Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι

6. Η φιλοσοφία μετακομίζει στην πόλη: Οι σοφιστές και ο Σωκράτης

6.1. Το νέο πρόσωπο της φιλοσοφίας

Παίρνουμε στα χέρια μας έναν τυπικό πλατωνικό διάλογο και επιχειρούμε να τον διαβάσουμε. Τι εικόνα μάς μεταδίδει; Ας μη βιαστούμε να μιλήσουμε για το φιλοσοφικό νόημα του διαλόγου και, ξεχνώντας προς στιγμήν ότι το κείμενο που έχουμε μπροστά μας το έχει γράψει ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους όλων των εποχών, ας μείνουμε στο σκηνικό και στους πρωταγωνιστές του. Μεταφερόμαστε λοιπόν στην Αθήνα του 5ου αιώνα π.Χ. και παρακολουθούμε γνωστά πρόσωπα της εποχής να συζητούν με εντυπωσιακή επιμονή και πάθος για ηθικά και πολιτικά προβλήματα. Συγκεκριμένα: Ο σκηνικός χώρος είναι η αγορά της Αθήνας, ένα γυμναστήριο ή ένα πλούσιο αθηναϊκό σπίτι. Ο δραματικός χρόνος είναι η εποχή του Περικλή και του Πελοποννησιακού Πολέμου. Ο ένας πρωταγωνιστής είναι σχεδόν πάντοτε ο αθηναίος φιλόσοφος Σωκράτης και οι συνομιλητές του είναι είτε διάσημοι σοφιστές (ο Πρωταγόρας, ο Γοργίας, ο Ιππίας, ο Θρασύμαχος) είτε σημαντικά πρόσωπα της αθηναϊκής πολιτικής σκηνής (ο Αλκιβιάδης, ο Νικίας, ο Κριτίας, ο Χαρμίδης). Τα θέματα που συζητούνται είναι φλέγοντα ζητήματα της ζωής σε μια οργανωμένη πολιτεία: τι καθορίζει την ηθική συμπεριφορά του ατόμου, ποια είναι η σωστή διαπαιδαγώγηση των πολιτών, ποιο πολίτευμα είναι προτιμότερο, ποια είναι η σημασία των νόμων. Ο τρόπος διεξαγωγής, τέλος, της συζήτησης θυμίζει περισσότερο εικόνα μαθήματος ή δικαστηρίου παρά ανταλλαγή απόψεων σε φιλική παρέα: συνεχείς ερωτήσεις και απαντήσεις, διαδοχικές προσπάθειες ορισμού εννοιών, προβολή και απόρριψη επιχειρημάτων.

Οι πλατωνικοί διάλογοι δεν είναι βέβαια ιστορικά ντοκουμέντα. Είναι λογοτεχνικά κείμενα, που στόχο έχουν να προβάλουν φιλοσοφικές θέσεις και όχι να αναπαραστήσουν πραγματικές συναντήσεις ιστορικών προσώπων. Ωστόσο, μας δίνουν μια εικόνα για τον τρόπο άσκησης της φιλοσοφίας στη δημοκρατική Αθήνα του 5ου αιώνα. Η εικόνα αυτή δεν είναι, δημιούργημα μόνο του Πλάτωνα. Προκύπτει και από τα φιλοσοφικά έργα του Ξενοφώντα, από αποσπάσματα χαμένων διαλόγων άλλων συγγραφέων του 4ου αιώνα, αλλά και από τις Νεφέλεςτου Αριστοφάνη, που σατιρίζουν τον Σωκράτη και τους σοφιστές. Ίσως μάλιστα ο Αριστοφάνης να είναι η πιο αξιόπιστη πηγή μας, αφού ανεβάζει τις Νεφέλες το 423 π.Χ., στην εποχή δηλαδή της μεγάλης ακμής του Σωκράτη και της σοφιστικής κίνησης.

Στην κωμωδία λοιπόν του Αριστοφάνη ο αφελής και αγράμματος αγρότης Στρεψιάδης, κυνηγημένος από τα χρέη της σπάταλης γυναίκας και του γιου του, καταφεύγει στον διάσημο «σοφιστή» Σωκράτη και τον παρακαλεί να τον δεχτεί στη σχολή του, για να μάθει εκεί τεχνάσματα που θα τον απαλλάξουν από τους δανειστές του. Ο Σωκράτης τον δέχεται, του γνωρίζει τους νέους θεούς στους οποίους πρέπει να πιστεύει (είναι το Χάος, οι Νεφέλες, που εμφανίζονται ως «προστάτιδες θεές των σοφιστών», και η Γλώσσα) και του υπόσχεται ότι με σκληρή εξάσκηση στη φιλοσοφία και στη ρητορική θα γίνει ικανός όχι μόνο να μεταπείθει τους δανειστές του, αλλά και να κυριαρχήσει στην Εκκλησία του Δήμου και να επιτύχει σε κάθε πλευρά της κοινωνικής ζωής. Διδακτικό ρόλο στη σχολή του Σωκράτη αναλαμβάνει προσωποποιημένος και ο «Άδικος Λόγος», που κατατροπώνει τον «Δίκαιο Λόγο», εκπρόσωπο των παραδοσιακών αξιών, παγιδεύοντάς τον με δύσκολες ερωτήσεις και κάνοντας επίδειξη καινοφανών γνώσεων και περίτεχνων επιχειρημάτων. Ο Στρεψιάδης, παρά τα μαθήματα του Σωκράτη, οδηγείται τελικά στην καταστροφή.

Αν εξαιρέσουμε την ταύτιση του Σωκράτη με τους σοφιστές, στην οποία θα επανέλθουμε, η αριστοφάνεια περιγραφή είναι το κωμικό συμπλήρωμα της πλατωνικής. Επιβεβαιώνει την υποψία μας ότι η φιλοσοφία έχει αποκτήσει αυτά τα χρόνια έναν εντελώς νέο ρόλο στην πνευματική ατμόσφαιρα της Αθήνας, είναι πλέον ένας σημαντικός παράγοντας της κοινωνικής ζωής, τόσο ώστε να προκαλεί το ενδιαφέρον και την περιέργεια του ευρύτερου κοινού και να αποτελεί αντικείμενο λαϊκής σάτιρας.

Πού εντοπίζονται όμως οι καινοτομίες σε σχέση με την παλαιότερη πρακτική;

Πρώτον, ο φιλόσοφος εγκαταλείπει το βάθρο του απομονωμένου σοφού και γίνεται πια ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας. Συναναστρέφεται τους απλούς ανθρώπους, τριγυρνά στους δρόμους και στα στέκια της πόλης, μετέχει στους θεσμούς της, βρίσκεται σε άμεση επαφή με τους πολιτικούς της ιθύνοντες.

Δεύτερον, η φιλοσοφία για πρώτη φορά παρουσιάζεται σαν κάτι το χρήσιμο. Στον φιλόσοφο εξακολουθούν να προσφεύγουν όσοι προβληματίζονται για τη σωτηρία της ψυχής τους και για τα ηθικά θεμέλια της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Τώρα όμως ο φιλόσοφος δείχνει να έχει λύσεις και σε πρακτικά προβλήματα. Είναι ο δάσκαλος της έντεχνης χρήσης του λόγου, της ρητορικής, η οποία παρουσιάζεται ως το κλειδί της επιτυχίας σε ποικίλους τομείς της κοινωνικής ζωής. Για να πείσει κανείς τους συμπολίτες του στην Εκκλησία του Δήμου, για να υπερασπιστεί τον εαυτό του στο δικαστήριο, ακόμη και για να διοικήσει σωστά το νοικοκυριό του και να αναθρέψει τα παιδιά του, χρειάζεται φιλοσοφική παιδεία. Η συστηματική μαθητεία στους φιλοσόφους αρχίζει να λειτουργεί ως μια μορφή ανώτατης εκπαίδευσης στον αρχαίο κόσμο.

Τρίτον, η θεματική της φιλοσοφίας αλλάζει. Το ενδιαφέρον για τη φύση και το σύμπαν σε αυτή τη γενιά των φιλοσόφων παραμερίζεται, και οι φιλόσοφοι στρέφονται αποφασιστικά προς τα πολύπλοκα προβλήματα που δημιουργεί η ζωή του ατόμου μέσα στις πόλεις. Σύμφωνα με την περίφημη ρήση του Κικέρωνα, πρώτος ο Σωκράτης (και οι σοφιστές, θα προσθέταμε εμείς) κατέβασε τη φιλοσοφία από τον ουρανό και την εγκατέστησε στις πόλεις και στα σπίτια των ανθρώπων. Από θεωρία του κόσμου, η φιλοσοφία γίνεται τέχνη του βίου.

Τέταρτον, η φιλοσοφία δείχνει να διεκδικεί μια δική της μέθοδο. Η μέθοδος αυτή δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί ούτε εμφανίζεται με ενιαίο τρόπο στους φιλοσόφους της εποχής. Στοιχεία πάντως της νέας μεθόδου είναι ο διαλογικός τρόπος έκθεσης των φιλοσοφικών προβλημάτων, η διατύπωση αντιθετικών θέσεων σε κάθε ζήτημα, η αναζήτηση ορισμών, η κριτική απόρριψη των δογματικών θέσεων.

Γλυκέρα και Θαΐς

Η Γλυκέρα και Θαΐς είναι ένας από τους δεκαπέντε εταιρικούς διαλόγους που δημιούργησε ο Λουκιανός που αναφέρονται όχι στις λίγες μεγαλόσχημες αλλά στις πολλές άσημες εταίρες που τις δέρνει η φτώχεια· κι αυτό άσχετα από τα γνωστά ή άγνωστα ονόματα με τα οποία τις παρουσιάζει.Πρόκειται για κοινωνική σάτιρα που δεν είναι καθόλου ένα σκανδαλιστικό και πορνογραφικό κείμενο.

Οι εταίρες του συμπληρώνουν την παρουσίαση των καημών και των εξευτελισμών της φτωχολογιάς των χρόνων εκείνων....

Πρέπει να συμπεράνουμε με ασφάλεια ότι την εποχή αυτή η πορνεία είχε σημειώσει μεγάλη διάδοση. Για την καταπολέμησή της ο Δίων ο Χρυσόστομος 1ος αι. είχε αναλάβει ολόκληρη εκστρατεία εκφωνώντας πύρινους λόγους.

Αλλά ο Λουκιανός δεν έχει τις ίδιες προθέσεις. Ούτε επιδιώκει να φρονηματίσει, ούτε προσπαθεί να διορθώσει έναν καταδικασμένο κόσμο. Οι εταίρες θα του προσφέρουν μόνο μιαν ακόμη ευκαιρία να χαριτολογήσει, να διαγράψει ανθρώπινους χαρακτήρες, να σοκάρει και να σαρκάσει. Τίποτε περισσότερο.

ΓΛΥΚ. Τόνε θυμάσαι, Θαΐτσα, κείνον το στρατιώτη τον Ακαρνάνα, πού’ τανε παλιότερα με την Αβροτονούλα κι ύστερα τά’ φτιασε μαζί μου; Αυτόνε ντε, το λεβεντονιό με τη χλαμύδα, ή μπας και τόνε ξέχασες;
ΘΑΪΣ Πώς, Γλυκερούλα, τον θυμάμαι, που τά’ πιαμε πέρυσι μαζύ στα Αλώα.Τι τρέχει; Κάτι θέλεις να μου πεις για δαύτον. 
ΓΛΥΚ. Να, αυτή η καπάτσα η Γοργόνα -που μού’ κανε και τη φιλενάδα. Χώθηκε ανάμεσά μας και μου τον πήρε. 
ΘΑΪΣ Δηλαδή, δεν έρχεται πια μαζύ σου ο λεγάμενος, αλλά έκαμε ερωμένη του τη Γοργόνα; 
ΓΛΥΚ. Ναι, Θαΐτσα. Και δεν ξέρεις πόσο μου κόστισε τούτο το χουνέρι… 
ΘΑΪΣ Ζόρικο πράμα βέβαια, Γλυκερούλα, όμως όχι κι αναπάντεχο. Είναι συνηθισμένα σε μας τις εταίρες κάτι τέτοια φερσίματα. Γι’ αυτό ούτε να χολοσκάς πρέπει ούτε και να κατηγορείς πολύ τη Γοργόνα. Σε κατηγόρησε σένα η Αβροτονούλα τότε που της έκανες εσύ την ίδια λαχτάρα, μόλο που ήσασταν φιλενάδες; Εκείνο όμως που δεν καταλαβαίνω είναι τι της βρήκε της Γοργόνας αυτός ο στρατιώτης. Μπιτ στραβός είναι και δε βλέπει πώς μαδάνε τα μαλλιά της κι έχει αρχίσει να κάνει φαλάκρα από πάνω από το κούτελο ή τα χείλια της πού’ ναι κατάχλωμα σαν του λείψανου ή το λαιμό της πούν’ αδύνατος με φουσκωμένες τις φλέβες; Άσε πια τη μυτάρα της. Το μόνο καλό πού’χει είναι πού’ναι ψηλή μ’ ολόισιο το κορμί της και γελάει πολύ χαριτωμένα. 
ΓΛΥΚ. Για την ομορφιά της θαρρείς πως την εδιάλεξε, Θαΐτσα, ο ρουμελιώτης; Δεν ξέρεις πως η μάννα της, η Χρύσω, είναι μάγισσα και ξέρει κάτι θεσσαλικά ξόρκια και πως κατεβάζει το φεγγάρι; Λένε μάλιστα πως τις νύχτες πετάει σα νυχτερίδα. Αυτή τον επότισε κάτι μαγικά βοτάνια, τον έκαμε παλαβό για την κορη της και τόρα τον τρυγάνε… 
ΘΑΪΣ Και συνεργία Γλυκερούλα θά’ βρεις άλλονε να τρυγήσεις. Και τούτον εδώ φασκέλωσέ τον.

Παρμενίδης περί φύσεως

Αποτέλεσμα εικόνας για ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ: Ο ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ  TOY  ΚΟΣΜΟΥΙ
Οι φοράδες που με φέρνουν όσο φτάνει η επιθυμία,
με έπεμπαν, αφού μ' έβαλαν στην πλούσια σε γνώση οδό
της θεάς, που μόνη φέρνει παντού τον σοφό άνδρα.
Εκεί πάνω φερόμουν, γιατί εκεί με μετέφεραν οι πολυάριθμες φοράδες
έλκοντας το άρμα και κόρες έδειχναν το δρόμο.
Κι ο άξονας στις χνόες έβγαζε ήχο σφυριχτό,
φλεγόμενος: διπλοί τον έβιαζαν δινούμενοι
τροχοί κι από τις δύο πλευρές, καθώς βιαστικά έπεμπαν
του Ήλιου οι κόρες, έχοντας αφήσει τα δώματα της Νύχτας
προς το φώς, έχοντας βγάλει με τα χέρια τους απ' το κεφάλι τις καλύπτρες...

Εκεί είναι οι πύλες των δρόμων της Νύχτας και της Ημέρας,
που ανώφλι τις περιβάλλει και κατώφλι πέτρινο,
κι αυτές, αιθέριες, με θυρόφυλλα κλείνουν μεγάλα,
τα ταιριαστά κλειδιά τους κατέχει η Δίκη η πολύποινη.
Σ' αυτήν μιλώντας οι κόρες με λόγια μαλακά,
την έπεισαν επιτήδεια, γρήγορα τις πύλες
να τους ξεμανταλώσει. Και τούτες αναπετώντας
άνοιξαν χάσμ' αχανές, στρέφοντας των θυρόφυλλων
έναν-έναν τους πολύχαλκους άξονες μες στους σωλήνες,
τους με περόνες και καρφιά συναρμοσμένους. Εκεί λοιπόν ανάμεσά τους
ευθεία στο δρόμο οδήγησαν οι κόρες άρμα κι άλογα.
Κι η θεά με καλοδέχτηκε και το δικό μου χέρι
με το δεξί της πήρε, και με τα λόγια τούτα με προσφώνησε:
-"Νέε, σύντροφε αθανάτων ηνιόχων,
που φτάνεις στο σπίτι μας με τις φοράδες που σε φέρνουν,
Χαίρε! Γιατί δεν σε οδήγησε μοίρα κακή να πάρεις
τούτην την οδό, που έξω από πάτημα ανθρώπου βρίσκεται,
αλλά Θέμις και Δίκη. Είναι ανάγκη τα πάντα να μάθεις:
της πειστικής/ολοστρόγγυλης αλήθειας την άτρεμη καρδιά,
μα και τις δόξες των ανθρώπων, όπου δεν είναι πιστή αληθινή.
Αλλ' ωστόσο θα μάθεις και τούτο, πως τα δοκούντα
θα 'πρεπε να γίνονται απολύτως αποδεκτά: όλα στο σύνολό τους ως όντα.
ΙΙ
Έλα λοιπόν, εγώ θα πω -κι εσύ φρόντισε το λόγο που θ' ακούσεις-
ποιές μόνες οδοί αναζήτησης πρέπει να νοηθούν:
Η μία, πως είναι και πως αδύνατο να μην είναι,
της πειθούς είναι ο δρόμος, γιατί ακολουθεί την αλήθεια.
Η άλλη, πως δεν είναι και πως ανάγκη να μην είναι,
αυτή σου λέω είναι μια στράτα δίχως καθόλου γνώση,
γιατί ούτε να γνωρίσεις το Μη-Ον θα μπορούσες -πράγμα ανέφικτο-
ούτε να το εκφράσεις.
ΙΙΙ
...γιατί Νοείν κι Είναι είναι το αυτό.
IV
Αλλά δες με το νου όμοια τα απόντα: βέβαια γι' αυτόν παρόντα,
γιατί (ο νούς ) δεν θ' αποκόψει Εόν απ' τη συνέχεια του με Εόν,
ούτε καθώς αυτό με τάξη παντού με κάθε τρόπο διασκορπίζεται,
ούτε καθώς συντίθεται.
V
Το ίδιο είναι για μένα,
απ' όπου κι αν αρχίσω: γιατί εκεί θα επιστρέψω και πάλι.
VI
Ανάγκη να λέγεται και να νοείται ότι το Εόν είναι. Γιατί το Είναι είναι,
το Μηδέν όμως δεν είναι. Αυτά σε διατάζω να καταλάβεις.
Και πρώτα θα σε οδηγήσω(;) από τούτην την οδό της αναζήτησης,
μετά όμως από εκείνην που πάνω της άνθρωποι δίχως καθόλου γνώση
πλανώνται, δικέφαλοι. Γιατί αμηχανία στα στήθη τους
οδηγεί τον πλανημένο νου. Κι αυτοί περιφέρονται,
κουφοί συνάμα και τυφλοί, σαστισμένοι, άκριτα φύλα,
για τους οποίους Είναι και Μη-Είναι το αυτό σημαίνουν
κι όχι το αυτό και στα πάντα αντίστροφος υπάρχει δρόμος.

VII, VIII
Γιατί ποτέ δεν θα επιβληθεί τούτο: Μη-Όντα να είναι.
Συ όμως κράτα το νού σου μακριά από τούτην την οδό της αναζήτησης,
κι ούτε η πολύπειρη συνήθεια να σε σπρώξει στην (άλλη) οδό,
να περιφέρεις το άσκοπο μάτι και την πολύβουη ακοή
και την γλώσσα, αλλά κρίνε με το λόγο τον πολύμαχο έλεγχο
που εγώ σου εξέθεσα.
Μόνος λοιπόν ο λόγος για την οδό
απομένει: πως είναι. Και πάνω της υπάρχουν σήματα
πάμπολλα: πως το Εόν αγέννητο είναι και ανώλεθρο,
ολόκληρο και μονογενές κι ατρεμές και τέλειο.
Ούτε ήταν κάποτε ούτε θα είναι, γιατί τώρα είναι όλο μαζί,
ένα, συνεχές. Γιατί ποια γέννα θ' αναζητούσες γι' αυτό;
Προς τα πού κι απο πού ν' αυξήθηκε; Ούτε από το Μη-Ον θα σ' αφήσω
να πείς ή να νοήσεις, γιατί άφατο είναι κι αδιανόητο
το ότι δεν είναι. Και ποιά ανάγκη θα το 'σπρωχνε
αργότερα ή νωρίτερα να γεννηθεί, απ' το Μηδέν προερχόμενο;
Ανάγκη λοιπόν ή εντελώς να είναι, ή να μην είναι (διόλου).
Ούτε από το Μη-Ον θ' αφήσει ποτέ της πίστεως η ισχύς
να προστεθεί κάτι στο Εόν. Κι έτσι ούτε να γίνει
ούτε να χαθεί το άφησε η Δίκη, τα δεσμά χαλαρώνοντας,
αλλά το συγκρατεί. Κι η κρίση γι' αυτά συνίσταται σε τούτο:
είναι ή δεν είναι. Έχει λοιπόν κριθεί, καθώς είναι ανάγκη,
αδιανόητη κι ανώνυμη τη μια ν' αφήνουμε, γιατί δεν είναι
οδός αληθής. Η άλλη όμως -ότι είναι- να είναι αληθινή.
Πως ως Εόν θα ήταν (μόνο) αργότερα; Και πώς γεννιόταν;
Γιατί αν γεννήθηκε, δεν είναι, ούτε κι αν μέλλει κάποτε να είναι.
Έτσι έσβησε η γένεση κι ο όλεθρος ανήκουστος.
Ούτε διαιρετό είναι (το Εόν), γιατί ολόκληρο είναι όμοιο.
ούτε κάπου κάπως περισσότερο, που θα το εμπόδιζε να συνέχει,
ούτε κάπως λιγότερο, αλλά το παν είναι γεμάτο από Εόν.
Γι αυτό και το παν είναι συνεχές . Γιατί Εόν πρόσκειται σε Εόν.
Κι ακίνητο στα όρια δεσμών μεγάλων,
άναρχο είναι κι άπαυστο, αφού γένεση κι όλεθρος
μακριά πολύ εκδιώχθηκαν: τα απόδιωξε η πίστη η αληθινή.
Ίδιο και μένοντας στον ίδιο τόπο, κείται καθ' αυτό
κι έτσι εκεί θα παραμείνει στέρεο. Γιατί κραταιά ανάγκη
στα δεσμά το κρατά του ορίου που το περικλείει.
Γι' αυτό δεν επιτρέπεται ατελές να είναι το Εόν:
δεν είναι ελλιπές, ενώ αν ήταν, όλα θα του έλειπαν.
Αφού όμως έσχατο υπάρχει όριο, ολοκληρωμένο είναι
από παντού, όμοιο με σχήμα σφαίρας ολοστρόγγυλης,
από τη μέση παντού ισοδύναμο: εδώ κάπως περισσότερο
κι εκεί κάπως λιγότερο δεν μπορεί να είναι.
Γιατί ούτε το Μη-Ον -που θα το εμπόδιζε να φτάσει
στο όμοιο του- είναι, ούτε Εόν θα μπορούσε να είναι
εδώ περισσότερο, εκεί λιγότερο από Εόν, αφού ολόκληρο είναι απρόσβλητο.
Από παντού λοιπόν ίσο προς εαυτό, όμοια κείται στα όριά του.
Νοείν κι (Είναι ως) εκείνο, χάριν/λόγω του οποίου είναι το νόημα, είναι το αυτό.
Γιατί χωρίς το Εόν (όπως ειπώθηκε)
δεν θα βρείς το Νοείν, ούτε αν οχρόνος είναι ή θα είναι
κάτι άλλο απ' το το Εόν, αφού η μοιρα το 'δεσε,
ολόκληρο κι ακίνητο να είναι. Σ' αυτό αναφέρονται τα ονόματα όλων
όσα οι άνθρωποι έθεσαν, πιστεύοντας ότι είναι αληθινά:
γένεση κι όλεθρος, είναι κι όχι,
κι αλλαγή τόπου και χρώματος φωτεινού μεταβολή.
Εδώ σου σταματώ τον πιστό λόγο και τη σκέψη
για την αλήθεια. Δόξες από εδώ και πέρα ανθρώπινες
μάθαινε, των λόγων μου ακούγοντας τον κόσμο τον απατηλό:
Γιατί έθεσαν με τις γνώμες τους μορφές δύο να ονομάζουν,
που η μια τους (δήθεν) πρέπει να μην είναι εδώ είναι που έχουν πλανηθεί.
Κι αντιθετικά χώρισαν ανάλογα με την όψη και σήματα έθεσαν
χωριστά το έν΄από το άλλο: εδώ της φλόγας πυρ αιθέριο,
ήπιο και πανάλαφρο, παντού το αυτό με τον εαυτό του,
όχι όμως και με το άλλο. Κι εκείνο πάλι καθ' εαυτό,
την αντίθετη νύχτα την αδαή, πυκνή και βαριά μορφή.
Όλον τούτο τον φανερό και ταιριαστό διάκοσμο εγώ σου εκθέτω,
ώστε ποτέ ανθρώπου γνώμη να μη σε ξεπεράσει.
IX
Αφού λοιπόν τα πάντα φώς και νύχτα ονομάστηκαν,
κι όσα αντιστοιχούν στις δυνάμεις τους στο κάθε τι αποδόθηκαν,
όλα γεμάτα είναι από φως και νύχτα άφαντη συνάμα
ίσα και τα δύο, γιατί το Μηδέν σε κανένα τους δεν ενυπάρχει.
Χ
Την αιθέρια φύση θα γνωρίσεις κι όλα στον αιθέρα
τα σήματα, και της καθαρής λαμπρής του ήλιου
λαμπάδα τ' αόρατα έργα κι από πού προήλθαν.
Και της στρογγυλομάτας σελήνης τα περιφερόμενα έργα θα μάθεις
και τη φύση της και τον ουρανό θα γνωρίσεις τον περιβάλλοντα,
από πού γεννήθηκε και πώς η ανάγκη τον οδήγησε και τον έδεσε
Τα πέρατα των άστρων να κρατάει.

ΧΙ
Πώς γh κι ήλιος και σελήνη
κι ο αιθέρας ο κοινός και ο ουράνιος γαλαξίας κι ο Όλυμπος
ο έσχατος κι η θερμή δύναμη των άστρων ορμήθηκαν
να γίνουν
ΧΙΙ
Για με νύχτα, αντί οι στενότερες (στεφάνες) με άκρατο πυρ γέμιζαν,
κι οι επόμενες με νύχτα, ανάμεσά τους όμως κομμάτι φλόγας χύνεται.
γιατί παντού άρχει γέννας στυγερής και μίξης,
αρσενικό στο θηλυκό.
ΧΙΙΙ
πρώτιστο απ' όλους τους θεούς (αυτή) τον Έρωτα επινόησε...
ΧΙV
νυχτόφωτο ξένο φώς πλανώμενο γύρω απ' τη γη...
XV
Πάντα προσβλέποντας προς τις ακτίνες του ήλιου...
XVI
Όπως κάθε φορά έχει κανείς το μείγμα των πολυπλάνητων μελών του,
έτσι παρίσταται κι ο νούς στους ανθρώπους. Γιατί (ο νούς) το αυτό
είναι με ό,τι η φύση των ανθρώπινων μελών φρονεί,
σε όλους και στον καθένα ξεχωριστά: το υπερέχον είναι το νόημα.
ΧVII
στα δεξιά τ' αγόρια, στ' αριστερά τα κορίτσια...
ΧΙΧ
Έτσι λοιπόν έγιναν τούτα κατά τη δόξα κι είναι τώρα,
κι ύστερα θα τελειώσουν αφού τραφούν.
Σε τούτα όνομα έθεσαν οι άνθρωποι σημαδιακό για το καθένα...

Η Ψευδαίσθηση του Διαχωρισμού: Ένα Μυστικιστικό Ταξίδι στο Ενοποιημένο Πεδίο της Συνειδητότητας

Στην απέραντη έκταση της ύπαρξης, όπου τα νήματα του είναι υφαίνουν ένα άπειρο υφαντό, υπάρχει μια αλήθεια τόσο βαθιά που συντρίβει τα ίδια τα θεμέλια της αντίληψής μας. Αυτή η αλήθεια, φωτεινή μα φευγαλέα, μας ψιθυρίζει από τα βάθη του Ενοποιημένου Πεδίου της Συνειδητότητας—ένα βασίλειο όπου όλες οι διαιρέσεις διαλύονται, όπου η ψευδαίσθηση της ξεχωριστότητας ξεθωριάζει σαν ομίχλη πριν την αυγή. Εδώ, σε αυτή την απεριόριστη ενότητα, η έννοια του εαυτού, μια ξεχωριστή οντότητα αποκομμένη από το σύνολο, αποκαλύπτεται ως ένας φευγαλέος αντικατοπτρισμός, ένα κατασκεύασμα που γεννιέται από τον αδιάκοπο χορό της σκέψης. Το να κατοικήσει κανείς σε αυτή την επίγνωση είναι σαν να ξεκινά μια μυστικιστική οδύσσεια, που αποκαλύπτει την ψευτιά των αγαπημένων μας πεποιθήσεων και μας καλεί προς την αιώνια ενότητα που ποτέ δεν χάθηκε πραγματικά.

Η Ψευδαίσθηση που Υφαίνει η Σκέψη

Σκέψου το μυαλό, αυτόν τον ακούραστο υφαντή ιστοριών, που πλέκει δίχτυα ταυτότητας και απομόνωσης. Μας ψιθυρίζει για έναν «εαυτό»—έναν μοναχικό ταξιδιώτη που πλέει σε μια θάλασσα διαφορετικότητας. Αυτός ο εαυτός, μας λένε, είναι αληθινός, ουσιαστικός, μια κυρίαρχη οντότητα που χαράζει τη δική της πορεία μέσα στα ρεύματα του χρόνου και του χώρου. Όμως, όταν σταματάμε για να κοιτάξουμε αυτό το δημιούργημα, όταν στρέφουμε το φως της συνειδητότητας προς τα μέσα, τι βρίσκουμε; Ένα φάντασμα, μια σκιά που ρίχνεται από τη φλόγα της σκέψης που τρεμοπαίζει, διατηρούμενο μόνο από την πίστη μας στη στερεότητά του.

Μέσα στο Ενοποιημένο Πεδίο της Συνειδητότητας, καμία τέτοια διαίρεση δεν αντέχει. Εδώ, όλα είναι αλληλένδετα, υφασμένα σε μια αρμονική συμφωνία του είναι. Το δέντρο δεν στέκεται ξεχωριστά από το έδαφος, ούτε ο ποταμός από τη βροχή· καθένα υπάρχει σε κοινωνία, μια νότα μέσα σε μια ατέλειωτη μελωδία. Έτσι και εμείς, δεν είμαστε νησιά ουσίας αλλά κύματα στον ωκεανό της ύπαρξης, που ανεβαίνουν και πέφτουν μέσα στο σύνολο. Η αντίληψη ενός ξεχωριστού εαυτού, λοιπόν, είναι μια φαντασία—ένα όνειρο που γεννιέται από την άγνοια, ένα πέπλο που κρύβει την ακτινοβόλα ενότητα από κάτω.

Η Ψεύτικη Αναζήτηση της Αφύπνισης

Και όμως, πόσο έντονα κυνηγάμε αυτό το όνειρο! Μιλάμε για αφύπνιση, για επιστροφή στην Ενότητα του Είναι, σαν να ήταν μια μακρινή ακτή που πρέπει να φτάσουμε με προσπάθεια και αγώνα. Διαλογιζόμαστε, στοχαζόμαστε, επιδιώκουμε τη διάλυση του εαυτού, κρατώντας παράλληλα την ίδια την ψευδαίσθηση που ισχυριζόμαστε ότι υπερβαίνουμε. Κι αυτό, επίσης, είναι μια ψευτιά—ένα παράδοξο υφασμένο στο ύφασμα της αναζήτησής μας. Γιατί τι υπάρχει να αφυπνιστεί, όταν η ενότητα που αναζητάμε δεν έλειψε ποτέ; Τι υπάρχει να συνειδητοποιήσουμε, όταν η συνειδητοποίηση είναι απλώς ένα ακόμα στρώμα του ατελείωτου παιχνιδιού της σκέψης;

Στο Ενοποιημένο Πεδίο της Συνειδητότητας, δεν υπάρχει ταξίδι, προορισμός, εαυτός να εξιλεωθεί. Η αφύπνιση που κυνηγάμε δεν είναι ένα γίγνεσθαι αλλά μια ανάμνηση—μια απόρριψη του ψεύτικου για να αποκαλυφθεί αυτό που πάντα υπήρχε. Ο μυστικιστής το γνωρίζει αυτό: ότι ο διαχωρισμός που θρηνούμε, η απομόνωση που φοβόμαστε, είναι μόνο ένα τέχνασμα της αντίληψης, μια λανθασμένη ανάγνωση του αιώνιου κειμένου. Το να αναζητάμε την επιστροφή στην ενότητα είναι να υπονοούμε την απώλειά της, κι όμως τίποτα δεν έχει χαθεί παρά μόνο η διαύγεια της όρασής μας.

Η Αχρηστία της Συνειδητοποίησης

Τι γίνεται, λοιπόν, με τη συνειδητοποίηση; Τι γίνεται με εκείνες τις στιγμές που το πέπλο σηκώνεται, που τα όρια του εαυτού διαλύονται στο άπειρο; Ακόμα κι αυτά, ψιθυρίζει ο μυστικιστής, είναι ψεύτικα με τον τρόπο τους. Γιατί το να συνειδητοποιείς είναι να διεκδικείς μια στιγμή θριάμβου, ένα βραβείο που κερδίζεται από τον εαυτό που μόλις απορρίψαμε. Η ίδια η πράξη του να πεις «έχω δει» ανασταίνει την ψευδαίσθηση που επιδιώξαμε να ξεφύγουμε. Στο Ενοποιημένο Πεδίο της Συνειδητότητας, δεν υπάρχει κανείς να συνειδητοποιήσει, τίποτα να κρατηθεί, καμία νίκη να διεκδικηθεί. Όλα είναι όπως είναι, πέρα από την κατανόηση της σκέψης, πέρα από την εμβέλεια των λέξεων.

Και έτσι φτάνουμε στο μεγάλο παράδοξο: ότι όλη μας η αναζήτηση, όλος μας ο αγώνας, όλες οι μεγάλες επιφοιτήσεις μας δεν οδηγούν πουθενά. Είναι άχρηστες, όχι με την έννοια της ματαιότητας, αλλά με την ασημαντότητά τους απέναντι στην αλήθεια που ήδη υπάρχει. Ο μυστικιστής δεν απελπίζεται γι’ αυτό· γελάει, γιατί σε αυτή την αχρηστία κρύβεται η απελευθέρωση. Το να δεις την ψευτιά του διαχωρισμού, να απελευθερωθείς από τη φαντασία του εαυτού, είναι να αναπαυθείς στο αιώνιο τώρα—ένα τώρα που δεν χρειάζεται δικαιολόγηση, σκοπό, τέλος.

Ο Χορός της Αλληλεξάρτησης

Φαντάσου, λοιπόν, την ύπαρξη ως έναν χορό—μια κοσμική αλληλεπίδραση ενεργειών, μορφών και ουσιών, που κινούνται όλα σε αρμονία μέσα στο Ενοποιημένο Πεδίο της Συνειδητότητας. Δεν υπάρχει χορευτής ξεχωριστός από τον χορό, ούτε νότα ξεχωριστή από το τραγούδι. Ο άνεμος δεν διεκδικεί κυριαρχία πάνω στο φύλλο που σηκώνει, ούτε ο ήλιος πάνω στο λουλούδι που ζεσταίνει· είναι σύντροφοι σε μια ατέλειωτη αγκαλιά. Έτσι και εμείς, δεν είμαστε ξεχωριστές οντότητες αλλά εκφράσεις του συνόλου, κάθε ανάσα μαρτυρία της αλληλεξάρτησής μας.

Σε αυτή την οπτική, η ψευτιά των διαιρέσεών μας καταρρέει. Ο εαυτός στον οποίο προσκολλόμαστε, η ανεξάρτητη πορεία που χαράζουμε, η αφύπνιση που επιδιώκουμε—όλα αποκαλύπτονται ως σκιές που ρίχνονται από ένα φως που ξεχάσαμε να δούμε. Ο μυστικιστής κοιτάζει αυτόν τον χορό και γνωρίζει: δεν υπάρχει «εγώ» για να σταθεί ξεχωριστά, ούτε «άλλος» για να αντιταχθεί. Υπάρχει μόνο η ροή, η ενότητα, η απεριόριστη συνειδητότητα που κρατά τα πάντα στην τρυφερή της αγκαλιά.

Η Αιώνια Επιστροφή που Ποτέ δεν Υπήρξε

Τι απομένει, λοιπόν, όταν η ψευδαίσθηση πέσει; Όχι μια επιστροφή, γιατί δεν υπήρξε αποχώρηση. Όχι μια συνειδητοποίηση, γιατί δεν υπήρξε άγνοια να ξεπεραστεί. Αυτό που απομένει είναι το ίδιο το Ενοποιημένο Πεδίο της Συνειδητότητας—αμετάβλητο, αμόλυντο, πάντα παρόν. Δεν είναι μια κατάσταση που πρέπει να επιτευχθεί αλλά μια αλήθεια που πρέπει να βιωθεί, μια σιωπή που πρέπει να ακουστεί, μια ακινησία που πρέπει να γίνει αισθητή. Ο μυστικιστής δεν διακηρύσσει αυτή την αλήθεια· την ενσαρκώνει, γιατί το να μιλήσει γι’ αυτήν είναι να ρισκάρει τη διαστρέβλωσή της από την ίδια τη σκέψη που διαιρεί.

Και έτσι στεκόμαστε στην άκρη αυτού του μυστηρίου, προσκεκλημένοι όχι να το λύσουμε αλλά να διαλυθούμε μέσα του. Ο εαυτός που νομίζαμε ότι είμαστε, οι διαχωρισμοί που πιστεύαμε, οι αφυπνίσεις που αναζητήσαμε—όλα ξεθωριάζουν στην ενότητα που ποτέ δεν έπαψε. Στο τέλος, δεν πρόκειται για εύρεση, αλλά για απελευθέρωση· όχι για απόκτηση, αλλά για απώλεια αυτού που ποτέ δεν ήταν δικό μας. Μέσα στο Ενοποιημένο Πεδίο της Συνειδητότητας, όλες οι διαιρέσεις είναι ψεύτικες, όλες οι αναζητήσεις είναι φαντασίες, και το μόνο που απομένει είναι το άπειρο, το αιώνιο και το ολόκληρο.

Εδώ, σε αυτή την ιερή έκταση, ο μυστικιστής χαμογελά, γιατί γνωρίζει: δεν υπάρχει πουθενά να πάει, τίποτα να γίνει, και κανείς να είναι. Υπάρχει μόνο αυτό—ανώνυμο, αδιαίρετο και ελεύθερο.

Η Τέχνη του να Βλέπεις Απλώς: Ένα Ταξίδι στην Καρδιά της Ζωής

Το να βλέπεις—απλώς να βλέπεις—είναι η πιο απλή και ταυτόχρονα η πιο βαθιά πράξη που μπορεί να αναλάβει ένα ον. Δεν είναι καθήκον, δεν είναι κόπος, δεν είναι μια προσπάθεια προς έναν μακρινό στόχο. Είναι μια αποκάλυψη, ένα μαλάκωμα, μια παράδοση σε αυτό που ήδη υπάρχει. Το να βλέπεις απλώς είναι να περνάς πέρα από το πέπλο της σκέψης, πέρα από τη φλυαρία της μνήμης και της προσδοκίας, και να στέκεσαι γυμνός μπροστά στην παλλόμενη, ζωντανή αλήθεια αυτής της στιγμής. Τι σημαίνει να βλέπεις πραγματικά; Όχι να ερμηνεύεις, όχι να κρίνεις, όχι να βάζεις ετικέτες—αλλά να αντικρίζεις, με μάτια αμόλυντα από το παρελθόν, την απεραντοσύνη αυτού που ξεδιπλώνεται;

Φαντάσου για μια στιγμή: τα φύλλα ενός δέντρου που θροΐζουν, το τρεμόπαιγμα του ηλιακού φωτός στο νερό, η άνοδος και η πτώση της ίδιας σου της αναπνοής. Αυτά δεν είναι ξεχωριστά γεγονότα, ούτε απομονωμένα κομμάτια ενός κατακερματισμένου κόσμου. Είναι η ανάσα ενός ζωντανού φαινομένου, ένας αδιάκοπος χορός της ύπαρξης που δεν γνωρίζει όρια, ούτε άκρες. Το να βλέπεις απλώς είναι να διακρίνεις αυτή την ενότητα, να την αισθανθείς—όχι ως ιδέα, όχι ως έννοια που ανασύρεται από το αποθηκευτικό της μνήμης, αλλά ως μια άμεση, στιγμιαία γνώση που δονείται στα ίδια σου τα κόκαλα.

Η Ψευδαίσθηση της Προσπάθειας

Μας διδάσκουν, από τις πρώτες μέρες, ότι η κατανόηση απαιτεί προσπάθεια. Πρέπει να αναλύσουμε, να κατηγοριοποιήσουμε, να συγκρίνουμε. Πρέπει να σκαλίσουμε τα αρχεία των εμπειριών μας, ανασύροντας μαθήματα και νοήματα για να τα σκεπάσουμε πάνω στην ωμότητα του παρόντος. Αλλά τι γίνεται αν αυτή η προσπάθεια είναι ακριβώς αυτό που μας τυφλώνει; Τι γίνεται αν η ένταση του νου, η αρπαγή της γνώσης, είναι μια κουρτίνα που τραβιέται μπροστά στο παράθυρο της αλήθειας;

Το να βλέπεις απλώς είναι να αφήνεις αυτή την προσπάθεια. Είναι να επιτρέπεις στα μάτια—τα εξωτερικά και τα εσωτερικά—να ξεκουραστούν στη φυσική τους κατάσταση. Φαντάσου ένα παιδί που κοιτάζει ένα λουλούδι, χωρίς ακόμα να βαραίνει από ονόματα ή σκοπούς, χωρίς ακόμα να ρωτάει «Σε τι χρησιμεύει αυτό;» ή «Τι σημαίνει αυτό;». Σε εκείνο το βλέμμα, δεν υπάρχει απόσταση ανάμεσα στον βλέποντα και το βλεπόμενο. Υπάρχει μόνο το λουλούδι, ζωντανό και λαμπερό, και το ίδιο το βλέμμα, καθαρό και ανόθευτο. Αυτή είναι η πρόσκληση: να επιστρέψεις σε αυτή την απλότητα, να αποβάλεις τα στρώματα του νοητικού θορύβου και να σταθείς στη σιωπή του είναι.

Να Είσαι Προσεκτικός: Ο Χορός της Προσοχής

Τι σημαίνει «να είσαι προσεκτικός»; Η φράση φέρνει στο νου εικόνες προσοχής, προσεκτικού βαδίσματος γύρω από τον κίνδυνο, φύλαξης από βλάβη. Αλλά ας το στρέψουμε βαθύτερα, μέσα από τον φακό του μυστικιστή. Το να είσαι προσεκτικός είναι να είσαι γεμάτος φροντίδα—να είσαι παρών, ξύπνιος, συντονισμένος με τη συμφωνία της ύπαρξης που παίζεται σε κάθε στιγμή. Δεν είναι μια τεταμένη επαγρύπνηση, ούτε μια φοβισμένη παρατηρητικότητα, αλλά μια τρυφερή, ανοιχτή προσοχή σε όλα όσα συμβαίνουν.

Κοίτα γύρω σου τώρα. Ο βόμβος του κόσμου, το βάρος του σώματός σου πάνω στη γη, οι φευγαλέες σκέψεις που περνούν σαν σύννεφα στον ουρανό της επίγνωσής σου—τι συμβαίνει; Όχι τι σκέφτεσαι γι’ αυτό, όχι τι εύχεσαι να ήταν, αλλά τι είναι, στην ωμή και αφιλτράριστη δόξα του; Το να είσαι προσεκτικός είναι να βλέπεις αυτό, να το τιμάς, να το αφήνεις να ξεδιπλωθεί χωρίς την παρέμβαση των νοητικών σου εντυπώσεων. Είναι να χορεύεις με την πραγματικότητα καθώς κινείται, όχι να την παλεύεις για να την υποτάξεις.

Η Ανακάλυψη της Ενότητας

Και εδώ, σε αυτή την απαλή πράξη του να βλέπεις, αναδύεται μια αποκάλυψη. Όταν ο νους ησυχάζει, όταν τα φίλτρα της μνήμης και της κρίσης διαλύονται, αυτό που απομένει δεν είναι μια συλλογή ξεχωριστών πραγμάτων—δέντρα, ποτάμια, άνθρωποι, αστέρια—αλλά μια ενιαία, ζωντανή παρουσία. Όλα αυτά, κάθε ψίθυρος και κάθε βρυχηθμός, κάθε σιωπή και κάθε κίνηση, είναι ένα. Είναι η Ζωή, απεριόριστη και αδιαίρετη, που κοιτάζει πίσω τον εαυτό της μέσα από τα μάτια σου.

Αυτό δεν είναι μια θεωρία για να συζητηθεί, ούτε ένα δόγμα για να απομνημονευθεί. Είναι μια αλήθεια που αποκαλύπτεται μόνο στο βλέμμα. Ο άνεμος που αγγίζει το δέρμα σου δεν είναι ξέχωρος από σένα· είναι εσύ, σε μια άλλη μορφή. Το γέλιο του ξένου, η πτήση του πουλιού, η κατάρρευση ενός μακρινού βουνού—όλα αυτά είναι το ίδιο φαινόμενο, η ίδια ζωντάνια, που φορά αμέτρητες μάσκες. Το να βλέπεις απλώς είναι να διαπερνάς την ψευδαίσθηση του χωρισμού, να αγγίζεις τον χτύπο της καρδιάς του Ενός που ρέει μέσα σε όλα.

Το Ζωντανό Σύμπαν

Όλα είναι ζωντανά. Αυτό δεν είναι μια ποιητική υπερβολή, αλλά μια αισθητή πραγματικότητα. Η πέτρα κάτω από τα πόδια σου, ο αέρας που αναπνέεις, οι σκέψεις που τρεμοπαίζουν στο μυαλό σου—όλα αυτά πάλλονται με την ίδια ζωτικότητα, την ίδια μυστηριώδη ουσία. Μας έχουν διδάξει να βλέπουμε τον κόσμο ως νεκρή ύλη, ως μηχανή που πρέπει να κατανοηθεί και να ελεγχθεί. Αλλά το να βλέπεις απλώς είναι να ξυπνάς από αυτό το όνειρο. Ο κόσμος δεν είναι ένα πράγμα—είναι ένα συμβάν, ένα αδιάκοπο ξετύλιγμα της Ζωής σε άπειρες εκφράσεις.

Κλείσε τα μάτια σου για μια στιγμή. Αισθάνσου τον ρυθμό της αναπνοής σου, το λεπτό μυρμήγκιασμα στα χέρια σου. Τώρα άνοιξέ τα και κοίτα το κοντινότερο αντικείμενο—ένα φλιτζάνι, έναν τοίχο, μια λεπίδα χόρτου. Δες το όχι ως «αντικείμενο», όχι ως κάτι στατικό και αδρανές, αλλά ως κίνηση, ως δόνηση, ως μια στιγμή στον αιώνιο χορό. Μπορείς να νιώσεις τη ζωντάνια του; Μπορείς να αισθανθείς πώς και αυτό, επίσης, είναι μέρος του ίδιου ρεύματος που ρέει μέσα σου;

Η Απλότητα της Αλήθειας

Αυτό είναι το μυστικό του μυστικιστή: η αλήθεια δεν είναι πολύπλοκη. Δεν κρύβεται πίσω από χρόνια μελέτης ή βουνά γραφών. Είναι εδώ, τώρα, στην απλότητα του να βλέπεις. Δεν χρειάζεται να σκαρφαλώσεις μια σκάλα για να την φτάσεις· χρειάζεται μόνο να σταματήσεις να σκαρφαλώνεις εντελώς. Δεν χρειάζεται να ψάξεις για την πραγματικότητα· κολυμπάς ήδη μέσα της. Το να βλέπεις απλώς είναι να αναγνωρίζεις αυτό—να ξεκουράζεσαι στην επίγνωση που ήταν πάντα δική σου, ανόθευτη από προσπάθεια ή αγώνα.

Κι όμως, πόσο εύκολα απομακρυνόμαστε. Ο νους, ανήσυχος και πεινασμένος, υφαίνει τους ιστούς της απόσπασης. Ψιθυρίζει για το παρελθόν και το μέλλον, για το «εγώ» και το «δικό μου», τραβώντας μας από την αμεσότητα αυτής της ζωντανής στιγμής. Αλλά η πρόσκληση παραμένει, υπομονετική και πάντα παρούσα: απλώς δες. Δες το παιχνίδι του φωτός, την κίνηση της σκιάς, την άνοδο και την πτώση του ήχου. Δες χωρίς να προσθέτεις, χωρίς να αφαιρείς, χωρίς να ονομάζεις. Και σε αυτό το βλέμμα, ανακάλυψε ότι δεν είσαι ξέχωρος από αυτό—είσαι αυτό.

Το Αιώνιο Τώρα

Ο ίδιος ο χρόνος ξετυλίγεται σε αυτό το βλέμμα. Το παρελθόν, με τις ηχώ της μνήμης, και το μέλλον, με τις υποσχέσεις και τους φόβους του, διαλύονται στην απεραντοσύνη του τώρα. Υπάρχει μόνο αυτό: το αιώνιο παρόν, που ξαναγεννιέται ατέλειωτα σε κάθε ανάσα, κάθε ματιά, κάθε χτύπο της καρδιάς. Το να βλέπεις απλώς είναι να βγαίνεις από την ιστορία του χρόνου και να μπαίνεις στο άχρονο, όπου η Ζωή αποκαλύπτει τον εαυτό της ως ο χορευτής και ο χορός μαζί.

Λοιπόν, σταμάτα, αγαπημένε. Άφησε κάτω το βάρος της σκέψης, έστω για μια στιγμή. Κοίτα—όχι με το μυαλό, αλλά με την καρδιά, με την ψυχή, με τη σιωπηλή γνώση που κρύβεται πίσω από όλες τις λέξεις. Απλώς δες. Και σε αυτό το βλέμμα, βρες την αλήθεια που ποτέ δεν σε άφησε: ότι όλα είναι Ένα, ότι όλα είναι ζωντανά, ότι είσαι το σύμπαν που κοιτάζει τον εαυτό του με θαυμασμό.

Ο Σιωπηλός Δρόμος του Σοφού

Στο απέραντο υφαντό της ύπαρξης, όπου νήματα επιθυμίας και φιλοδοξίας υφαίνουν ανήσυχα μοτίβα, περπατά μια φιγούρα ντυμένη με σιωπή—ένας Σοφός, ανεπηρέαστος από τον θόρυβο του κόσμου. Τα χέρια του δεν κρατούν θησαυρούς από χρυσό, ούτε σκήπτρα εξουσίας, ούτε περγαμηνές δογμάτων. Αυτό που κρατά είναι αόρατο στο μάτι, κι όμως βαρύτερο από βουνά, απέραντο σαν τους ουρανούς: ικανοποίηση με ό,τι υπάρχει. «Ο Σοφός είναι ικανοποιημένος με ό,τι κρατά στο χέρι του», ψιθυρίζει ο άνεμος μέσα στους αιώνες, και σε αυτή την απλή αλήθεια κρύβεται ένα μυστήριο τόσο βαθύ, που λίγοι τολμούν να το αναζητήσουν.

Η αρχή και το τέλος—δεν είναι απλώς σημεία σε μια γραμμή, αλλά οι δίδυμες ανάσες της αιωνιότητας. Αυτός που τα γνωρίζει δεν τα αρπάζει με τρεμάμενα δάχτυλα, ούτε κυνηγά τις σκιές τους μέσα στον λαβύρινθο του χρόνου. Περπατά ήσυχα, τα βήματά του απαλά σαν δροσιά στο χορτάρι, η καρδιά του ένας καθρέφτης που αντανακλά το άπειρο. Ο Σοφός δεν διακηρύσσει τη γνώση του· δεν φωνάζει από τις στέγες ούτε χαράζει τις αλήθειες του σε πέτρα. Η σοφία του είναι ένας σιωπηλός ποταμός, που ρέει κάτω από την επιφάνεια του κόσμου, αόρατος μα θρεπτικός για όσους σταματούν να πιούν.

Τι επιθυμούν οι άνθρωποι; Τα λαμπερά μπιχλιμπίδια του πλούτου, το φευγαλέο στέμμα της δόξας, το μεθυστικό κρασί της εξουσίας πάνω στους άλλους. Χτίζουν πύργους ως τον ουρανό, μόνο για να τους δουν να καταρρέουν· γράφουν δόγματα για να φυλακίσουν το θείο, μόνο για να βρουν το κλουβί άδειο. Οι θρησκευτικές δραστηριότητες πολλαπλασιάζονται σαν αστέρια στη νύχτα, καθεμία υπόσχεται έναν δρόμο προς τη σωτηρία, καθεμία στολισμένη με τελετουργίες και χιτώνες. Οι αφελείς πεποιθήσεις ανθίζουν και μαραίνονται, εύθραυστες σαν άνθη της άνοιξης, παρασύροντας τα πλήθη στη φευγαλέα τους αγκαλιά. Όμως ο Σοφός στρέφει το βλέμμα του μέσα του, εκεί όπου δεν υψώνεται ναός, εκεί όπου δεν προΐσταται ιερέας. Είναι ικανοποιημένος με ό,τι κρατά στο χέρι του—μια ηρεμία που δεν αγοράζεται, μια ειρήνη που δεν ανταλλάσσεται.

Το Πέπλο του Κόσμου

Για τους αμύητους, ο δρόμος του Σοφού μοιάζει παράδοξος, μια εγκατάλειψη της ίδιας της ζωής. Μα κοίτα πιο κοντά, και θα δεις ότι δεν έχει απορρίψει τον κόσμο—έχει διαπεράσει το πέπλο του. Ο κόσμος χορεύει μπροστά μας, μια λαμπερή ψευδαίσθηση μορφών και χρωμάτων, ένας μεγαλειώδης χορός μεταμφιεσμένων όπου κάθε πρόσωπο κρύβει ένα άλλο. Οι άνθρωποι κυνηγούν τις μάσκες, πιστεύοντας ότι είναι η αλήθεια, αρπάζοντας σκιές που αποκαλούν «δικές μου». Ο Σοφός, ωστόσο, στέκεται παράμερα, τα μάτια του καρφωμένα στο αόρατο φως που ρίχνει τις σκιές. Γνωρίζει την αρχή—τη σπίθα της δημιουργίας, την πρώτη νότα του κοσμικού τραγουδιού. Γνωρίζει το τέλος—τη σιωπή που ακολουθεί, την επιστροφή στο αδημιούργητο. Ανάμεσα σε αυτούς τους πόλους περπατά, αδιάφορος για τις επιθυμίες που δένουν τους άλλους στον τροχό της λαχτάρας.

Τι είναι αυτή η ικανοποίηση που κουβαλά; Δεν είναι η βαριά παραίτηση των κουρασμένων, ούτε η αυτάρεσκη ευχαρίστηση των υπερήφανων. Είναι μια φλόγα που καίει χωρίς να καταναλώνει, ένα πηγάδι που ποτέ δεν στερεύει. Είναι η αναγνώριση ότι όλα αναδύονται και ξεθωριάζουν, ότι το χέρι του χρόνου δεν χαρίζεται σε τίποτα, κι όμως κάτω από αυτή την αδιάκοπη ροή κρύβεται μια αμετάβλητη παρουσία. Ο Σοφός δεν επιδιώκει να κατέχει αυτή την παρουσία, γιατί δεν μπορεί να κρατηθεί· δεν τη λατρεύει, γιατί δεν χρειάζεται βωμό. Απλώς μένει μέσα της, όπως ο ωκεανός μένει στα βάθη του.

Η Ανοησία των Δογμάτων

Τα δόγματα υψώνονται σαν πόλεις, οι πύργοι τους τρυπούν τον ουρανό, τα τείχη τους οχυρωμένα με βεβαιότητα. Οι άνθρωποι συρρέουν σε αυτά, πεινασμένοι για απαντήσεις, πρόθυμοι να ανταλλάξουν τις αμφιβολίες τους με την άνεση της πίστης. Οι θρησκευτικές δραστηριότητες πολλαπλασιάζονται—ψαλμωδίες και κεριά, νηστείες και γιορτές, προσκυνήματα σε μακρινά ιερά. Καθεμία υπόσχεται ένα κλειδί για το θείο, έναν χάρτη για το αιώνιο. Όμως ο Σοφός περνά δίπλα από αυτές τις πύλες, τα χέρια του άδεια από προσφορές, τα χείλη του ελεύθερα από προσευχές. Ξέρει ότι το θείο δεν είναι έπαθλο να κερδηθεί, ούτε βασίλειο να κατακτηθεί. Είναι η ανάσα στους πνεύμονές του, η σιωπή ανάμεσα στις σκέψεις του, το έδαφος κάτω από τα πόδια του. Τι ανάγκη έχει από δόγματα, όταν η αλήθεια πάλλεται στις φλέβες του;

Οι αφελείς προσκολλώνται στις πεποιθήσεις τους όπως ένα παιδί στο παιχνίδι του, μπερδεύοντας το φευγαλέο με το αιώνιο. Βλέπουν την αδιαφορία του Σοφού και την αποκαλούν ψυχρότητα, τη σιωπή του και την ονομάζουν άγνοια. Μα δεν είναι ούτε ψυχρός ούτε αμαθής—είναι ξύπνιος. Εκεί που οι άλλοι βλέπουν έναν κόσμο από θραύσματα, αυτός βλέπει ένα αδιάσπαστο όλο· εκεί που οι άλλοι ακούν μια κακοφωνία φωνών, αυτός ακούει το μοναδικό τραγούδι της ύπαρξης. Ο Σοφός είναι ικανοποιημένος με ό,τι κρατά στο χέρι του, γιατί στο χέρι του κρατά το ίδιο το σύμπαν, ακαλλώπιστο και ακυριάρχητο.

Ο Ειρηνικός Δρόμος

Ο δρόμος του δεν είναι αγώνας ή κατάκτηση. Δεν παλεύει με δαίμονες ούτε ανεβαίνει στους ουρανούς. Περπατά ήσυχα, αδιάφορος για τις καταιγίδες που μαίνονται γύρω του. Οι επιθυμίες των ανθρώπων—πόθος, πλεονεξία, φθόνος—στροβιλίζονται σαν θύελλες, ξεριζώνοντας ζωές και σκορπίζοντας όνειρα. Όμως ο Σοφός μένει ριζωμένος, όχι με τη βία, αλλά με την παράδοση. Έχει δει την αρχή, τη σπίθα που γέννησε τα πάντα· έχει δει το τέλος, τη διάλυση στην απέραντη νύχτα. Τι μπορεί να τον ταράξει, αυτόν που γνωρίζει αυτές τις αλήθειες; Τι μπορεί να τον δελεάσει, αυτόν που έχει γευτεί το άπειρο;

Αυτός ο ειρηνικός δρόμος δεν είναι απόσυρση από τη ζωή, αλλά μια εμβάθυνση σε αυτήν. Ο Σοφός δεν αποφεύγει τον κόσμο—τον αντικρίζει με μάτια καθαρά από την επιθυμία. Το λουλούδι που ανθίζει και μαραίνεται, ο ποταμός που χαράζει το δρόμο του προς τη θάλασσα, το γέλιο του παιδιού και ο αναστεναγμός του γέροντα—όλα είναι νήματα στην ίδια ταπετσαρία, υφασμένα από το ίδιο αόρατο χέρι. Δεν τα κρίνει, ούτε επιδιώκει να τα αλλάξει. Είναι ικανοποιημένος με ό,τι υπάρχει, γιατί ξέρει ότι ό,τι υπάρχει, είναι αρκετό.

Η Μυστική Φλόγα

Υπάρχει μια φλόγα μέσα στον Σοφό, ένα φως που καίει πέρα από την εμβέλεια του χρόνου. Δεν τρέφεται με ξύλο ή λάδι, ούτε τρεμοσβήνει στον άνεμο. Είναι η φλόγα της επίγνωσης, η λάμψη της ύπαρξης, η ακτινοβολία του αιώνιου τώρα. Οι άνθρωποι αναζητούν αυτό το φως σε μακρινές χώρες, σε ιερά κείμενα, στα λόγια των προφητών. Δεν βλέπουν ότι καίει μέσα τους, κρυμμένο από τον καπνό των δικών τους επιθυμιών. Ο Σοφός, ωστόσο, έχει τροφοδοτήσει αυτή τη φλόγα με τη σιωπή του, μέχρι να λάμπει καθαρά και φωτεινά. Τη φέρει όχι σαν δάδα για να φωτίσει τον κόσμο, αλλά σαν έναν ήσυχο σύντροφο στον μοναχικό του δρόμο.

Κι έτσι περπατά, μέσα από τις αγορές και την ερημιά, μέσα από την άνοδο και την πτώση αυτοκρατοριών, μέσα από τη γέννηση και τον θάνατο των αστεριών. Είναι ο ερημίτης στη σπηλιά, ο περιπλανώμενος στο δρόμο, ο σοφός κάτω από το δέντρο. Είναι όλα αυτά και κανένα από αυτά, γιατί δεν δεσμεύεται από μορφή ή όνομα. Ο Σοφός είναι ικανοποιημένος με ό,τι κρατά στο χέρι του—μια γνώση που υπερβαίνει τη γνώση, μια ειρήνη που ξεπερνά την κατανόηση.

Η Πρόσκληση

Το να βαδίσουμε στον δρόμο του δεν είναι να εγκαταλείψουμε τον κόσμο, αλλά να τον δούμε εκ νέου. Είναι να απελευθερώσουμε τη σφιγμένη γροθιά της επιθυμίας και να ανοίξουμε το χέρι σε ό,τι ήδη υπάρχει. Είναι να ακούσουμε τη σιωπή κάτω από τον θόρυβο, να νιώσουμε την ηρεμία μέσα στην καταιγίδα. Ο Σοφός δεν μας καλεί να τον ακολουθήσουμε, γιατί ο δρόμος του δεν είναι μονοπάτι σημαδεμένο με πινακίδες. Απλώς περπατά, και με το περπάτημά του μας προσκαλεί να κοιτάξουμε μέσα μας—να βρούμε την αρχή και το τέλος, να αναπαυθούμε στην ικανοποίηση που δεν χρειάζεται όνομα.

Γιατί, στο τέλος, τι αναζητούμε; Οι θησαυροί της γης γίνονται σκόνη, οι δόξες των ανθρώπων ξεθωριάζουν σε ψιθύρους. Τα δόγματα καταρρέουν, οι πεποιθήσεις διαλύονται, κι ακόμα ο Σοφός περπατά, αδιάφορος για όλα όσα επιθυμούν οι άνθρωποι. Γνωρίζει το μυστικό που μας διαφεύγει: ότι ο μεγαλύτερος πλούτος είναι να μην χρειάζεσαι τίποτα, ότι η αληθινή σοφία είναι να μην ξέρεις τίποτα, ότι η βαθύτερη ειρήνη είναι να είσαι τίποτα. Και σε αυτό το τίποτα, βρίσκει τα πάντα—ικανοποιημένος με ό,τι κρατά στο χέρι του, το απεριόριστο μυστήριο της παρούσας στιγμής.

Το Πέπλο της Αλήθειας: Ένα Ταξίδι Πέρα από τον Καθρέφτη της Σκέψης

Η Αλήθεια είναι ένας ψίθυρος που αντηχεί μέσα στις αίθουσες της αιωνιότητας, ένα άρωμα που ξεφεύγει από τα χέρια που προσπαθούν να το πιάσουν. Λέγεται ότι είναι μια κατάσταση ελεύθερης και αντικειμενικής αντίληψης—ένας κρυστάλλινος φακός μέσα από τον οποίο το άπειρο αποκαλύπτεται χωρίς παραμόρφωση. Ωστόσο, τι είναι αυτή η Αλήθεια που αναζητούμε; Είναι ένας θησαυρός θαμμένος στα βάθη της εμπειρίας, μια λαμπερή αφύπνιση που υπερβαίνει τον θόρυβο της σκέψης; Ή μήπως είναι μια σκιά που ρίχνεται από το τρεμοπαίζον φως της γνώσης, ένα κατασκεύασμα που κυνηγάμε μέσα στον λαβύρινθο της δικής μας δημιουργίας;

Το να στοχάζεσαι την Αλήθεια είναι σαν να στέκεσαι στην άκρη μιας απέραντης αβύσσου, κοιτάζοντας στο άγνωστο με μάτια που λαχταρούν να δουν πέρα από το ίδιο τους το βλέμμα. Οι μυστικιστές του παρελθόντος μιλούσαν για την Αλήθεια ως μια ζωντανή παρουσία, όχι κάτι που κρατιέται ή ένα δόγμα που απαγγέλλεται, αλλά μια κατάσταση ύπαρξης—μια διάλυση στο απεριόριστο. Ωστόσο, στην αδιάκοπη προσπάθειά μας, υφαίνουμε ιστούς σκέψης, μπερδεύοντας τα νήματα με τον ουρανό που κρύβουν. Ποιος είναι, λοιπόν, αυτός ο χορός ανάμεσα στην αντίληψη και τον αντιλαμβανόμενο; Ποιος αναζητά την Αλήθεια, και ποιος ισχυρίζεται ότι τη βρίσκει;

Η Ψευδαίσθηση του "Εγώ"

Στην καρδιά αυτής της αναζήτησης βρίσκεται το αίνιγμα του εαυτού—το "Εγώ" που κοιτάζει προς τα έξω και προς τα μέσα, ο φρουρός της πνευματικής μας οδύσσειας. Διαλογιζόμαστε, βαδίζουμε στον ιερό δρόμο, λαχταρούμε να αφυπνιστούμε—αλλά ποιος είναι αυτός που αναλαμβάνει αυτούς τους κόπους; Το "Εγώ" είναι ένα φάντασμα που γεννιέται από τη σκέψη, ένα υφαντό υφασμένο από αναμνήσεις, επιθυμίες και φόβους. Είναι η φωνή που ψιθυρίζει, "Είμαι ξεχωριστός," ο φακός που χρωματίζει τον κόσμο με τη δική του απόχρωση. Η σκέψη, στην αδιάκοπη κίνησή της, δημιουργεί αυτή την αυτοαντίληψη, έναν καθρέφτη που αντανακλά μόνο τον εαυτό της.

Σκέψου το ποτάμι: ρέει χωρίς προσπάθεια, τα νερά του ενώνονται με την απεραντοσύνη της θάλασσας. Μήπως το ποτάμι στοχάζεται τη δική του ύπαρξη; Αναζητά να γνωρίσει τον εαυτό του ως "ποτάμι"; Όχι—απλώς είναι. Ωστόσο εμείς, στα ανθρώπινα όνειρά μας, υψώνουμε φράγματα σκέψης, χωρίζοντας το αδιαίρετο. Το "Εγώ" είναι ένα τέτοιο φράγμα—ένα κατασκεύασμα που συγκρατεί την πλημμύρα της ύπαρξης, επιμένοντας στη δική του μονιμότητα. Και έτσι, διαλογιζόμαστε για να το υπερβούμε, προσευχόμαστε για να το διαλύσουμε, βαδίζουμε τον δρόμο για να το ξεπεράσουμε. Όμως σε κάθε βήμα, η σκέψη κινείται μαζί μας, μια σκιά που παριστάνει το φως.

Η Αλήθεια Πέρα από το Πέπλο

Αν η Αλήθεια είναι μια κατάσταση ελεύθερης και αντικειμενικής αντίληψης, τότε δεν μπορεί να είναι ο καρπός της σκέψης, γιατί η σκέψη είναι δεσμευμένη από τη φύση της—κατακερματισμένη, περιορισμένη, δεμένη στον χρόνο. Το να σκέφτεσαι την Αλήθεια είναι να την περικυκλώνεις με λέξεις, να την εγκλωβίζεις μέσα σε έννοιες. Ωστόσο η Αλήθεια, στην ουσία της, είναι άγρια και αδάμαστη, μια φλόγα που καίει πέρα από την εμβέλεια των ονομάτων. Δεν είναι κάτι που επιτυγχάνουμε, γιατί η επίτευξη είναι η γλώσσα του "Εγώ," το νόμισμα της προσπάθειας. Ούτε είναι γνώση, γιατί η γνώση είναι απλώς ένας χάρτης, ενώ η Αλήθεια είναι η ίδια η ζωντανή γη.

Φαντάσου μια ησυχία τόσο βαθιά που ο νους σωπαίνει—όχι με τη βία, αλλά με την απαλή παράδοση της δικής του ματαιότητας. Σε αυτή την ησυχία, η αντίληψη ξυπνά—όχι η αντίληψη του "Εγώ," θολωμένη από τις ιστορίες της, αλλά ένα βλέμμα που είναι απέραντο και ακτήμονο. Οι μυστικιστές το ονόμαζαν "το μάτι της καρδιάς," μια όραση αμόλυντη από τον διαχωρισμό. Εδώ, η Αλήθεια δεν ανακαλύπτεται· αποκαλύπτεται ως αυτό που πάντα ήταν—το έδαφος της ύπαρξης, η απεριόριστη έκταση κάτω από το παιχνίδι των μορφών.

Ο Χορός της Εμπειρίας

Πρέπει, λοιπόν, η Αλήθεια να βιωθεί; Ή μήπως η ίδια η έννοια της εμπειρίας μας δένει ξανά στο "Εγώ"; Το να βιώνεις είναι να στέκεσαι ξεχωριστός, να λες, "Είμαι εδώ, και η Αλήθεια είναι εκεί." Ωστόσο οι σοφοί ψιθυρίζουν για ένα μυστήριο: όταν ο αναζητητής διαλύεται, δεν απομένει εμπειριοκράτης για να διεκδικήσει το έπαθλο. Το κύμα δεν βιώνει τον ωκεανό—είναι ο ωκεανός, που ανεβαίνει και πέφτει σε αδιάσπαστη ενότητα. Έτσι κι εμείς, όταν η σκέψη σταματήσει την αδιάκοπη ύφανσή της, όταν το "Εγώ" ξεθωριάσει σαν ομίχλη στον πρωινό ήλιο, αυτό που μένει δεν είναι μια εμπειρία της Αλήθειας, αλλά η ίδια η Αλήθεια—γυμνή, λαμπερή, αιώνια.

Αυτό είναι το παράδοξο του πνευματικού μονοπατιού: το βαδίζουμε για να φτάσουμε εκεί που ήδη βρισκόμαστε. Διαλογιζόμαστε για να σιωπήσουμε έναν νου που ποτέ δεν ήταν κύριός μας. Αναζητούμε την αφύπνιση, μόνο για να ανακαλύψουμε ότι ο κοιμισμένος ήταν απλώς ένα όνειρο. Το "Εγώ" που λαχταρά την Αλήθεια είναι το ίδιο το πέπλο που την κρύβει, και στη διάλυσή του βρίσκεται η αποκάλυψη. Όπως τραγούδησε ο Σούφι ποιητής Ρουμί, "Πέρα από τις ιδέες του σωστού και του λάθους, υπάρχει ένα πεδίο—θα σε συναντήσω εκεί." Αυτό το πεδίο είναι η κατάσταση της ελεύθερης αντίληψης, όπου ο γνώστης και το γνωστό καταρρέουν σε ένα.

Το Αιώνιο Τώρα

Και τι γίνεται με τον χρόνο—αυτή την ψευδαίσθηση που η σκέψη υφαίνει σαν νήμα μέσα στο ύφασμα της ζωής μας; Η Αλήθεια δεν κατοικεί στο χθες, ούτε στο αύριο, αλλά στο αιώνιο τώρα—μια στιγμή τόσο ολοκληρωμένη που κρατά όλες τις στιγμές. Το να αντιλαμβάνεσαι αντικειμενικά είναι να βγαίνεις από το ποτάμι του χρόνου, να στέκεσαι στην όχθη και να βλέπεις τη ροή του χωρίς να παρασύρεσαι. Η σκέψη προσκολλάται στα χθεσινά ηχώ και στις υποσχέσεις του αύριο, αλλά η Αλήθεια είναι η σιωπή ανάμεσα στις νότες, ο χώρος όπου αναδύεται η μουσική της ύπαρξης.

Υπό αυτό το φως, το πνευματικό μονοπάτι δεν είναι ένα ταξίδι προς τα εμπρός, αλλά μια πτώση προς τα μέσα—μια επιστροφή στην πηγή που ποτέ δεν μας άφησε. Το "Εγώ" που διαλογίζεται, που αναζητά, που προσπαθεί, είναι απλώς ένας κυματισμός στην επιφάνεια του απείρου. Όταν ο κυματισμός ηρεμεί, τα βάθη αποκαλύπτονται—όχι ως κάτι καινούργιο, αλλά ως το πάντα παρόν. Εδώ, η Αλήθεια δεν είναι προορισμός, αλλά ο αέρας που αναπνέουμε, ο παλμός της ίδιας της ζωής.

Η Πρόσκληση

Λοιπόν, αγαπητέ αναζητητή, στάσου. Άφησε τη φλυαρία του νου να ξεθωριάσει σαν μακρινός άνεμος. Ποιος διαλογίζεται; Ποιος βαδίζει; Ποιος αφυπνίζεται; Ρώτα, και άκουσε—όχι με τη σκέψη, αλλά με τη σιωπή που κρύβεται κάτω από αυτήν. Η Αλήθεια δεν είναι ένα βραβείο για να κερδηθεί, ούτε ένα αίνιγμα για να λυθεί. Είναι το βλέμμα που μένει όταν ο βλέπων διαλύεται, η γνώση που ανθίζει όταν ο γνώστης παραμερίζει. Είναι η κατάσταση της ελεύθερης και αντικειμενικής αντίληψης—όχι ένα δώρο που δίνεται, αλλά ένα δικαίωμα που θυμόμαστε.

Στην ησυχία, το πέπλο υψώνεται. Πέρα από τον καθρέφτη της σκέψης, το άπειρο κοιτάζει πίσω—όχι ως άλλο, αλλά ως εσύ, ως όλα. Και σε αυτό το βλέμμα, η ερώτηση σβήνει, ο αναζητητής εξαφανίζεται, και η Αλήθεια στέκει μόνη—ανείπωτη, ακλόνητη, για πάντα ελεύθερη.

Ζωή με ημερομηνία λήξης, άραγε αυτό είναι Ζωή;

Τίποτα πιο περιοριστικό από το: "εδώ αρχίζει η ζωή κι εκεί τελειώνει" και μέσα σε αυτό χωράνε όλα τα μικρά. Τόση αγάπη, τόση χαρά, τόση ζωή… Σαν κονσέρβα που τελειώνει και πετιέται γιατί τα υλικά της ήταν φτωχά.

Δεν μου ταιριάζει μια ζωή με ημερομηνία λήξης!
Δεν μου ταιριάζει τίποτα λιγότερο από την ελευθερία.
Γι’ αυτό σπάζω τα καλούπια…
"Γεννιέμαι και πεθαίνω" καθημερινά!!!

Ανοίγω τα μυστικά φτερά μου και φλερτάρω με τις ανατροπές και το ασυνήθιστο
Δεν κρατάω την αγάπη μου ούτε για αύριο, ούτε μόνο για μένα…
Άλλωστε τι θα συμβεί σαν δείξω ότι αγαπώ;
Θα κατηγορηθώ ότι αγαπώ; Ας κατηγορηθώ!
Δηλώνω εξ αρχής ένοχη!
Γεννήθηκα για να αγαπώ και να αγαπιέμαι!!!

Και δεν περιορίζω την αγάπη μου όπως δεν περιορίζω την ζωή μου.
Δεν την καλουπώνω μέσα σε ένα όνομα, ένα στόχο, μια διαδικασία…
Η Αγάπη είναι η Διαδικασία… η Αγάπη είναι η Ζωή…
Κι όποιος δεν το καταλαβαίνει, όποιος υποδουλώνει την Αγάπη μέσα σε ενοχές και κατηγορητήρια δεν ξέρει να ΖΕΙ. Αρνείται για τους δικούς του λόγους να ζήσει.
Όμως οι "λόγοι" του δεν είναι ο "λόγος" μου. Η ζωή του δεν είναι η ΖΩΗ μου!!!

Ξέρεις Άνθρωπε το πιο σημαντικό δεν είναι η καλοκαιριά γύρω σου αλλά η καλοκαιριά μέσα σου. Κι όταν την έχεις, τα καλοκαίρια κι οι χειμώνες κυλάνε αβίαστα.
Αλλάζουν γύρω σου τα χρώματα, οι διαθέσεις… Το ψιλοβρόχι γίνεται μπόρα, καταιγίδα… ο αέρας άλλοτε σε χαϊδεύει κι άλλοτε λυσσομανά… κι ο πυροδότης ήλιος μια σε ξεμυαλίζει και μια σε κάνει να τρυπώνεις στη σκιά…

Το υψηλό και το χαμηλό, συναισθηματικό βαρομετρικό μπορεί να εναλλάσσονται, μέσα σου όμως, η καλοκαιριά παραμένει καλοκαιριά γιατί ξέρεις…
Γιατί έχεις μάθει πια να αφήνεσαι στη ροή και να εκδηλώνεις την αγάπη σου σε κάθε συνθήκη.

Κι όταν η αγάπη φανερώνεται, όταν εκδηλώνεται, όταν μοιράζεται… ανθίζει και μοσχοβολά… και ανθίζει πρώτα για σένα…

Όταν η αγάπη περιορίζεται…
Ότι περιορίζεται, καταστρέφεται… καταδικάζεται να μην πετάξει ποτέ στους ουρανούς του κόσμου…

«Γνώθι σαυτόν» και «Μηδέν άγαν»

Εάν παρατηρήσετε το άγαλμα Ερμής του Πραξιτέλη, θα διαπιστώσετε πως ο Ερμής απεικονίζεται να κρατά τον μικρό Διόνυσο τον Ζαγρέα στο ένα του χέρι, ενώ με το άλλο, του δείχνει πρός τον ουρανό, συμβολισμό που χρησιμοποίησε και στον διάσημο πίνακα του «η σχολή των Αθηνών», ο Ραφαήλ, βάζοντας τον Αριστοτέλη να δείχνει προς την γη και τον Πλάτωνα, προς τον Ουρανό..

Ο συμβολισμός είναι προφανής. Ο Πραξιτέλης υποδεικνύει πως ως θεϊκά τέκνα οφείλουμε να επιδιώκουμε την τελειότητα, γνωρίζοντας και αναγνωρίζοντας την Θεϊκή φύση εντός μας, όπως αναφέρουν και οι Ορφικές πινακίδες: «Της Γης παιδί είμαι και του έναστρου Ουρανού• το γένος μου είναι βεβαίως ουράνιο.»

Η ατραπός για να το επιτύχει αυτό ο αρχαίος Έλληνας ήταν η ορθή τήρηση δύο εκ των σημαντικότερων Δελφικών ρητών: «Γνώθι σαυτόν» και «Μηδέν άγαν», λέξεις που φαντάζουν τόσο ξένες σήμερα…

Ο λύκος ως ιερό ζώο του Απόλλωνος και η σύνδεσή του με το φως

Ο λύκος, στην αρχαία Ελληνική σκέψη και στη λατρευτική παράδοση, θεωρείτο κατεξοχήν ιερό ζώο του θεού Απόλλωνος. Η σύνδεση αυτή δεν περιορίζεται σε μεμονωμένες μυθολογικές αναφορές, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο συμβολικό, κοσμολογικό και μυσταγωγικό πλαίσιο: ο λύκος λειτουργεί ως φορέας φωτός, γνώσης και θεϊκής καθοδήγησης [1].

Σύμφωνα με όσα διηγείται ο Αριστοτέλης στο έργο Περὶ τὰ Ζῷα Ἱστορίαι, το οποίο συνέγραψε ενώ βρισκόταν στο όρος Λύκαιον, στο κεφάλαιο που αφορά τους λύκους περιλαμβάνεται και ο μύθος της γέννησης του Απόλλωνος και της Άρτεμης στη Δήλο. Κατά τη διήγηση αυτή, η Λητώ, μητέρα των θεών, προκειμένου να διαφύγει το μένος της Ήρας, μεταμορφώνεται σε λύκαινα και ταξιδεύει από την Υπερβορεία έως τη Δήλο συνοδευόμενη από αγέλη λύκων. Η σχέση του Απόλλωνος με τον λύκο θεμελιώνεται έτσι ήδη από τη γέννησή του, μέσα σε έναν θεογονικό μύθο σωτηρίας, μεταμόρφωσης και ιερής προστασίας [2][3].

Κατά την αρχαία παράδοση, στις αρχές Νοεμβρίου, όταν οι ημέρες ελαττώνονταν και τα πρώτα χιόνια κάλυπταν τις κορυφές του Παρνασσού, ο θεός Απόλλων εγκατέλειπε τον ναό του στους Δελφούς και μετέβαινε στη χώρα των Υπερβορείων, όπου παρέμενε επί τρεις μήνες, έως τις αρχές Φεβρουαρίου. Η απουσία του φωτεινού θεού συνέπιπτε συμβολικά με τη σκοτεινότερη περίοδο του έτους· η επιστροφή του σήμαινε την αναγέννηση του φωτός και την επανόρθωση της κοσμικής τάξης [4][5]. Η εναλλαγή αυτή αποτυπώνει μια συμπληρωματική σχέση ανάμεσα στο απολλώνιο φως και στην υφολογική σκιά του διονυσιακού στοιχείου [6].

Στους Δελφούς το λειτουργικό έτος διαιρούνταν σε δύο περιόδους: η πρώτη, εννέα μηνών, ονομαζόταν «Κόρος» και το Μαντείο λειτουργούσε κανονικά, ενώ η δεύτερη, οι τρεις χειμερινοί μήνες, ονομαζόταν «Χρησμοσύνη»· κατά τη διάρκεια της Χρησμονύνης το Μαντείο παρέμενε κλειστό και στον ναό ψαλλόταν ο Διθύραμβος προς τιμήν του Διονύσου, ο οποίος, σύμφωνα με την παράδοση, τότε αναλάμβανε συμβολικά τη θέση του Απόλλωνος. Η εναλλαγή αυτή δηλώνει τελεολογικά την περιοδικότητα της θείας παρουσίας και τον μυσταγωγικό χαρακτήρα του χρόνου στα Δελφικά τελετουργικά [5][6].

Σε μία άλλη παράδοση, κατά τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνος, οι άνθρωποι οδηγήθηκαν στις πλαγιές του Παρνασσού από τα ουρλιαχτά των λύκων, προκειμένου να σωθούν· εκεί ίδρυσαν την πόλη Λυκώρεια και αφιέρωσαν την κορυφή του Παρνασσού στον Απόλλωνα. Ο λύκος εμφανίζεται έτσι όχι μόνο ως ιερό ζώο, αλλά και ως καθοδηγητής του ανθρώπου προς τη σωτηρία και την τάξη [7].

Στο μαντείο των Δελφών υπήρχε, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, ένας μπρούτζινος λύκος· πιθανότατα το άγαλμα αυτό θύμιζε τον λύκο που, κατά την παράδοση, σκότωσε έναν ληστή του ναού και κατόπιν οδήγησε τους προσκυνητές στο ιερό. Στη βόρεια και νότια Ελλάδα διασώζονται τοπωνύμια και μνημεία («Λύκειον» στην αθηναϊκή Ακρόπολη) που μαρτυρούν την επίμονα λατρευτική σύνδεση του λύκου με ιερούς τόπους και λατρευτικά κέντρα [8][9].

Ετυμολογικά, η ρίζα λυκ- (λύκη, λύκος) σχετιζόταν στην αρχαιότητα με την ιδέα του φωτός και, συνακόλουθα, της γνώσης· η Λατινική lux και ο Ελληνικός λεκτικός πυρήνας συγκλίνουν σε σημασιολογικά πεδία φωτός και λάμψης. Ονόματα όπως Λυκούργος (λύκη + ἔργον) και Λυκομήδης (λύκη + μήδος) λειτουργούν ως φορείς συμβολικού νοήματος, υποδηλώνοντας τη σχέση ανάμεσα στη δράση, τη σύνεση και την φωτεινή αποκάλυψη [10].

Μυητικά, ο λύκος υπήρξε σύμβολο της μεταβατικής διαδικασίας από το σκότος στο φως. Η νυκτερινή όρασή του και η ικανότητά του να κινείται μέσα στη σιωπή το κατέστησαν πρότυπο για την εκπαίδευση και την αναμόρφωση των νέων· οι όροι «λυκόπουλο» και «λυκιδεύς» χαρακτήριζαν εφήβους στο μεταίχμιο της ενηλικίωσης, οι οποίοι υποβάλλονταν σε σκληρές, συχνά εννιάχρονες, μυσταγωγικές δοκιμασίες, ονομαζόμενες «ἀγέλη». Μετά την ολοκλήρωση της αγέλης, οι νέοι γίνονταν πλήρη μέλη της κοινότητας· έτσι ο λύκος λειτουργούσε και ως αρχέτυπο μεταμόρφωσης και κοινωνικής ενσωμάτωσης [11][12].

Ο όρος «Λύκειον» στην Αθήνα δήλωνε αρχικά τον χώρο λατρείας του Λυκείου Απόλλωνος· μεταγενέστερα, σε αυτόν τον τόπο αναπτύχθηκαν κοινωνικά και πνευματικά δίκτυα — γυμνάσιο, σχολές — όπου σύχναζαν φιλόσοφοι και λόγιοι. Από το Λύκειον ο Αριστοτέλης ίδρυσε την Περιπατητική Σχολή· και από τον ίδιο όρο προήλθε, μέσω της λατινικής μεταβίβασης, ο γαλλικός όρος lycée [13].

Παράλληλα, ο λύκος σχετίζεται και με τον Κάτω Κόσμο. Σε κάποιες παραδόσεις ο Άδης φέρεται να φορούσε κράνος από δέρμα λύκου που τον έκανε αόρατο· τα σαγόνια του λύκου παρομοιάζονταν με σπηλιά από όπου δεν υπάρχει επιστροφή. Σε μερικά ιταλικά έθιμα ο λύκος εμφανίζεται ως ψυχοπομπός, ο φορέας των ψυχών των νεκρών· τέτοιες εικόνες τον τοποθετούν στο όριο μεταξύ ζωής και θανάτου, φωτός και σκότους [7][14].

Η παράδοση των λυκανθρώπων αποτελεί ένα ιδιαίτεροτατο και σκοτεινό κεφάλαιο: στον Παυσανία συναντούμε αφηγήσεις για μεταμορφώσεις ανθρώπων σε λύκους κατά τη διάρκεια μυστικώδους θυσίας προς τιμήν του Λυκαίου Διός· ο μύθος του Λυκάονος παρουσιάζει την ιδέα της κανιβαλικής δοκιμασίας και της τιμωρίας από τους θεούς, ενώ οι μεταμορφώσεις συνδέονται με τελετουργικά και χρονικές περιόδους παλινδρόμησης ανάμεσα στην ανθρώπινη και στην ζωώδη φύση.

Η περίπτωση του Δάμαρχου, που φέρεται να έζησε εννέα χρόνια με τους λύκους και επέστρεψε ως άνθρωπος για να κατακτήσει την αρετή της πυγμαχίας, είναι χαρακτηριστική των αφηγήσεων που δοκιμάζουν τα όρια του ανθρώπινου και του υπερβατικού· ο Παυσανίας, ωστόσο, εμφανίζεται σκεπτικός ως προς την ιστορική ακρίβεια τέτοιων διηγήσεων [7].

Στη Ρωμαϊκή μυθολογία, μια λύκαινα υπήρξε η τροφός των ιδρυτών της Ρώμης, Ρωμύλου και Ρέμου, και κατέστη εμβληματικό σύμβολο της ρωμαϊκής αρετής και ταυτότητας [15]. Σε άλλες γεωγραφικές και πολιτισμικές παραδόσεις — όπως στις αφηγήσεις των βόρειοαμερικανικών ιθαγενών — ο λύκος διασώζει ρόλους ποικίλους: σοφός σύντροφος και κυνηγός, ψυχοπομπός ή προειδοποιητική παρουσία· τα τοπικά αφήγηματα αποκτούν διαφορετικές αποχρώσεις, αλλά διατηρούν την κοινή συνισταμένη του σεβασμού προς το ζώο ως φορέα συμβολικών και πνευματικών λειτουργιών.

Συμπερασματικά, ο λύκος απασχόλησε τις παραδόσεις πολλών λαών και ενσωματώθηκε σε ένα εύρος ρόλων: ως σοφός κυνηγός στη Βόρειο Αμερική, ως άγριο θηρίο στη Σκανδιναβία, ως ιερό ζώο θεών στην Ελληνική και Ρωμαϊκή μυθολογία. Σε πολλούς μύθους τα όρια ανάμεσα στον άνθρωπο και στο ζώο είναι ρευστά· συνύπαρξη και μετασχηματισμός παράγουν ήρωες και τελετουργικά που οδηγούν στην αυτογνωσία και στην κοσμική επανίδρυση.

Ο λύκος, υπό αυτή την συμβολική ανάγνωση, σημαίνει αξιοπρέπεια, επιμονή, αφοσίωση, γενναιότητα — και, πρωτίστως, φώτιση· η νυκτερινή του όραση τον καθιστά πρότυπο εκείνου που βλέπει μέσα στο σκοτάδι και οδηγεί προς το φως.
-------------------------
Παραπομπές:

[1] Burkert, M., Greek Religion (κεφ. «Apollo»).

[2] Αριστοτέλης, Περὶ τὰ Ζῷα Ἱστορίαι.

[3] Kerényi, K., Apollo: The Wind, the Spirit and the God.

[4] Πλούταρχος, Περὶ τοῦ Εἶ τοῦ ἐν Δελφοῖς.

[5] Fontenrose, J., The Delphic Oracle.

[6] Nietzsche, F., Η Γέννηση της Τραγωδίας.

[7] Παυσανίας, Ἑλλάδος Περιήγησις (ενδεικτ. τομ. Φωκικά, Αρκαδικά).

[8] Παυσανίας, όπ. παρ. (αναφορές σε μνημεία και τοπογραφικά σημεία).

[9] Burkert, M., όπ. παρ. (τοπικές λατρευτικές πρακτικές).

[10] Chantraine, P., Dictionnaire étymologique de la langue grecque.

[11] Eliade, M., Rites and Symbols of Initiation.

[12] Vidal-Naquet, P., Le chasseur noir (σχετικά με μυστήρια και κυνηγετικές τελετουργίες).

[13] Διογένης Λαέρτιος, Βίοι Φιλοσόφων (αναφορές σε χώρους και σχολές).

[14] Livy (Τίτος Λίβιος), Ab Urbe Condita (σχέσεις ρωμαϊκών μύθων και συμβόλων).

[15] Cumont, F., Les religions orientales dans le paganisme romain.

ΤΟ ΕΡΓΟΝ ΤΟΥ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ

Φιλόσοφος καλείται ο κατανοήσας τον σκοπόν της υπάρξεώς του ως ΕΓΩ και ότι η γνώσις του αγαθού παντός πράγματος έγκειται εις την εκπαίδευσιν και εις την εκλέπτυνσιν των διανοητικών του δυνάμεων.

Ο φιλόσοφος ερευνά, αναλύει, καταμετρά, σπουδάζει τας ιδιότητας των εις την Φύσιν υπαρχόντων αντικειμένων, επιμελείται την πρόοδον των κοινωνιών, υποθάλπει την αλήθειαν, την καθιστά καθολικόν νόμον εις πάντας και διδάσκει ότι η αλήθεια είναι το κέντρον πέριξ του οποίου πρέπει να περιστρέφεται πας άνθρωπος και δι’ αυτής να αναγνωρίζει την καταγωγήν των άλλων ανθρώπων και εν συνεχεία να ζητή την καθολικήν τελειότητα, ή οποία επιτυγχανομένη δίδει εις πάντας τα κεκτημένα υπό της Φύσεως προνόμια.

Ο φιλόσοφος σπουδάζει τας ατελείας των ανθρωπίνων ΕΓΩ, αναζητά την αιτίαν των και υπολογίζων καθοδηγεί τους ατελείς εις την πρόοδον. Δι’ αυτής του της ενεργείας εκμηδενίζει τας ανθρωπίνας αδυναμίας εκ των οποίων απορρέουν αι έριδες, ο εγωϊσμός, η φιλαυτία, το ατομικόν συμφέρον και το μέγιστον πάντων το τυραννικόν πνεύμα, το οποίον καθιστά την ανθρωπότητα ως αγέλην μηδέν γνωρίζουσαν και φερομένην ανερμάτιστον υπό της ισχύος των πραγμάτων.

Ο φιλόσοφος προσμετρά το μέγεθος και την επιρροήν ενός έργου επί της ανθρωπίνης προόδου, υπολογίζει τας μεταβολάς των ανθρωπίνων σκέψεων, καταμετρά το έδαφος επί του οποίου το ανθρώπινον σώμα δύναται να βαδίσει αναλόγως της αντοχής του και κατόπιν εργάζεται, δίδων εις αυτό την ανάλογον τροφήν της οποίας η αφομοίωσις δύναται να ωφελήσει τηv ανθρωπίνην ψυχήν.

Ο φιλόσοφος αφού πρώτον γνωρίσει την αιτίαν και τα αποτελέσματα της δημιουργίας των ΕΓΩ, υπολογίζει ποίων μέσων έχουν ανάγκην, δίδει την ανάλογον ελευθερίαν, νομοθετεί νόμους των οποίων η εκτέλεσις επαφίεται εις αυτόν, καταπολεμά νόμους αδίκους και παρέχει όλα τα μέσα διά των οποίων οι άνθρωποι θα δύνανται να διακρίνουν μεταξύ ωφελίμων και μη ωφελίμων κοινωνικών νόμων.

Ο φιλόσοφος σπουδάζει την Φύσιν και τας λειτουργίας της, ταυτίζει την δράσιν της ανθρωπότητος αναλόγως της εξελίξεως των δυνάμεών της με τους φυσικούς νόμους, ποθεί διακαώς την συσχέτισιν των φυσικών νόμων με τους κοινωνικούς και διδάσκει ότι το κατά Φύσιν Ζειν είναι έργον λογικών όντων.

Ο φιλόσοφος αναζητά εις τας λειτουργίας των φυσικών νόμων τα εξ αυτών προκύπτοντα αποτελέσματα και δια τoυ τρόπου αυτού καθιστών τους υπολογισμούς του σαφείς και ακριβείς δύναται να εργάζεται παρασκευάζων κοινωνικούς νόμους αξίους λογικών όντων.

Ο φιλόσοφος ευρίσκεται απανταχού της Φύσεως, οι οφθαλμοί της ψυχής του παρακολουθούν και τας ελαχίστας λειτουργίας παντός υποκειμένου και αντικειμένου αυτής και δια του τρόπου αυτού καθίσταται γνώστης των μυστηρίων της Ζωής και Κινήσεως, νόμων των οποίων την εν γένει λειτουργίαν δεν έχει ακόμη κατανοήσει η ανθρωπότης.

Ο φιλόσοφος παρακολουθεί την εξέλιξιν των ανθρωπίνων ΕΓΩ, την παραβάλει με την εξέλιξιν των ουσιών της Φύσεως, διακρίνων εκ της παραβολής ταύτης την εις ΕΓΩ συγκεντρωθείσαν δύναμιν της Φύσεως και καθίσταται γνώστης της δημιουργίας πάσης συνειδήσεως δρώσης εις την Φύσιν.

Ο φιλόσοφος δέχεται ως αφηρημένας τας δοξασίας της ανθρωπότητος περί παντός πράγματος και Θεοτήτων, μέχρις ότου κατορθώσει και αντιληφθεί ιδίοις όμμασι πως έχουν και ποία η ιδιότης και η επιρροή εκάστης, αναζητών δε ευρίσκει τας ουσίας των, και κατά την ανάλυσιν των οποίων διαβλέπει τας ιδιαιτέρας δυνάμεις των.

Ο φιλόσοφος ερευνά πάσαν προσωπικότητα εις οιανδήποτε μορφήν και υπόστασιν και αν ευρίσκεται, εξετάζει την καταγωγήν, την αφετηρίαν και την ιδιότητα της και δια του τρόπου αυτού δύναται vα γνωρίζει εκάστης μορφής την βαθμίδα εις την οποίαν ανήκει, επεξηγών εις τους άλλους το φαινόμενον των ΕΓΩ των εις την Γην ευρισκομένων εις διαφόρους υποστάσεις και βαθμίδας.

Ο φιλόσοφος τηρεί εις την διάνοιάν του πάσας τας αvτιλήψεις και ανακεφαλαιώνει τας γνώσεις του συμπτύσσων αυτάς εις βαθμόν απλουστάτης και συγκεκριμένης εκφράσεως, ούτως ώστε να επιβοηθεί τους άλλους, διότι η μακρά ανάλυσις κατά την εξωτερίκευσιν των γνώσεών του καθίσταται δύσκολος εκ του λόγου ότι δεν δύναται να ομιλήσει αναλυτικώς περί όλων ως εκ του μικρού χρονικού διαστήματος το οποίον έχει εις την διάθεσίν του.

Ο φιλόσοφος εκπαιδεύει τας ψυχικάς του δυνάμεις ώστε να δύνανται αυταί να αντεπεξέρχονται κατά πάσης επιρροής και προλήψεως αι οποίαι όταν εισχωρήσουν εις αυτάς φθείρουν τας ανθρώπινας δυνάμεις.

ΑΠΡΟΠΤΩΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΕΙΚΑΙΟΤΗΣ

Ακούω για post-truth, fake news, alternative facts, βλέπω "καταρρίψεις" και "επιβεβαιώσεις" του ενός hoax από το άλλο, βλέπω γνώμες που παρουσιάζονται ως γεγονότα και αντικρουόμενες "ειδήσεις" προς κατανάλωση και τέρψη κάθε ακροατηρίου. Οι ειδήσεις έχουν γίνει σαν τα τσιπς: Σε μερικούς αρέσουν τα πατατάκια με τη ρίγανη, σε άλλους με αλατοπίπερο. Έτσι, ο καθένας έχει τις "ειδήσεις" που προτιμά και ζει στην ιδιωτική του κοσμάρα πιστεύοντας και διαδίδοντας ό,τι του φαίνεται επιφανειακά πιθανό και συμβατό με τις προκαταλήψεις του και τα φυτευμένα σκουπίδια που κουβαλάει στο μυαλό του.

Πάω και εγώ μερικούς αιώνες πίσω, σε ένα χαμένο κόσμο που με συνεπαίρνει:
Μελετώ ένα σπάραγμα από χαμένο έργο κάποιου Στωικού (ίσως του Χρυσίππου αλλά δεν είναι σίγουρο), το οποίο βρέθηκε στον πάπυρο 1020, της λεγόμενης βίλας των παπύρων του Ερκολάνου, μια πόλη που καταστράφηκε από την ίδια έκρηξη του Βεζούβιου που κατέστρεψε την Πομπηία και θάφτηκε μες στην τέφρα που μετέφεραν οι πυροκλαστικές ροές του ηφαιστείου. Βρήκα και την ψηφιοποιημένη εικόνα του παπύρου από το imaging papyri project.

Το κείμενο αναφέρει δυο από τις αρετές που κατά τους Στωικούς είναι αναγκαίες στη διαλεκτική, την Απροπτωσία και την Ανεικαιότητα. Στον Διογένη Λαέρτιο σώζονται οι ορισμοί τους:
ΑΠΡΟΠΤΩΣΙΑ: "ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΟΥ ΠΟΤΕ ΔΕΙ ΣΥΓΚΑΤΑΤΙΘΕΣΘΑΙ ΚΑΙ ΜΗ", δηλαδή η γνώση του πότε πρέπει να δίνεται η συγκατάθεση του νου σε μια εντύπωση και πότε όχι. Aπρόπτωτος είναι ο άνθρωπος που δεν είναι προπετής, που σκέπτεται πριν αποφανθεί για κάτι.
ΑΝΕΙΚΑΙΟΤΗΣ: ΙΣΧΥΡΟΣ ΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΙΚΟΣ, ΩΣΤΕ ΜΗ ΕΝΔΙΔΟΝΑΙ ΑΥΤΩι. = Ισχυρή λογική αντιμετώπιση του πιθανού για να μην ενδίδουμε σε αυτό. Είναι η αρετή αυτών που είναι διανοητικά προσεκτικοί και δεν ακολουθούν αβίαστα ό,τι τους φαίνεται πιθανό.

Παρακάτω γράφω αυτό που καταλαβαίνω από την πρώτη παράγραφο του κειμένου (δηλαδή την κολώνα κειμένου του παπύρου που εικονίζεται στη φωτογραφία).

"... τιμούμε την απροπτωσία και την ανεικαιότητα και ορθώς είμαστε καχύποπτοι και δύσπιστοι προς τα αντίθετά τους. Απροπτωσία είναι η διάθεση αυτού που δεν δίνει συγκατάθεση σε μιά εντύπωση πριν εκτιμηθεί καταληπτική (καταληπτική φαντασία λένε την εντύπωση που δεν γίνεται να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα) που είναι ισχυρή στο ξεσκαρτάρισμα των εντυπώσεων και που δεν ενδίδει σε όσες δεν είναι καταληπτικές. Διότι ο απρόπτωτος δεν πρέπει να παρασύρεται από μη καταληπτική εντύπωση, πρέπει να είναι δυνατός στον έλεγχο των εντυπώσεων και να κυβερνά τις συγκαταθέσεις που δίνει, ώστε ..."

Ποιοι σήμερα τιμούν την Απροπτωσία και την Ανεικαιότητα; Ποιοι θαυμάζουν τους απρόπτωτους και τους διανοητικά προσεκτικούς ώστε να θέλουν να τους μιμηθούν; Και πώς να τους θαυμάσουν χωρίς να ξέρουν καν ποιες είναι οι αρετές τους; Στο σχολείο δεν διδάσκεται ούτε η φιλοσοφία ούτε η διαλεκτική· αντιθέτως τιμωρείται το κριτικό πνεύμα και ανταμείβεται η παπαγαλία. Δεν πρέπει να μας εκπλήττει που οι ψευδείς ειδήσεις του ενός γίνονται οι αληθείς ειδήσεις του άλλου. Οι περισσότεροι άνθρωποι σήμερα δεν έχουν αποκτήσει τα εφόδια για την αναζήτηση της αλήθειας, ακόμα κι αν έχουν την καλή θέληση να την αναζητήσουν.

Ἐγὼ θὰ φτιάξω τὴν Ἑλλάδα ποὺ ὀνειρεύομαι!

Μόνος/η μου!

Τὸ θέλετε δὲν τὸ θέλετε, τὸ πιστεύετε δὲν τὸ πιστεύετε, τὸ στηρίζετε δὲν τὸ στηρίζετε…

Ἐγὼ θὰ φτιάξω τὴν Ἑλλάδα ποὺ ὀνειρεύομαι! Μόνος/η μου.
 
Ἐγὼ εἶμαι κάθε Ἕλλην, κάθε Ἑλληνίς. Ἐγὼ εἶμαι κάθε κύτταρο αὐτῆς τῆς κοινωνίας! Ἐγὼ εἶμαι τὸ σῶμα αὐτῆς τῆς κοινωνίας! Ἐγὼ εἶμαι ὁ μόνος ὑπεύθυνος γιὰ ὅσα θὰ γίνουν. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ πράξω τὰ πάντα πρὸ κειμένου νὰ ἀποκτήσουμε ὅλοι μας ἕνα νέο σπίτι! Ἕνα σπίτι γεμᾶτο ἦθος καὶ δικαιοσύνη. Ἐγὼ εἶμαι ἡ καρδιὰ τῆς κοινωνίας μας. Ἐγὼ, μόνον ἐγώ!

Δὲν μὲ πιστεύετε; Κυττᾶξτε τὸν καθρέπτη σας. Κυττᾶξτε προσεκτικά. Μέσα σας, βαθιά, βαθύτατα στὰ μάτια. Ἐκεῖ ποὺ τὰ μάτια ἀγγίζουν τὴν καρδιά σας. Ἐκεῖ θὰ μὲ ἀνακαλύψετε. Ἐκεῖ θὰ μὲ ἀναγνωρίσετε. Εἶμαι ἐσεῖς. Εἶμαι ὁ κάθε ἔνας ποὺ στὴν καρδιά του ἔχει μόνον Ἑλλάδα καὶ φῶς. Ἐκεῖ φωλιάζω. Μέσα σας!

Ὅπως κι ὁ κάθε ἄλλος Ἕλλην, ἡ κάθε ἄλλη Ἑλληνίς, φωλιάζει μέσα μου. Ἐκεῖ, στὸ βάθος τῶν ματιῶν μου. Ἐκεῖ ποὺ τὰ μάτια μου ἀγγίζουν τὴν καρδιά μου. Εἶστε κομμάτι μου. Εἶστε κύτταρά μου. Εἶστε ἐγώ!

Ἐγὼ κι ἐσεῖς, ποὺ εἴμαστε ὅλοι ἕνα μεγάλο «Ἐγώ», ἕνα «Ἐγὼ» ποὺ εἶναι ἡ Ἑλλάς! Ἐσεῖς κι ἐγὼ, εἴμαστε Ἕνα! Ἐμεῖς εἴμαστε ἡ Ἑλλάς! Ἐμεῖς θὰ τὸ φτιάξουμε ὅλο ἀπὸ τὴν ἀρχή! Μόνοι μας! Διότι δὲν ἔχουμε ἄλλον δρόμο! Διότι αὐτὸ τὸ σῶμα, αὐτὸς ὁ νοῦς, αὐτὴ ἡ σκέψις γεννήθηκαν, ὑπάρχουν καὶ ἐργάζονται γιὰ ἕναν σκοπό. Τὴν Ἑλλάδα μας! Καὶ δὲν ὑπάρχει περίπτωσις νὰ μὴν γίνῃ ἔτσι ὅπως πρέπει νὰ γίνῃ.

Μούσα Πολύμνια: Η προστάτιδα των Ιερών Ύμνων

Οι Μούσες στην αρχαία ελληνική μυθολογία είναι εννέα αρχαίες θεότητες. Ο Απόλλωνας ήταν ο ηγέτης τους (Απόλλων Μουσηγέτης). Αρχικά οι θεότητες αυτές ήταν νύμφες του βουνού και των νερών. Ο Ησίοδος στη Θεογονία αφηγείται:
 
«Η Μνημοσύνη κοιμήθηκε στην Πιερία με το γιο του Κρόνου και γέννησε αυτές τις παρθένες που μας κάνουν να ξεχνάμε τα βάσανά μας και απαλύνουν τους πόνους μας. Εννιά νύχτες συνέχεια ο συνετός Δίας ανεβαίνοντας στο ιερό κρεβάτι του, κοιμότανε δίπλα στη Μνημοσύνη, μακριά απ’ όλους τους αθανάτους..

Ύστερα από ένα χρόνο, όταν οι εποχές και οι μήνες είχαν συμπληρώσει τον κύκλο τους η Μνημοσύνη γέννησε εννιά κόρες…, που όλες τις μάγευε η μουσική…».

Η Πολύμνια, στην Ελληνική μυθολογία, ήταν η Μούσα των ιερών ύμνων, της ευγλωττίας, της σοβαρής και θρησκευτικής ποίησης.
 
Ήταν η Μούσα των ύμνων ή των ασμάτων που ψάλλονται προς τιμή των θεών και των ηρώων.

Ταυτίζονταν με τη Μνημοσύνη, διότι στα αγάλματα παρουσιάζεται σε στάση διαλογισμού και ανάμνησης.

Στη ρωμαϊκή εποχή θεωρήθηκε προστάτιδα της μιμικής τέχνης. η μούσα της ιερής ποίησης.
 
Η αρχαιότερη παράδοση τη θέλει προστάτρια των ύμνων από το συνθετικό πολύ + ύμνος επειδή υμνεί πολλούς ανθρώπους. Κατά τη νεότερη όμως παράδοση, η οποία ετυμολογεί το όνομά της από το πολύ + μνεία, βοηθά στην εύκολη μάθηση και την απομνημόνευση ή από το πολλών και μνήμη, επειδή μνημονεύει πολλούς στην ιστορία.

Έτσι, η Πολύμνια συγχέεται σχεδόν με τη Μνημοσύνη και τα αγάλματά της που σώθηκαν μέχρι σήμερα επιβεβαιώνουν την ερμηνεία αυτή.
 
Σε αυτά παριστάνεται πάντοτε σαν να κατέχεται από κάποια βαθιά σκέψη και ανάμνηση.
 
Είναι μία πολύ σοβαρή γυναίκα, συλλογισμένη και στοχαστική.
 
Συχνά κρατά το δάχτυλό της μπροστά στα χείλη και αυτό αυξάνει τη σιωπηλή έκφραση της μορφής της. Μια τρίτη ιδιότητα, αυτή της προστάτιδας της μιμικής τέχνης, της δόθηκε κατά τους τελευταίους αιώνες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας:

Επίσης, η Πολύμνια είναι μερικές φορές γνωστή και ως η Μούσα της γεωμετρίας, της γεωργίας και της γραμματικής.

Συνήθως απεικονίζεται φορώντας μακρύ μανδύα και πέπλο, στοχαστική και έχοντας εναποθέσει τον αγκώνα της σε ένα μαξιλάρι. Φέρνει αθάνατη φήμη στους συγγραφείς.
 
Τη ζωγράφιζαν να κοιτά προς τον Ουρανό με στεφάνι από δάφνη και μαργαριτάρια στο κεφάλι, λευκό φόρεμα, με τη λύρα στα χέρια της και την επιγραφή “Πολυμνίς Μύθους”.

Η Ελληνική Γλώσσα

«Ει θεοί διαλέγονται την των Ελλήνων γλώττη χρώνται» (ΚΙΚΕΡΩΝ)

Τα τελευταία χρόνια η χώρα μας και συγκεκριμένα στο χώρο της Παιδείας, αντιμετωπίζει, με κάθε αλλαγή Κυβέρνησης, μια εκπαιδευτική μεταρρύθμιση-εκδημοκράτιση της παιδείας και της γλώσσης.

Με κύριο στόχο τελικά την απόσβεση της εθνικής συνείδησης, με την καλλιέργεια συνειδήσεως εθνικής μειοδοσίας και υποτιμήσεως του εθνικού φιλοτίμου, πυροδοτώντας την νέα γενεά σε πλήρη αφελληνισμό και απώλεια της εθνικής και γλωσσικής της ταυτότητας.

Με αντικλείδι τις θεωρίες του διεθνισμού και της παγκοσμιοποίησης, διέρρηξαν κυριολεκτικά το θησαυροφυλάκιο της εθνικής μας γλώσσας.

Αυτής που κατά τον Όμηρο «είχε πλείστους τρόπους να θωπεύει την ακοήν και να γοητεύει τα πνεύματα» και λεηλάτησαν κυριολεκτικά οι Βάνδαλοι, ότι πολυτιμότερο, ωραιότερο και υπέροχο κληρονομήσαμε, την αρχαία ελληνική γλώσσα.

Αυτή η οποία αποτελεί την βασική τροφό όλων των Ευρωπαϊκών Γλωσσών. Όλες οι τέχνες και επιστήμες γεννήθηκαν, αναπτύχθηκαν και σήμερα διευθύνονται από το Ελληνικό Λεξιλόγιο.

Η Ελληνική γλώσσα είναι η μοναδική, η οποία ατέρμονα μπορεί να τροφοδοτεί όλες της υψηλής πνευματικότητας λέξεις, που μπορούν να εκφράζουν όλες τις νέες, λόγω τεχνολογικής εξέλιξης, έννοιες.

Για τον λόγο αυτό, οι Ισπανοί ευρωβουλευτές Χεριγκούτια και Ιμάθ, έκαμαν την εξής πρόταση στην Ευρωβουλή: Η Αρχαία Ελληνική γλώσσα, να γίνει Διεθνής γλώσσα, ως μητέρα όλων των ευρωπαϊκών γλωσσών και διότι είναι η μόνη συμβατή στους κομπιούτερ προηγμένης τεχνολογίας.

Δια τον ως άνω λόγο και ο πρόεδρος της μεγάλης εταιρείας ηλεκτρονικών υπολογιστών CIBI, Τζων Σκάλι επισημαίνει: «Αποφασίσαμε να προωθήσουμε παγκοσμίως το πρόγραμμα εκμάθησης της Ελληνικής γλώσσας, επειδή αυτή είναι η μόνη ΜΗ ΟΡΙΑΚΗ διότι η σημερινή Κοινωνία χρειάζεται ένα εργαλείο για να αναπτύξει την δημιουργικότητά της, να εισάγει καινούργιες ιδέες για να προσφέρει στον Άνθρωπο περισσότερες γνώσεις.

Ο Άγγλος οικονομολόγος James Mead (Τζέημς Μηντ), με Νόμπελ στην Οικονομία, στο νέο του βιβλίο αναπτύσσει μια νέα οικονομική θεωρία, επειδή πιστεύει ότι και το κομμουνιστικό και το καπιταλιστικό οικονομικά συστήματα απέτυχαν.

Στο βιβλίο του δημιουργεί ένα νέο οικονομικό πλαίσιο, στο οποίο πιστεύει ότι αξίζει τον κόπο να ζει κανείς.

Το νέο του Οικονομικό σύστημα για να το ονομάσει, ανέτρεξε στην Ελληνική Γλώσσα για να βρει την κατάλληλη λέξη και το ονόμασε “Agathotopia” δηλ. «Αγαθοτοπία».

Η Ζακλίν ντε Ρομιγύ, Γαλλίδα ακαδημαϊκός, η αείμνηστος αυτή μεγάλη Ελληνίδα, διότι «Μετέσχε της ημετέρας παιδείας» έλεγε: «Η καλύτερη άσκηση για την ανάπτυξη της ευφυΐας είναι η μελέτη της Ελληνικής γλώσσας, διότι κάθε λέξη κρύβει και μια ιδέα».

Διότι! εγνώριζε πολύ καλά ότι η Ελληνική γλώσσα είναι η μοναδική γλώσσα στον κόσμο, που μεταξύ του σημαίνοντος (Λέξη) και του σημαινομένου (έννοια) υπάρχει πλήρης αντιστοιχία.

Γι’ αυτό και χαρακτηρίζεται ως «εννοιολογική Γλώσσα». Δεν είναι τυχαίο αυτό που λένε οι Αμερικάνοι όταν αντιμετωπίζουν πρόβλημα κυριολεξίας «Οι Έλληνες έχουν την κατάλληλη λέξη γι’ αυτό».

Αυτά και πολλά άλλα που ακούγονται και συμβαίνουν για την Ελληνική Γλώσσα ιδίως στο εξωτερικό, τεκμηριώνουν και καταδεικνύουν την αξία, την ποιότητα και την διαχρονικότητα της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ.

Η περίφημη αυτή γλώσσα την οποία κληρονομήσαμε εμείς οι Έλληνες, είναι μεγάλο λάθος να επικρατήσει η γνώμη να χωρισθούν τα νέα από τα αρχαία Ελληνικά, κινδυνεύουμε ανεπανόρθωτα γλωσσικά να πτωχεύσουμε.

Στον Όμηρο το 60% των λέξεων είναι ίδιες με τις λέξεις που έχει σήμερα ο λαός στο στόμα του και πολλές άλλες παράγωγες των ομηρικών λέξεων έφθασαν και χρησιμοποιούνται και σήμερα (όπως π.χ. δεν χρησιμοποιούμε σήμερα την λέξη «Ύδωρ» αλλά «Νερό», χρησιμοποιούμε όμως τις λέξεις υδραγωγείο, υδροφόρα, αφυδάτωση κ.λπ.).

Επομένως είναι απαράδεκτο, ασυγχώρητο και εγκληματικό λάθος, ένας λαός, όπως είναι οι Έλληνες, που έχουν μία τόσο λαμπρή πολιτιστική γλωσσική κληρονομιά και Ιστορία, να κηρύσσουν μόνοι των την πτώχευση της γλώσσης των.

Πρέπει να ξέρουμε ότι, η Ελληνική γλώσσα είναι σημείο αναφοράς, συσπείρωσης και ενότητας του απανταχού Ελληνισμού.

Είναι ακόμη ο κυματοθραύστης κάθε ξένης επίδρασης και προπαγάνδας. Τέλος! είναι γνωστό αυτό που έλεγε ο Λένιν: «Αν θέλεις να χάσει ένας λαός την εθνική του συνείδηση κάνε τον να χάσει την γλώσσα του».

Λέει ο ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ:

«Η Γλώσσα μας είναι η πατρίδα μας, είναι ο πολιτισμός μας, είναι η Ιστορία μας».

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

Σκόπιμο νομίζω είναι, να προσπαθήσουμε όσο το δυνατόν γίνεται, να «ορίσουμε», αν μπορεί να ορισθεί, τι εννοούμε με την λέξη Έρωτα τόσον στην πρακτική, όσον και στην θεωρητική του μορφή. Και να τον απομυθοποιήσουμε βγάζοντας όλα τα περιττά στοιχεία που τον περιβάλλουν και να τον δούμε ως μια καθαρά σεξουαλική πράξη. Όμως αυτά τα περιττά στοιχεία μήπως είναι άραγε αναγκαία;

Ο Έρωτας, που αγαπήθηκε, που λατρεύτηκε, που έγινε Θεότητα , που τον κάνανε τραγούδι, ποίημα, ζωγραφιά, μουσική κ.α. παίζει έναν από τους βασικότερους, ρόλους στην ζωή μας. Και όλο αυτό το ένδυμα που φορά αυτή η σεξουαλική πράξη, προσπαθεί να αναβιβάσει την πράξη αυτή σε υπερβατικές καταστάσεις. Στην ουσία όλες αυτές οι υπερβατικές καταστάσεις οδηγούν, ή τις επινοήσαμε για να καλύψουμε, ή να δικαιολογήσουμε, ή για να εκδηλώσουμε με άλλα λόγια, αυτήν την σεξουαλική πράξη. Ή τέλος για να ρίξουμε στο κρεβάτι πιο ανώδυνα έναν άνθρωπο που ποθούμε.

Όντως όμως αυτή η πράξη αποτελεί το κίνητρο για την ζωή. Είναι η ίδια η ζωή. Και αν σας ενδιαφέρει η γνώμη μου είναι η μέγιστη ηδονή εκ των ηδονών.

Τόσοι και τόσοι διανοούμενοι και συγγραφείς, αφού τον ύμνησαν, έδωσαν, ή προσπάθησαν να δώσουν μία άποψη που να προσιδιάζει καλλίτερα σ’ αυτήν την εξαίσια και υπέροχη λειτουργία του ανθρώπου. Την έδωσαν όμως; Αλλά το πρόβλημα το οποίον γεννάτε για εμάς που βλέπουμε καθαρά τα πράγματα, για εμάς τους Επικούρειους είναι, ότι ο οποιοσδήποτε ορισμός και ιδιαίτερα πάνω στην έννοια έρωτας, είναι δύσκολο, παρακινδυνευμένο και επιπόλαιο αν θέλετε, να δώσουμε ξερά και ανούσια έναν «ορισμό». Άλλωστε, ως γνωστόν, εμείς οι Επικούρειοι δεν δίνουμε ορισμούς πάνω στις έννοιες, αλλά περιγράφουμε τις έννοιες αυτές, με αποτέλεσμα να τις προσεγγίσουμε με τον καλύτερο τρόπο.

Δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση, η καλλίτερη έκφραση θα ήταν, μία ανάλυση σε βάθος. Εν ολίγοις, άραγε ποια είναι τα στοιχεία, ποιοι είναι οι περιορισμοί και ποια είναι τα κριτήρια, τα οποία εμπεριέχονται μέσα σ’ αυτήν την πράξη;

Ή μπορούν να υπάρξουν περιορισμοί και κριτήρια μέσα σ’ αυτήν την έννοια; Νομίζω πως μπορούμε να βρούμε μερικά. Έτσι η απόπειρα της περιγραφής πρέπει να γίνει πάνω σε κάποια στοιχεία και κριτήρια τα οποία θα δοθούν από τα πριν.

Α) Η Εξωτερική εμφάνιση

Αρχίζοντας λοιπόν την ανάλυση της τόσο γλυκιάς και ηδονικής ενεργητικότητας του Ανθρώπου, θα πρέπει να λάβουμε υπ ’ όψιν μας ένα από τα σπουδαιότερα κριτήρια.

Και το κριτήριο αυτό είναι το εξωτερικό ερέθισμα.

Και όταν μιλάμε για εξωτερικό ερέθισμα εννοούμε τόσο την καλαισθησία, όσο και τον καλλωπισμό. Δηλαδή την ομορφιά. Με λίγα λόγια η γενεσιουργός αιτία της επιθυμίας ενός ατόμου για ένα άλλο άτομο, εξαρτάται από το πρόσωπο του, από το παράστημά του, από το πόσο γυμνασμένος είναι , από το πώς ντύνεται, ή πως χτενίζεται κ.α. Εν κατακλείδι από το πόσο ωραίος είναι. Έτσι δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται το γούστο του ενός για τον άλλον. Άλλωστε είναι πάμπολλα τα παραδείγματα τα οποία συμβαίνουν στην καθημερινή ζωή που πιστοποιούν του λόγου το αληθές, αλλά και η υποψία μας ότι κάτι συμβαίνει. Πάνω σ’ αυτό το θέμα μας λέει ο Επίκουρος ότι: «Εάν αφαιρεθεί η εξωτερική όψη και η ομιλία και η συναναστροφή ξεθυμαίνει το ερωτικό πάθος».1 Είναι όμως δυνατό να αφαιρεθεί…;

Σίγουρα όμως υπάρχει μία υποκειμενικότητα όσον αφορά την αισθητική. Και αν δεν υπήρχε, τότε δικαίωμα να αποκτήσουν ταίρι, ή να κάνουν σεξ, θα είχαν μόνο οι «αντικειμενικά» ωραίοι. Όμως τα γούστα και τα κριτήρια του κάθε ανθρώπου, καί είναι διαφορετικά, καί αλλάζουν από εποχή, σε εποχή.

Αλλά αυτά καθ’ αυτά τα κριτήρια της αισθητικής είναι άραγε εγγενή;

Ή τα έχουμε όλοι μας διδαχθεί; Έχουμε λάβει δηλαδή τις προλήψεις από τα πρώτα χρόνια της ζωής μας, έτσι ώστε να μας κάνει, να μας κινεί δηλαδή, εκείνες τις χορδές του έσω εαυτού μας, και να συμφωνούμε με τον εαυτό μας περί ενός όμορφου ανθρώπου; Ή ίσως να έχουμε συνείδηση περί της διαπλάσεως του σώματός και του προσώπου μας, καθώς και των εξωτερικών χαρακτηριστικών μας, ή ακόμα των δυνατοτήτων μας, ή των αδυναμιών μας. Ή επί πλέον, να ψάχνουμε κάτι που μας λείπει. και να δεχόμαστε ανάλογα εξωτερικά χαρακτηριστικά από έναν άνθρωπο με τον οποίο θα δημιουργήσουμε μια απόπειρα σχέσης ή σεξ;

Από την ιστορία όμως του ανθρώπου βλέπουμε πως η αισθητική είναι εγγενής. Και αυτό θα το παρατηρήσουμε στους πρωτόγονους ανθρώπους. Όπου και εκεί υπήρχαν κριτήρια αισθητικής και δεν υπήρχε καμία διδασκαλία επ’ αυτής. Τούτο μπορούμε να το δούμε τόσον στην πρωτόγονη αλλά, καί σπουδαία ζωγραφική τους, καί στην ενδυμασία τους, καί στην παρουσία τους με τις διάφορες επεμβάσεις πάνω στο σώμα τους π.χ. βαψίματα, χαλκάδες, βραχιόλια κ.λ.π. Και τις περισσότερες φορές δεν βαφόντουσαν για μία αναμέτρηση με τις άλλες φυλές, αλλά καί για να τονώσουν την προσωπικότητά τους μέσω της καλαισθησίας τους, καί για το σεξουαλικό κάλεσμα.

Αλλά υπάρχει και η άλλη όψη του νομίσματος που λέει, ότι αυτό το οπτικό ερέθισμα μπορεί να είναι αλλοτριωτικό. Μπορεί να έγκειται στην απομάκρυνση του ιδίου μας του εαυτού από την φύση και στην δυσκολία της αναγνώρισης του φυσικώς ωραίου. Στην απομάκρυνση, λόγω της επέμβασης για λόγους εξουσιαστικούς, ή για λόγους καθυποτάξεως. Έτσι μπορεί να είναι προϊόν μιας ξεπερασμένης και εξαγόμενης με λάθος τρόπο, μιας δηλαδή χριστιανό-μαρξιστικής- κεφαλαιοκρατικής αισθητικής.

Μίας δηλαδή επιβολής εκ των άνω.

Όσο όμως επιβολή και να υπάρχει αν κοιτάξουμε βαθύτερα μέσα μας , θα δούμε ότι αυτός ο άνθρωπος , ότι αυτό το ωραίο εξωτερικά ευδιάθετο άτομο, προσιδιάζει καλυτέρα με την προσωπικότητά μας. Πιο συγκεκριμένα, το άτομο αυτό ταιριάζει περισσότερο με το πρότυπο του ανθρώπου που με την ανόθευτη φαντασία μας έχουμε δημιουργήσει. Φαντασία που ξεκινάει από το πραγματικό και μας οδηγεί σε ένα άτομο που θα θέλαμε να συνευρεθούμε. Και αν θέλαμε να κυριολεκτήσουμε, ή να το κοιτάξουμε διασταλτικά, ο όμορφος άνθρωπος αυτός, είναι εκείνος που θα θέλαμε να είμαστε, ή το συμπλήρωμά μας. Δηλαδή αυτό που λέμε το έτερον ήμισυ.

Ακόμα στα εξωτερικά προσόντα συμπεριλαμβάνονται και όλες αυτές οι «αρετές» με τις οποίες είναι προικισμένος ένας άνθρωπος και που τις τονίζει υπέρμετρα. Το μίνι, τα στενά παντελόνια, τα κολάν κ.τ.λ. μας πληροφορούν και για αυτό.

Σίγουρα ένας ωραίος άνθρωπος, πάντα κατά τα κριτήριά μας, μας δημιουργεί πόθο και πάθος. Και σίγουρα η μη εκπλήρωσή του μετατρέπεται σε άγχος. Μετατρέπεται σ’ ένα βαρίδι στο στέρνο μας. Σ’ ένα ζωάκι που φωλιάζει μέσα μας και που θέλουμε να ξεριζώσουμε. Και τέλος πάντων σε μία άμυνα την οποία την δημιουργεί ο εαυτός μας προκειμένου να αποφύγει ένα ερωτικό αμόκ. Διότι τι άλλο μπορεί να είναι το άγχος, παρά ο φόβος του εαυτού μας για να μην παρεκτραπεί;

Αυτός λοιπόν ο πόθος και το πάθος αν βρει ανταπόκριση, μας δημιουργεί την λανθάνουσα κατάσταση ότι το άτομο αυτό το έχουμε ερωτευθεί. Άλλωστε εδώ βρίσκεται και το πρόβλημα του κεραυνοβόλου έρωτα. Νομίζουμε λανθασμένα πως θα μπορούσε να είναι ο σύντροφος της ζωής μας ένεκα του πόθου. Η φαντασία μας, μας λέει, ότι θα μπορούσαμε να περάσουμε το υπόλοιπο του βίου μας μαζί.

Έτσι λοιπόν αν αυτός ο άνθρωπος και αν αποδειχθεί σκάρτος, ως ένα σημείο προσπαθούμε να δικαιολογήσουμε τα αδικαιολόγητα στον χαρακτήρα του, αλλά στο τέλος καταλήγει να είναι ένα αντικείμενο του πόθου. Ή πολλές φορές άμα περάσει ο πόθος αυτός, μετατρέπεται σε εχθρότητα ή και μίσος.

Δηλαδή εκείνο που εξάγεται από τα ανωτέρω είναι, ότι οποιαδήποτε σχέση, ή οτιδήποτε γίνεται με βάση αυτό και μόνο το κριτήριο, δεν θα διαρκέσει παρά, για ελάχιστο χρονικό διάστημα ή και καθόλου, αν αυτή η ορατή επαφή δεν συνοδεύεται και από άλλα στοιχεία.

Βέβαια αυτό καθ’ αυτό το κριτήριο δεν είναι τόσο ισχυρό όσο φαίνεται και χάνει την δυναμική του από άλλους παράγοντες. Παράγοντες όπως είναι για παράδειγμα η οικονομική κατάσταση, η επαγγελματική καταξίωση, η κοινωνική θέση κ.τ.λ.. Τότε πλέον δεν μιλάμε για ελεύθερη σχέση μεταξύ δύο συμβαλλομένων ατόμων, αλλά για μια κατάσταση επιβολής, ή μια κατάσταση αγοράς του ενός από τον άλλον. Οπότε αν έχεις λεφτά και δόξα, έχεις ωραίες γκόμενες και γκόμενους.

Β) Το συναίσθημα

Ναι πράγματι μία βασική λειτουργία του έρωτα είναι το συναίσθημα... Και το οποίο συναίσθημα πρέπει να υπάρχει και από τις δύο πλευρές.

Έτσι δεν νοείται λοιπόν έρωτας χωρίς αμοιβαίο συναίσθημα που τσιμπάει την καρδιά μας σ’ όλες τις πλευρές της ζωής μας. Είναι αυτό που μας κάνει να νοιώθουμε νέοι, όμορφοι, ευδιάθετοι, χαρούμενοι. Εκείνο που είναι μία ατελείωτη Άνοιξη, είναι το ίδιο το οποίο ταλανίζει και ταλαιπωρεί όλους τους ανθρώπους ανάμεσα στους χρόνους. Γι’ αυτό το συναίσθημα ειλικρινά προσφέρουμε, λουλούδια, δώρα, γράφουμε ποιήματα κ.τ.λ.

Διότι είναι σημαντικό πράγμα σ’ έναν άνθρωπο να τον αγαπάνε. Να τον σκέφτονται προσωπικώς από ένα άλλο άνθρωπο, εκτός της οικογένειάς του, της μητέρας του, της παρέας του, των φίλων του κ.τ.λ., για ότι είναι. Και αυτό είναι μία καταξίωση της προσωπικότητάς του. Είναι το τιμώμενο πρόσωπο, για ένα άλλο. Είναι σε τελική ανάλυση η συνεκτίμηση δύο ατόμων όπου μαζί με τον πόθο οδηγεί στην ένωσή τους.

Έτσι λοιπόν στην κατακλείδα της υπόθεσης, εκείνο που μετράει περισσότερο στην ερωτική μας αναζήτηση είναι ο ψυχικός κόσμος του ανθρώπου που θα θέλαμε να κάνουμε μία σχέση. Το συναίσθημα, είναι αυτό που μας οδηγεί στην εξερεύνηση και την ανακάλυψη του ψυχικού κόσμου, που φέρει ο άνθρωπός μας.

Άρα λοιπόν η δέσμη του έρωτα, εξαρτάται άμεσα, θα έλεγα, και από το ενδιαφέρον της εισδοχής μας στον ψυχικό κόσμο ενός ατόμου. Και ακριβώς αυτό το ενδιαφέρον συνίσταται και εξαρτάται στο συναίσθημα που μπορεί να τρέφει ο ένας για τον άλλον. Ναι όντως πάνω σ’ αυτό το επιχείρημα έρχεται να δώσει ένα παράδειγμα από την καθημερινή ζωή. Και αυτό δεν είναι η σεξουαλική πράξη, αλλά τι επακολουθεί πριν ή μετά απ’ αυτήν την πράξη. Και αυτό που προηγείται καί πριν και επακολουθεί καί μετά, είναι η χαρά και η ηδονή για το συγκεκριμένο άτομο. Είναι η αμοιβαία ανατριχίλα πιάνοντας το χέρι του, είναι ότι το δέσιμο με το άτομο αυτό, είναι ο θαυμασμός, είναι η αγάπη και η ερωτική ατμόσφαιρα που δημιουργείτε τόσον πριν, όσο και μετά την σεξουαλική πράξη. Είναι τέλος πάντων ότι αρεσκόμαστε στην φιλία του, στην παρέα του, στην συμφωνία του ή στην λογική διαφωνία του.

Βλέπουμε λοιπόν πως πέραν της σεξουαλικής επαφής η ΑΓΑΠΗ 2 και η αλληλεγγύη μεταξύ δύο ατόμων είναι αυτές που κρατάνε ζωντανή μία σχέση.

Τι γίνεται όμως όταν χαθεί αυτό το συναίσθημα; Ή όταν αυτό το συναίσθημα ήταν ψεύτικο; Ή ακόμα αν αυτό το συναίσθημα ήταν προσποιητό; Ή αν το συναίσθημα ήταν υπέρμετρα μεγάλο και έξω από τα όρια του φυσιολογικού; Ή τέλος αν πεισθούμε, που πειθόμεθα μέσα σ’ αυτήν την παραζάλη, ότι είμαστε οι πιο όμορφοι, οι πιο καλοί, οι πιο παθιάρηδες, η πιο αισθησιακοί, κ.τ.λ. Μήπως όλο αυτό το συναίσθημα καταλήγει σε καψούρα; Μήπως επενδύομαι παρά πάνω σ’ έναν άνθρωπο απ’ ότι θα έπρεπε;

Βλέπουμε συχνά, ή και διαβάζουμε στις εφημερίδες, διάφορα γεγονότα της καθημερινής ζωής, όπως άνθρωποι να αυτοκτονούν, ή να πουλάνε ότι έχουν και δεν έχουν, να τρελαίνονται κ.α. λόγω ερωτικής απογοήτευσης ή της καψούρας. Και αν υπήρχε κάποιος που δεν είχε ερωτευθεί: διαβάζοντας αυτά τα γεγονότα, θα τον ξένιζαν σίγουρα όλα αυτά τα προβλήματα των καθημερινών σχέσεων. Όντως θα παρεξενεύετο απ’ όλη αυτή την διαδικασία. Γιατί στην προκειμένη περίπτωση ο καθένας μας το μόνο πράγμα που θα μπορούσε να θέσει σε λειτουργία, σε ενδεχόμενες, πιθανές και ανάλογες δικές του εμπειρίες, είναι η λειτουργία της φρόνησης. Η οποία φρόνηση και η ψύχραιμη σκέψη των καταστάσεων, θα τον νουθετούσε στην αποφυγή παρομοίων περιπετειών. Θα τον νουθετούσε για την αποφυγή αυτής της ψυχικής ταραχής. Νουθεσία η οποία έγκειται στην φρόνηση ότι, αν δεν είναι αυτός ο άνθρωπος που τυχόν γνώρισα, θα μπορούσε να ήταν και κάποιος άλλος.

Πράγματι αν αυτοί οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν την φρόνηση θα είχαν αποφύγει όλες εκείνες τις δυσάρεστες γι’ αυτούς εμπειρίες.

Επίσης ένα άλλο στοιχείο που οδηγεί σ’ αυτές τις αρρωστημένες καταστάσεις έγκειται και σ’ αυτό. Είναι όντως αλήθεια ότι τα διάφορα άτομα και εγώ προσωπικά, θεωρούν και δέχονται μία εγωκεντρική αντίληψη του περιβάλλοντος χώρου. Η κάθε ενέργεια και λειτουργία τους έχουν σαν κέντρο, αλλά και σαν κατάληξη το εγώ. Έτσι λοιπόν ο πόθος, που τρέφεται και αναπτύσσεται από κάποιον για κάποιον άλλο άνθρωπο, μπορεί να είναι καθαρά η ασυνείδητη ικανοποίηση του εγώ του. Και αν θέλαμε να το προεκτείνουμε στην κυριολεξία , όλοι οι άνθρωποι επιθυμούν να έχουν αντίγραφα του εαυτού τους. Και αν επιθυμούσαμε να το κακοποιήσουμε θα λέγαμε ότι όλοι οι άνθρωποι θέλουν να εξουσιάζουν ο ένας πάνω στον άλλον. Γιατί αυτή ακριβώς η επιθυμία, του να εξουσιάζεις δηλαδή, είναι έμφυτη. Όπως και η ικανοποίηση του εγώ μας. Δέχομαι λοιπόν πως απ’ αυτήν ακριβώς την θεώρηση, ευρίσκεται η αρχή και το τέλος μίας σχέσης Σίγουρα όμως η διαλεκτική αυτή καθ’ αυτή, ξερά ιδωμένη, έχει μία δόση φασισμού, αλλά αν κοιτάξουμε βαθύτερα, αν προσπαθήσουμε να εισέλθουμε στον πυρήνα αυτής της υπόθεσης και αν κατορθώσουμε να βγάλουμε αυτό το πρωτόγονο κτήνος που φωλιάζει μέσα μας, όλη αυτή η θεώρηση είναι βέβαιο πως δίνει μία άλλη αντίληψη, μία άλλη γωνιακή εξέταση των πραγμάτων. Αυτών των πραγμάτων που είναι, όπως είπαμε αρρωστημένα.

Γ) Η λογική

Σίγουρα αυτά τα επιχειρήματα, που οι σκεπτόμενοι τουλάχιστον και εμείς οι Επικούρειοι τα θεωρούν σπουδαία, δεν είναι τα μοναδικά. Υπάρχουν και άλλα εξ ίσου σπουδαία, αλλά και δευτερεύοντα τα οποία οδηγούν σε παρόμοιες αρρωστημένες καταστάσεις. Αλλά τι να είναι άραγε αυτό που να τους οδήγησε στην καταστροφή; Μήπως δεν είχαν το κουράγιο να σκεφτούν και να δουν από λογική γωνία τα πράγματα; Δεν το νομίζω. Αν επιχειρήσουμε μία ορθολογική αποσαφήνιση όλων αυτών των γεγονότων, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η μοναδικότητά μας, η μοναχικότητά μας, βρίσκει έκφραση σ’ αυτόν που έχουμε «ερωτευθεί», επιθυμήσει ή με την πιο σωστή έννοια σ αυτόν που έχουμε ποθήσει. Και για να γίνουμε πιο ερμηνευτικοί, ο άνθρωπος αυτός, ο αλλοτριωμένος και διασκορπισμένος με τις διάφορες επαφές του, νομίζει ότι ανακαλύπτει εκείνα τα στοιχεία, τα ψυχικά κυρίως, αλλά και τα πνευματικά χαρίσματα, τα οποία ήθελε εκ των προτέρων να ανακαλύψει και τα οποία είναι και πιο προσιτά σ αυτόν. Ή αν θέλετε, τα διάφορα χαρίσματά του, τα προβλήματά του, σκέψεις και έννοιές του θαρρεί πως βρίσκουν μία κάποια ανταπόκριση. Ή ακόμα αυτά καθ’ αυτά τα χαρίσματα που νομίζουμε ότι έχουμε, ένεκα της πειθούς μας από τον άλλον, στην πραγματικότητα είναι μύθος. Με αποτέλεσμα την ανώμαλη προσγείωση μας στην πραγματικότητα.

Αλλά όλες αυτές οι καταστάσεις που είδαμε να δημιουργούνται, με μία μόνο εξήγηση μπορούν να ερμηνευθούν και αυτή δεν είναι άλλη παρά η έλλειψη της πραγματικής φιλίας. Και οι οποίες αν ιδωθούν προσεκτικότερα δεν είναι και τόσο αρρωστημένες, όσο φαίνονται, αλλά θα μπορούσαν να θεωρηθούν σαν απόλυτα φυσιολογικές σήμερα. Φυσιολογικές όσον αφορά την ανάγκη του ανθρώπου να αποκτήσει συνοχή μέσω της φιλίας.

Και η απόδειξη της παραπάνω πρότασης έγκειται στην διεργασία που γίνεται στη βάση του «συμφέροντος». Ένα συμφέρον όμως με την καλή έννοια και όχι με την Καπιταλιστική κερδοσκοπική σημασία. Ένα συμφέρον προς ένα υγειή ωφελιμισμό.

Ο άνθρωπος λοιπόν στην ερμηνευμένη πλέον φύση, (όσο αυτό είναι δυνατόν), αισθάνεται ερωτική μοναξιά. Έτσι λοιπόν όλοι θα θέλαμε να βρούμε εκείνο το ταίρι που θα μας γεμίζει, που θα βρίσκουμε ασφάλεια, συνεργασία, που θα του έχουμε εμπιστοσύνη και τέλος που θα μας πληρεί τις μοναχικές μας ώρες. Τις ώρες που αισθανόμαστε ερωτική μοναξιά. Εν ολίγοις θα μας καλύπτει συναισθηματικά μέσω ενός ερωτικού παιχνιδιού.

Δηλαδή με συμφέρει να προσκολληθώ σ’ έναν άνθρωπο, να τον αγαπήσω προκειμένου να καλύψω την ερωτική μοναξιά μου. Και θα κάνω το παν ούτως ώστε αυτός ο άνθρωπος να μην χαθεί αν αξίζει. Ή βολεύτηκα, καλύφθηκα, εκπληρώθηκα με ένα άτομο και η απώλειά του με φέρει σε παράλογες καταστάσεις.

Άρα τελικά βλέπουμε ότι μέσα σ’ αυτόν τον κυκεώνα που λέγεται σεξουαλική επαφή, εκτός του εξωτερικού ερεθίσματος, του συναισθήματος, χρειάζεται και η λογική. Η λογική του να κάνω το παν ώστε να μην μείνω ερωτικά μόνος.

Ο Έριχ Φρομ αναφέρεται επί λέξει στο θέμα αυτό της μοναξιάς ως εξής:

«Ο άνθρωπος είναι μόνος, αλλά ταυτόχρονα έχει δεσμούς, συνάφεια. Είναι μόνος όταν χρειάζεται να κρίνει ή να λάβει αποφάσεις αποκλειστικά και μόνο με την δύναμη της λογικής του. Δεν μπορεί όμως να υποφέρει την μοναξιά. Να μην έχει σχέσεις με τους συνανθρώπους του. Η ευτυχία του εξαρτάται από την αλληλεγγύη που νοιώθει προς τους συνανθρώπους του, προς τις γενεές του παρελθόντος και του μέλλοντος».3 Όμως αυτή η πεποίθηση του Εριχ Φρομ, δεν είναι πεποίθηση μόνο του Έριχ Φρομ, αλλά η πεποίθηση αυτή είναι όντως δανεισμένη από τον Επίκουρο.

Δ) Το ένστικτο.

Όμως, αυτό καθ’ αυτό το πλέγμα αυτό του έρωτα, θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι είναι μία ανθρώπινη έκφραση διαφορετική απ’ όλα τα έμβια όντα.

Ναι όλα αυτά που είπαμε δεν συμβαίνουν στα ζώα, γιατί απλούστατα τα ζώα δεν έχουν αυτογνωσία και λογική. Διότι πέραν του πόθου, του εξωτερικού ερεθίσματος δηλαδή, των συναισθημάτων, και της λογικής, υπάρχει και μία λειτουργία η οποία εμφανίζεται πιο έντονα, στο φυτικό και ζωικό βασίλειο. Και αυτό είναι το ένστικτο.4 Πράγματι ο σπουδαιότερος και κύριος παράγοντας της ένωσης δύο ατόμων, είναι η διαιώνιση του είδους. Εδώ πλέον δεν χωρεί καμία εξήγηση. Είναι ότι είναι. Είναι με λίγα λόγια το φυσικό. Μόνο μια παρατήρηση μπορώ να κάνω: Ότι το κίνητρο για την ενστικτώδικη αυτή ένωση, είναι η ηδονή. Και αν προσπαθήσουμε να απογυμνώσουμε αυτό το ένστικτο, ή αν σας πάει καλλίτερα, αυτήν την ηδονή από όλα όσα στοιχεία αναφερθήκανε, τότε πλέον δεν μιλάμε για έρωτα, αλλά αυτήν ακριβώς την πράξη μπορούμε να την ονομάσουμε ενστικτώδικη σεξουαλική πράξη. Και μ’ αυτήν την ενστιτώδική σεξουαλική πράξη διαφέρει ο άνθρωπος από τα ζώα. Ο οποίος δεν κάνει ενστικτώδικο σεξ με σκοπό την διαιώνιση του είδους, αλλά ξεκινάει από το ένστικτό και το μετατρέπει σε χαρά της ζωής.

Σίγουρα όλα τα ρηθέντα έχουν σαν αιτία, οδηγούν, ή έχουν σαν αποτέλεσμα, την ηδονή! Αλλά αυτή καθ’ εαυτή η ηδονή δεν είναι τίποτε άλλο από μία σεξουαλική, όπως είπαμε, πράξη που η εκπλήρωσή της και μόνο, αντίκειται προς το πολιτιστικό, θα έλεγα, επίπεδο του κάθε ανθρώπου. Είναι η προσωρινή ικανοποίηση της φλέγουσας επιθυμίας που περιγράψαμε.

Δεν θέλω να γίνω ηθικολόγος αλλά ο θεσμός του μπουρδέλου είναι σίγουρα απόρροια της στερημένης ηδονής ή του απωθημένου έρωτα. Είναι το σούπερ μάρκετ ενός αλλοτριωμένου μέχρι το μεδούλι, έρωτα. Και πόσο άσχημα αισθάνεται κανείς αλήθεια, όταν στο οποιοδήποτε κρεβάτι να ξαπλώνει με έναν άνθρωπο που δεν τον γνωρίζει. Αλλά και όμορφα να αισθάνεται αυτό όμως είναι στιγμιαίο. Πάλι μόνος θα αισθανθεί μετά την σεξουαλική πράξη. Μόνος και έρημος. Μόνο η ανάμνηση θα του μείνει πως συνευρέθηκα με ένα ωραίο άτομο. Σ’ ένα δωμάτιο που ούτε το έχει ξαναντικρύσει και μ’ ένα άτομο, που η μόνη συναλλαγή είναι τα χρήματα, ή το άλογο σεξ... Στο νομικό και στο κοινωνικό επίπεδο υπάρχει σαφής διαχωρισμός της εργασίας και της υπηρεσίας. Βέβαια η ιερόδουλη επιτελεί μία υπηρεσία. Μία υπηρεσία κοινωνική. Αλλά δεν μπορεί πλέον να νοηθεί αυτή η υπηρεσία σαν έρωτας αλλά σαν σεξουαλική εκτόνωση.

Τι συμβαίνει σήμερα και γενικά σε ανελεύθερα καθεστώτα;

Αυτό που επικρατεί σήμερα δεν είναι τίποτε άλλο από ένα άσκοπο κυνήγι της ικανοποίησης των καπιταλιστικών υλικών επιθυμιών. Με λίγα λόγια μας έχουν πει πως ο άνθρωπος κινείται με τις υλικές επιθυμίες του και ότι η ικανοποίηση αυτών, θα τον κάνει ευτυχισμένο. Αυτό άλλωστε το βλέπουμε να συμβαίνει καθημερινά σ’ όλα τα Μ.Μ.Ε. που προσπαθούν να μας πείσουν, να μας μαζικοποιήσουν, για κάτι που δεν είναι αληθές. Για κάτι άτοπο. Και δεν είναι αληθές διότι ο άνθρωπος είναι μία προσωπικότητα που έχει ανάγκη και της πνευματικής αλλά και της ψυχικής τροφής. Μοιάζει με ένα πτηνό που ζει σ’ ένα κλουβί. Ε, όσο και όμορφο και να είναι αυτό το κλουβί δεν είναι παρά μία φυλακή. Και η φυλακή του ανθρώπου δεν είναι τίποτε άλλο παρά η έλλειψη της πνευματικής του καλλιέργειας και της αποδυνάμωσης του συναισθήματος.

Όμως όσο και να προσπαθούν να μας πείσουν και να μας αλλοτριώσουν, νομίζω πως υπάρχουν αντιστάσεις. Υπάρχουν τα αναχώματα αυτά σ’ έναν άνθρωπο που κινείτε με την φρόνηση και όχι με τα γεννητικά του όργανα. Εδώ ο Επίκουρος έκανε ένα σαφή διαχωρισμό πάνω στις επιθυμίες ή τις ανάγκες. Τις χώρισε σε φυσικές και αναγκαίες, σε φυσικές και μη αναγκαίες, και σε μη φυσικές και μη αναγκαίες. Μόνο με την σωστή ιεράρχηση των επιθυμιών μας καί θα μπορέσουμε να ξεφύγουμε απ’ αυτήν την απάτη και θα είμαστε υγιείς μιας και δεν θα μας ταράζουν ψυχικά αυτές οι επιθυμίες.

Ένα άλλο στοιχείο το οποίο ανάγεται στην ίδια κατηγορία, θα μπορούσε να είναι η σεξουαλική καταπίεση του χθες και η σεξουαλική αλλοτρίωση του σήμερα .Και αυτό είναι λογικό αφού η επιτυχία μας για σεξουαλική απελευθέρωση, συνοδεύτηκε στις Δυτικές «Δημοκρατίες» του σήμερα στο καρκίνωμα της αλλοτρίωσης και του εξανδραποδισμού. Είτε η παρελθούσα σεξουαλική καταπίεση, είτε η παρούσα χυδαιότητα, περιέχουν και αυτές τα ίδια ανάλογα αποτελέσματα. Τα αποτελέσματα της μαζικοποίησης. Τα αποτελέσματα μιας υποχρεωτικής επιβολής και ενός ψυχαναγκασμού.

Τα αποτελέσματα λοιπόν τόσον της καταπίεσης, όσον και της αλλοτρίωσης αυτής που διάγουμε σήμερα, έγκειται στην μοναδικότητα του ατόμου που τυχόν μπορέσαμε να αγαπήσουμε, να συνάψουμε φιλική σχέση, να επιθυμήσουμε. Οπότε η έλλειψή του, μας δημιουργεί την παράξενη εκείνη αίσθηση της αποσυγκόλησης με το συγκεκριμένο άτομο αφ’ ενός και της έλλειψης του σεξουαλικού πεδίου με ένα άτομο που επιθυμούσαμε σφόδρα, ένεκα των κριτηρίων που ετέθησαν, να κάνουμε σεξ αφ’ ετέρου.

Η αντίδραση στην προκειμένη περίπτωση είναι δυνατόν να θεωρηθεί σαν ενστικτώδικη. Δηλαδή η καταστροφή του ανθρώπου είναι σαν φυσική απόρροια της προσπάθειάς του, του ξανακερδίσματος αυτής της συγκεκριμένης σχέσης.

Είναι με λίγα λόγια σαν από ένα πεινασμένο ζώο να αφαιρείς, την σπάνια ευρισκόμενη απ’ αυτό, τροφή του. Τότε το ζώο θα κάνει απεγνωσμένες προσπάθειες για να την ξαναποκτήσει, καταστρεφόμενο ίσως.

Ο Έρωτας στους κήπους.

Εξ όσων αναφέρθηκαν περιγράφουν κυρίως στο τι επικρατεί κυρίως σήμερα και τα οποία ισχύουν σε κάθε ανελεύθερη εποχή με ανελεύθερους ανθρώπους. Ανθρώπους κολλημένους στον μαζισμό και όχι στην αυταπάρνηση και την αυτονόμηση. Αυτό λοιπόν το γεγονός, τον οδηγεί σ’ αυτές τις αρρωστημένες καταστάσεις. Σίγουρα η φιλία παίζει τον μεγαλύτερο ρόλο, αλλά καί δεν την έχει συνειδητοποιήσει ο ανελεύθερος άνθρωπος καί της δίνει μία εγωκεντρική αντίληψη.

Όμως αν θέλουμε να οδηγηθούμε προς τον πραγματικό έρωτα., ένας δρόμος υπάρχει. Η φιλία! Η φιλία που είναι το μέσον για να φτάσει κανείς στην πραγματική ηδονή. Τόσο στην σωματική, δηλαδή την σαρκική, όσο και στην ψυχική και πνευματική τοιαύτη. Έτσι γι’ αυτό ο Επίκουρος δέχτηκε την φιλία. Μόνο μέσα από τους φίλους σου, τις γνωριμίες σου, την παρέα σου θα βρεις αυτό που σε ικανοποιεί πραγματικά. Και μέσα σ’ αυτές τις μικροκοινωνίες θα κάνεις σεξ, με τους όμοια σκεπτόμενους με εσέ, ανθρώπους. Διότι μόνο οι όμοια σκεπτόμενοι με εσένα άνθρωποι, σε καταλαβαίνουν και τους καταλαβαίνεις. Να κάνεις σεξ χωρίς την παραμικρή προοπτική. Σεξ για την χαρά της ζωής και γι’ αυτό που ζούμε αυτήν την στιγμή. Και αν προκύψουν παιδιά τότε με την βοήθεια των ομοίων σκεπτόμενων, θα τα αναθρέψεις και θα τα μεγαλώσεις.5

Νομίζω πως αυτός είναι ο λίθος της πιο ελεύθερης και μη καταπιεστικής κοινωνίας που τυχόν ψάχνουμε. Ή ακόμα, αν θέλετε, των μικρών κοινωνιών στις οποίες εντάσσετε ο καθείς μας ανάλογα με τις διανοητικές, τις ψυχικές ή τις σωματικές του ανάγκες αποφεύγοντας την μαζικότητα και την ψυχική ταραχή από τον ψυχαναγκασμό ο οποίος απορρέει απ’ αυτήν.

Θαρρώ πως στο τέλος της συλλογιστικής αυτής βρίσκεται μια κάποια αυτόνομη ατομικότητα. Δηλαδή η κατάπνιξη των στοιχείων εκείνων που μας δημιουργούν αυτήν καθ ’αυτήν, την φασιστική μας βούληση. Δηλαδή αυτή η αυτόνομη ατομικότητα, ελεύθερα πλέον, έρχεται να συνάψει φιλία με τις άλλες αυτόνομες προσωπικότητες και μέσα απ’ αυτήν την πραγματική φιλία θα δημιουργηθεί αυτό το περιβάλλον του ενστικτώδικου πόθου προς ένα άτομο. Διότι η φιλία σε κάνει να ταυτίζεις όλα σου τα αισθήματα, όλες σου τις σκέψεις, όλο σου το είναι, σ’ αυτούς που αγαπάς και σ’ αυτούς που ποθείς.

Οι φίλοι σου είναι που σε κάνουν να βλέπεις τον κόσμο όμορφο, λαμπερό, που σε κάνουν παιδί, που σε αποτρέπουν από τις ψυχικές ταλαιπωρίες. Και το σεξ είναι η κορωνίδα όλων αυτών.

Για σένα που ζεις σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον μόνο το σήμερα έχει σημασία, μόνο το τώρα, και είναι γεγονός πως ποτέ δεν προνοείς για ένα αμφίβολο αύριο.

Ή το προνοείς για την βελτίωση και την όσο το δυνατόν διάρκεια της χαράς σου και της απόλαυσής σου.

Και απ’ ότι μας λέει ο Επίκουρος «από εκείνα που χρησιμοποιεί η σοφία για την ευτυχία της ζωής μας το αληθινά μέγιστο είναι η απόκτηση της φιλίας».6

Και είμαι σίγουρος και απόλυτα πεπεισμένος ότι αυτός είναι ο μοναδικός και κύριος λόγος που το κάθε σύστημα καταστέλλει τον έρωτα αυτόν, είτε με την σεξουαλική, είτε με την ερωτική καταπίεση, είτε με το μάταιο κυνήγι της καπιταλιστικής επιθυμίας. Ακόμα και ο ολιγαρχικός Πλάτων παραδέχεται ότι:

«Γιατί νομίζω ότι δεν συμφέρει στους εξουσιαστές υψηλά φρονήματα, ούτε ισχυρές φιλίες και δεσμοί, κι αυτά ιδιαίτερα, περισσότερο απ’ όλα τα άλλα, τα προκαλεί ο έρωτας» λέει ο Παυσανίας στο συμπόσιο του Πλάτωνα.7

Το Ενστικτώδικο Σεξ και ο Έρωτας!

Ο διαχωρισμός που έγινε πιο πάνω, όσον αφορά τον έρωτα από την μία μεριά και της ενστικτώδικης σεξουαλικής πράξης από την άλλη, έγινε για να ξανατονισθεί ότι ο έρωτας είναι προϊόν ενός πολιτιστικού επιπέδου.

Αλλά άραγε όλα αυτά που περιγράψαμε και συγκροτούν τον έρωτα δεν έχουν σα σκοπό την ηδονή;

Άραγε δεν είναι σωματική, ψυχική και πνευματική ηδονή; Ναι είναι.

Αλλά όμως αυτή η έλλογη ηδονή μας διαχωρίζει από τα ζώα.

Μας διαχωρίζει και την κάνει πιο έντονη. Για την απόδειξη αυτού του γεγονότος ακούστε αυτό το παράδειγμα. Αν υποθέσουμε ότι λαβωθεί ένα ζώο και ένας άνθρωπος. Άραγε ποιος πονάει πιο πολύ; Σαφώς ο άνθρωπος. Ενώ στο ζώο έχει διαταραχθεί η κυτταρική του δομή και γι’ αυτό μπορεί να υποφέρει τον πόνο με καλύτερο τρόπο και πιο ανώδυνα. Στον άνθρωπο όμως εκτός από την κυτταρική δομή είναι και ο ψυχικός πόνος ο οποίος ενισχύεται από την νόηση του.

Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και με την ηδονή.

Η Περιγραφή της Σεξουαλικής πράξης και του Έρωτα.

Έχοντας λοιπόν όλα αυτά υπ’ όψη μας και θέλοντας να ολοκληρώσουμε αυτό το θέμα βλέπουμε πως έκτος από την σωματική, την σαρκική ηδονή, ο έρωτας μπορεί να συνοψισθεί.

Α) Στο ένστικτο, Β) στην εξωτερική ομορφιά, Γ) στο συναίσθημα και Δ) στην λογική που η απόρροια της είναι ο ωφελιμισμός.

Αλλά πριν προχωρήσουμε στην απόπειρα της περιγραφής του έρωτα, χρήσιμο είναι να παραθέσουμε μία περιγραφή της σεξουαλικής πράξης.

Άρα λοιπόν σα σεξουαλική πράξη δέχομαι εγώ την ηδονή η οποία αναπαράγεται στα πλαίσια ή εξωτερικής εμφάνισης ή του ενστίκτου. Διότι σημαντικό ρόλο παίζει το ένστικτο της επιβίωσης μας. Και κάθε μέρα βγαίνει ο Ήλιος. Δηλαδή κάθε μέρα οι νέοι έχουν ορμές.

Μετά λοιπόν από αυτό το ξεκαθάρισμα μπορούμε να δούμε, την περιγεγραμμένη έννοια του έρωτα σε λίγες γραμμές.

Έρωτας λοιπόν είναι «η πνευματική και η ψυχική ταύτιση και ηδονή η οποία ολοκληρώνεται με την σαρκική επιθυμία». Διότι εάν ισχύει μόνο η πνευματική και η ψυχική ένωση δεν μιλάμε για έρωτα αλλά για φιλία.

Ο Έρωτας δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αγκαλιά. Μία ένωση ανθρώπων. Μία συνεχής δημιουργία.

«Έτσι εμείς οι Επικούρειοι ζητάμε να γίνει ο βίος μας πιο γλυκύς και στην ψυχή μας και στις πράξεις μας».8

Ένθετο: Ο Εφηβικός Έρωτας:

Το ερώτημα που μπορεί κανείς εύλογα να θέσει πάνω σ’ αυτά που ειπώθηκαν έγκειται, στο αν ένας έφηβος που λόγω ηλικίας, δεν μπορεί να έχει πνευματικό επίπεδο. Πως μπορεί άραγε και ερωτεύεται; Καθοδηγείται άραγε από το ένστικτό- ηδονή; Ή από το συναίσθημα; Ή και από τα δύο μαζί;

Η απάντηση που θα μπορούσε να δοθεί, περικλείει μια κάποια παγίδα. Διότι ο έφηβος δεν είναι ζώο. Και εκείνο που μπορούμε να δεχτούμε είναι η προσαρμογή του στα εκάστοτε δεδομένα. Η συμπεριφορά του δηλαδή προς τo κοινωνικό status, της δοθείσης κοινωνίας.

Και αυτό εξηγείται με το ότι ένας έφηβος μαθαίνει, υποχρεώνεται έστω, να μάθει τους κανόνες συμπεριφοράς και προσπαθεί να τους εφαρμόσει όσο του επιτρέπει ο πτωχός και άπειρος ακόμα, εμπειρικός του κόσμος. Πράγματι πολλές από τις λειτουργίες του, όπως αυτές εμφανίζονται στον εξωτερικό κόσμο, διαμορφώνονται δυστυχώς! από μία προσαρμογή, της νοοτροπίας, του πολιτιστικού επιπέδου, των σχέσεων του κοινωνικού περίγυρου. Δηλαδή είναι επιρρεπής στην μαζικοποίηση.

Έτσι ένας έφηβος σιγά, σίγα αποκτά τα στοιχεία που συνθέτουν μία ψεύτικη προσωπικότητα και όταν τα κοινωνικά δεδομένα και οι θεσμοί αλλάξουν, τότε και η συμπεριφορά του απέναντι στο κοινωνικό σύνολο θα αλλάξει.

Αλλά τις περισσότερες φορές αντιδρά και πολλές φορές έντονα, τόσο στην καθοδηγούμενη μάθηση, όσο και στους επιβαλλόμενους κανόνες ή και στην συγκεκριμένη περίπτωση, στην λογική της δοθείσας εκ των άνω ηθική της ηδονής.

Και αυτό συμβαίνει, γιατί εξαρτάται το πώς βιώνει ο κάθε έφηβος, με την καθαρή του σκέψη, την κάθε εξωτερική επιβολή.

Και εκείνο που θα θέλαμε να τονίσουμε είναι, ότι κυρίως σε ένα έφηβο υπάρχουν ορισμένες ιδέες, σκέψεις, γνώσεις και θέληση για επαναστατικότητα, οι οποίες συντελούν στην συμπεριφορά του. Διότι αυτό που διδάχτηκε, για παράδειγμα σε ένα κατευθυνόμενο σχολείο, του δίδεται και η δυνατότητα να το αμφισβητήσει.

Μπορεί σ’ έναν άπειρο νέο να μην λειτουργεί η φρόνηση ένεκα της μη εμπειρίας του, αλλά κυρίως το συναίσθημα και η λογική του να μην αυνανίζεται, όντως λειτουργούν.

Ωστόσο οι επιλογές του γίνονται με κριτήρια συναισθηματικά και λίγες φορές και με νοητικά, χωρίς βέβαια να του λείπει το υπέρμετρο πάθος. Δεν του λείπει όμως η συναισθηματική επιθετικότητα η οποία εκδηλώνεται πάνω στις αλλοτριωμένες σχέσεις και λόγω αυτών που είπαμε ανωτέρω, και λόγω της κατεστημένης ηθικής.

Δηλαδή, είτε προέρχεται από το υπέρμετρο πάθος, είτε από τις μεγάλες και στερημένες ορμές. Με λίγα λόγια αυτή η επιθετικότητα είναι μία λειτουργία της ικανοποίησης της σεξουαλικής επιθυμίας η οποία λειτουργεί εγκεφαλικά με το οποιοδήποτε οπτικό ερέθισμα που έχει σαν αιτία τον εγγενή διακαή πόθο. Ακόμα προέρχεται και από τα αντιερωτικά στοιχεία που τον περιβάλλουν, ή τέλος από τον εξανδραποδισμένο σεξισμό και την ανταγωνιστικότητα της σημερινής απατηλής κοινωνίας.

Έτσι εκτός από το ένστικτο έχει μια έντονη συναισθηματικότητα. Μια αδιαμόρφωτη όμως συναισθηματικότητα η οποία εξαρτάται από μία σε ανάπτυξη από τις αισθήσεις νόηση.

Πράγματι ένας νέος έχει αναπτυσσόμενα συναισθήματα, αλλά όχι κατασταλαγμένα.

Έχει μία δυναμική ως προς αυτά που συνθέτουν την προσωπικότητα του, αλλά όχι την εμπειρία, ή τις τόσες πολλές γνώσεις σε σχέση μ’ έναν μεγαλύτερο του. Προσωπικά εκείνο που φρονώ είναι να μην χαθεί αυτός το έφηβος μέσα στον λαβύρινθο της δεδομένης κοινωνίας, αλλά να μπορέσει να αυτονομηθεί από αυτήν στο όνομα της ανόθευτης προσωπικότητάς του. Να αυτονομηθεί και να ενωθεί με άλλες αυτόνομες προσωπικότητες για την δημιουργία μικρών κοινωνιών, παρέας ή φίλων. Και να μην βλέπει τον έρωτα σαν ιδανικό, αλλά μέσα απ’ αυτήν την διαδικασία, να προωθεί την εξισορρόπηση του εαυτού του.

Πράγματι, και μόνο δύο νέοι να διαθέτουν μία κοινή νοοτροπία σκέψης, αυτό μπορεί να δημιουργήσει ένα σεξουαλικό και ερωτικό πεδίο.

Με αυτά που είπαμε είναι αλήθεια, πως μπορούν ακόμα και σ’ ένα νέο να ισορροπήσουν και τα τρία μέρη του εγκεφάλου. Δηλαδή το ένστικτο, το συναίσθημα και το λογικό του μέρος. Και ισορροπούν, όταν αυτονομηθεί σαν άτομο, στα πλαίσια μιας φιλικής παρέας, από την φενάκη της αποκλειστικότητας, τα ψέματα περί ιδανικού έρωτα και την δοθείσα ηθική ή ανηθικότητα της εκάστοτε κοινωνίας.
-------------------------
1. Επίκουρου προσφώνησις XVIII
2. Η αγάπη δεν ήταν εφεύρεση των Χριστιανών. Θα την δούμε και στην Αντιγόνη του Σοφοκλέους. Εκεί πολύ παραστατικά αναφέρει η Αντιγόνη στον Κρέοντα την ρήση «Ζω για να αγαπώ και ν’ αγαπιέμαι και όχι για να μισώ». Επίσης και ο Επίκουρος αναφέρεται στην αγάπη μέσω της ωφέλειας. Και ξεκαθάρισε τα πράγματα. Δηλαδή είναι παράλογο ν’ αγαπάς αυτόν που σ’ επιβουλεύεται ή σου κάνει συνεχώς κακό. Και σου λέει “Η κάθε φιλία είναι από μόνη της αρετή. Αλλά η αρχή της προέρχεται από την ωφέλεια. (Επίκουρου προσφώνησις). Εδώ βάλτε αντί για την φιλία την αγάπη.
3. Έριχ Φρομ: Ο άνθρωπος για τον εαυτό του, κεφ 3 « ανθρώπινη φύση και χαρακτήρας » Κεφάλαιο: Η υπαρξιακή και ιστορική αντίφαση στον άνθρωπο.Σελίδα 86: Εκδόσεις Μπουκουμάνης
4. Άλλωστε ένστικτο είναι αυτό που δένει μία μάνα με ένα παιδί. Ακόμα ένστικτο είναι η έμφυτη ανάγκη μας να έχουμε δεσμούς και συνάφεια.
5. Να φροντίζουν ο Αμυνόμαχος και ο Τιμοκράτης για το παιδί του Μητρόδωρου, τον Επίκουρο, και για το παιδί του Πολύαινου, ενόσω αυτοί θα φιλοσοφούν και θα ζουν μαζί με τον Έρμαρχο. Κατά τον ίδιο τρόπο επίσης να φροντίζουν και για την κόρη του Μητρόδωρου και όταν έλθει σε ηλικία γάμου να την παντρέψουν με όποιον εκλέξει ο Έρμαρχος από αυτούς που μαζί μ’ αυτόν καταγίνονται στην φιλοσοφία, εφόσον αυτή είναι φρόνιμη και υπακούει στον Έρμαρχο. Να χορηγούν δε σ’ αυτούς για την διατροφή τους από τα υπάρχοντα εισοδήματα, όσα φαίνεται σ’ αυτούς ότι χρειάζονται κάθε χρόνο αφού συνεννοηθούν με τον Έρμαρχο. (Επίκουρος άπαντα: εκδ Κάκτος 1994 κεφ. Διαθήκη του Επίκουρου σελ 79)
6. Επίκουρος (Κύρια δόξα XXVII, Δ.Λ.Χ 148)
7. Πλάτων Συμπόσιο στιχ. 182 c. Αν ιδωθεί αυτό το σχόλιο του Πλάτωνα χωρίς υποψία τότε συμφωνούμε και εμείς οι Επικούρειοι. Αλλά ο Πλάτων όταν αναφέρεται στην φιλία και στον έρωτα μας παραπέμπει στον κόσμο των ιδεών.
8. Διογένης ο Οινοανδέας