Σάββατο, 11 Αυγούστου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Ἱκέτιδες (86-133)

† εἴθ᾽ εἴη Διὸς εὖ παναληθῶς [στρ. δ]
Διὸς ἵμερος· οὐκ εὐθήρατος ἐτύχθη.
παντᾷ τοι φλεγέθει
κἀν σκότῳ μελαίνᾳ ξὺν τύχᾳ
90 μερόπεσσι λαοῖς.

πίπτει δ᾽ ἀσφαλὲς οὐδ᾽ ἐπὶ νώτῳ [ἀντ. δ]
κορυφᾷ Διὸς εἰ κρανθῇ πρᾶγμα τέλειον.
δαυλοὶ γὰρ πραπίδων
δάσκιοί τε τείνουσιν πόροι
κατιδεῖν ἄφραστοι.

95 ἰάπτει δ᾽ ἐλπίδων [στρ. ε ]
ἀφ᾽ ὑψιπύργων πανώλεις
βροτούς, βίαν δ᾽ οὔτιν᾽ ἐξοπλίζει·
100 πᾶν ἄπονον δαιμονίων·
ἥμενος ὃν φρόνημά πως
αὐτόθεν ἐξέπραξεν ἔμ-
πας ἑδράνων ἀφ᾽ ἁγνῶν.

ἰδέσθω δ᾽ εἰς ὕβριν [ἀντ. ε]
105 βρότειον, οἵα νεάζει,
πυθμὴν δι᾽ ἁμὸν γάμον τεθαλὼς
δυσπαραβούλοισι φρεσίν,
καὶ διάνοιαν μαινόλιν
110 κέντρον ἔχων ἄφυκτον, ἄ-
τᾳ δ᾽ ἀπάταν μεταγνούς.

τοιαῦτα πάθεα μέλεα θρεομένα λέγω [στρ. ζ]
λιγέα βαρέα δακρυοπετῆ,
ἰὴ ἰή,
115 ἰηλέμοισιν ἐμπρεπῆ·
ζῶσα γόοις με τιμῶ.
ἱλεῶμαι μὲν Ἀπίαν βοῦνιν, [ἐφυμν. α]
καρβᾶνα δ᾽ αὐδὰν εὖ, γᾶ, κοννεῖς.
120 πολλάκι δ᾽ ἐμπίτνω λακίδι σὺν λινοσινεῖ
Σιδονίᾳ καλύπτρᾳ.

θεοῖς δ᾽ ἐναγέα τέλεα πελομένων καλῶς [ἀντ. ζ]
ἐπίδρομ᾽, ὁπόθι θάνατος ἀπῇ.
125 ἰὼ ἰώ,
ἰὼ δυσάγκριτοι πόνοι.
ποῖ τόδε κῦμ᾽ ἀπάξει;
ἱλεῶμαι μὲν Ἀπίαν βοῦνιν, [ἐφυμν. α]
130 καρβᾶνα δ᾽ αὐδὰν εὖ, γᾶ, κοννεῖς.
πολλάκι δ᾽ ἐμπίτνω λακίδι σὺν λινοσινεῖ
Σιδονίᾳ καλύπτρᾳ.

***
Στο Δία ας έχω όλα τα θάρρη μου,
κι αν είναι ανεξιχνίαστο το θέλημά του,
μ᾽ άξαφν᾽ αστράφτει και φεγγοβολά
και μες τα σκότη, με τη μαύρη συμφορά
90 για τους εφήμερους ανθρώπους εδώ κάτου.

Ολόρθο πέφτει κι όχι ανάτριχα
ό,τι στα τέλεια της βουλής του θα ωριμάσει·
γιατί πυκνοί του θείου του νου
οι δρόμοι και βαθύσκιωτοι τραβούν,
που μάτι δεν μπορεί να ξεσκεπάσει.

Αυτός κι από τις ψηλοπύργωτες
ελπίδες κάτω τους γκρεμίζει
στου ολέθρου τους ανθρώπους το βυθό,
χωρίς με βία το χέρι του να οπλίζει·
100 κόπο δε δίνει στη θεότη τίποτα,
πάνω στον ουρανό της θρονιασμένη
κι απ᾽ τους αγίους ψηλά τους θρόνους της
όμως η πάσα της βουλή τελειωμένη.

Μ᾽ ας στρέψει μάτι στην ανθρώπινη
αποκοτιά, να δει πώς ξανανιώνει
και, σαν κορμός, μ᾽ αγύριστη κακογνωμιά
για τους δικούς μου γάμους ξεφουντώνει,
και την κεντά η μανία του λογισμού
μ᾽ αφεύγατη βουκέντρα ζευγολάτη
110 για να πλερώσει με ξολοθρεμό
νου τη θεοβλάβεια και την απάτη.

Τέτοια πικρά δύρομαι πάθη θλιβερά
στο δάκρυ μου πνιγμένη, αλί!
με βαριοστεναγμούς,
αλί μου, αλί!
που πρέπουνε σε θρήνους νεκρικούς,
και μόνη μου μοιρολογούμαι ζωντανή.
Μα εσύ, βουνίσια Απία γη,
λεήσου με, αν τη ξενική
φωνή μου, ω γη, καταλαβαίνεις·
νά, που το χέρι επανωτά
120 με λινοξέσκλιδη φθορά
στους πέπλους τους Σιδώνιους κατεβαίνει.

Στους θεούς τρέχουνε σωρός οι προσφορές,
οι άνθρωποι όταν δυστυχούν
και στέκει ο θάνατος κοντά·
κ᾽ εμένα, αλιά και τρισαλιά!
στις αξεδιάλυτες τις συμφορές
και πού το κύμα θα με σύρει αυτό και πού;
Μα εσύ, βουνίσια Απία γη,
λεήσου με, αν τη ξενική
130 φωνή μου, ω γη, καταλαβαίνεις·
νά, που το χέρι επανωτά
με λινοξέσκλιδη φθορά
στους πέπλους τους Σιδώνιους κατεβαίνει.