Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2015

Η δύναμη της αδυναμίας

Power-Pet-ButterflyΩς ιδέα, η δύναμη αποτελεί μια σημαντική έκφραση της βαθιάς επιθυμίας του ανθρώπου να επιβληθεί στους άλλους και να αισθάνεται δεμένος μαζί τους.
 
Την εποχή που ο άνθρωπος ήταν κυνηγός και τροφοσυλλέκτης, τότε που ο Homo Sapiens ήταν οργανωμένος σε μικρές ομάδες, η δύναμη δεν είχε και πολύ μεγάλη σημασία. Κάθε άτομο μπορούσε να ασκεί άμεση επιρροή σε ολόκληρη την ομάδα.
 
Οι μεγάλες κοινωνίες, όμως, δυσκόλεψαν πάρα πολύ την επιρροή του κοινού ανθρώπου στο σύνολο. Οι κοινωνίες άρχισαν να επινοούν διάφορους τρόπους για να οργανώσουν τις μεγάλες ομάδες των ανθρώπων. Οι καλύτερες από αυτές τις κοινωνίες προσπάθησαν να ισορροπήσουν την ανάγκη του συνόλου για σταθερότητα με την ανάγκη του ατόμου για ελευθερία και δημιουργικότητα. Οι αρχαιοελληνικές πόλεις-κράτη είναι ένα παράδειγμα εξισορρόπησης, που λειτούργησε αρκετά καλά για τους ελεύθερους πολίτες στο κοινωνικό πλαίσιο και είχε ως αποτέλεσμα σημαντική πολιτιστική δημιουργικότητα. Το σύστημα, όμως, δεν λειτούργησε καθόλου για τους σκλάβους και τις γυναίκες. Μοιραία, προκλήθηκε έλλειψη ισορροπίας ανάμεσα σ’ εκείνους που είχαν τη δύναμη να επηρεάζουν την κοινωνία κι εκείνους που δεν την είχαν. Πολύ συχνά, εκείνοι που αποζητούσαν τη δύναμη ήταν άτομα που ένιωθαν ανασφαλή και αποκομμένα από τους συνανθρώπους τους.
 
Οι ανθρωπολόγοι ανακάλυψαν ότι η κοινωνία των Κουνγκ στην έρημο Καλαχάρι της Αφρικής γνωρίζει πολύ καλά τους κινδύνους που προκαλούν τα άτομα που βασίζουν την οντότητά τους στη δύναμη. Όταν ένας κυνηγός των Κουνγκ επιστρέφει από το κυνήγι έχοντας σκοτώσει πολλά ζώα και θελήσει να τα μοιραστεί με τους υπόλοιπους, οι γείτονές του, αντί να τον ευχαριστήσουν για την προσφορά του, τον προπηλακίζουν. Και το εξηγούν: « Όταν ένας νέος άντρας σκοτώσει μεγάλη ποσότητα θηράματος, αρχίζει να θεωρεί τον εαυτό του αρχηγό ή σημαντικό άνθρωπο και πιστεύει ότι εμείς οι υπόλοιποι είμαστε υποτακτικοί ή υποδεέστεροι του. Δεν μπορούμε να δεχτούμε κάτι τέτοιο. Αρνούμαστε να αποδεχτούμε κάποιον που κομπάζει, γιατί η περηφάνια του ίσως τον οδηγήσει κάποτε στο να σκοτώσει κάποιον. Γι’ αυτό, πάντα αντιμετωπίζουμε το κρέας του σαν κάτι ανάξιο λόγου. Με τον τρόπο αυτό, παγώνουμε την καρδιά του και τον κάνουμε ευγενικό». Ο ανθρωπολόγος Μάρβιν Χάρις παρατηρεί ότι οι Κουνγκ έχουν ηγέτες που μιλάνε και εισακούγονται, με μια μικρή διαφορά όμως. «Δεν έχουν επίσημη εξουσία και δεν μπορούν να διατάξουν. Το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να προσπαθήσουν να πείσουν».
 
Η δύναμη αυτή καθαυτή, βέβαια, δεν είναι αρνητική. Τα ανθρώπινα όντα πρέπει να ασκούν δύναμη για να επιβιώνουν στη φύση, για να αλλάζουν την πορεία των ποταμών ώστε να ποτίζουν τα χωράφια τους, για να οργώνουν τη γη και να μεταφέρουν τα αγαθά. Όμως, ο άνθρωπος επενδύει στη δύναμη υπερβαίνοντας κατά πολύ αυτές τις χρήσεις. Ιστορικά, οι μεγάλες κοινωνίες δεν διέθεταν τη διορατικότητα των Κουνγκ, που φρόντισαν να εμποδίσουν την ιδέα της δύναμης να κυριαρχήσει στις σχέσεις της κοινότητας. Στις σύγχρονες τεχνοκρατικές κοινωνίες η ιδέα της δύναμης έχει αποκτήσει τρομερή σπουδαιότητα. Εδώ και πολλά χρόνια, η δύναμη δεν χρησιμοποιείται πλέον μόνο για να μας βοηθήσει να επιβιώσουμε στη φύση ή να κάνουμε αισθητή την παρουσία μας στους άλλους. Η δύναμη επικεντρώθηκε στον έλεγχο, την επιβολή της ατομικής θέλησης, ακόμη και την καταστροφή αν ήταν αναγκαίο. Σε παγκόσμιο επίπεδο, η Ιστορία είναι γεμάτη από περιπτώσεις ανθρώπων που είχαν ψύχωση με τη δύναμη. Ο 20ός αιώνας έχει βάλει τη δική του ανεξίτηλη σφραγίδα σε αυτή την ιδέα.
 
Η σύγχρονη αντίληψη για τη δύναμη έχει τις πηγές της στη βιομηχανική επανάσταση και τη δημιουργία των μεγάλων μηχανών, οι οποίες πρόσφεραν μια δύναμη που κανείς ποτέ δεν είχε τολμήσει ούτε καν να ονειρευτεί. Και όπως το έθεσε το 1776 ο Μάθιου Μπόλτον, ο κατασκευαστής των ατμομηχανών: «Εδώ, κύριε, πουλάω εκείνο που επιθυμεί διακαώς όλος ο κόσμος... Δύναμη». Ένα χρόνο αργότερα, ο Τζέιμς Βατ έγραψε: «Η ταχύτητα, η βιαιότητα, η μεγαλοπρέπεια και ο τρομερός θόρυβος των μηχανών δίνουν παγκόσμια ικανοποίηση στους ιδιοκτήτες τους, πιστούς και μη».
 
Η δύναμη αυτού του είδους και του μεγέθους μπορεί να έχει τη θέση της στο εργοστάσιο ή τις σιδηροδρομικές γραμμές, αλλά όταν προσπαθούμε να εφαρμόσουμε την άποψη ότι «η δύναμη είναι η μοναδική απάντηση» σε όλες τις μορφές εργασίας της ανθρώπινης κοινωνίας τότε το πράγμα χαλάει. Η δύναμη μπορεί να ωφελεί ώς ένα βαθμό για να μπορέσουμε να κυριαρχήσουμε στις δυνάμεις της φύσης, όμως δεν ωφελεί καθόλου όταν πρόκειται για τον έλεγχο της ανθρώπινης φύσης μας. Στη μοντέρνα και μεταμοντέρνα κοινωνία, οι πνευματικές και ανθρωπιστικές αξίες έχουν παρακμάσει μπροστά στην ανερχόμενη κεντρική αξία της δύναμης.
 
Σήμερα μας περιβάλλουν ψυχωτικές καταστάσεις σχετικά με τη δύναμη: η δύναμη του χρήματος, η δύναμη της προσωπικότητας, η δύναμη του μυαλού, η δύναμη των υπολογιστών, η οργανωτική δύναμη, η πολιτική δύναμη, η δύναμη της αγάπης, η δύναμη του σεξ, η δύναμη της νεότητας, η θρησκευτική δύναμη, η δύναμη να αλλάξουμε τα γονίδιά μας ή την προσωπική μας εικόνα, η δύναμη της φωτιάς, η δυναμική των σχέσεων ανάμεσα στις διάφορες ομάδες. Οι εφημερίδες και η τηλεόραση παρουσιάζουν διαρκώς κουτσομπολιά για τη ζωή των ισχυρών -πώς ασκούν τη δύναμή τους κι αν κερδίζουν ή χάνουν δύναμη. Μας έχει γίνει ψύχωση η ιδέα πως μόνο αν έχουμε δύναμη μπορούμε να κάνουμε και να είμαστε ό,τι θέλουμε. Πιστεύουμε πως αν είχαμε τη δύναμη να ελέγχουμε την κατάσταση θα αισθανόμασταν πιο ασφαλείς. Η ιδέα του ελέγχου δημιουργεί μια προφανή διαφορά ανάμεσα σε αυτόν που ασκεί τον έλεγχο και τον ελεγχόμενο.
 
Η αλήθεια είναι πως η ψύχωση που έχουμε με τη δύναμη μπορεί να είναι το σύμπτωμα της αίσθησης της προσωπικής μας αδυναμίας. Παντού γύρω μας πελώριοι απρόσωποι οργανισμοί και κοινωνικές δυνάμεις μοιάζουν να καθορίζουν τη μοίρα μας. Η εξάπλωση του συστήματος φωνητικών μηνυμάτων έχει καταστήσει σπάνια την προσωπική επαφή, τη συνομιλία με ένα ζωντανό ανθρώπινο ον. Και επειδή δεν φαίνεται να μπορούμε να κάνουμε κάτι για να αλλάξουμε την κατάσταση, τρώμε τα νύχια μας από οργή όταν το σύστημα, μετά από ένα σαρανταπεντάλεπτο πάτημα κουμπιών στην προσπάθειά μας να απαντήσουμε σε ένα μηχάνημα, παρεμβαίνα και μας διακόπτει.
 
Όταν λέμε ότι αισθανόμαστε αδύναμοι, εννοούμε ότι δεν αισθανόμαστε αρκετά δυνατοί για να αντιμετωπίσουμε την οργάνωση, τη γραφειοκρατία, το σύστημα, την ισχυρή προσωπικότητα του συνανθρώπου μας, ή ακόμη και κάποιου δύστροπου «άλλου» που ελλοχεύει μέσα στην ίδια μας την ψυχή.
 
Παρασυρμένοι μέσα σε έναν κόσμο δυνατών, πώς μπορούμε τάχα να προχωρήσουμε; Η συνηθισμένη απάντηση είναι: προσπάθησε να αποκτήσεις κι εσύ κάποιο μέρος από αυτή τη δύναμη.
 
Η θεωρία του χάους, όμως, προτείνει μια άλλη απάντηση. Λένε ότι τα πολύπλοκα και χαοτικά συστήματα -δηλαδή τα περισσότερα από τα συστήματα που συναντάμε στη φύση και την κοινωνία- δεν μπορούν ούτε να προβλεφθούν με απόλυτη ακρίβεια ούτε να ελεγχθούν ολοκληρωτικά. Ούτε και τα άκαμπτα συστήματα μπορούν εύκολα να υποχωρήσουν από τη θέση τους. Υπάρχει, όμως, πάντα ένας δρόμος διαφυγής. Τι θα γινόταν αν αποφασίζαμε να λειτουργήσουμε μέσα από τους μυριάδες απειροελάχιστους βρόχους ανάδρασης που κρατούν την κοινωνία σε συνοχή; Το χάος μάς λέει ότι ο καθένας από μας ασκεί μια άγνωστη αλλά τρομερή επιρροή σε αυτούς τους βρόχους. Το χάος λέει ότι έστω κι αν δεν διαθέτουμε τη δύναμη εκείνου που ασκεί τον έλεγχο με την παραδοσιακή έννοια, όλοι μας έχουμε τη «δύναμη της πεταλούδας» της σύνθετης επίδρασης.

Τι είναι αυτή η σύνθετη επίδραση;
Σε ένα δοκίμιο ύψιστης σημασίας για πολλούς κατοίκους της ανατολικής Ευρώπης των τελευταίων δεκαετιών, ο Τσέχος συγγραφέας Βάτσλαφ Χάβελ έδωσε μια απάντηση-πρόκληση στην παραδοσιακή αντιμετώπιση της δύναμης με τη δύναμη, προτείνοντας την εφαρμογή μιας δράσης τελείως διαφορετικής, μιας δράσης την οποία αποκάλεσε «δύναμη της αδυναμίας». Ο Χάβελ, φυσικά, εκείνη την εποχή αγνοούσε ότι το δοκίμιό του περιέγραφε με όρους της ανθρώπινης κοινωνικής δομής τη δράση της χαοτικής πεταλούδας του Λόρεντζ.
 
Αφορμή για το κείμενο του Χάβελ ήταν το κομουνιστικό καθεστώς της Τσεχοσλοβακίας. Ο Χάβελ ήξερε καλά ότι οι παραδοσιακές δυνάμεις -ένας απελευθερωτικός στρατός, για παράδειγμα, ή μια εσωτερική επανάσταση- δεν είχαν και πολλές ελπίδες να μετασχηματίσουν μια μετα-ολοκληρωτική κοινωνία σε μια κοινωνία που θα σεβόταν τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ατομική ελευθερία. Αναρωτήθηκε, λοιπόν, αν υπήρχε κάποιου άλλου είδους δύναμη.
 
Ο Χάβελ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η δύναμη στη χώρα του -και κατ’ επέκταση σε πολλούς ισχυρούς παγκόσμιους οργανισμούς και συστήματα- δεν συντηρούνταν από τις παραδοσιακές μορφές ιεραρχικής ηγεσίας, αλλά από την ενεργή συνεργασία των πλέον αδύναμων μελών της κοινωνίας, τα οποία λειτουργούσαν μέσα σε αυτό που αποκάλεσε «αυτοματισμό».
 
Το παράδειγμα που χρησιμοποίησε ο Χάβελ για να δείξει τη συνεργία και τον αυτοματισμό ήταν αυτό του μανάβη, που βάζει στη βιτρίνα του μαγαζιού του την πινακίδα: «Εργάτες όλου του Κόσμου Ενωθείτε». Η πινακίδα έφτασε μαζί με τα φρούτα και τα λαχανικά από το επιχειρησιακό αρχηγείο και ο μανάβης την κρέμασε, όχι βέβαια επειδή είχε κάποια διάθεση να ενημερώσει το κοινό για τα πιστεύω του. Ο Χάβελ ερμηνεύει το πραγματικό του μήνυμα με τον εξής τρόπο: ο μανάβης λέει στον κόσμο «Εγώ, ο μανάβης, ζω εδώ και ξέρω τι πρέπει να κάνω. Συμπεριφέρομαι με τον τρόπο που περιμένουν από μένα να συμπεριφερθώ. Μπορούν να στηριχθούν σε μένα και βρίσκομαι πέρα από κάθε μομφή. Είμαι υπάκουος, και γι’ αυτό δικαιούμαι να με αφήσουν στην ησυχία μου».
 
Η πινακίδα γνωστοποιεί την υποταγή του μανάβη στην εσωτερική δυναμική ενός συστήματος που εξαρτάται από όλους όσοι συμμετέχουν σε αυτό. Η πράξη του είναι μία από τις εκατοντάδες χιλιάδες μικροσκοπικές διασυνδέσεις που κρατούν το σύστημα σε συνοχή και αναγκάζουν τα άτομα να ακολουθούν τη γραμμή του κόμματος.
 
Ακόμη κι αν πιστεύουμε ότι ζούμε σε ελεύθερες και δημοκρατικές κοινωνίες, όλοι μας έχουμε βιώσει από πρώτο χέρι αυτού του είδους τη συνεργία και τον αυτοματισμό. Ο Ντέιβιντ Γουάιτ, ποιητής και σύμβουλος επιχειρήσεων, μας μιλά για έναν υπάλληλο μιας μεγάλης εταιρείας (ας τον ονομάσουμε Τζορτζ), ο οποίος συμμετείχε σε μια συγκέντρωση του προσωπικού, όπου τους ζητήθηκε να αξιολογήσουν το καινούργιο επιχειρησιακό σχέδιο του αφεντικού σε κλίμακα βαθμολογίας από 1 έως 10. Τα περισσότερα μέλη του προσωπικού γνώριζαν πολύ καλά ότι το επιχειρησιακό σχέδιο δεν ήταν καλό και οι πιθανότητες επιτυχίας του ήταν ελάχιστες, η απάντηση όμως που το αφεντικό ήθελε να ακούσει ήταν προφανής. Έτσι, οι περισσότεροι από τους εργαζόμενους το βαθμολόγησαν με 10. Ένας γενναίος άνθρωπος αποτόλμησε να δώσει 9,5. Ο Τζορτζ, όταν ήρθε η σειρά του, μπήκε στον πειρασμό να δώσει μια ειλικρινή απάντηση, η οποία θα ήταν «γύρω στο μηδέν», όμως κι εκείνος τελικά είπε «10».
 
Πόσες φορές δεν είπαμε και εμείς «10», δεν κρεμάσαμε όπως ο μανάβης την πινακίδα στη βιτρίνα του μαγαζιού μας; Ή αποφασίσαμε μεν να εναντιωθούμε σε ένα τέτοιο σύστημα, αλλά διαπιστώσαμε ότι μας είχε πνίξει η δύναμη όλων των άλλων αδύναμων που είχαν κρεμάσει τις δικές τους πινακίδες στη βιτρίνα τους; Αν δοκιμάσουμε, λοιπόν, να προκαλέσουμε το σύστημα, θα διαπιστώσουμε ότι αντίπαλοί μας δεν είναι οι υποτιθέμενοι κρατούντες, αλλά οι κοινοί άνθρωποι, που είναι πρόθυμοι να δώσουν το «10» για να αποδείξουν ότι είναι μέλη της ομάδας. Αυτοί, φυσικά, αντιδρούν έτσι, επειδή έχουν επίγνωση της αδυναμίας τους και ίσως ελπίζοντας ότι θα πάρουν ένα μερίδιο από τη δύναμη.
Στη γλώσσα του χάους, τα συστήματα που λειτουργούν με βάση τη συνεργία και τον αυτοματισμό προφανώς δεν αποτελούν δημιουργικά, ανοιχτά συστήματα. Η συμπεριφορά τους κυριαρχείται σε μεγάλο ποσοστό από ένα σχετικά μικρό αριθμό αρνητικών βρόχων ανάδρασης. Οι άπειροι μικροί βρόχοι -όπως η πινακίδα του μανάβη- δεν αποτελούν έκφραση δημιουργικών βαθμών ελευθερίας, αλλά αντιπροσωπεύουν μικροβρόχους, που είναι ενωμένοι μεταξύ τους με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν ένα μεγάλο, ψυχωτικά επαναλαμβανόμενο βρόχο, τον οποίο οι επιστήμονες του χάους ονομάζουν οριακό κύκλο.
 
Συστήματα οριακών κύκλων είναι εκείνα τα οποία αποκόπτονται από τη ροή του εξωτερικού κόσμου, επειδή ένα μεγάλο μέρος της εσωτερικής τους ενέργειας είναι αφιερωμένο στο να αντιστέκεται στην αλλαγή και στο να διαιωνίζει σχετικά μηχανικά σχέδια συμπεριφοράς. Για να μπορέσει κανείς να επιβιώσει σε τέτοια δύσκαμπτα και σχετικά κλειστά συστήματα, θα πρέπει να παραιτηθεί λίγο -ή σε κάποιες περιπτώσεις πολύ- από την ατομικότητά του, με το να αναμειχθεί στον αυτοματισμό. Αυτοί που ανέρχονται «στην κορυφή» τέτοιων συστημάτων είναι συνήθως εκείνοι που χρησιμοποιούν κούφιες φράσεις, αυτές τις ανόητες συνταγές που κρατούν σε συνοχή το μηχανισμό της συνεργίας.
 
Οι οριακοί κύκλοι είναι τα συστήματα που μας κάνουν να αισθανόμαστε αδύναμοι. Θέλουμε να τα αλλάξουμε, αλλά δεν μπορούμε· ανθίστανται σε κάθε προσπάθεια. Τα συστήματα αυτά βρίσκονται παντού στην κοινωνία. Μπορεί να είναι το σύστημα που βοηθά τους πλούσιους και αυτούς που έχουν τις μεγαλύτερες διασυνδέσεις ώστε να απολαμβάνουν περισσότερα προνόμια από εκείνα του μέσου ψηφοφόρου. Ίσως να είναι η εταιρεία που χάνει διαρκώς, επειδή δεν έχει αρκετό προσωπικό για να εξυπηρετήσει τους πελάτες της και κανένας υπεύθυνος δεν ενδιαφέρεται για το πρόβλημα. Μπορεί, όμως, να είναι και ένα κλειστό οικογενειακό σύστημα, όπου τα αισθήματα ενοχής των γονέων -όταν προσπαθούν να “ξελασπώσουν” το σπλάχνο τους-, χειροτερεύουν τον αλκοολισμό του γιου τους αντί να τον διορθώνουν.
 
Οι οριακοί κύκλοι μπορεί, επίσης, να λειτουργούν και μέσα στην ψυχολογία του ατόμου. Γνωρίζουμε όλοι μας ανθρώπους οι οποίοι κάνουν μονίμως τα ίδια λάθη. Πριν προλάβουν να ξεφύγουν από μια καταστροφική σχέση, αμέσως μπλέκονται σε μια άλλη, ισχυριζόμενοι διαρκώς ότι αυτή τη φορά τα πράγματα θα αλλάξουν τελείως.
 
Η προσπάθειά μας να ελέγξουμε ή να υπερνικήσουμε αυτά τα συστήματα που κυριαρχούνται από οριακούς κύκλους καταλήγει τις περισσότερες φορές στο να τα ισχυροποιήσει. Η συνύφανση των βρόχων ανάδρασης στα χαοτικά συστήματα μας δείχνει ότι, στο τέλος, αυτός που θα υποστεί τον έλεγχο είναι εκείνος που επιδιώκει να τον έχει, αυτός που θα υποστεί την πίεση της δύναμης είναι εκείνος που επιδιώκει να αποκτήσει τη δύναμη. Το χάος λέει ότι αν αντιμετωπίζουμε τα συστήματα αυτά σαν να είμαστε ξέχωροι από αυτά είναι σαν να εθελοτυφλούμε.
 
Αν, όμως, είναι αλήθεια ότι τα συστήματα αυτά διατηρούνται σε συνοχή από τη δική μας συνεργία στο πλαίσιο της συζευγμένης ανάδρασης, αυτό σημαίνει ότι η επιρροή μας είναι τρομακτική. Άρα, η επιρροή μας θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί με θετικό τρόπο, ώστε να φτιάξουμε ένα πιο ανοιχτό, δημιουργικό περιβάλλον.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου