Σάββατο, 14 Ιουλίου 2018

Ρητορεία και ρητορική: Πρώιμες μορφές ρητορείας και ρητορικής

Αρχαϊκοί χρόνοι

Στο ρητορικό του σύγγραμμα De Inventione (1.2.2-3) ο Κικέρωνας (106-43 π.Χ.) αφηγείται μια ενδιαφέρουσα ιστορία: οι πρώτοι άνθρωποι ζούσαν σε συνθήκες πρωτόγονες, στηρίζονταν στη φυσική τους δύναμη και περιπλανιόνταν στους αγρούς κατά τον τρόπο των άγριων θηρίων χωρίς καμία αντίληψη του μέτρου ή του καθήκοντος. Κάποτε ένας σπουδαίος, σοφός και ευφραδής άνδρας κατάφερε μιλώντας τους να τους στρέψει σε έναν χρήσιμο και αξιοπρεπή τρόπο κοινωνικής συμβίωσης βγάζοντάς τους από τις παλιές τους συνήθειες. Ο μύθος που αφηγείται ο Κικέρωνας μιλά για εκείνον που πρώτος ανακάλυψε τη δύναμη του λόγου να πείθει και να κατευθύνει. Προβάλλει εξάλλου με τον συμβολισμό του την αξία του συνδυασμού της ευγλωττίας με τη σοφία. Για τους Έλληνες, μόνο ένας θεός θα μπορούσε να προσφέρει αυτή τη δύναμη κι αυτός δεν ήταν άλλος από τον Ερμή - καθόλου τυχαία, αν λάβει κανείς υπόψη πως ο συγκεκριμένος θεός ήταν έμπορος, κλέφτης, πονηρός λογοπλόκος, κομιστής ειδήσεων αλλά και των ψυχών στον Κάτω Κόσμο, στη ζωή πέρα από τον θάνατο.
 
Τα πρώτα κομψοτεχνήματα έντεχνου λόγου στα ελληνικά τα συναντούμε κιόλας στην ποίηση της αρχαϊκής περιόδου (8ος αι.-τέλη 6ου αι. π.Χ.). Ο Νέστορας, «ο γλυκομίλητος αγορητής […], που πιο γλυκά από μέλι ανάβρυζαν τα λόγια του απ' το στόμα» (Ἰλιάς Α 248-249), και ο πολύτροπος Οδυσσέας είναι εμβληματικές μορφές ομιλητών στην ποίηση του Ομήρου, δεν είναι όμως οι μόνες ομηρικές φιγούρες που προσφέρουν με τα λόγια τους δείγματα έντεχνου λόγου. Η Ιλιάδα αποτελείται σχεδόν κατά το ήμισυ από λόγους, ενώ η Οδύσσεια κατά τα δύο τρίτα. Αποδεικνύεται έτσι με σαφήνεια πως η ομιλία για την εξυπηρέτηση πρακτικών στόχων (όπως η προτροπή για ανάληψη συγκεκριμένης δράσης ή η απόδοση ευθυνών) ήταν διαδεδομένη στη ζωή των Ελλήνων των αρχαϊκών χρόνων, συνθήκη απολύτως αναμενόμενη, αν λάβει κανείς υπόψη ότι στις ελληνικές πόλεις της συγκεκριμένης περιόδου υπήρχαν κιόλας οι πολιτικοί και κοινωνικοί θεσμοί που ευνοούσαν ή επέβαλλαν την εκφώνηση λόγου. Άλλωστε στα ομηρικά έπη βρίσκουν εφαρμογή πολλά από όσα συστηματοποιεί αργότερα η τέχνη μέσα από κανόνες (όπως για παράδειγμα ένα πλήθος ρητορικών σχημάτων και τρόπων).
 
Κάποιοι ρητοροδιδάσκαλοι έβλεπαν μάλιστα στον Όμηρο τον ευρετή της ρητορικής. Και είναι αλήθεια πως στα ομηρικά έπη δεν εντοπίζουμε απλά τα πρώτα δείγματα ρητορείας, αλλά και τα πρώτα, αν και ισχνά, δείγματα στοχασμού για τη δύναμη του προφορικού λόγου, όπως και διδασκαλίας της σύνθεσής του. Στην τρίτη ραψωδία της Ιλιάδας, για παράδειγμα, ο Αντήνορας περιγράφει τον τρόπο ομιλίας του Μενέλαου και του Οδυσσέα, όταν ήλθαν για πρώτη φορά ως πρεσβευτές στην Τροία, επιμένοντας μάλιστα στην εντύπωση που προκάλεσαν στο κοινό (Γ 212-224), ενώ στην ένατη ραψωδία ο παιδαγωγός του Αχιλλέα, ο Φοίνικας, ισχυρίζεται, ως μέλος της πρεσβείας στον θυμωμένο ήρωα, πως είχε από τον Πηλέα εντολή να διδάξει τον νεαρό Αχιλλέα όχι μόνο να δρα αλλά και να μιλά (Ι 443).
 
Δεν είναι όμως ο Όμηρος ο μόνος ποιητής της αρχαϊκής περιόδου που αναγνωρίζει τη δύναμη του λόγου: για τον Ησίοδο (Θεογονία 83-87) όποιος δικάζει, στο όνομα του υψηλού αξιώματός του στην κοινότητα, είναι ευλογημένος από τις Μούσες, αφού έχει τη δύναμη να πείσει με τον λόγο του για τις δίκαιες αποφάσεις του. Εξάλλου στον ομηρικό Ύμνο στον Ερμή (Εἰς Ἑρμῆν 322-396, πιθ. 6ος αι. π.Χ.) έχουμε την αρχαιότερη σωζόμενη στην αρχαία ελληνική γραμματεία σκηνή που θυμίζει δίκη, καθώς εδώ διασταυρώνουν τους λόγους τους ενώπιον του Δία, που αναλαμβάνει ρόλο κριτή, ο Απόλλωνας και ο Ερμής: ο πρώτος κατηγορεί τον δεύτερο για την κλοπή των βοδιών του· ο κατηγορούμενος προσπαθεί να κερδίσει την εύνοια του κριτή.
 
Βεβαίως, τίποτε δεν μας δεσμεύει να υποθέσουμε ότι κιόλας στους αρχαϊκούς χρόνους η σύνθεση λόγου διδάσκεται με τρόπο συστηματικό. Άλλωστε οι συνθήκες που θα καταστήσουν τον λόγο εργαλείο εντυπωσιακά αποτελεσματικό για τη δικαίωση και την κοινωνική και πολιτική καταξίωση του ατόμου, ανεξάρτητα από την κοινωνική του προέλευση ή/και το μερίδιό του στην αρετή, δεν έχουν διαμορφωθεί ακόμη. Μπορεί λοιπόν ο Θερσίτης της Ιλιάδας να μιλά με οξύτητα, νεύρο και ορμή -ο χαρακτηρισμός του ως λιγέως ἀγορητοῦ (Ἰλιάς Β 246), ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι διαποτίζεται από το υπονομευτικό πνεύμα της ειρωνείας, τον φέρνει κοντά στον ευφραδή Νέστορα- ωστόσο, παραμένει μια απολύτως αντιηρωϊκή μορφή, που κάθε άλλο παρά καταφέρνει να κερδίσει την εκτίμηση των συμπολεμιστών του.
 
Κλασικοί χρόνοι
 
Η γέννηση της ρητορικής
 
Μέσα στο πρώτο μισό του 5ου αι. π.Χ. στις ελληνικές αποικίες της Σικελίας ξεσπούν πολιτικές αναταραχές που οδηγούν σε ανατροπή της τυραννίας: το 471 π.Χ. η δυναστεία του Θήρωνα στον Ακράγαντα φτάνει στο τέλος της, ενώ το 463 π.Χ. ο Ιέρωνας χάνει την εξουσία του στις Συρακούσες. Οι πολίτες είναι πια ελεύθεροι να διεκδικήσουν σε μια σειρά από δίκες τις περιουσίες που είχαν καταπατήσει οι τύραννοι των πόλεων. Οι Έλληνες είχαν ανέκαθεν έμφυτη προδιάθεση προς τον λόγο και ενδιαφέρον για την επικοινωνία μέσα από συζητήσεις -ο Όμηρος είναι αδιάψευστος μάρτυρας- τώρα όμως διαμορφώνονται και οι πολιτικές συνθήκες που ευνοούν την εκφορά δημόσιου λόγου και την ανάδειξη των ικανών ρητόρων σε πρόσωπα με πολιτική και κοινωνική δύναμη.
 
Η γέννηση της τέχνης του λόγου συνδέεται κατά την παράδοση με ονόματα Σικελών: του φιλόσοφου Εμπεδοκλή από τον Ακράγαντα, του Κόρακα και του Τ(ε)ισία από τις Συρακούσες - τους δύο τελευταίους συνδέει σχέση δασκάλου-μαθητή. Σύμφωνα με τον Διογένη τον Λαέρτιο (8.57) ο Αριστοτέλης ανέφερε στον διάλογό του Σοφιστής ότι ευρετής της ρητορικής ήταν ο Εμπεδοκλής. Τα ονόματα πάλι του Κόρακα και του Τ(ε)ισία συσχετίζονται με τη συγγραφή ενός εγχειριδίου διδασκαλίας της ρητορικής (Κικέρων, Brutus 12.46). Κατά τη μαρτυρία του Πλάτωνα (Φαῖδρος 273a6-273c9) και του Αριστοτέλη (Ῥητορική 2.14.1402a17-23) -ο πρώτος κάνει λόγο για τον Τ(ε)ισία, ο δεύτερος για τον Κόρακα- φαίνεται πως ασχολήθηκαν με την απόδειξη βάσει ενδείξεων ή τον συλλογισμό που στηρίζεται στο πιθανόν, το εἰκός. Άλλωστε οι ανεκδοτολογικού τύπου ιστορίες για τις οικονομικές οφειλές του Τ(ε)ισία στον δάσκαλό του αποδεικνύουν πως οι τεχνήεντες συλλογισμοί, οι λεγόμενες «σοφιστείες» (τα φαινόμενα εἰκότα, αλλά όχι αληθή συμπεράσματα), συνιστούσαν από την αρχή σημαντικό κεφάλαιο της αρχαίας ρητορικής. Στον Κόρακα αποδίδεται εξάλλου και η επινόηση της διαίρεσης του λόγου σε επτά μέρη: προοίμιον, προκατασκευή, προκατάστασις, κατάστασις, ἀγῶνες, παρέκβασις, ἐπίλογος.
 
Σύμφωνα με την παράδοση, ο Εμπεδοκλής θεωρείται δάσκαλος του Γοργία, ενώ ο Τ(ε)ισίας του Λυσία και του Ισοκράτη. Αναρωτιέται βέβαια κανείς πώς θα πρέπει να φανταστούμε τη διδασκαλία της τέχνης του λόγου σε αυτή την πρώιμη εποχή. Το πιθανότερο είναι πως αυτοί οι πρόδρομοι ρητοροδιδάσκαλοι διατύπωναν με βάση την εμπειρική παρατήρηση γενικούς κανόνες· πάνω τους θα στηριζόταν αργότερα η συστηματική διδασκαλία της ρητορικής τέχνης.
 
Μπορεί η ρητορική να γεννήθηκε στη Σικελία, γνώρισε όμως ιδιαίτερη άνθηση στην Αθήνα. Η πόλη περνά κατά τον 5ο και τον 4ο αι. μέσα από διάφορες ιστορικές και πολιτικές περιπέτειες: σε συμμαχία με τους Σπαρτιάτες καταφέρνει να κατατροπώσει τους Πέρσες επιδρομείς. Αποκτά έτσι δύναμη πάνω στους συμμάχους της. Στο τέλος συγκρούεται με τη Σπάρτη. Μετά την ήττα στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, την εγκαθίδρυση του ολιγαρχικού καθεστώτος και, τέλος, την κατάρρευσή του, έχουμε την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Κάτω από αυτές τις συνθήκες η συμβουλευτική ρητορεία, που ενεργοποιείται κάθε τόσο και την οποία αναλαμβάνουν πρόσωπα που θα πρέπει να στηριχθούν στην προσωπική τους ικανότητα και ευχέρεια και όχι σε κοινωνικούς μηχανισμούς για να πείσουν το κοινό τους, εξελίσσεται σε υψηλή τέχνη. Άνθηση όμως γνωρίζουν και τα δύο άλλα είδη λόγων: οι δικανικοί και οι πανηγυρικοί. Σε αυτή την κυριαρχία του λόγου στη ζωή της πόλης παραπέμπει αυτόματα τον αναγνώστη η σκηνή από τον Γοργία του Πλάτωνα, όπου ο Σωκράτης ρωτά τον ομώνυμο δάσκαλο της ρητορικής ποιό είναι το μεγαλύτερο αγαθό που κατά τους δικούς του ισχυρισμούς προσφέρει ο ίδιος στους ανθρώπους, κι εκείνος του απαντά με ενθουσιασμό: Ὅπερ ἐστίν, ὦ Σώκρατες, τῇ ἀληθείᾳ μέγιστον ἀγαθὸν καὶ αἴτιον ἅμα μὲν ἐλευθερίας αὐτοῖς τοῖς ἀνθρώποις, ἅμα δὲ τοῦ ἄλλων ἄρχειν ἐν τῇ αὑτοῦ πόλει ἑκάστῳ. (Γοργίας 452d5-8) («Αυτό, Σωκράτη, που είναι πράγματι το μεγαλύτερο αγαθό και ταυτόχρονα η αιτία και για την ελευθερία των ίδιων των ανθρώπων και για την εξουσία του καθενός πάνω στους άλλους στο πλαίσιο της πόλης του».). Στο μυαλό του ο Γοργίας έχει, όπως εξηγεί στη συνέχεια, την πειθώ, τη δύναμη και την ευχέρεια να προσεταιρίζεται κανείς με τον λόγο του το κοινό του στο δικαστήριο, στο βουλευτήριο, στην εκκλησία του Δήμου ή σε όποια άλλη συνέλευση των πολιτών (452e1-4).