Δευτέρα 1 Ιουνίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἡλέκτρα (1147-1164)

ΧΟ. ἀμοιβαὶ κακῶν· μετάτροποι πνέου- [στρ.]
σιν αὖραι δόμων. τότε μὲν ‹ἐν› λουτροῖς
ἔπεσεν ἐμὸς ἐμὸς ἀρχέτας,
1150 ἰάχησε δὲ στέγα λάινοί
τε θριγκοὶ δόμων, τάδ᾽ ἐνέποντος· Ὦ
σχέτλιε, τί με, γύναι, φονεύσεις φίλαν
πατρίδα δεκέτεσι
σποραῖσιν ἐλθόντ᾽ ἐμάν;
‹ . . . ›
‹ . . . ›

1155 παλίρρους δὲ τάνδ᾽ ὑπάγεται δίκα [ἀντ.]
διαδρόμου λέχους, μέλεον ἃ πόσιν
χρόνιον ἱκόμενον εἰς οἴκους
Κυκλώπειά τ᾽ οὐράνια τείχε᾽ ὀ-
ξυθήκτωι †βέλους ἔκανεν† αὐτόχειρ,
1160 πέλεκυν ἐν χεροῖν λαβοῦσ᾽. ὦ τλάμων
πόσις, ὅτι ποτὲ τὰν
τάλαιναν ἔσχεν κακόν.
ὀρεία τις ὡς λέαιν᾽ ὀργάδων
δρύοχα νεμομένα τάδε κατήνυσεν.

***
ΧΟΡ. Τα δεινά ξεπληρώνονται. Εκδίκησης άνεμοι
φυσούν στα παλάτια. Ο δικός μου
τότε σκοτώθηκε αφέντης μες στο λουτρό.
1150 Αντιβούιξε η στέγη κι οι πέτρινοι
οι θριγκοί του σπιτιού, καθώς έλεγε
τούτα τα λόγια. «Άαχ! δυστυχία·
γυναίκα, γιατί να με σφάξεις, που δέκα φορές
τα χωράφια σπαρθήκαν ωσότου γυρίσω
ξανά στη γλυκιά μου πατρίδα;»
‹ . . . ›
‹ . . . ›

Περνώντας τα χρόνια ξανάφεραν
τιμωρία στη γυναίκα την άνομη,
που σαν έφτασε ο δύστυχος άντρας της ύστερα
από τόσους καιρούς στο παλάτι
και στα Κυκλώπεια τα κάστρα που αγγίζουν
τα ουράνια, μονάχη τον σκότωσε
1160 τροχισμένο τσεκούρι στα χέρια της παίρνοντας.
Άα! το δύσμοιρο ταίρι της, όποια και να ᾽ταν
η μανία που την άθλια φλόγισε τότε. Σαν λιόντισσα
βουνίσια, που ζει σε δρυμούς ολοπράσινους,
τέλειωσε τούτο τον φόνο.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου