Παρασκευή 3 Ιουλίου 2020

ΠΛΑΤΩΝ: Ἴων (535b-536d)

[535b] ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Ἔχε δή μοι τόδε εἰπέ, ὦ Ἴων, καὶ μὴ ἀποκρύψῃ ὅτι ἄν σε ἔρωμαι· ὅταν εὖ εἴπῃς ἔπη καὶ ἐκπλήξῃς μάλιστα τοὺς θεωμένους, ἢ τὸν Ὀδυσσέα ὅταν ἐπὶ τὸν οὐδὸν ἐφαλλόμενον ᾄδῃς, ἐκφανῆ γιγνόμενον τοῖς μνηστῆρσι καὶ ἐκχέοντα τοὺς ὀιστοὺς πρὸ τῶν ποδῶν, ἢ Ἀχιλλέα ἐπὶ τὸν Ἕκτορα ὁρμῶντα, ἢ καὶ τῶν περὶ Ἀνδρομάχην ἐλεινῶν τι ἢ περὶ Ἑκάβην ἢ περὶ Πρίαμον, τότε πότερον ἔμφρων εἶ ἢ ἔξω [535c] σαυτοῦ γίγνῃ καὶ παρὰ τοῖς πράγμασιν οἴεταί σου εἶναι ἡ ψυχὴ οἷς λέγεις ἐνθουσιάζουσα, ἢ ἐν Ἰθάκῃ οὖσιν ἢ ἐν Τροίᾳ ἢ ὅπως ἂν καὶ τὰ ἔπη ἔχῃ;
ΙΩΝ. Ὡς ἐναργές μοι τοῦτο, ὦ Σώκρατες, τὸ τεκμήριον εἶπες· οὐ γάρ σε ἀποκρυψάμενος ἐρῶ. ἐγὼ γὰρ ὅταν ἐλεινόν τι λέγω, δακρύων ἐμπίμπλανταί μου οἱ ὀφθαλμοί· ὅταν τε φοβερὸν ἢ δεινόν, ὀρθαὶ αἱ τρίχες ἵστανται ὑπὸ φόβου καὶ ἡ καρδία πηδᾷ.
[535d] ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Τί οὖν; φῶμεν, ὦ Ἴων, ἔμφρονα εἶναι τότε τοῦτον τὸν ἄνθρωπον, ὃς ἂν κεκοσμημένος ἐσθῆτι ποικίλῃ καὶ χρυσοῖσι στεφάνοις κλάῃ τ᾽ ἐν θυσίαις καὶ ἑορταῖς, μηδὲν ἀπολωλεκὼς τούτων, ἢ φοβῆται πλέον ἢ ἐν δισμυρίοις ἀνθρώποις ἑστηκὼς φιλίοις, μηδενὸς ἀποδύοντος μηδὲ ἀδικοῦντος;
ΙΩΝ. Οὐ μὰ τὸν Δία, οὐ πάνυ, ὦ Σώκρατες, ὥς γε τἀληθὲς εἰρῆσθαι.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Οἶσθα οὖν ὅτι καὶ τῶν θεατῶν τοὺς πολλοὺς ταὐτὰ ταῦτα ὑμεῖς ἐργάζεσθε;
[535e] ΙΩΝ. Καὶ μάλα καλῶς οἶδα· καθορῶ γὰρ ἑκάστοτε αὐτοὺς ἄνωθεν ἀπὸ τοῦ βήματος κλάοντάς τε καὶ δεινὸν ἐμβλέποντας καὶ συνθαμβοῦντας τοῖς λεγομένοις. δεῖ γάρ με καὶ σφόδρ᾽ αὐτοῖς τὸν νοῦν προσέχειν· ὡς ἐὰν μὲν κλάοντας αὐτοὺς καθίσω, αὐτὸς γελάσομαι ἀργύριον λαμβάνων, ἐὰν δὲ γελῶντας, αὐτὸς κλαύσομαι ἀργύριον ἀπολλύς.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Οἶσθα οὖν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ θεατὴς τῶν δακτυλίων ὁ ἔσχατος, ὧν ἐγὼ ἔλεγον ὑπὸ τῆς Ἡρακλειώτιδος λίθου ἀπ᾽ ἀλλήλων τὴν δύναμιν λαμβάνειν; ὁ δὲ μέσος σὺ ὁ [536a] ῥαψῳδὸς καὶ ὑποκριτής, ὁ δὲ πρῶτος αὐτὸς ὁ ποιητής· ὁ δὲ θεὸς διὰ πάντων τούτων ἕλκει τὴν ψυχὴν ὅποι ἂν βούληται τῶν ἀνθρώπων, ἀνακρεμαννὺς ἐξ ἀλλήλων τὴν δύναμιν. καὶ ὥσπερ ἐκ τῆς λίθου ἐκείνης ὁρμαθὸς πάμπολυς ἐξήρτηται χορευτῶν τε καὶ διδασκάλων καὶ ὑποδιδασκάλων, ἐκ πλαγίου ἐξηρτημένων τῶν τῆς Μούσης ἐκκρεμαμένων δακτυλίων. καὶ ὁ μὲν τῶν ποιητῶν ἐξ ἄλλης Μούσης, ὁ δὲ ἐξ ἄλλης ἐξήρτηται —ὀνομάζομεν δὲ αὐτὸ κατέχεται, τὸ δέ [536b] ἐστι παραπλήσιον· ἔχεται γάρ— ἐκ δὲ τούτων τῶν πρώτων δακτυλίων, τῶν ποιητῶν, ἄλλοι ἐξ ἄλλου αὖ ἠρτημένοι εἰσὶ καὶ ἐνθουσιάζουσιν, οἱ μὲν ἐξ Ὀρφέως, οἱ δὲ ἐκ Μουσαίου· οἱ δὲ πολλοὶ ἐξ Ὁμήρου κατέχονταί τε καὶ ἔχονται. ὧν σύ, ὦ Ἴων, εἷς εἶ καὶ κατέχῃ ἐξ Ὁμήρου, καὶ ἐπειδὰν μέν τις ἄλλου του ποιητοῦ ᾄδῃ, καθεύδεις τε καὶ ἀπορεῖς ὅτι λέγῃς, ἐπειδὰν δὲ τούτου τοῦ ποιητοῦ φθέγξηταί τις μέλος, εὐθὺς ἐγρήγορας καὶ ὀρχεῖταί σου ἡ ψυχὴ καὶ εὐπορεῖς ὅτι [536c] λέγῃς· οὐ γὰρ τέχνῃ οὐδ᾽ ἐπιστήμῃ περὶ Ὁμήρου λέγεις ἃ λέγεις, ἀλλὰ θείᾳ μοίρᾳ καὶ κατοκωχῇ, ὥσπερ οἱ κορυβαντιῶντες ἐκείνου μόνου αἰσθάνονται τοῦ μέλους ὀξέως ὃ ἂν ᾖ τοῦ θεοῦ ἐξ ὅτου ἂν κατέχωνται, καὶ εἰς ἐκεῖνο τὸ μέλος καὶ σχημάτων καὶ ῥημάτων εὐποροῦσι, τῶν δὲ ἄλλων οὐ φροντίζουσιν· οὕτω καὶ σύ, ὦ Ἴων, περὶ μὲν Ὁμήρου ὅταν τις μνησθῇ, εὐπορεῖς, περὶ δὲ τῶν ἄλλων ἀπορεῖς· [536d] τούτου δ᾽ ἐστὶ τὸ αἴτιον, ὅ μ᾽ ἐρωτᾷς, δι᾽ ὅτι σὺ περὶ μὲν Ὁμήρου εὐπορεῖς, περὶ δὲ τῶν ἄλλων οὔ, ὅτι οὐ τέχνῃ ἀλλὰ θείᾳ μοίρᾳ Ὁμήρου δεινὸς εἶ ἐπαινέτης.
ΙΩΝ. Σὺ μὲν εὖ λέγεις, ὦ Σώκρατες· θαυμάζοιμι μεντἂν εἰ οὕτως εὖ εἴποις, ὥστε με ἀναπεῖσαι ὡς ἐγὼ κατεχόμενος καὶ μαινόμενος Ὅμηρον ἐπαινῶ. οἶμαι δὲ οὐδ᾽ ἂν σοὶ δόξαιμι, εἴ μου ἀκούσαις λέγοντος περὶ Ὁμήρου.

***
[535b] ΣΩ. Στάσου τώρα, Ίωνα, απάντησέ μου και μη μου κρύψεις την αλήθεια σε ό,τι θα σε ρωτήσω. Όταν απαγγέλλεις ωραία τους επικούς στίχους και εντυπωσιάζεις βαθιά όσους σε παρακολουθούν, λ.χ. όταν τραγουδάς για τον Οδυσσέα παρουσιάζοντας τον να προβάλλει με μια δρασκελιά στο κατώφλι, να φανερώνεται στους μνηστήρες και να ξεχύνει τα βέλη του μπροστά στα πόδια τους, ή τον Αχιλλέα να ορμάει στον Έκτορα, ή όταν τραγουδάς κάτι λυπητερό για την Ανδρομάχη ή την Εκάβη ή τον Πρίαμο, τη στιγμή εκείνη τί από τα δύο συμβαίνει: είσαι στα λογικά σου ή βγαίνεις [535c] από τον εαυτό σου, κι η ψυχή σου, στον ενθουσιασμό της, φαντάζεται πως είναι κάπου ανάμεσα σε όσα περιγράφεις, είτε στην Ιθάκη συμβαίνουν αυτά είτε στην Τροία είτε όπου αλλού τυχαίνει να διαδραματίζονται στα έπη;
ΙΩΝ. Πόσο παραστατικό, Σωκράτη, είναι το παράδειγμα που μου ανέφερες! Θα σου απαντήσω χωρίς να σου κρύψω τίποτα. Πραγματικά, εγώ όταν λέω κάτι συγκινητικό, τα μάτια μου πλημμυρίζουν δάκρυα, κι όταν πάλι κάτι φοβερό, κάτι τρομακτικό, ανατριχιάζω από τον φόβο μου κι η καρδιά μου χτυπάει δυνατά.
[535d] ΣΩ. Λοιπόν; Μπορούμε, Ίωνα, να πούμε ότι τη στιγμή εκείνη είναι στα λογικά του ο άνθρωπος αυτός που στολισμένος με πολύχρωμο ένδυμα και χρυσά στεφάνια κλαίει στις θυσίες και στα πανηγύρια χωρίς να έχει χάσει τίποτα από τούτα, ή που νιώθει φόβο, παρόλο ότι βρίσκεται ανάμεσα σε είκοσι και πλέον χιλιάδες ανθρώπους με φιλικές διαθέσεις απέναντί του και ενώ κανένας δεν τον κλέβει και κανένας δεν πάει να του κάνει κακό;
ΙΩΝ. Όχι, μά τον Δία, όχι εντελώς, για να είμαι ειλικρινής.
ΣΩ. Το ξέρεις άραγε ότι και στους περισσότερους θεατές τις ίδιες ακριβώς καταστάσεις προκαλείτε;
[535e] ΙΩΝ. Και πολύ καλά μάλιστα· γιατί τους παρακολουθώ κάθε φορά ψηλά από το βήμα πώς κλαίνε, τί τρομαγμένο που είναι το βλέμμα τους και πόσο τους συνεπαίρνουν, όπως κι εμένα, όσα λέγονται. Εξάλλου είμαι αναγκασμένος να έχω στραμμένη την προσοχή μου, τεντωμένη, στις αντιδράσεις τους: άμα τους κάνω να κλάψουν, θα γελάσω εγώ έπειτα με τα λεφτά που θα πάρω, αν όμως βάλουν τα γέλια, τότε θα κλάψω εγώ για τα λεφτά που θα έχω χάσει.
ΣΩ. Βλέπεις λοιπόν ότι ο θεατής είναι το τελευταίο από τα δαχτυλίδια για τα οποία έλεγα ότι η πέτρα του Ηρακλή τα κάνει να παίρνουν το ένα από το άλλο εκείνη τη δύναμη που τα τραβάει; Το μεσαίο είσαι εσύ, [536a] ο ραψωδός και ηθοποιός, ενώ το πρώτο είναι ο ίδιος ο ποιητής. Κι ο θεός διαμέσου όλων αυτών παρασύρει την ψυχή των ανθρώπων όπου αυτός θέλει, κάνοντας ώστε η δύναμη του ενός να κρέμεται από τη δύναμη του άλλου. Κι όπως ακριβώς από την πέτρα εκείνη, έτσι έχει κρεμαστεί κι εδώ ολόκληρη αρμαθιά από χορευτές, δασκάλους, βοηθούς δασκάλων, γαντζωμένους από τα πλάγια στα δαχτυλίδια που κρέμονται από τη Μούσα. Κι ο ένας ποιητής έχει κρεμαστεί από τη μια Μούσα, ο άλλος από την άλλη —και λέμε τότε ότι «διακατέχεται», κάτι [536b] που είναι παραπλήσιο με αυτό που συμβαίνει, γιατί πραγματικά έχει κυριευθεί— και από τούτα τα πρώτα δαχτυλίδια, από τους ποιητές, κρέμονται πάλι σε κατάσταση έκστασης άλλοι, ο ένας από τον Ορφέα, ο άλλος από τον Μουσαίο· οι περισσότεροι όμως διακατέχονται και έχουν κυριευτεί από τον Όμηρο. Ένας από αυτούς είσαι κι εσύ, Ίωνα, διακατεχόμενος από τον Όμηρο, κι όταν κάποιος απαγγέλλει από έναν άλλο ποιητή, αποκοιμιέσαι και δεν έχεις τί να πεις, μόλις όμως αναφερθεί κανείς σε τούτο τον ποιητή, αμέσως ζωντανεύεις και χοροπηδάει η ψυχή σου κι έχεις [536c] ένα σωρό πράγματα να πεις· γιατί όσα λες δεν τα λες βασισμένος σε τεχνικούς κανόνες, ούτε σε επιστημονική γνώση, αλλά από χάρισμα θεϊκό κι από την κυριαρχία του θεού μέσα σου, ακριβώς σαν τους κορυβαντιώντες που νιώθουν έντονα τη μελωδία εκείνου μόνον του θεού από τον οποίο διακατέχονται, και που μόνο για εκείνη τη μελωδία βρίσκουν εύκολα χορευτικές κινήσεις και λόγια, ενώ οι άλλες τούς αφήνουν εντελώς αδιάφορους. Έτσι κι εσύ, Ίωνα, μόλις αναφερθεί κάποιος στον Όμηρο, βρίσκεις να πεις πολλά, ενώ για τους άλλους δεν έχεις τί να πεις. [536d] Κι η αιτία που συμβαίνει αυτό, ότι δηλαδή για τον Όμηρο έχεις να πεις πολλά ενώ για τους άλλους όχι, αυτό δηλαδή που με ρωτάς, είναι ότι δεν οφείλεται σε τεχνικές γνώσεις η μεγάλη σου επιδεξιότητα στο να πλέκεις εγκώμια για τον Όμηρο, αλλά σε χάρισμα δοσμένο από τον θεό.
ΙΩΝ. Εσύ βέβαια, Σωκράτη, ωραία τα λες. Θα παραξενευόμουν όμως αν θα ήσαν τα λόγια σου τόσο ωραία, ώστε να με κάνουν να αλλάξω γνώμη και να παραδεχτώ ότι εγκωμιάζω τον Όμηρο κυριευμένος από τον θεό και σε κατάσταση μανίας. Νομίζω μάλιστα πως ούτε κι εσύ θα σχηματίσεις αυτή τη γνώμη, αν θα με ακούσεις να μιλώ για τον Όμηρο.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου