Πέμπτη 31 Μαΐου 2018

Ο Αριστοτέλης, η σκέψη, η διαβούλευση και ο τελικός ορισμός της προαίρεσης

Ορίζοντας ως σκέψη τη σύλληψη μιας ιδέας που μπορεί να έχει κανείς για κάποιο ζήτημα, η διαβούλευση είναι η μελέτη των επιμέρους λεπτομερειών ή συνθηκών που σχετίζονται με την υλοποίηση ή όχι αυτής της ιδέας. Για παράδειγμα, όταν ένας έμπορος έχει τη σκέψη (την ιδέα) να διακινήσει ένα προϊόν, αναγκαστικά ακολουθεί η διαβούλευση, δηλαδή η έρευνα για τη ζήτηση που μπορεί να έχει το προϊόν αυτό στην αγορά, το κόστος της διακίνησής του  (ενδεχόμενα έξοδα μεταφοράς, συντήρησης κλπ), ο ανταγωνισμός πάνω στο συγκεκριμένο προϊόν, οι οικονομικές δυνατότητες των καταναλωτών, με δυο λόγια όλα εκείνα τα επιμέρους στοιχεία που θα καθορίσουν κατά πόσο η ιδέα αυτή είναι συμφέρουσα ή όχι. Φυσικά, αν η διαβούλευση αποδείξει ότι η ιδέα δεν αξίζει τον κόπο ή ότι μπορεί να είναι και ζημιογόνα, ο έμπορος δε θα προχωρήσει στην υλοποίησή της.
 
Είναι φανερό ότι η διαβούλευση δεν αφορά τον τελικό σκοπό (τέλος) της ενέργειας, αλλά τα μέσα που θα εξυπηρετήσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αυτόν τον τελικό σκοπό, που έχει τεθεί με τρόπο δεδομένο εξ’ αρχής. Στο παράδειγμα του εμπόρου ο τελικός σκοπός είναι το κέρδος και η διαβούλευση που θα γίνει αφορά την έρευνα για τα μέσα (τον τρόπο) που θα επιτευχθεί η μέγιστη δυνατή κερδοφορία.
 
Ο Αριστοτέλης ξεκαθαρίζει: «“σκεφτόμαστε και διαβουλευόμαστε” όχι για τα τέλη, αλλά για τα μέσα που οδηγούν στα τέλη. Κανένας, πράγματι, γιατρός δε “θέτει υπό σκέψιν” το αν πρέπει να θεραπεύσει, ούτε κανένας ρήτορας το αν πρέπει να πείσει, ούτε κανένας πολιτικός το αν πρέπει να εξασφαλίσει στην πόλη του ευνομία, ούτε, γενικά, κανένας από τους υπόλοιπους “θέτει υπό σκέψιν” το τέλος του. Έχοντας ορίσει το τέλος τους εξετάζουν ύστερα το πώς, με ποια δηλαδή μέσα θα επιτευχθεί αυτό το τέλος, και αν φανεί ότι το τέλος πετυχαίνεται με περισσότερα μέσα, εξετάζουν να δουν με ποιο από όλα τα μέσα θα επιτευχθεί πιο εύκολα και με τον καλύτερο τρόπο». (1112b 3, 13-20).
 
Κι αν το τέλος επέρχεται με έναν μόνο τρόπο, αυτό που μένει είναι η διερεύνηση της «πρώτης αιτίας», για την επίτευξή του: «αν, αντίθετα, το τέλος πετυχαίνεται με ένα μόνο μέσο, τότε εξετάζουν πώς μπορεί το τέλος να επιτευχθεί με αυτό το μέσο, και, πάλι, αυτό το μέσο με τίνων μέσων τη βοήθεια μπορεί να επιτευχθεί, ώσπου να φτάσουν στην πρώτη αιτία, που σ’ αυτήν την πορεία της εύρεσης είναι η τελευταία». (1112b 3, 20-22).
 
Ως πρώτη αιτία ορίζεται το αποτέλεσμα της βαθύτερης δυνατής ανάλυσης ενός θέματος, που όταν υλοποιείται μετατρέπεται αυτομάτως σε πρώτη προτεραιότητα. Γι’ αυτό σ’ αυτή την περίπτωση («πορεία της εύρεσης») η «πρώτη αιτία» είναι ταυτόχρονα και «τελευταία».
 
Όπως όταν μελετά κανείς ένα γεωμετρικό σχήμα: «Γιατί το πρόσωπο που “σκέφτεται” μοιάζει να διερευνά και να αναλύει – με τον τρόπο που περιγράψαμε – ακριβώς όπως θα ανέλυε ένα γεωμετρικό σχήμα (είναι φανερό ότι η κάθε διερεύνηση δεν είναι “σκέψη και διαβούλευση”, π.χ. οι μαθηματικές διερευνήσεις, η κάθε όμως “σκέψη και διαβούλευση” είναι διερεύνηση), και ό,τι είναι τελευταίο στη διαδικασία της ανάλυσης φαίνεται να είναι πρώτο στη διαδικασία της πραγματοποίησης». (1112b 3, 23-27).
 
Η διαφορά της διερεύνησης ενός μαθηματικού από τη διερεύνηση ως «σκέψη και διαβούλευση» ενός εμπόρου έγκειται στο ότι «η σκέψη και διαβούλευση» αφορά την απόφαση που σχετίζεται με την πραγμάτωση της επιθυμίας, δηλαδή τον από θέση αρχής καθορισμένο τελικό σκοπό που πρέπει να εξυπηρετηθεί. Η διερεύνηση του εμπόρου συμπίπτει με τη διαβούλευση, αφού διερευνά τις πιθανότητες του κέρδους που θέλει να εισπράξει. Αν τα αποτελέσματα της διερεύνησης δεν εξυπηρετούν τη διαβούλευση, αν δηλαδή δεν ανταποκρίνονται στον τελικό σκοπό της κερδοφορίας, είναι προφανές ότι υλοποίηση δε θα υπάρξει κι ότι η διερεύνηση που έγινε ήταν άκαρπη σε σχέση με τον τελικό σκοπό.
 
Από την άλλη, η διερεύνηση του μαθηματικού ή του γεωμέτρη εμπεριέχει την επιθυμία της εκπλήρωσης μιας επιστημονικής έρευνας, αλλά η απόφαση που θα παρθεί δεν εξυπηρετεί κάποια εκ των προτέρων καθορισμένη επιθυμία. Ο αστρονόμος που ερευνά το σχήμα της γης δεν επιθυμεί από πριν να είναι στρόγγυλη ή επίπεδη ή τετράγωνη. Οτιδήποτε προκύψει από την έρευνά του θα το αποδεχτεί. Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η τεκμηρίωση της έρευνας κι όχι το αποτέλεσμα καθαυτό. Με άλλα λόγια, το ότι η έρευνα μπορεί να οδηγήσει στο ένα ή το άλλο συμπέρασμα δε θα επηρεάσει την επιθυμία του για συνέχεια ή για πειραματική εξακρίβωση.
 
Άλλη λοιπόν είναι η διερεύνηση του αστρονόμου και άλλη η διερεύνηση ως «σκέψη και διαβούλευση» του εμπόρου. Γι’ αυτό και «η κάθε διερεύνηση δεν είναι “σκέψη και διαβούλευση”, π.χ. οι μαθηματικές διερευνήσεις, η κάθε όμως “σκέψη και διαβούλευση” είναι διερεύνηση», καθώς η διαβούλευση του εμπόρου απαιτεί διερεύνηση, ενώ η διερεύνηση του μαθηματικού δεν απαιτεί διαβούλευση.
 
Παράδειγμα διερεύνησης που απαιτεί «σκέψη και διαβούλευση» στον επιστημονικό τομέα είναι ο γιατρός που ερευνά ένα φάρμακο σκεπτόμενος και διαβουλευόμενος την καταπολέμηση κάποιας συγκεκριμένης αρρώστιας. Αν η διερεύνησή του δεν οδηγήσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα δεν έχει αξία (παρά μόνο ως εμπειρία ενός εσφαλμένου δρόμου προς γνώση για το μέλλον) και προφανώς το φάρμακο που μπορεί να είχε στη σκέψη του δε θα παραχθεί.
 
Αυτός είναι και ο λόγος που ο Αριστοτέλης διευκρινίζει: «Για τα αιώνια και αμετάβλητα πράγματα δε “σκέφτονται και δε διαβουλεύονται” ποτέ οι άνθρωποι· δε “σκέφτονται και δε διαβουλεύονται” π.χ. για το σύμπαν ή για τη διαγώνιο και την πλευρά του τετραγώνου ότι είναι ασύμμετρες. Δε “σκέφτονται και δε διαβουλεύονται” επίσης για πράγματα που βρίσκονται σε κίνηση και μεταβολή, γίνονται όμως πάντοτε με τον ίδιο τρόπο – είτε εξ ανάγκης είτε εκ φύσεως είτε από κάποια άλλη αιτία· τέτοια είναι π.χ. η περίπτωση των τροπών του ήλιου και της ανατολής των άστρων. Ούτε επίσης για πράγματα που τη μια γίνονται έτσι και την άλλη αλλιώς – για τις ξηρασίες π.χ. και για τις βροχές». (1112a 3, 25-30).
 
Φυσικά, το ότι δε «σκέφτονται και δε διαβουλεύονται» οι άνθρωποι για όλα τα παραπάνω δε σημαίνει και ότι δεν τα διερευνούν. (Το ότι η σύγχρονη εποχή – ως ένα βαθμό – επιτρέπει ακόμη και τη διαβούλευση πάνω στα φαινόμενα της φύσης δεν αλλάζει την αριστοτελική συλλογιστική. Εξάλλου, προφανώς θα ήταν παράλογο να απαιτούμε από τον Αριστοτέλη να προβλέψει κάτι τέτοιο).
 
Οι άνθρωποι «σκέφτονται και διαβουλεύονται» μόνο αυτά που αφορούν τους ίδιους κι εντάσσονται στα όρια των δυνατοτήτων τους: «Δε “σκέφτονται και δε διαβουλεύονται” επίσης οι άνθρωποι για πράγματα που έχουν την αρχή τους στην τύχη, όπως π.χ. η εύρεση ενός θησαυρού. Ούτε, επίσης, και για όλα τα ανθρώπινα πράγματα· οι Λακεδαιμόνιοι π.χ. δε “σκέφτονται και δε διαβουλεύονται” ποτέ για το πώς θα μπορούσαν να κυβερνηθούν με τον καλύτερο τρόπο οι Σκύθες. Γιατί κανένα από όλα αυτά τα πράγματα δε θα μπορούσε να γίνει με τη δική μας δύναμη». (1112a 3, 31-35).
 
Επίσης, η σκέψη και η διαβούλευση δε σχετίζεται με ζητήματα που έχουν πλήρως ξεκαθαριστεί και θεωρούνται αμετάκλητα: «Στους γνωστικούς κλάδους που εφαρμόζουν μια αυστηρά καθορισμένη διαδικασία και είναι αυτοτελείς δε χωράει “σκέψη και διαβούλευση”, π.χ. στα γράμματα του αλφαβήτου: δεν έχουμε καμιά αμφιβολία για το πώς πρέπει να γραφούν». (1112b 3, 1-3).
 
Και βέβαια, η σκέψη και η διαβούλευση δεν έχει καμία θέση στα ζητήματα που από τη φύση (ή κι από συγκεκριμένες συνθήκες) δε γίνεται να  επιτευχθούν: «Και αν οι άνθρωποι πέσουν σε πράγματα που είναι αδύνατο να πραγματοποιηθούν, εγκαταλείπουν το ψάξιμο, π.χ. αν χρειάζονται χρήματα κι αυτά δεν μπορούν να βρεθούν». (1112b 3, 28-29).
 
Η σκέψη και η διαβούλευση αφορούν μόνο το πλαίσιο του εφικτού, αφού, αν οι συνθήκες σηματοδοτούν το ανέφικτο, ματαιώνονται: «“Σκεφτόμαστε και διαβουλευόμαστε” για πράγματα που εξαρτώνται από τη δική μας δύναμη και που μπορούν να πραγματοποιηθούν: αυτά είναι, στην πραγματικότητα, τα μόνα που έχουν μείνει. Αιτίες, πράγματι, θεωρούνται η φύση, η ανάγκη και η τύχη, και πέρα από αυτές ο νους και καθετί που η πραγματοποίησή του εξαρτάται από τον άνθρωπο». (1112a 3, 35-39).
 
Κι αν αυτό δεν είναι αρκετό, ο Αριστοτέλης θα συμπληρώσει: «“Σκεφτόμαστε και διαβουλευόμαστε” λοιπόν για πράγματα που συμβαίνουν με έναν ορισμένο τρόπο τις περισσότερες φορές, που όμως δεν είναι φανερό ποια θα είναι η έκβασή τους, και για πράγματα στα οποία υπάρχει αβεβαιότητα και ασάφεια. Στα μεγάλα θέματα καλούμε συμβούλους να μας βοηθήσουν στη διαδικασία της “σκέψης και διαβούλευσης”, επειδή δεν έχουμε εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, θεωρώντας ότι δεν είμαστε σε θέση να ξεκαθαρίσουμε οι ίδιοι τα πράγματα». (1112b 3, 9-13).
 
Σε τελική ανάλυση, ο άνθρωπος είναι πάντα η αρχή κάθε ενέργειας και κάθε συμπεριφοράς. Γι’ αυτό και φέρει πάντα την ευθύνη των πράξεών του. Κι αν γίνει αποδεκτό ότι οι σωστές πράξεις οδηγούν στην ευτυχία, τότε ο άνθρωπος κατέχει ο ίδιος τα κλειδιά της. Ούτε η μοίρα ούτε οι θεοί έχουν σχέση με τα ανθρώπινα: «Ο άνθρωπος λοιπόν είναι, όπως το είπαμε ήδη, η αρχή των πράξεων. Όσο για τη “σκέψη και διαβούλευση”, αυτή αναφέρεται σε όσα το ίδιο το άτομο μπορεί να κάνει, και οι πράξεις γίνονται για σκοπούς έξω από αυτές· γιατί αντικείμενο της “σκέψης και διαβούλευσης” δεν μπορεί, βέβαια, να είναι το τέλος, αλλά μόνο τα μέσα που οδηγούν σ’ αυτό». (1112b 3, 35-38).
 
Αυτό που μένει, είναι η διερεύνηση του τελικού ορισμού της προαίρεσης: «Το αντικείμενο της “σκέψης και διαβούλευσης” και το αντικείμενο της προαίρεσης είναι το ίδιο, μόνο που το αντικείμενο της προαίρεσης έχει ήδη σαφώς προκριθεί, αφού αντικείμενο της προαίρεσης είναι αυτό που με τη διαδικασία της “σκέψης και διαβούλευσης” έχει κριθεί ότι πρέπει να γίνει. Γιατί ο καθένας παύει να ψάχνει πώς πρέπει να ενεργήσει, μόλις αναγάγει την αρχή της ενέργειας στον εαυτό του, στο οδηγητικό μέρος του εαυτού του· γιατί αυτό είναι που επιλέγει και προτιμάει». (1113a 3, 4-9).
 
Και αμέσως συμπληρώνεται: «Αν λοιπόν το αντικείμενο της προαίρεσης είναι κάτι που, ύστερα από σκέψη και διαβούλευση, είναι επιθυμητό – με τον όρο, βέβαια, να είναι από τα πράγματα που εμπίπτουν στη δική μας δύναμη –, τότε και η προαίρεση θα είναι, σκέφτομαι, επιθυμία – ύστερα από σκέψη και διαβούλευση – πραγμάτων που εμπίπτουν στη δική μας δύναμη. Γιατί από τη στιγμή που, ύστερα από σκέψη και διαβούλευση, κρίναμε τι πρέπει να επιλέξουμε και να προτιμήσουμε, επιθυμούμε πια σύμφωνα με τη σκέψη και τη διαβούλευση μας». (1113a 3, 11-15).
 
Με δεδομένο ότι η σκέψη και η διαβούλευση (και κατ’ επέκταση και η προαίρεση) απευθύνονται στην υπηρεσία ενός σκοπού (τέλος), καθίσταται σαφές ότι και η βούληση, με την έννοια της ανθρώπινης θέλησης-επιθυμίας είναι αδύνατο να εκληφθεί ανεξάρτητα από τον τελικό επιδιωκόμενο σκοπό που υπηρετούν όλα τα προηγούμενα. Θα λέγαμε ότι η βούληση είναι που καθορίζει και τη σκέψη και τη διαβούλευση διαμορφώνοντας εκ των προτέρων τον τελικό στόχο των πράξεων.
 
Κι αφού η βούληση οριοθετεί το τέλος, είναι προφανές ότι η ποιότητα αυτού του τέλους σχετίζεται αλληλένδετα με την ποιότητα της βούλησης. Σε τελική ανάλυση, η βούληση κάθε ανθρώπου καταδεικνύει και την ποιότητά του. Άλλη είναι η βούληση του ενάρετου κι άλλη του ευτελούς ανθρώπου.
 
Το ζήτημα είναι να ξεκαθαριστεί κατά πόσο το τέλος μπορεί να οριστεί με υποκειμενικά ή με αντικειμενικά κριτήρια. Ο Αριστοτέλης ξεκινά τη διερεύνηση: «Ότι η βούληση έχει για αντικείμενό της το τέλος, το έχουμε ήδη πει. Κάποιοι, πάντως, θεωρούν ότι αντικείμενο της βούλησης είναι το αγαθό, ενώ κάποιοι άλλοι έχουν τη γνώμη ότι αντικείμενό της είναι αυτό που φαίνεται σε κάθε επιμέρους άτομο αγαθό». (1113a 4, 17-19).
 
Τελικά, ούτε η μια ούτε η άλλη άποψη φαίνεται επαρκής: «Αυτοί λοιπόν που λένε ότι το αντικείμενο της βούλησης είναι το αγαθό, δεν μπορεί παρά να δεχτούν – ως λογική συνέπεια – ότι αυτό που θέλει το άτομο ύστερα από μια λανθασμένη επιλογή και προτίμηση δεν είναι αντικείμενο βούλησης (γιατί αν είναι αντικείμενο βούλησης, δεν μπορεί παρά να είναι και αγαθό, στην πραγματικότητα όμως ήταν – κάτω από ορισμένες συνθήκες- κακό)». (1113a 4, 19-22).
 
Με άλλα λόγια, η παραδοχή ότι η βούληση αφορά πάντα το αγαθό ισοδυναμεί με την άποψη ότι ο άνθρωπος είναι αδύνατο να έχει στρεβλές επιθυμίες ή ότι εν τέλει δεν υπάρχουν στρεβλές επιθυμίες, αφού η βούληση αποβλέπει μόνο στο αγαθό.
 
Όμως και η δεύτερη άποψη της υποκειμενικότητας του αγαθού (ως τελικού σκοπού) αποδεικνύεται ελλιπής: «Αυτοί, πάλι, που λένε ότι αντικείμενο της βούλησης είναι αυτό που φαίνεται στο κάθε επιμέρους άτομο καλό, είναι υποχρεωμένοι να δεχτούν – επίσης ως λογική συνέπεια – ότι δεν υπάρχει κάτι που να είναι εκ φύσεως αντικείμενο της βούλησης, αλλ’ ότι αντικείμενο της βούλησης είναι αυτό που φαίνεται στο κάθε επιμέρους άτομο αγαθό: στο ένα άτομο φαίνεται αγαθό αυτό, στο άλλο κάτι άλλο, και είναι φορές που τους φαίνονται αγαθά αντίθετα μεταξύ τους πράγματα». (1113a 4, 22-25).
 
Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν πράγματα που ορίζονται ως αγαθό από την ίδια τη φύση, τα οποία κρίνονται υπεράνω οποιασδήποτε υποκειμενικότητας. Για παράδειγμα το αγαθό της καλής υγείας είναι αδύνατο να αμφισβητηθεί. Από αυτή την άποψη, η υποκειμενικότητα στον καθορισμό του τέλους από τη βούληση μπαίνει σε όρια, τίθεται δηλαδή αποκλειστικά στη βάση των ανθρωπίνων προτεραιοτήτων από την πλευρά της κοινωνικής, ηθικής, μορφωτικής (ή οποιασδήποτε άλλης διαμορφώσιμης) υπόστασής του κι όχι από την άποψη των φυσικών επιταγών.
 
Από κει και πέρα, ο Αριστοτέλης διαχωρίζει το αγαθό σε «κατ’ αλήθειαν αντικείμενο της βούλησης» και σ’ αυτό που «φαίνεται αγαθό» με βάση την ποιότητα του ανθρώπου για τον οποίο γίνεται λόγος: «Αν λοιπόν οι λογικές αυτές συνέπειες δε γίνονται αποδεκτές, μήπως άραγε θα πρέπει να πούμε ότι απολύτως και κατ’ αλήθειαν αντικείμενο της βούλησης είναι το αγαθό, για το κάθε όμως επιμέρους άτομο αυτό που του φαίνεται αγαθό; Που πάει να πει ότι το κατ’ αλήθειαν αντικείμενο βούλησης είναι αντικείμενο βούλησης για τον αγαθό άνθρωπο, ενώ για το κατώτερης ποιότητας άτομο αντικείμενο βούλησης είναι το οποιοδήποτε πράγμα – ακριβώς όπως και στην περίπτωση των σωμάτων: για τα σώματα που βρίσκονται σε καλή κατάσταση υγιεινό είναι το κατ’ αλήθειαν υγιεινό, ενώ για τα άρρωστα σώματα βοηθητικά προς την κατεύθυνση της υγείας είναι κάποια άλλα πράγματα· το ίδιο συμβαίνει με τα πικρά, τα γλυκά, τα ζεστά, τα βαριά κοκ». (1113a 4, 25-33).
 
Φυσικά το «κατ’ αλήθειαν αντικείμενο της βούλησης» αφορά τον ενάρετο άνθρωπο: «Γιατί ο άνθρωπος της αρετής έχει σε όλες τις επιμέρους περιπτώσεις τη σωστή κρίση, και στην κάθε επιμέρους περίπτωση γίνεται φανερή σ’ αυτόν η πραγματική αλήθεια». (1113a 4, 33-34).
 
Η ποιότητα των έξεων σε κάθε ζήτημα είναι σε θέση να διασφαλίσει την ορθή κρίση: «Η κάθε επιμέρους έξη έχει τη δική της ξεχωριστή αντίληψη για το ωραίο και το ευχάριστο – και ασφαλώς σ’ αυτό κυρίως το σημείο διαφέρει ο άνθρωπος της αρετής από τους άλλους: ότι μπορεί στις επιμέρους περιπτώσεις να βλέπει τα πράγματα όπως πράγματι είναι, σαν να είναι ο κανόνας και το μέτρο τους». (1113a 4, 33-38).
 
Τα προβλήματα της βούλησης ξεκινούν όταν το αγαθό ταυτίζεται με την ηδονή: «Οι περισσότεροι άνθρωποι φαίνεται ότι τα σφάλματα που κάνουν τα κάνουν εξαιτίας της επίδρασης που ασκεί επάνω τους η ηδονή· γιατί, ενώ δεν είναι αγαθό η ηδονή, αυτούς τους φαίνεται ότι είναι. Συνέπεια: προτιμούν το ευχάριστο ως καλό και αποφεύγουν το δυσάρεστο ως κακό». (1113a 4, 38 και 1113b 4, 1-2).
 
Κι εδώ βρίσκεται το μυστικό που κατέχει ο ενάρετος άνθρωπος. Η ποιότητά του τού επιτρέπει να στρέφει τη βούλησή του σ’ αυτό που πράγματι είναι αγαθό, χωρίς να παρασύρεται από τις ηδονές που έχουν πρόσκαιρο χαρακτήρα. Η ισορροπία ανάμεσα στις πράξεις, τη βούληση, ώστε να τίθενται στην υπηρεσία του «κατ’ αλήθειαν» τέλους είναι η βάση για την ανθρώπινη ευτυχία. Από κει και πέρα, όλα είναι θέμα αυτογνωσίας προκειμένου να επιλεγεί ο σωστός δρόμος (τα μέσα προς εκπλήρωση του τέλους) από τη σκέψη και τη διαβούλευση και την προαίρεση.
 
Αριστοτέλης: Ηθικά Νικομάχεια

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου