Κυριακή, 22 Ιουλίου 2018

Ρητορεία και ρητορική: Σχολές-Εκπαίδευση (έως τον 1ο αι. μ.Χ.)

Σχολές ρητορικής στην αρχαιότητα

Ο όρος «σχολή» χρησιμοποιείται εδώ με διττή σημασία: σημαίνει τόσο την οργανωμένη διδασκαλία της ρητορικής από ένα δάσκαλο βάσει συγκεκριμένου προγράμματος σε συγκεκριμένο και σταθερό χώρο που ανήκει, ελέγχεται και διοικείται από τον ίδιο, όσο και γενικότερα τη διδασκαλία που ακολουθεί συγκεκριμένη μέθοδο και στηρίζεται σε συγκεκριμένες αρχές που της δίνουν ιδιαίτερο και ξεχωριστό χαρακτήρα.
 
Κατά τους πρώτους χρόνους της ρητορικής διδασκαλίας το μάθημα δεν γίνεται στο πλαίσιο μιας σχολής με την πρώτη από τις δύο αυτές σημασίες, αλλά έχει καθαρά ιδιωτικό χαρακτήρα. Ο Αθηναίος Ισοκράτης είναι πιθανότατα ο πρώτος που ιδρύει σχολή ρητορικής, το 390 π.Χ. H σχολή του μάλιστα μπορεί να θεωρηθεί ως ένα από τα σημαντικότερα εκπαιδευτικά κέντρα της ελληνικής αρχαιότητας και λόγω της επιρροής που άσκησε στους μεταγενέστερους. Ο ιδρυτής της πιστεύει ότι προσφέρει στους μαθητές του συνολικότερη παιδεία, στην οποία κορυφαία θέση κατέχουν οι φιλοσοφικές σπουδές και η Ηθική.
 
Τέσσερα χρόνια μετά το εγχείρημα του Ισοκράτη, το 386 π.Χ., ο Πλάτωνας θα ιδρύσει την Ακαδημία, κατά μια άποψη, για να απαντήσει δυναμικά στις θέσεις εκείνου, που πιθανόν να επέκρινε τη σωκρατική διδασκαλία για τη μικρή της πρακτική αξία και σημασία, ενώ διακρινόταν παράλληλα από έναν σκεπτικισμό σε ό,τι αφορά το θέμα της δυνατότητας κατάκτησης της απόλυτης γνώσης. Η βάση της κριτικής του Πλάτωνα συνοψίζεται στη θέση ότι οι δάσκαλοι της ρητορικής μέχρι την εποχή του δεν αποβλέπουν στην καλλιέργεια της ψυχής του ανθρώπου, ενώ αυτός θα πρέπει να είναι ο στόχος της ρητορικής, αν η τέχνη αυτή θέλει να γίνει αποδεκτή. Στην Ακαδημία θα διδάξει ρητορική και ο Αριστοτέλης. Ωστόσο, το 335 π.Χ. ο Αριστοτέλης θα ιδρύσει -στον αντίποδα της Ακαδημίας- τη δική του σχολή, τον Περίπατο.
 
Μέσα στους ελληνιστικούς χρόνους στρέφει το ενδιαφέρον της προς τη ρητορική και η Στοά: στο πλαίσιό της ο Κλεάνθης από την Άσσο (330-232 π.Χ.) και ο Χρύσιππος από τους Σόλους (περ. 280 - περ. 205 π.Χ.) πραγματεύονται ρητορικά θέματα.
 
Κατά τους ελληνιστικούς χρόνους διαχωρίζεται η διδασκαλία της ρητορικής από τη διδασκαλία της γραμματικής. Η δεύτερη σημαίνει ανάγνωση και ερμηνεία των ποιητών, η πρώτη διδασκαλία του λόγου, που προέβλεπε και την ανάγνωση κάποιων πεζογράφων. Βεβαίως, ο Σουητώνιος (γενν. περ. το 70 μ.Χ.) κάνει λόγο για τη διδασκαλία της ρητορικής από γραμματικούς (veteres grammatici et rhetoricam docebant, «οι αρχαίοι γραμματικοί δίδασκαν και ρητορική», Σουτώνιος, De grammaticis et rhetoribus 4.6). Αναφέρεται όμως σε εποχή κατά την οποία στη Ρώμη δεν σύχναζαν έλληνες δάσκαλοι.
 
Μολονότι οι ασιανικές τάσεις δεν εκδηλώνονται ως «σχολή» με συγκεκριμένη έδρα, στην Πέργαμο της Μικράς Ασίας αναπτύσσεται μια «αντι-ασιανική» διδασκαλία κιόλας από τον 2ο αι. π.Χ. Άλλωστε η πόλη διατηρεί στενές σχέσεις με την Αθήνα και την Ακαδημία και αργότερα με τους στωικούς φιλοσόφους, που επίσης έχουν σχέση με την πλατωνική Ακαδημία. Έτσι είναι δυνατή η επιρροή των αττικιστικών τάσεων πολύ περισσότερο εδώ απ' ό,τι σε άλλες περιοχές. Μάλιστα, στην Πέργαμο η δραστηριότητα του φιλολόγου-γραμματικού διασταυρωνόταν πολύ περισσότερο με εκείνη του δασκάλου της ρητορικής, ακόμη κι αν δεν μπορεί να αποδειχτεί -και είναι μάλλον απίθανο να συνέβαινε- ότι η γραμματική και η ρητορική διδάσκονταν από τα ίδια πρόσωπα, πράγμα που ισχύει για τη Ρόδο.
 
Μέσα στον 2ο και τον 1ο αι. π.Χ. στη Ρώμη προσφέρονται ιδιωτικά μαθήματα ρητορικής σε πλούσιους Ρωμαίους από οικοδιδασκάλους, κατά βάσιν Έλληνες απελεύθερους. Μάλιστα τα ελληνικά είναι η συνήθης γλώσσα διδασκαλίας για τη ρητορική. Ο πρώτος Ρωμαίος που ίδρυσε και διηύθυνε σχολή με αντικείμενο τη σύνταξη και εκφώνηση λόγου στα λατινικά ήταν ο Λεύκιος Πλώτιος Γάλλος (Lucius Plotius Gallus). Ωστόσο, με διάταγμα των δύο τιμητών του 92 π.Χ., του Λεύκιου Λικίνιου Κράσσου (Lucius Licinius Crassus) και του Δομίτιου Αηνόβαρβου (Gnaeus Domitius Ahenobarbus), η λειτουργία αυτής της σχολής ουσιαστικά απαγορεύτηκε με τη δικαιολογία ότι η μέθοδός της ήταν αντίθετη προς τα ήθη και τα έθιμα του ρωμαϊκού λαού. Πιθανότατα όμως οι λόγοι της έκδοσης του διατάγματος των τιμητών ήταν πολιτικοί: η ρητορική εκπαίδευση έπρεπε να περιοριστεί στις ρωμαϊκές οικογένειες που είχαν τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσουν για τα παιδιά τους την πολύχρονη εκμάθηση των Ελληνικών, αφού το διάταγμα ουσιαστικά θεωρούσε αντίθετη προς τις ρωμαϊκές αρχές τη διδασκαλία της ρητορικής στα λατινικά. Άλλωστε ο Πλώτιος ανήκε στην παράταξη του Μάριου, την παράταξη των populares («λαϊκών»).
 
Την ίδια εποχή (στις αρχές του 1ου αι. π.Χ.) ο Απολλώνιος από τα Αλάβανδα (γνωστός ως Απολλώνιος Μόλων) ιδρύει στη Ρόδο ρητορική σχολή, που τηρεί απέναντι στις ασιανικές τάσεις μετριοπαθέστερη στάση. Κατά τη μαρτυρία του Κικέρωνα, ο Μόλωνας τού δίδαξε πώς να αυτοπειθαρχεί και να συγκρατεί τη νεανική του ορμή (Brutus 91.316). Στους επιφανείς μαθητές του Μόλωνα ανήκει και ο Ιούλιος Καίσαρας.
 
Τον 1ο αι. π.Χ. ο Απολλόδωρος από την Πέργαμο (105-23 π.Χ.) ζει και δρα στη Ρώμη και ως δάσκαλος του Αυγούστου. Θεωρείται ο εισηγητής του αττικιστικού κλασικισμού. Υπήρξε ο ιδρυτής μιας ιδιαίτερα πλούσιας σε επιρροές σχολής ρητόρων, των λεγόμενων «Απολλοδωριανών», ο αντίποδας στην οποία ήταν η Σχολή του Θεόδωρου από τα Γάδαρα της Συρίας. Η αντιπαλότητά τους εκπορευόταν από τις διαφορετικές τους απόψεις για τη ρητορική: κατά τον Απολλόδωρο πρόκειται για επιστήμη, κατά τον Θεόδωρο για τέχνη. Εκπροσωπούσαν άλλωστε την αντίθεση μεταξύ αναλογίας, που υποστήριζε ο Απολλόδωρος, και ανωμαλίας, που επιδοκίμαζε ο Θεόδωρος. Ο πρώτος λοιπόν φαίνεται πως έκλινε προς την επιβολή ενός αυστηρού κανονιστικού ρητορικού συστήματος, προκειμένου να επιτύχει κανείς ως ρήτορας ικανοποιητικά αποτελέσματα, ενώ ο δεύτερος άφηνε περιθώρια στην ελεύθερη και φυσική έμπνευση.
 
Στα χρόνια του αυτοκράτορα Βεσπασιανού ιδρύεται στη Ρώμη έδρα ρητορικής με χρηματοδότηση από το κρατικό θησαυροφυλάκιο. Ο πρώτος κάτοχός της είναι ο Μάρκος Φάβιος Κοϊντιλιανός (Marcus Fabius Quintilianus), που αποσύρθηκε από τα διδακτικά του καθήκοντα γύρω στα 90 μ.Χ., μετά από είκοσι χρόνια διδασκαλίας.

Διδακτικά εγχειρίδια της αρχαίας ρητορικής

Σε προηγούμενα λήμματα έγινε αναφορά στα πλέον σημαντικά εγχειρίδια διδασκαλίας της αρχαίας ρητορικής που μας έχουν σωθεί από την αρχαιότητα: στο έργο του Αριστοτέλη, του Κικέρωνα, του Κοϊντιλιανού. Στο προκείμενο λήμμα οι γνώσεις αυτές θα συμπληρωθούν με την παρουσίαση κάποιων ακόμη αξιομνημόνευτων σταθμών στην ιστορία της ανάπτυξης του συστήματος της αρχαίας ρητορικής και της διδασκαλίας της.
 
Για την ονομασία των διδακτικών ρητορικών εγχειριδίων χρησιμοποιείται ο γενικός όρος τέχνη (ρητορική/λόγων)/τεχνογραφία/τεχνολογία, που όμως, για μεγάλο διάστημα, δεν σημαίνει αποκλειστικά το διδακτικό εγχειρίδιο αλλά και το ίδιο το κείμενο με το οποίο οι σοφιστές, οι δάσκαλοι της ρητορικής, επιδίωκαν να προκαλέσουν το ενδιαφέρον του κοινού και να προσελκύσουν μαθητές. Τα πρώτα συγγράμματα ρητορικής, οι πρώτες τέχναι, συνδέονται με τα ονόματα των Σικελών εισηγητών της ρητορικής, του Κόρακα και του Τ(ε)ισία - τα συγκεκριμένα έργα δεν έχουν διασωθεί. Τέχναι, που επίσης δεν σώζονται, αποδίδονται από την παράδοση και στον Γοργία, στον Θρασύμαχο, στον Αντιφώντα τον Ραμνούσιο και στον Ισοκράτη. Γενικά, τα συγγράμματα θεωρίας της τέχνης που έχουμε από την αρχαιότητα είναι ελάχιστα σε σχέση με την παραγωγή που υποθέτουμε βάσιμα ότι υπήρξε. Φαίνεται όμως πως η (Τέχνη) Ῥητορική του Αριστοτέλη έδωσε νέα σημασία στον συγκεκριμένο όρο, που σήμαινε πια την πραγματεία συστηματικού χαρακτήρα. Είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία του Κικέρωνα (De inventione 2.2.6-7) ότι ο Αριστοτέλης παρουσίασε σε άλλο δικό του έργο -ο Διογένης ο Λαέρτιος κάνει λόγο για την Ἐπιτομὴν τῶν ῥητόρων (2.104)- (Το έργο είναι γνωστό και με τον τίτλο Συναγωγὴ τεχνῶν) με αριστοτεχνικό τρόπο, ευσύνοπτα και με επιμέλεια τα τεχνικά εγχειρίδια που είχαν προηγηθεί από τη δική του Ῥητορική, ώστε οι μεταγενέστεροι να ανατρέχουν σε αυτή τη σύνοψη, όχι μόνο για να γνωρίσουν τις αριστοτελικές θέσεις αλλά και τις θέσεις όσων προηγήθηκαν από τον Αριστοτέλη.
 
Εξάλλου στους Σοφιστικοὺς ἐλέγχους του (183b29-33) ο Αριστοτέλης αναφέρει ότι μετά τον Τ(ε)ισία προήγαγαν και ανέπτυξαν την τέχνη και άλλοι δάσκαλοί της, όπως ο Θρασύμαχος και αργότερα ο Θεόδωρος. Όσοι ασχολήθηκαν με τους εριστικούς λόγους διδάσκοντάς τους αντί τιμήματος ακολουθούσαν τη μέθοδο του Γοργία και όσα εκείνος όριζε στο δικό του εγχειρίδιο. Χαρακτηριστικό της διδασκαλίας των συγκεκριμένων δασκάλων κατά τον Αριστοτέλη ήταν ότι ήταν ταχεία και ταυτόχρονα ἄτεχνος, αφού οι υποτιθέμενοι δάσκαλοί της δεν δίδασκαν την τέχνη, αλλά τα προϊόντα της.
 
Στο πλαίσιο όμως της ρητορικής διδασκαλίας θα πρέπει να ενταχθούν και πραγματείες κριτικής του ύφους, αφού μέρος αυτής της διδασκαλίας αποτελούσε η προσεκτική μελέτη και ανάλυση του ύφους αρχαιότερων κειμένων (ποιητικών και πεζών), η φιλολογική τους, θα λέγαμε, πραγμάτευση με βάση κατηγορίες της γραμματικής. Τέτοια έργα είναι το Περὶ ἑρμηνείας, που αποδίδεται στον Δημήτριο τον Φαληρέα, τα κείμενα του Διονυσίου του Αλικαρνασσέα, το Περὶ ὕψους του Ψευδο-Λογγίνου.
 
Το παλαιότερο σωζόμενο διδακτικό εγχειρίδιο ρητορικής από την αρχαιότητα ανάγεται στο τέλος της περιόδου της σοφιστικής κίνησης και τοποθετείται γύρω στα 340 π.Χ. Το συνοδεύει μια ψευδεπίγραφη επιστολή που υποτίθεται πως απευθύνει ο Αριστοτέλης στον Αλέξανδρο. Υπό την προστασία του μεγάλου ονόματος το σύγγραμμα διασώθηκε μαζί με τη γνήσια Ῥητορικὴ του Αριστοτέλη ως η Ῥητορικὴ πρòς Ἀλέξανδρον (Rhetorica ad Alexandrum). O ρωμαίος ρητοροδιδάσκαλος Κοϊντιλιανός κάνει λόγο για ένα εγχειρίδιο του Αναξιμένη από τη Λάμψακο στο οποίο διακρίνονταν επτά είδη λόγου. Πρόκειται για τα είδη που γνωρίζει και η Ῥητορικὴ πρòς Ἀλέξανδρον. Το έργο θα μπορούσε λοιπόν να είναι του Αναξιμένη, ενός νεότερου σύγχρονου του Ισοκράτη. Δεν έχουμε πληροφορίες για τον βίο του. Είχε πιθανότατα κάποια σχέση με τον μακεδονικό βασιλικό οίκο και αφιέρωσε από ένα ιστορικό σύγγραμμα στον Φίλιππο Β΄ και στον Αλέξανδρο Γ΄.
 
Στο πρώτο τμήμα του έργου (κεφ. 1-5) παρουσιάζονται τα επτά είδη λόγου. Δίπλα στα συνήθη έξι (τον προτρεπτικό και τον αποτρεπτικό παραινετικό λόγο, το εγκώμιο και τον ψόγο, τον καταγγελτικό λόγο [κατηγορικός] και τον υπερασπιστικό [ἀπολογικός]) εμφανίζεται ως έβδομος ο εξεταστικός λόγος, που έχει ως αντικείμενο την ανάδειξη των αντιφάσεων και των αναντιστοιχιών που διακρίνουν τον λόγο ή το πρόσωπο που εξετάζεται (αν, για παράδειγμα, κάποιος υποστηρίζει τώρα ό,τι είχε απορρίψει στο παρελθόν ή επιλέγει κάτι αντίθετο προς ό,τι είχε επιλέξει στο παρελθόν). Το δεύτερο τμήμα πραγματεύεται τις αποδείξεις (κεφ. 6-28) (γίνεται λόγος, για παράδειγμα, για το εἰκός, τα τεκμήρια, τα ἐνθυμήματα) όπως και το ύφος. Το τρίτο τμήμα έχει ως θέμα τα μέρη του λόγου (κεφ. 29-38), όπως και τα επιχειρήματα που είναι κατάλληλα για το καθένα από αυτά. Το γεγονός ότι στο συγκεκριμένο έργο δεν γίνεται αναφορά στη θεωρία των στάσεων του Ερμαγόρα, αποτελεί τεκμήριο για την τοποθέτησή του σε προγενέστερη περίοδο.
 
Το συγκεκριμένο εγχειρίδιο δίνει μια εικόνα για το ποιόν των ανθρώπων εναντίον των οποίων στράφηκε με οξύτητα τόσο ο Ισοκράτης όσο και ο Πλάτωνας. Η διδασκαλία του Αναξιμένη είναι αυστηρά σχετικιστική και μαρτυρεί τον καθαρό οπορτουνισμό του. Πρόκειται για έναν «τυφλοσούρτη», όπου καταγράφεται ένα πλήθος περιπτώσεων που έχει να τιθασεύσει ένας ρήτορας και προσπαθεί να προσφέρει για καθεμία από αυτές ένα πλήθος επιχειρημάτων, που όμως δεν διακρίνονται ούτε αξιολογούνται. Αυτό που προέχει είναι η επίτευξη του στόχου που έχει θέσει ο ομιλητής. Από την άποψη αυτή η διδασκαλία του Αναξιμένη δίνει την εντύπωση ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να κάνει ό,τι μπορεί, για να πείσει, αρκεί να μη χρησιμοποιήσει βία και βεβαίως να διαθέτει ταλέντο.
 
Για μια ιδιαίτερα μακρά περίοδο -από την εποχή του Αριστοτέλη μέχρι τους χρόνους που ξεκινά η εμφάνιση των λατινικών πηγών (λίγο μετά το 90 π.Χ.)- δεν έχουμε άμεση παράδοση ρητορικών συγγραμμάτωνˑ εξαίρεση αποτελεί το σύγγραμμα Περὶ ἑρμηνείας, του οποίου βεβαίως η χρονολόγηση ερίζεται, όπως άλλωστε και η πατρότητα.
 
Το αρχαιότερο λατινόγλωσσο εγχειρίδιο ρητορικής που μας έχει παραδοθεί ολόκληρο από την περίοδο της ρωμαϊκής κυριαρχίας, είναι η Rhetorica ad Herennium (Ῥητορικὴ πρòς Ἑρέννιον), που εκτείνεται σε τέσσερα βιβλία. Παλαιότερα το έργο αποδιδόταν στον Κικέρωνα. Τοποθετείται στις αρχές του 1ου αι. π.Χ., πιθανόν γύρω στο 80. Ίσως μάλιστα είναι έργο μαθητή της πρώτης και βραχύβιας ρωμαϊκής ρητορικής σχολής, της σχολής του Πλώτιου. Πραγματεύεται ολόκληρη τη ρητορική θεωρία δίνοντάς της την εξωτερική μορφή που έχει από την εποχή της αριστοτελικής Ῥητορικῆς. Το έργο αντλεί από προγενέστερες ελληνικές πηγές, αν και υπάρχουν εμφανή σημεία απόκλισής του από την ελληνική παράδοση: ο συγγραφέας αντιδρά στην υπέρμετρη συσσώρευση κανόνων (1.1), δίπλα στα παραδοσιακά μυθολογικά θέματα (που χαρακτηρίζουν το ελληνικό μάθημα, 1.17, 1.25 - και στα δύο χωρία η σύνθεση λόγου αφορά πτυχές του μύθου του Ορέστη) καταγράφονται θέματα από τον ρωμαϊκό βίο, όπως το θέμα της δολοφονίας του Π. Σουλπικίου, όπου ο κατηγορούμενος ομολογεί ότι διέπραξε τον φόνο, ισχυρίζεται όμως ότι το έκανε με εντολή των υπάτων, που μάλιστα του υπέδειξαν και τον τρόπο της δολοφονίας (1.25). Εδώ καταγράφεται εξάλλου η διάκριση τριών ειδών ύφους (χαρακτῆρες τοῦ λόγου, τῆς λέξεως): μεγαλοπρεπές ή βαρύ είδος (genus grave), μέσον είδος (genus mediocre), ἰσχνόν είδος (genus adtenuatum) (4.16).
 
Στους πιο σημαντικούς ρητοροδιδάσκαλους της αυτοκρατορικής περιόδου ανήκει ο Ερμογένης από την Ταρσό της Κιλικίας (περ. 160 - περ. 240), για τον οποίο έχουμε ελάχιστες πληροφορίες. Μετά από μια λαμπρή αλλά σύντομη καριέρα ως ρήτορας, αφοσιώθηκε στη συγγραφή τεχνικών συγγραμμάτων. Ανάμεσά τους υπάρχουν μη γνήσια έργα, γνήσια όμως θεωρούνται το Περὶ στάσεων -βρίσκεται κάτω από την επιρροή του Ερμαγόρα- και το Περὶ ἰδεῶν, που αναφέρεται σε θέματα ύφους. Η πατρότητα των Προγυμνασμάτων, του Περὶ εὑρέσεως και του Περὶ μεθόδου δεινότητος έχει αμφισβητηθεί. Η βασική καινοτομία του έγκειται στην αντιμετώπιση της ρητορικής ως επιστήμης που φθάνει στην απόλυτη αφαίρεση. Χαρακτηριστική είναι η εισήγηση επτά αφηρημένων υφολογικών δυνατοτήτων, που χαρακτηρίζονται από τον Ερμογένη ως ἰδέαι: σαφήνεια, κάλλος, μέγεθος, γοργότης, ἦθος, ἀλήθεια και δεινότης. Η τελευταία μορφή ύφους χαρακτηρίζεται ως τέλεια, γιατί προκύπτει από τον συνδυασμό των υπολοίπων. Τα έργα του Ερμογένη γνώρισαν μεγάλη απήχηση κυρίως από τον 5ο αι. και εξής. Οι βυζαντινοί συνέταξαν γι' αυτά προλεγόμενα, σχόλια και υπομνήματα.
 
Στο έργο του De doctrina christiana (Περί της χριστιανικής παιδείας) ο Αυγουστίνος, Πατέρας της Καθολικής Εκκλησίας, θέτει την αρχαία ρητορική στην υπηρεσία της ερμηνείας και της διδασκαλίας της Αγίας Γραφής: η ρητορική αποκαλύπτει και μεταφέρει τον αληθή λόγο του Θεού. Σε αυτή την περίπτωση η αρχαία τέχνη προσφέρει τη θεωρία όχι πια για τη σύνθεση λόγου, αλλά αποκλειστικά για την ερμηνεία ενός (ιερού) κειμένου.
 
Η εκπαίδευση του ρήτορα
 
Μπορεί η γέννηση της ρητορικής τέχνης να συνδέεται με τα ονόματα των Σικελών Τ(ε)ισία και Κόρακα, ωστόσο η υποτυπώδης διδασκαλία σύνθεσης λόγου πρέπει πιθανότατα να αναχθεί σε πολύ παλαιότερη εποχή. Ενδεχομένως μάλιστα αυτή η πρώιμη διδασκαλία να περιλάμβανε την ακρόαση μεγαλύτερων σε ηλικία ομιλητών και την απομνημόνευση μοτίβων, αποφθεγμάτων αλλά και θεμάτων (μύθων, ιστορικών παραδειγμάτων και παροιμιών), που θα πρέπει υπό αυτή την έννοια να τα φανταστούμε σαν προδρόμους των μεταγενέστερων συλλογών ρητορικών τόπων. Σε κάθε περίπτωση, η προσεκτική και επιμελής σύνθεση λόγου είναι γνωστή και πριν από το δεύτερο τέταρτο του 5ου αι., αυτή την εποχή όμως ο λόγος και η σύνταξή του για την επίτευξη συγκεκριμένου στόχου αναδεικνύονται σε ειδικό θέμα που απαιτεί αυτόνομη πραγμάτευση, μέθοδο και τέχνη.
Μέσα στον πέμπτο αιώνα η διδασκαλία στηρίζεται από τη μια σε σύντομα, πιθανότατα, τεχνικά εγχειρίδια που έχουν κανονιστικό χαρακτήρα και δίνουν κατευθύνσεις για τα συμβατικά μέρη του λόγου -το σύστημα της τέχνης δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί σε βάθος-, κι από την άλλη στην απομνημόνευση πρότυπων ομιλιών που συντάσσουν οι δάσκαλοι της ρητορικής, οι σοφιστές, πάνω σε θέματα της μυθολογίας και της ποίησης, της ηθικής και της πολιτικής - οι λόγοι αυτοί καταγράφονται, προκειμένου να διευκολύνεται η μελέτη και η απομνημόνευση. (Στην εποχή του Κικέρωνα τέτοιου είδους λόγοι είναι γνωστοί ως loci communes (κοινοί τόποι) (Κικέρων, Brutus 12.46-47). Η μαθητεία ήταν πολύμοχθη και διαρκούσε τρία ή και τέσσερα χρόνια.
 
Κατά τους ελληνιστικούς χρόνους η ελληνόφωνη διδασκαλία της ρητορικής αποκτά πιο συστηματικό χαρακτήρα. Η ρητορική εκπαίδευση, που στηρίζεται μεταξύ άλλων στη μελέτη κυρίως της πεζογραφίας αλλά και ποιητικών κειμένων (Σύμφωνα με τον Κοϊντιλιανό την επίβλεψη της ανάγνωσης των κειμένων από τους μαθητές, όπως και βασικά σχόλια για τη γλώσσα των κειμένων αναλάμβαναν στην περίπτωση της ρητορικής διδασκαλίας από Έλληνες βοηθοί των ρητοροδιδασκάλων (adiutores, Κοϊντιλιανός, Institutio oratoria 2.5.3-4). Η μελέτη των γραπτών κειμένων μπορεί να επαναληφθεί πολλές φορές. Η επαναλαμβανόμενη ανάγνωση βοηθά στην εντύπωση του κειμένου στη μνήμη και, τελικά, οδηγεί στη μίμησιν (imitatio) (Κοϊντιλιανός, Institutio oratoria 10.1.19), και προετοιμάζει για την είσοδο των μαθητευόμενων στον δημόσιο βίο, καλύπτει ένα από τα υψηλότερα στάδια της εκπαίδευσης των νέων· άλλωστε κιόλας από την εποχή του Ισοκράτη αποτελεί τη βασική μορφή ανώτερης εκπαίδευσης. Γύρω από τους σοφιστές ή ρήτορες, τους ρητοροδιδάσκαλους, συγκεντρώνεται ένα πλήθος μαθητών, που αποτελούν τη λεγόμενη φατρία, τον χορό, την αγέλη, τον θίασο. Προηγείται χρονικά η διδασκαλία της γραμματικής, που προβλέπει επίσης ανάγνωση και ερμηνεία λογοτεχνικών κειμένων. Οι φιλοσοφικές σπουδές αποτελούν το επιστέγασμα αυτής της υψηλής παιδείας. Ελάχιστοι όμως είναι εκείνοι που επιλέγουν να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους και σε αυτήν την εξαιρετικά δύσβατη περιοχή.
 
Οι Ρωμαίοι, που βρίσκονται κιόλας από τον 2ο αι. π.Χ. κάτω από ισχυρή ελληνική επίδραση, έχουν τη δική τους ρητορική παράδοση. Άλλωστε στη Ρώμη, όπως και στην Ελλάδα, ο πολιτικός άνδρας θα πρέπει να μπορεί να συγκινήσει το πλήθος, για να κατευθύνει την ψήφο του στις λαϊκές συνελεύσεις ή στη Σύγκλητο, να ενθαρρύνει το στράτευμά του, να πείσει στο δικαστήριο για το δίκιο του πελάτη του (cliens). Ωστόσο, η ρητορική εκπαίδευση των Ρωμαίων στηρίζεται καταρχήν στην ελληνική ρητορική παράδοση και αποτελεί για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα προνόμιο των λίγων που είναι σε θέση να μάθουν ελληνικά. Οι οικογένειες που έχουν τη σχετική ευχέρεια εμπιστεύονται τη ρητορική εκπαίδευση των τέκνων τους σε έναν εξειδικευμένο δάσκαλο, που ονομάζεται κανονικά rhetor - κάποτε και orator. Οι Ρωμαίοι όμως που επιθυμούν να σταδιοδρομήσουν στην πολιτική σκηνή ή να κάνουν καριέρα ως νομομαθείς προσκολλώνται κατά βάσιν σε κάποιον επιφανή συμπατριώτη τους, τον οποίο παρακολουθούν να παρέχει τις νομικές συμβουλές του στο Φόρουμ (Forum Romanum) ή να αγορεύει στις δημόσιες δίκες.
 
Το 93 π.Χ. ο L. Plotius Gallus θα ιδρύσει την πρώτη ρητορική σχολή στη Ρώμη. Η διδασκαλία γινόταν εδώ στα λατινικά - πρόκειται για σημαντική καινοτομία. Οι τιμητές όμως της επόμενης χρονιάς κλείνουν με διάταγμά τους τη σχολή με τη δικαιολογία ότι το πρόγραμμά της δεν συνάδει προς τη ρωμαϊκή παράδοση και ότι αμβλύνει το πνεύμα και φθείρει τα ήθη των νεαρών Ρωμαίων, γιατί τους διδάσκει το θράσος και την αναισχυντία (Κικέρων, De oratore 3.93-95). Ωστόσο, είναι πολύ πιθανό ότι η συγκεκριμένη απόφαση είχε πολιτικά κίνητρα, αφού φαίνεται πως οι τιμητές ήθελαν να προβάλουν αντίσταση στη φιλολαϊκή παράταξη του Μάριου, που πιθανότατα υποστήριζε ο Πλώτιος Γάλλος. Σταδιακά βεβαίως τα λατινικά θα περάσουν στο μάθημα ρητορικής, στο πλαίσιο του οποίου προς το τέλος του 1ου αι. π.Χ. διαβάζονται έργα του Βιργίλιου, του Κικέρωνα και άλλων.
Το αργότερο από το 100 π.Χ. -πιθανόν κιόλας από την εποχή της Σχολής του Ισοκράτη (390 π.Χ. και μετά)- εισάγονται στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα των επίδοξων ρητόρων οι προπαρασκευαστικές ασκήσεις, δηλ. τα προγυμνάσματα, που έχουν διάφορους τύπους: μῦθος, διήγημα, χρεία, γνώμη, ἀνασκευή, κατασκευή, (κοινός) τόπος, ἐγκώμιον, ψόγος, σύγκρισις, προσωποποιία (ἠθολογία, ἠθοποιία), ἔκφρασις, θέσις, νόμος (νόμου εἰσφορά). Οι Ρωμαίοι ακολουθούν και εκείνοι τα ελληνικά πρότυπα. Η εξάσκηση στα προγυμνάσματα εφοδίαζε τους επίδοξους ρήτορες με ένα πλήθος τεχνικών παρουσίασης και επιχειρηματολογίας, με διάφορες εύπλαστες φόρμες πάνω στις οποίες θα μπορούσαν να δομήσουν τις δικές τους συνθέσεις, επιπλέον με ένα σύνολο από έτοιμες αφηγήσεις, πορτρέτα, ιδέες και αξίες που θα μπορούσαν να επικαλεστούν. Μια εικόνα των προγυμνασμάτων παρέχει και πάλι ο Κοϊντιλιανός - που μάλιστα συνδέει κάποια από αυτά με τη μαθητεία στον γραμματικό (και όχι στον rhetor, τον ρητοροδιδάσκαλο) (Institutio oratoria1.9.3). Βεβαίως, από τα τέλη του 1ου και τις αρχές του 2ου αι. μ.Χ. έχουμε την πολύτιμη μαρτυρία του Αίλιου Θέωνα, που υποστηρίζει πως αυτές οι ασκήσεις είναι σημαντικές για ιστορικούς, φιλοσόφους και ποιητές. Το βιβλίο του για τα προγυμνάσματα ήταν σε ευρεία χρήση μέχρι το τέλος της αρχαιότητας, παρά το γεγονός ότι το είχαν παραγκωνίσει τα αντίστοιχα έργα του Ερμογένη και του Αφθόνιου.
 
Κιόλας γύρω στα τέλη του 4ου αι. π.Χ., στα χρόνια του Δημήτριου του Φαληρέα, την εποχή δηλαδή που η πολιτική ελευθερία χάνεται με σοβαρές συνέπειες για τη σημασία και την αξία της ρητορικής (Κοϊντιλιανός, Institutio oratoria 2.4.41), εισάγεται στη ρητορική εκπαίδευση η μελέτη: ο όρος σημαίνει κατά βάσιν «άσκηση» και αντιστοιχεί στον λατινικό όρο declamatio. Ωστόσο, ο συγκεκριμένος όρος (declamatio) θα μπορούσε να αποδοθεί στα ελληνικά ως ἀναφώνησις˙ κάποτε αποδίδεται με τον όρο φωνασκία ή και τον όρο ἐπίδειξις - αν ο λόγος ακολουθεί το είδος της επιδεικτικής ρητορείας. Η μελέτη (declamatio) αφορά την ανάπτυξη ενός πρακτικού θέματος με τη μορφή καταρχήν δικανικού ή συμβουλευτικού λόγου και είναι άσκηση προφορικής ομιλίας, η οποία όμως θα πρέπει να στηριζόταν, τουλάχιστον κατά περίπτωση και ανάλογα με την ευχέρεια του ομιλητή, σε μια έστω πρόχειρη γραπτή σύνθεση.
 
Με την declamatio, τη μελέτη, έκλεινε στους ελληνιστικούς χρόνους ο κύκλος των σχολικών ασκήσεων, αν και σε παλαιότερες εποχές φαίνεται πως η ρητορική πραγμάτευση πρακτικών θεμάτων αποτελούσε το πρώτο στάδιο του μαθήματος. Δυστυχώς, τα εγχειρίδια και οι συνθέσεις που διασώθηκαν χρονολογούνται από την αυτοκρατορική περίοδο, με αποτέλεσμα να καταφεύγουμε σε υποθέσεις και εικασίες για το πώς διδασκόταν το συγκεκριμένο θέμα σε παλαιότερη εποχή. Σε κάθε περίπτωση, οι πηγές που διαθέτουμε -οι αγορεύσεις εν είδει αντιλογιών (controversiae, scholasticae controversiae, πλαστοί δικανικοί λόγοι) και οι παραινέσεις (suasoriae, πλαστοί συμβουλευτικοί λόγοι) του Σενέκα του Πρεσβύτερου (55 π.Χ.-40 μ.Χ.), όπως και οι Declamationes που ψευδώς αποδίδονται στον Κοϊντιλιανό- μαρτυρούν με τα παραδείγματα που προσφέρουν ότι πρόκειται για απολύτως φανταστικούς λόγους που απείχαν κατά πολύ από τα δεδομένα της πραγματικότητας.
 
Η σύνθεσή τους εξυπηρετεί εκπαιδευτικούς στόχους, έχουν όμως επιδεικτικό χαρακτήρα - οι μαθητές τούς αποστηθίζουν και τους απαγγέλλουν ενώπιον ακροατηρίου που αποτελείται από τον δάσκαλο, τους συμμαθητές, κάποτε τους γονείς και τους φίλους. Στα θέματά τους πρωταγωνιστούν τύραννοι, απαγωγείς, πειρατές, απόκληροι νέοι. Ωστόσο, θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι γενικά οι δημόσιες αγορεύσεις είχαν θεσπιστεί κιόλας από την εποχή του Αυγούστου από τον Ασίνιο Πολλίωνα (Asinius Pollio)· μάλιστα στα χρόνια που ακολούθησαν επρόκειτο να κυριαρχήσουν στη φιλολογική ζωή της Ρώμης, πράγμα το οποίο άλλωστε ίσχυε και στις ελληνικές πόλεις της Ανατολής. Το ακόλουθο παράδειγμα είναι ενδεικτικό για τον παράδοξο χαρακτήρα των θεμάτων των μελετών: O νόμος ορίζει: μια ιέρεια οφείλει να είναι η ίδια αγνή άσπιλη και να κατάγεται από αγνούς και άσπιλους προγόνους. Μια παρθένα πέφτει στα χέρια πειρατών που την πουλούν σε κάποιον επιχειρηματία. Εκείνος την εκδίδει. Από τους πελάτες της ζητά να σεβαστούν την τιμή της, αλλά να πληρώσουν στον επιχειρηματία την αμοιβή της. Ένας στρατιώτης αρνείται να συμμορφωθεί, προσπαθεί να τη βιάσει και η κοπέλα τον σκοτώνει. Στη συνέχεια παραπέμπεται σε δίκη, αθωώνεται και αποδίδεται στους δικούς της. Κατόπιν όλων αυτών ζητά να γίνει ιέρεια. Η αντιδικία αφορά το συγκεκριμένο αίτημα.
 
Η ελληνόφωνη ρητορική εκπαίδευση προτιμούσε τους πλαστούς παραινετικούς λόγους. Τα θέματά τους λαμβάνονταν από την περιοχή της ιστορίας και της μυθολογίας. Έτσι οι μαθητές καλούνταν να εξασκηθούν στο είδος του πρεσβευτικού λόγου συνθέτοντας, για παράδειγμα, τους λόγους των απεσταλμένων του Αγαμέμνονα στον Αχιλλέα σύμφωνα με το Λ της Ιλιάδας,ή εξασκούνταν στην πολιτική αγόρευση παίρνοντας τον λόγο π.χ. με το προσωπείο του Σόλωνα, για να ζητήσουν την αναβίωση των νόμων του.
 
Κιόλας τον 1ο αι. π.Χ. αλλά κυρίως κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους θεσπίζονται διαγωνισμοί επιδεικτικών λόγων (όπως εγκωμίου είτε σε στίχους είτε σε πεζό λόγο) - τα Παναθήναια, τα Ίσθμια, τα Πύθια. Στην Αθήνα μάλιστα διεξάγονται εφηβικοί διαγωνισμοί.
 
Στους αυτοκρατορικούς χρόνους και μέχρι το τέλος της αρχαιότητας, χρειάζεται κανείς πολυετείς σπουδές, που κάποτε ξεπερνούν την πενταετία, για να διατρέξει από την αρχή ως το τέλος του αυτό το πολυσχιδές σύστημα εκπαίδευσης.
 
Θα κλείσουμε την ειδική αναφορά στην εκπαίδευση του ρήτορα με μια σύντομη παρουσίαση του θέματος των ελευθερίων τεχνών. Από τον Κικέρωνα και, αργότερα, από τον Σενέκα τον Νεότερο έχουμε τη σχετική πληροφορία - ο Κικέρωνας κάνει λόγο για ελευθέριες διδασκαλίες, ελευθέρια μαθήματα(liberales doctrinae), ενώ ο Σενέκας αναφέρεται στις ελευθέριες σπουδές (liberalia studia, εγκύκλιοι τέχναι είναι κατά τον ίδιο ο αντίστοιχος ελληνικός όρος), που ονομάζονται έτσι, όπως αναφέρει, γιατί ταιριάζουν σε ελεύθερο άνθρωπο και είναι πραγματικά «ελεύθερες», αφού διδάσκουν την αρετή (Εpistulae ad Lucilium 88.2, 88.23). Στο σύνολό τους οι συγκεκριμένες σπουδές συνοψίζουν τις γνώσεις ενός καλλιεργημένου Ρωμαίου. Ωστόσο, ο χαρακτηρισμός liberalis, ελευθέριος δίνει προφανώς έμφαση στην κοινωνική τάξη για την οποία προορίζονται οι συγκεκριμένες τέχνες. Πρόκειται για τη γεωμετρία, τη μουσική, τη γνώση των γραμμάτων και των ποιητών (litterarum cognitio et poetarum - η γραμματική και η ρητορική σχετίζονται σαφέστατα με τη συγκεκριμένη διδασκαλία), τη φυσική, την ηθική και την πολιτική φιλοσοφία (illa, quae de naturis rerum, quae de hominum moribus, quae de rebus publicis dicerentur, «όλα εκείνα που μπορούμε να φέρουμε στο μυαλό μας πως λέγονται για τη φύση των πραγμάτων, για τα ήθη των ανθρώπων, για τα πολιτικά θέματα»). Από την εποχή του Μαρτιανού Καπέλλα (Martianus Capella, 5ος αι. μ.Χ.) έχουμε ένα σύστημα επτά ελευθερίων τεχνών: grammatica, rhetorica, dialectica, arithmetica, geometrica, musica, astronomia. Από τον 9ο αι. οι τρεις πρώτες, οι λεγόμενες «θεωρητικές» ή «επιστήμες του πνεύματος», διακρίνονται και αποτελούν το trivium, ενώ οι υπόλοιπες τέσσερις, οι λεγόμενες «θετικές» ή «φυσικές επιστήμες», το quadrivium.
 
Τα ρητορικά προγυμνάσματα
 
Δίνονται στη συνέχεια βασικές πληροφορίες για ορισμένους τύπους προγυμνασμάτων - εκείνους που είναι λιγότερο σαφείς ως προς το περιεχόμενο και τους στόχους:
 
Χρεία (usus): Διδακτική, σύντομη, ανεκδοτολογικού τύπου αφήγηση που μεταφέρει μια αλήθεια για τον πραγματικό και πρακτικό βίο - η αντιστοιχία προς τη λειτουργία του γνωμικού είναι προφανής. Μια βασική διαφορά της χρείας από τη γνώμη είναι ότι η πρώτη αφορά συγκεκριμένο πρόσωπο, ενώ η δεύτερη έχει γενικό χαρακτήρα και δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένα πρόσωπα. Για παράδειγμα: όταν ο Διογένης είδε ένα παιδί να συμπεριφέρεται με απρέπεια, χτύπησε με τη βέργα του τον παιδαγωγό (Ερμογένης, Προγυμνάσματα 3).
 
Γνώμη (sententia): Ανάπτυξη μιας θέσης (προτρεπτικής ή αποτρεπτικής) με γενικό χαρακτήρα και καθολική και διαχρονική ισχύ, όπως αυτή που καταγράφει ο Θέoγνις σε ένα από τα ποιήματά του (1.175): ἣν (ενν. πενίην)δὴ χρὴ φεύγοντα καὶ ἐς μεγακήτεα πόντον / ῥιπτεῖν καὶ πετρέων Κύρνε κατ᾽ ἠλιβάτων. («είναι αναγκασμένος, Κύρνε, αυτός που ζητά να γλυτώσει από τη φτώχεια να ριχτεί στη θάλασσα με τα μεγάλα κήτη και στις βραχώδεις πέτρες»).
 
Κοινός τόπος (locus communis): Πρόκειται για λόγο που αποβλέπει στον εμφατικό έπαινο ή ψόγο κάποιου προσώπου ή/και της δράσης του και στη συναισθηματική φόρτιση του ακροατηρίου (ανεξάρτητα από την ατομική και συγκεκριμένη ταυτότητα του προσώπου - εξ ου και ο χαρακτηρισμός του τόπου ως κοινού· τόπος ἐστὶ λόγος αὐξητικός ὁμολογουμένου πράγματος ἤτοι ἁμαρτήματος ἢ ἀνδραγαθήματος, Θέων, Προγυμνάσματα 7· «ο τόπος είναι λόγος με επιτατική λειτουργία για κάτι που έχει αναγνωριστεί (ομολογηθεί και αποδειχθεί) είτε ως σφάλμα είτε ως επίτευγμα»). Επομένως, ο ίδιος ο τόπος δεν λειτουργεί αποδεικτικά -η απόδειξη έχει προηγηθεί- αλλά μόνο επιτατικά.
 
Για παράδειγμα, ο τόπος «Καθ' ἱεροσύλου» έχει την εξής δομή (Ερμογένης, Προγυμνάσματα 6):
 
1. Ο ομιλητής ξεκινά με την άποψη ότι πρέπει να μισεί κανείς κάθε κακούργο άνθρωπο, προπαντός όμως εκείνους που εκδηλώνουν θράσος απέναντι στους θεούς.
 
2. Αν θέλουν οι κριτές να οδηγήσουν και τους υπόλοιπους πολίτες σε αυτή τη συμπεριφορά, μπορούν να αφήσουν ατιμώρητο το συγκεκριμένο πρόσωπο· αν δεν θέλουν, πρέπει να το τιμωρήσουν (προβολή των συνεπειών της στάσης των κριτών, αν αυτή είναι αντίθετη προς την ενδεδειγμένη).
 
3. Οι δικαστές κινδυνεύουν να φανούν επίορκοι, αν δεν τιμωρήσουν τον κατηγορούμενο (εμφατική προβολή της υπόθεσης ως ζητήματος που αφορά άμεσα τους ίδιους τους κριτές).
 
4. Όλοι οι νόμοι προβάλλουν και υποστηρίζουν την αντίθετη στάση και συμπεριφορά, τον σεβασμό προς τους θεούς (προβολή της αντίθετης στάσης).
 
5. Η δράση όμως του κατηγορούμενου βρίσκεται στο αντίθετο άκρο (εμφατική προβολή της ίδιας της δράσης).
6. Η ιεροσυλία είναι χειρότερη από τη δολοφονία· εξήγηση (σύγκριση με άλλες δράσεις, για να προβληθεί με έμφαση αυτή που κρίνεται και σχολιάζεται).
 
7. Παρεμβολή μιας αποφθεγματικής φράσης (γνώμης) για τον χαρακτήρα του προσώπου που κρίνεται.
 
8. Ο πρότερος βίος του συγκεκριμένου προσώπου προετοίμασε αυτή την εξέλιξη.
 
9. Η ενέργειά του έχει συγκεκριμένα κίνητρα (εν προκειμένω πονηρά και σκοτεινά) και τρομερές συνέπειες (ανάδειξη των αιτίων και των συνεπειών της κρινόμενης δράσης).
 
10. Η δράση του προσώπου προβάλλεται με μεγαλύτερη έμφαση με βάση τις έννοιες του ωφέλιμου, του δίκαιου, του νόμιμου, του έντιμου κ.λπ. (εν προκειμένω: ο ιερόσυλος δεν ενήργησε σε καμία περίπτωση με βάση τις συγκεκριμένες αξίες και αρχές).
 
11. Επίκληση προς το συναίσθημα των κριτών (για παράδειγμα, «Τι προτίθεσθε να κάνετε; Γιατί σκέφτεστε ακόμη; Το πράγμα είναι ξεκάθαρο».).
 
Ο τόπος διαφέρει από το ἐγκώμιον και τον ψόγον ως προς το ότι στις δύο τελευταίες περιπτώσεις η άσκηση αφορά συγκεκριμένα πρόσωπα και πράγματα και έχει μορφή ανεπτυγμένου κειμένου (με προοίμιο και απόδειξη).
 
Ἀνασκευή (refutatio) και ο αντίθετος τύπος, η κατασκευή (confirmatio): Στην πρώτη περίπτωση ο ομιλητής καλείται να αμφισβητήσει την ορθότητα μιας μυθολογικής ή ιστορικής παράδοσης. Τίθεται, για παράδειγμα, το ερώτημα αν ο Αρίων διέσχισε τη θάλασσα στη ράχη ενός δελφινιού. Ο συντάκτης της ανασκευής αμφισβητεί την αλήθεια αυτής της παράδοσης, ενώ ο συντάκτης της κατασκευής την υποστηρίζει ως αξιόπιστη.
 
Προσωποποιία (ἠθολογία, ἠθοποιία) (sermocinatio): Σύνθεση του λόγου ενός ιστορικού ή μυθολογικού προσώπου, ώστε να αναδεικνύεται με ενάργεια και πειστικότητα το ήθος και η ψυχολογία του.
 
Ἔκφρασις (descriptio): Λεπτομερής περιγραφή ενός προσώπου, ενός τόπου ή, γενικότερα, ενός αντικειμένου. Στόχος της είναι η σαφήνεια και η ενάργεια.
 
Θέσις (positio): Ανάπτυξη εν είδει διατριβής ενός γενικού θέματος, που δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένα πρόσωπα ή πράγματα (quaestio infinita). Για παράδειγμα: «Είναι ο ήλιος φωτιά;», «Πρέπει να παντρεύεται κανείς;».
 
Νόμος (νόμου εἰσφορά, legis latio): Πρόκειται για υποείδος του συμβουλευτικού λόγου και αφορά τον σχολιασμό ενός νόμου που έχει ήδη θεσπιστεί. Μπορεί επομένως να συντάξει κανείς συνηγορία ή κατηγορία νόμου τεθέντος.