Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Εὐμενίδες (64-93)

ΑΠΟΛΛΩΝ
οὔτοι προδώσω· διὰ τέλους δέ σοι φύλαξ,
65 ἐγγὺς παρεστὼς καὶ πρόσωθ᾽ ἀποστατῶν,
ἐχθροῖσι τοῖς σοῖς οὐ γενήσομαι πέπων.
καὶ νῦν ἁλούσας τάσδε τὰς μάργους ὁρᾷς·
ὕπνῳ πεσοῦσαι δ᾽ αἱ κατάπτυστοι κόραι,
γραῖαι παλαιαὶ παῖδες, αἷς οὐ μείγνυται
70 θεῶν τις οὐδ᾽ ἄνθρωπος οὐδὲ θήρ ποτε—
κακῶν δ᾽ ἕκατι κἀγένοντ᾽, ἐπεὶ κακὸν
σκότον νέμονται Τάρταρόν θ᾽ ὑπὸ χθονός,
μισήματ᾽ ἀνδρῶν καὶ θεῶν Ὀλυμπίων.
ὅμως δὲ φεῦγε μηδὲ μαλθακὸς γένῃ.
75 ἐλῶσι γάρ σε καὶ δι᾽ ἠπείρου μακρᾶς
βιβῶντ᾽ ἀν᾽ ἀεὶ τὴν πλανοστιβῆ χθόνα
ὑπέρ τε πόντον καὶ περιρρύτας πόλεις.
καὶ μὴ πρόκαμνε τόνδε βουκολούμενος
πόνον· μολὼν δὲ Παλλάδος ποτὶ πτόλιν
80 ἵζου παλαιὸν ἄγκαθεν λαβὼν βρέτας.
κἀκεῖ δικαστὰς τῶνδε καὶ θελκτηρίους
μύθους ἔχοντες μηχανὰς εὑρήσομεν,
ὥστ᾽ ἐς τὸ πᾶν σε τῶνδ᾽ ἀπαλλάξαι πόνων.
καὶ γὰρ κτανεῖν σ᾽ ἔπεισα μητρῷον δέμας.

ΟΡΕΣΤΗΣ
85 ἄναξ Ἄπολλον, οἶσθα μὲν τὸ μὴ ἀδικεῖν·
ἐπεὶ δ᾽ ἐπίστᾳ, καὶ τὸ μὴ ἀμελεῖν μάθε.
σθένος δὲ ποιεῖν εὖ φερέγγυον τὸ σόν.

ΑΠ. μέμνησο, μὴ φόβος σε νικάτω φρένας.
σὺ δ᾽, αὐτάδελφον αἷμα καὶ κοινοῦ πατρός,
90 Ἑρμῆ, φύλασσε, κάρτα δ᾽ ὢν ἐπώνυμος
πομπαῖος ἴσθι, τόνδε ποιμαίνων ἐμὸν
ἱκέτην· σέβει τοι Ζεὺς τόδ᾽ ἐκνόμων σέβας
ὁρμώμενον βροτοῖσιν εὐπόμπῳ τύχῃ.

***
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ
64 Δε θα σε παρατήσω· πάντοτε φρουρός σου
κι αν πλάι σου παραστέκομαι και μακριά αν είμαι,
δε θενα γίνω μαλακός για τους εχθρούς σου.
Πιάστηκαν, βλέπεις, τώρ᾽ αυτές οι λυσσασμένες
σε ύπνο βαρύ παράδοτες, οι πομπιασμένες
οι γριές οι κόρες της Νυχτός, που δεν τις σμίγει
70 κανείς θεός, ούτ᾽ άνθρωπος ούτε θηρίο,
μα έγιναν μόνο για κακό κι έχουν μονιά τους
το σκότος και του Τάρταρου τα καταχθόνια,
απ᾽ τους θεούς κι απ᾽ τους ανθρώπους μισημένες.
Μα όμως να φεύγεις δίχως και στιγμή να χάνεις,
γιατί θενα σε κυνηγήσουν κι αν περνώντας
την πατημένη τη στεριά πίσω σου αφήσεις
και πέρ᾽ από τη θάλασσα και τα νησιά της·
και μη αποκάμεις να περιβοσκίζεις τούτα
τα πάθη κι άμα ερθείς στην πόλη της Παλλάδας,
80 κάθου κι αγκάλιασε τ᾽ αρχαίο τ᾽ άγαλμά της.
Κριτήριο εκεί θενα στηθεί, όπου με λόγια
που τις καρδιές μαλάζουν θενα βρούμε τρόπο
μια και καλή απ᾽ αυτούς τους πόνους να γλιτώσεις,
γιατί σ᾽ έβαλα εγώ τη μάνα σου να σφάξεις.

ΟΡΕΣΤΗΣ
Βασιλιά Απόλλωνα, τί ᾽ναι το δίκαιο ξέρεις,
κι όπως το ξέρεις, κάμε και την έγνοια να ᾽χεις·
κι εγγύηση, πως μπορείς, έχω τη δύναμή σου.

ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ
Θύμας το αυτό κι ας μη νικά το νου σου ο φόβος.
Μα εσύ, αδερφέ, μου, ενός πατέρα κοινόν αίμα,
90 φύλαγέ τον, Ερμή· κι όπως και τ᾽ όνομα έχεις,
γίνου απ᾽ αλήθεια κι οδηγός να προβοδίσεις
τον ικέτη μου αυτόν· κι είν᾽ ιερό στο Δία
το δίκιο πὄχει ο προγραμμένος απ᾽ το νόμο
και σε καλό με ασφάλεια τον συνοδεύει.