά και να δώσουν διαστάσεις μεγάλες στα μικρά και ασήμαντα, να παρουσιάσουν τα παλαιά με τρόπο καινοτόμο και να μιλήσουν με αρχαιοπρέπεια για όσα έγιναν πρόσφατα». Αν θα θέλαμε να ερμηνεύσουμε το περιεχόμενο του αποσπάσματος με όρους της εποχής μας, θα λέγαμε πως ο έντεχνος λόγος έχει τη δύναμη να συνθέσει μια «εικονική» πραγματικότητα στον αντίποδα εκείνης που θα χαρακτήριζε κανείς ως κατεξοχήν αντιληπτή με τη νόηση και τις αισθήσεις, άρα, ως (εν ευρεία εννοία) «αληθινή». Η ρητορική θα μπορούσε, επομένως, να θεωρηθεί όχι απλά και αφηρημένα ως τέχνη της πειθούς, αλλά, τουλάχιστον σε κάποιες περιπτώσεις, ως τέχνη της δημαγωγίας, της παραπλάνησης και της απάτης.
 
Η σκέψη για το περιεχόμενο και τον σκοπό της τέχνης του λόγου, που γεννιέται αυτόματα κάθε φορά που το (σκεπτόμενο) κοινό καλείται να ακολουθήσει τη θέση του ρήτορα, να αναλογιστεί με άλλα λόγια για την αλήθεια της, τη δικαιοσύνη και τη σκοπιμότητά της, οδηγεί αυτόματα σε μια σειρά από ερωτήματα: από πού εκπορεύεται η εκπληκτική δύναμη επιρροής του τεχνικά άρτιου λόγου; Ποιά ακριβώς είναι η φύση της; Είναι η δύναμη του λόγου διδακτή; Είναι με άλλα λόγια τέχνη η ρητορική και ποιό ακριβώς είναι το αντικείμενό της; Ποιά η συμμετοχή και η συμβολή της στον αγώνα του ανθρώπου για την κατάκτηση της γνώσης; Ποιές οι ηθικές διαστάσεις και τα όριά της; Ποιές οι κοινωνικές και πολιτικές συνέπειές της;
 
Στην Αθήνα των κλασικών χρόνων, σε μια πόλη-κράτος βαθιά σκεπτόμενων, στην πλειονότητά τους, πολιτών, όπου οι δεινοί ρήτορες προκαλούν για μεγάλο χρονικό διάστημα ενθουσιώδες παραλήρημα στο κοινό, είναι διάχυτη και η δυσπιστία προς τη ρητορεία και την τέχνη της, όπως αποδεικνύουν τραγικοί και κωμικοί χαρακτήρες του αττικού δράματος που αμφισβητούν τα παραπλανητικά και στρυφνά σοφιστικά τεχνάσματα. Η μεγαλύτερη όμως αμφισβήτηση της αξίας της ρητορικής διδασκαλίας των σοφιστών έρχεται από τους φιλοσόφους, ιδιαίτερα από τον Πλάτωνα. Μπορούμε να φανταστούμε αυτή την αντιπαράθεση (σοφιστών και φιλοσόφων) ως ένα παράδειγμα ἀντιλογίας(λεκτικής αντιπαράθεσης στο πλαίσιο μιας αντιδικίας). Σε αυτή την έντονη διαμάχη οι φιλόσοφοι αξιοποιούν τα μέσα της ρητορικής, τις περισσότερες φορές, είναι αλήθεια, όχι για να την πολεμήσουν αλλά για να ανασυντάξουν τους στόχους και τις μεθόδους της με σκοπό, όπως πιστεύουν, να προστατέψουν τους πάντες, και την ίδια αυτή την τέχνη, από τον κίνδυνο να γίνει αντικείμενο κατάχρησης και μέσο παραπλάνησης, και να την αναδείξουν, εν τέλει, σε χρήσιμο όργανο για την ανεύρεση, τη διερεύνηση και την κατάδειξη της αλήθειας. Αιώνες μετά τον Πλάτωνα, στην αρχαία Ρώμη, ο πρώτος «κρατικοδίαιτος» καθηγητής της ρητορικής, ο Κοϊντιλιανός (περ. 35-100 μ.Χ.), θα σχολιάσει με αυστηρότητα την παράδοξη ασυνέπεια κάποιων εχθρών της τέχνης του λόγου (Institutio oratoria 2.16.1): «ορισμένοι πολεμούν τη ρητορική αξιοποιώντας τις δυνάμεις της κι αυτό είναι που τους εκθέτει περισσότερο». Άλλωστε, όπως θα σημειώσει πολλές εκατοντάδες χρόνια αργότερα ο θεωρητικός της γλώσσας και της λογοτεχνίας και διανοητής της σημειωτικής Roland Barthes (1915-1980), ο κόσμος μας είναι απίστευτα γεμάτος από αρχαία ρητορική (Ο Barthes μοιάζει να παραφράζει εδώ τη γνωστή φράση του Wittgenstein «ο κόσμος είναι γλώσσα»). Θα έχει βεβαίως μεσολαβήσει το μεσουράνημα της ρητορικής στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα των ανθρωπιστών και μετά από αυτό η αμφισβήτηση και πάλι της συγκεκριμένης τέχνης από σημαντικούς διαφωτιστές ως μέσου για την έκφραση και διατύπωση της εμπειρικής γνώσης. Μέσα σε αυτή την ιστορική πορεία το δόγμα για την αδιάρρηκτη σύζευξη αρετής και ευγλωττίας (vir bonus dicendi peritus - ἀνὴρ ἀγαθός τε καὶ εὔγλωττος), θέση με καταβολές στην αρχαία Ελλάδα και θερμή προβολή στην αρχαία Ρώμη, θέτει διαχρονικά, παρά τη δική του ιστορική ταυτότητα, το ύψιστο όριο ασφαλείας για τη χρήση της τέχνης του λόγου: η ρητορική είναι καλή και επωφελής μόνο όταν συνδυάζεται με την ηθική ακεραιότητα.
 
Θέση και σημασία της ρητορικής στην αρχαιότητα
Το αργότερο από το τελευταίο τέταρτο του 5ου αι. π.Χ. και μετά οι σοφιστές διδάσκουν -κατά κανόνα αντί εντυπωσιακά υψηλού τιμήματος- πώς μπορεί να χειριστεί κανείς τον λόγο αποτελεσματικά, να προσεταιριστεί με άλλα λόγια το κοινό του με την πειθώ. Απώτερος στόχος της διδασκαλίας είναι μια επιφανής σταδιοδρομία στη δικανική «αρένα» ή/και, κυρίως, στην πολιτική σκηνή.
 
Ο τεχνικά άρτιος λόγος αναδεικνύεται σε ισχυρό και εντυπωσιακό εργαλείο των πολιτών, που ζητούν να λύσουν τις διαφορές μεταξύ τους, να ρυθμίσουν τις σχέσεις τους με την πολιτεία και να αναδείξουν τις οφειλές και την προσφορά τους προς αυτή, αλλά και να οριοθετήσουν τη συνύπαρξή τους με άλλες πολιτικές κοινότητες. Έτσι ως αντικείμενο της σοφιστικής διδασκαλίας η ρητορική θα διεισδύσει γρήγορα στα διάφορα επίπεδα της κοινωνικής ζωής των αρχαίων Ελλήνων και των ποικίλων εκφάνσεών της. Αν μάλιστα αναλογιστεί κανείς ότι στην αρχαία δημοκρατική Αθήνα κάθε χρόνο 6.000 άρρενες πολίτες κληρώνονταν για να στελεχώσουν τα δικαστήρια της πόλης, αντιλαμβάνεται την τεράστια επιρροή που θα μπορούσαν να ασκήσουν οι λόγοι που εκφωνούνταν στο πλαίσιο των δικανικών αντιπαραθέσεων στις συνειδήσεις, στο πνεύμα, στην ψυχή και στην ομιλία των ακροατών τους, εν τέλει στο σύνολο της πολιτικής κοινότητας και τις ποικίλες δραστηριότητές της.
 
Η ρητορική αποκτά μάλιστα τη δυναμική μιας «εισαγωγής στον δημόσιο βίο», μια που οι σοφιστές επαγγέλλονται πως προσφέρουν στους μαθητές τους γνώσεις όχι μόνο για το πώς να κατευθύνουν και να επηρεάσουν τους συμπολίτες τους με τον λόγο, αλλά και για το πώς να κατακτήσουν την πολιτική αρετή, στην οποία οι ίδιοι αποδίδουν περιεχόμενο πραγματιστικό, ατομικό και ωφελιμιστικό, καθώς την αντιλαμβάνονται ως κατάκτηση της κορυφής της πολιτικής κοινότητας και επικράτηση πάνω στο σύνολο των υπόλοιπων πολιτών.
 
Ως αντίβαρο στις θέσεις των σοφιστών γεννιέται μέσα στον 4ο αι. π.Χ. η ιδέα μιας περισσότερο «φιλοσοφικής» και λιγότερο πραγματιστικής ρητορικής. Τέθηκαν με αυτόν τον τρόπο οι προϋποθέσεις για να επιβιώσει η ρητορική και μετά την κατάρρευση των μορφών πολιτικής οργάνωσης που τη γέννησαν. Σε συνδυασμό με τη φιλοσοφία -η σύζευξη εγγυάται την προστασία της ρητορικής τέχνης από την κατάχρησή της ως μέσου δημαγωγίας- η τέχνη του λόγου γίνεται κιόλας στην αρχαιότητα η βάση ενός εκπαιδευτικού προγράμματος που αναδεικνύεται σε ένα από τα πιο πολύπλευρα και πλούσια σε επιδράσεις στην ιστορία του ευρωπαϊκού πολιτισμού - η επιρροή του φτάνει μέχρι τις μέρες μας. Οι καταβολές του βρίσκονται κιόλας στα έργα του μεγαλύτερου πολέμιου της σοφιστικής ρητορικής, του Πλάτωνα (428/7-348/7 π.Χ.), που αναζητά τη γνήσια ρητορική, τον οδηγό προς την αλήθεια και τη δικαιοσύνη, και στα κείμενα του μαθητή του τού Αριστοτέλη (384-322 π.Χ.), που αναλύει τον λόγο περισσότερο με διάθεση επιστημονική παρά από ενδιαφέρον για την πράξη. Το συγκεκριμένο όμως πρόγραμμα εδραιώνεται ουσιαστικά από τον Ισοκράτη (436-338 π.Χ.) -με τη «φιλοσοφία» του, όπως χαρακτήριζε τη ρητορική του διδασκαλία, έδωσε κατευθύνσεις που αφορούσαν τον χαρακτήρα και την ηθική διάπλαση του ατόμου- και φτάνει στην πλήρη ανάπτυξή του στη Ρώμη με τον Κικέρωνα (106-43 π.Χ.) και τον Κοϊντιλιανό (περ. 35-100 μ.Χ.). Βασική ιδέα αυτού του προγράμματος είναι ότι το να μάθει κάποιος να μιλά καλά σημαίνει στην πραγματικότητα να γνωρίζει να σκέφτεται και να ζει ορθά.
 
Προς τα τέλη λοιπόν του 4ου αι., όταν πια εξαιτίας της κατάρρευσης της πόλης-κράτους το πολιτικό σκηνικό που γέννησε τη ρητορική παύει να υπάρχει, η τέχνη του λόγου, που βεβαίως εξακολουθεί να γοητεύει με τα παράγωγά της στον χώρο της πολιτικής και των δικαστηρίων, γίνεται από τη μια ο ακρογωνιαίος λίθος της εκπαίδευσης των εκλεκτών, ενώ προσφέρει από την άλλη τις κατηγορίες, τις έννοιες και τους όρους για τη συστηματική μελέτη της καθαρής λογοτεχνίας. Άλλωστε στο πλαίσιο της ρητορικής βρίσκουν τη θέση τους κρίσιμες παρατηρήσεις για ειδικά θέματα που αφορούν τη γλώσσα, τη γραμματική, την κριτική, τη μουσική, την παράσταση ενώπιον του κοινού, την ψυχολογία. Εύγλωττα δείγματα ρητορείας αλλά και κείμενα καθαρώς λογοτεχνικά αξιοποιούνται εξάλλου συστηματικά στο πλαίσιο της ρητορικής διδασκαλίας, για να συζητηθεί η εξωραϊστική σκευή του προφορικού και του γραπτού λόγου. Έτσι γεννιέται στην ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα ένα πρώτο δείγμα αισθητικής του λόγου, μια πρώιμη θεωρία της λογοτεχνίας.