Τετάρτη 10 Ιουλίου 2019

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΗΣΙΟΔΟΣ - Ἔργα καὶ Ἡμέραι (564-581)

Εὖτ᾽ ἂν δ᾽ ἑξήκοντα μετὰ τροπὰς ἠελίοιο
565 χειμέρι᾽ ἐκτελέσῃ Ζεὺς ἤματα, δή ῥα τότ᾽ ἀστὴρ
Ἀρκτοῦρος προλιπὼν ἱερὸν ῥόον Ὠκεανοῖο
πρῶτον παμφαίνων ἐπιτέλλεται ἀκροκνέφαιος.
τὸν δὲ μέτ᾽ ὀρθογόη Πανδιονὶς ὦρτο χελιδὼν
ἐς φάος ἀνθρώποις, ἔαρος νέον ἱσταμένοιο·
570 τὴν φθάμενος οἴνας περιταμνέμεν· ὣς γὰρ ἄμεινον.
Ἀλλ᾽ ὁπότ᾽ ἂν φερέοικος ἀπὸ χθονὸς ἂμ φυτὰ βαίνῃ
Πληιάδας φεύγων, τότε δὴ σκάφος οὐκέτι οἰνέων,
ἀλλ᾽ ἅρπας τε χαρασσέμεναι καὶ δμῶας ἐγείρειν·
φεύγειν δὲ σκιεροὺς θώκους καὶ ἐπ᾽ ἠῶ κοῖτον
575 ὥρῃ ἐν ἀμήτου, ὅτε τ᾽ ἠέλιος χρόα κάρφει·
τημοῦτος σπεύδειν καὶ οἴκαδε καρπὸν ἀγινεῖν
ὄρθρου ἀνιστάμενος, ἵνα τοι βίος ἄρκιος εἴη.
ἠὼς γὰρ τ᾽ ἔργοιο τρίτην ἀπομείρεται αἶσαν,
ἠώς τοι προφέρει μὲν ὁδοῦ, προφέρει δὲ καὶ ἔργου,
580 ἠώς, ἥ τε φανεῖσα πολέας ἐπέβησε κελεύθου
ἀνθρώπους πολλοῖσί τ᾽ ἐπὶ ζυγὰ βουσὶ τίθησιν.

***
Και μόλις συμπληρώσει ο Δίας μέρες εξήντα χειμωνιάτικες
μετά το ηλιοστάσιο, τότε το άστρο Αρκτούρος
αφήνει το ιερό του Ωκεανού το ρεύμα
και ανατέλλει ολόλαμπρο για πρώτη φορά στην αρχή της νύχτας.
Μετά απ᾽ αυτόν η χελιδόνα, η κόρη του Πανδίονα, που ορθρινά θρηνεί,
σηκώνεται στο φως για τους ανθρώπους, μόλις αρχίζει η άνοιξη.
570 Αυτήν προφταίνοντας τ᾽ αμπέλια να κλαδεύεις. Καλύτερα έτσι είναι.
Αλλ᾽ όταν ο φερέοικος από τη γη επάνω στα φυτά ανεβαίνει,
τις Πλειάδες προσπαθώντας ν᾽ αποφύγει, τότε τ᾽ αμπέλια μην τα σκάβεις πια,
μα ν᾽ ακονίζεις τα δρεπάνια και τους δούλους σου να ξεσηκώνεις.
Το σκιερό ξαπόσταμα και τον εωθινό τον ύπνο ν᾽ αποφεύγεις
την εποχή του θερισμού, τότε που ο ήλιος το δέρμα το ξεραίνει.
Τότε να σπεύδεις και τον καρπό στο σπίτι σου να κουβαλάς,
αφού από τον όρθρο ακόμα έχεις σηκωθεί, για να ᾽ναι επαρκές το βιος σου.
Γιατί η αυγή το ένα τρίτο της δουλειάς τής μέρας πιάνει,
η αυγή σε προχωράει στο δρόμο, σε προχωράει και στη δουλειά,
580 η αυγή που σαν φανεί πολλούς στο δρόμο ανθρώπους βγάζει
και βάζει το ζυγό πάνω σε πλήθος βόδια.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου