Κυριακή 14 Αυγούστου 2022

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΣΥΜΜΟΡΙΩΝ

ΔΗΜ 14.24–32

Μια ψυχραιμότερη αποτίμηση της κατάστασης

Ο ρήτορας υπέβαλε συγκεκριμένες προτάσεις για μια ορθολογική πολεμική προετοιμασία της πόλης (βλ. σχετικά ΔΗΜ 14.1–13), κατάλληλη για τις προκλήσεις που καλούνταν να αντιμετωπίσει: την αύξηση του αριθμού των υπόχρεων για την τριηραρχίαν σε δύο χιλιάδες και την ένταξή τους σε είκοσι συμμορίας . Η οργάνωση του στόλου και η κατανομή των εξόδων επάνδρωσης και συντήρησής του έπρεπε, κατά τη γνώμη του, να ακολουθήσουν το παραπάνω σχήμα.


[24] Ὑπὲρ δὲ χρημάτων καὶ πόρου φανεροῦ τινὸς ἤδη παρά-
δοξον μὲν οἶδα λόγον ὃν μέλλω λέγειν, ὅμως δ’ εἰρήσεται·
πιστεύω γάρ, ἐάν τις ὀρθῶς σκοπῇ, μόνος τἀληθῆ καὶ τὰ
γενησόμεν’ εἰρηκὼς φανεῖσθαι. ἐγώ φημι χρῆναι μὴ λέγειν
νυνὶ περὶ χρημάτων· εἶναι γὰρ πόρον, ἂν δέῃ, μέγαν καὶ
καλὸν καὶ δίκαιον, ὃν ἂν μὲν ἤδη ζητῶμεν, οὐδ’ εἰς τόθ’
ὑπάρχειν ἡγησόμεθ’ ἡμῖν· οὕτω πολὺ τοῦ πορίσαι νῦν
ἀποσχήσομεν· ἐὰν δ’ ἐῶμεν, ἔσται. τίς οὖν ἔσθ’ οὗτος
ὁ νῦν μὲν οὐκ ὤν, ὑπάρξων δ’ εἰς τότε; αἰνίγματι γὰρ
ὅμοιον τοῦτό γε. [25] ἐγὼ φράσω. ὁρᾶτε τὴν πόλιν, ὦ ἄνδρες
Ἀθηναῖοι, πᾶσαν ταύτην. ἐν ταύτῃ χρήματ’ ἔνεστιν ὀλίγου
δέω πρὸς ἁπάσας τὰς ἄλλας εἰπεῖν πόλεις. ταῦτα δ’ οἱ
κεκτημένοι τοιοῦτον ἔχουσι νοῦν ὥστ’, εἰ πάντες οἱ λέγοντες
φοβοῖεν ὡς ἥξει βασιλεύς, ὡς πάρεστιν, ὡς οὐδ’ οἷόν τε
ταῦτ’ ἄλλως ἔχειν, καὶ μετὰ τῶν λεγόντων ἴσοι τὸ πλῆθος
τούτοις χρησμῳδοῖεν, οὐ μόνον οὐκ ἂν εἰσενέγκαιεν, ἀλλ’
οὐδ’ ἂν δόξειαν [οὐδ’ ἂν ὁμολογήσαιεν] κεκτῆσθαι. [26] εἰ μέντοι
τὰ νῦν διὰ τῶν λόγων φοβερὰ ἔργῳ πραττόμεν’ αἴσθοιντο,
οὐδεὶς οὕτως ἠλίθιός ἐστιν ὅστις οὐχὶ κἂν δοίη καὶ πρῶτος
εἰσενέγκαι· τίς γὰρ αἱρήσεται μᾶλλον αὐτὸς καὶ τὰ ὄντ’
ἀπολωλέναι ἢ μέρος τῶν ὄντων ὑπὲρ αὑτοῦ καὶ τῶν λοιπῶν
εἰσενεγκεῖν; χρήματα μὲν δή φημ’ εἶναι τότε, ἂν ὡς ἀληθῶς
δέῃ, πρότερον δ’ οὔ. διὸ μηδὲ ζητεῖν παραινῶ· ὅσα γὰρ νῦν
πορίσαιτ’ ἄν, εἰ προέλοισθε πορίζειν, πλείων ἐστὶ γέλως
τοῦ μηδενός. [27] φέρε γάρ, ἑκατοστήν τις εἰσφέρειν ἐρεῖ νῦν;
οὐκοῦν ἑξήκοντα τάλαντα. ἀλλὰ πεντηκοστήν τις ἐρεῖ, τὸ
διπλοῦν; οὐκοῦν ἑκατὸν καὶ εἴκοσι. καὶ τί τοῦτ’ ἔστι πρὸς
διακοσίας καὶ χιλίας καμήλους, ἃς βασιλεῖ τὰ χρήματ’ ἄγειν
φασὶν οὗτοι; ἀλλὰ θῶ βούλεσθε δωδεκάτην ἡμᾶς εἰσοίσειν,
πεντακόσια τάλαντα; ἀλλ’ οὔτ’ ἂν ἀνάσχοισθε οὔτ’, εἰ
καταθεῖτε, ἄξια τοῦ πολέμου τὰ χρήματα. [28] δεῖ τοίνυν ὑμᾶς
τὰ μὲν ἄλλα παρασκευάσασθαι, τὰ δὲ χρήματα νῦν μὲν
ἐᾶν τοὺς κεκτημένους ἔχειν (οὐδαμοῦ γὰρ ἂν ἐν καλλίονι
σῴζοιτο τῇ πόλει), ἐὰν δέ ποθ’ οὗτος ὁ καιρὸς ἔλθῃ, τόθ’
ἑκόντων εἰσφερόντων αὐτῶν λαμβάνειν. ταῦτα δὲ καὶ δυνάτ’
ἐστίν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ πράττειν καλὰ καὶ συμφέ-
ροντα καὶ βασιλεῖ περὶ ὑμῶν ἐπιτήδει’ ἀπαγγελθῆναι, καὶ
φόβος οὐκ ὀλίγος γένοιτ’ ἂν ἐκείνῳ διὰ τούτων. [29] οἶδε μέν
γε διακοσίαις τριήρεσιν, ὧν ἑκατὸν παρεσχόμεθ’ ἡμεῖς, τοὺς
προγόνους αὐτοῦ χιλίας ἀπολέσαντας ναῦς, ἀκούσεται δὲ
τριακοσίας αὐτοὺς ὑμᾶς νῦν παρεσκευασμένους τριήρεις·
ὥστε μὴ κομιδῇ, μηδ’ εἰ πάνυ μαίνοιτο, νομίσαι ῥᾴδιόν τι
τὸ τὴν ἡμετέραν πόλιν ἐχθρὰν ποιήσασθαι. ἀλλὰ μὴν εἴ
γ’ ἐπὶ χρήμασιν αὐτῷ μέγ’ ἐπέρχεται φρονεῖν, καὶ ταύτην
ἀσθενεστέραν ἀφορμὴν τῆς ὑμετέρας εὑρήσει. [30] ὁ μέν γε
χρυσίον, ὥς φασιν, ἄγει πολύ. τοῦτο δ’ ἂν διαδῷ ζητήσει·
καὶ γὰρ τὰς κρήνας καὶ τὰ φρέατ’ ἐπιλείπειν πέφυκεν, ἄν
τις ἀπ’ αὐτῶν ἁθρόα πολλὰ λαμβάνῃ. ἡμῖν δὲ τὸ τῆς
χώρας τίμημ’ ὑπάρχον ἀφορμὴν [ἑξακισχίλια τάλαντα]
ἀκούσεται, ὑπὲρ ἧς ὡς μὲν τοὺς ἐπιόντας ἐκείνων ἀμυ-
νόμεθα, οἱ Μαραθῶνι τῶν προγόνων αὐτοῦ μάλιστ’ ἂν
εἰδεῖεν, ἕως δ’ ἂν κρατῶμεν, οὐκ ἔνι δήπου χρήμαθ’ ἡμᾶς
ἐπιλείπειν.

[31] Καὶ μὴν οὐδ’ ὅ τινες δεδίασι, μὴ ξενικὸν πολὺ συστή-
σηται χρήματ’ ἔχων, ἀληθὲς εἶναί μοι δοκεῖ. ἐγὼ γὰρ
ἡγοῦμαι ἐπὶ μὲν Αἴγυπτον καὶ Ὀρόνταν καί τινας τῶν
ἄλλων βαρβάρων πολλοὺς ἂν ἐθελῆσαι τῶν Ἑλλήνων μι-
σθοφορεῖν παρ’ ἐκείνῳ, οὐχ ἵν’ ἐκεῖνος ἕλῃ τινὰ τούτων, ἀλλ’
ἵν’ εὐπορίαν τιν’ ἕκαστος ἑαυτῷ κτησάμενος ἀπαλλαγῇ τῆς
ὑπαρχούσης πενίας· ἐπὶ δὲ τὴν Ἑλλάδα Ἕλλην’ οὐδέν’
ἂν ἐλθεῖν ἡγοῦμαι. ποῖ γὰρ αὐτὸς τρέψεται μετὰ ταῦτα;
εἰς Φρυγίαν ἐλθὼν δουλεύσει; [32] οὐ γὰρ ὑπὲρ ἄλλου τινός
ἐστιν ὁ πρὸς τὸν βάρβαρον πόλεμος ἢ περὶ χώρας καὶ
βίου καὶ ἐθῶν καὶ ἐλευθερίας καὶ πάντων τῶν τοιούτων.
τίς οὖν οὕτως δυστυχής ἐστιν ὅστις ἑαυτόν, γονέας, τάφους,
πατρίδα εἵνεκα κέρδους βραχέος προέσθαι βουλήσεται;
ἐγὼ μὲν οὐδέν’ ἡγοῦμαι. οὐ μὴν οὐδ’ ἐκείνῳ συμφέρει
ξένοις κρατῆσαι τῶν Ἑλλήνων· οἱ γὰρ ἡμῶν κρατή-
σαντες ἐκείνου γε πάλαι κρείττους ὑπάρχουσιν· βούλεται
δ’ ἐκεῖνος οὐκ ἀνελὼν ἡμᾶς ἐπ’ ἄλλοις εἶναι, ἀλλὰ μάλιστα
μὲν πάντων, εἰ δὲ μή, τῶν γ’ ὑπαρχόντων δούλων ἑαυτῷ νῦν
ἄρχειν.

***
[24] Όσον αφορά δε τα χρήματα και κάποιον φανερόν τρόπον προς εύρεσιν αυτών, γνωρίζω μεν ότι μέλλω να λέγω λόγον παράδοξον, αλλ' όμως θα τον είπω· διότι πιστεύω, ότι, αν κανείς σκέπτεται ορθώς, μόνος εγώ θα φανώ ότι έχω ειπεί τα αληθή και μέλλοντα να συμβούν. Εγώ διισχυρίζομαι, ότι έχομεν καθήκον να μη ομιλώμεν επί του παρόντος περί χρημάτων· διότι νομίζω, ότι υπάρχουν χρήματα, αν παραστή ανάγκη και πολλά και δυνάμενα να πορισθούν εντίμως και δικαίως· ταύτα δε τα χρήματα αν μεν ζητώμεν από τώρα, θα φθάσωμεν εις σημείον να νομίζωμεν, ότι θα μας λείψουν, όταν τα θελήσωμεν· αντιθέτως, αν παύσωμεν τώρα να ομιλώμεν δι' αυτά, θα τα έχωμεν. Ποία λοιπόν είναι αυτά τα χρήματα τα οποία τώρα μεν δεν υπάρχουν, θα υπάρξουν δε τότε; Βεβαίως τούτο είναι όμοιον με αίνιγμα. [25] Εγώ όμως θα το διασαφήσω. Βλέπετε, ω άνδρες Αθηναίοι, όλην αυτήν την πόλιν. Εις ταύτην υπάρχουν χρήματα δυνάμενα να συγκριθούν προς τα χρήματα όλων των άλλων πόλεων· οι έχοντες όμως ταύτα έχουν τοιαύτην νοοτροπίαν, ώστε, εάν πάντες οι ρήτορες ήθελον φοβίζει αυτούς, ότι θα έλθη ο βασιλεύς, ότι είναι ήδη παρών, ότι είναι αδύνατον να προληφθή η επίθεσίς του και αν ίσοι κατά το πλήθος με τους ρήτορας μάντεις ήθελον προλέγει ταύτα, ου μόνον δεν ήθελον εισφέρει τίποτε, αλλά και ήθελον κρύψει και αρνηθή την περιουσίαν των. [26] Εάν όμως όσα τώρα διά των λόγων παρίστανται φοβερά ήθελον αντιληφθή πραττόμενα, ουδείς ήθελεν είναι τόσον ηλίθιος, ώστε αυτός δεν ήθελε δώσει και πρώτος συνεισφέρει· διότι ποίος θα προτιμήση να καταστραφή με ό,τι έχει παρά να συνεισφέρη μέρος της περιουσίας του προς σωτηρίαν του εαυτού του και της υπολοίπου περιουσίας του; Χρήματα μεν λοιπόν τότε λέγω, ότι θα υπάρξουν, αν πραγματικώς υπάρχη ανάγκη, πρωτύτερα όμως όχι· διά τούτο ουδέ να ζητήτε αυτά σας προτρέπω· διότι όσα τώρα ηθέλετε πορισθή, αν ηθέλετε επιθυμήσει να πορισθήτε τοιαύτα, είναι πράγμα πλέον καταγέλαστον, από το να μη κάμετε τίποτε. [27] Εμπρός λοιπόν, θα προτείνη κάποιος να εισφέρουν οι πολίται το εκατοστόν της περιουσίας των; Λοιπόν η φορολογία αυτή θα αποδώση εξήκοντα τάλαντα. Αλλά κάποιος άλλος θα προτείνη το διπλούν, δηλαδή να εισφέρουν το πεντηκοστόν μέρος της περιουσίας; Λοιπόν η φορολογία αύτη θα αποδώση εκατόν είκοσι τάλαντα· και τι είναι τούτο εν σχέσει προς τας χιλίας διακοσίας καμήλους, αι οποίαι φέρουν τα χρήματα του βασιλέως; Αλλά θέλετε να ορίσω να πληρώσετε το δωδέκατον της περιουσίας, δηλ. πεντακόσια τάλαντα; Αλλ' ούτε ηθέλετε βαστάξει τόσον μεγάλην φορολογίαν, ούτε τα χρήματα αυτά, αν ηθέλετε καταθέσει αυτά, αρκούν διά τον πόλεμον. [28] Επομένως πρέπει σεις όλα μεν τα άλλα να παρασκευάσετε, τα δε χρήματα τώρα μεν να αφήσετε όσους τα έχουν να τα έχουν (διότι πουθενά αλλού δεν ήθελον σωθή τα χρήματα καλύτερα προς το συμφέρον της πόλεως), εάν δε έλθη ποτέ αυτή η περίστασις, τότε να λαμβάνετε αυτά παρ' αυτών συνεισφερόντων θεληματικώς. Ταύτα δε και δυνατά είναι, ω άνδρες Αθηναίοι, και να τα πράττετε έντιμα και συμφέροντα και κατάλληλα να απαγγελθούν εις τον βασιλέα διά σας και ουχί ολίγος φόβος ήθελε προξενηθή εις εκείνον εξ αιτίας τούτων.

[29] Γνωρίζει μεν βέβαια, ότι με διακοσίας τριήρεις, εκ των οποίων τας εκατόν εδώσαμεν ημείς, οι πρόγονοι αυτού έχασαν χίλια πλοία, θα μάθη δε, ότι ημείς μόνοι έχομεν τριακόσια πλοία παρασκευάσει, ώστε όλως διόλου να μη νομίση και ακόμη αν είναι πολύ τρελλός, ότι είναι εύκολον να κάμη την πόλιν μας εχθράν. Αλλ' όμως εάν βέβαια παρασύρεται να καυχάται διά τα χρήματά του, και αυτά τα μέσα του θα εύρη ότι είναι ασθενέστερα των ιδικών μας. [30] Ούτος μεν βέβαια, όπως λέγουν, συναθροίζει πολύν χρυσόν, αλλ' αν δώση τούτον εδώ και εκεί, θα αναγκασθή να ζητήση άλλον· διότι και αι κρήναι και τα φρέατα εκ φύσεως στειρεύουν, όταν κανείς λαμβάνη εξ αυτών πολύ μαζί ύδωρ και πολλάς φοράς· όσον δ' αφορά ημάς θα μάθη ότι το κεφάλαιόν μας είναι η περιουσία της χώρας ανερχόμενη εις εξ χιλιάδας τάλαντα· υπέρ της οποίας πώς μεν θα αμυνθώμεν τους μέλλοντας να επέλθουν από αυτούς, ήθελον γνωρίζει άριστα οι εκ των προγόνων αυτού αγωνισθέντες εν Μαραθώνι, εφ' όσον δε η χώρα αύτη είναι ιδική μας, δεν είναι δυνατόν βέβαια να μας λείψουν χρήματα.

[31] Προσέτι δε μου φαίνεται ότι δεν είναι αληθές και εκείνο που φοβούνται μερικοί, μήπως δηλ. με τα χρήματα που έχει συναθροίσει πολύ μισθοφορικόν στρατόν. Εγώ δηλαδή νομίζω ότι εναντίον μεν της Αιγύπτου και του Ορόντου και μερικών άλλων βαρβάρων πολλοί εκ των Ελλήνων ήθελον επιθυμήσει να εκστρατεύσουν ως μισθοφόροι του βασιλέως, ουχί διά να υποτάξη ούτος κάποιον εκ τούτων, αλλά διά να απαλλαγή έκαστος της πενίας που έχει αποκτών κάποιαν ευπορίαν· εναντίον δε της Ελλάδος νομίζω, ότι κανείς Έλλην δεν ήθελεν εκστρατεύσει. Διότι πού θα τραπή αυτός μετά ταύτα; Θα έλθη εις την Φρυγίαν διά να είναι εκεί δούλος; [32] Διότι ο προς τον βασιλέα πόλεμος δεν γίνεται διά τίποτε άλλο, παρά διά την χώραν και την ζωήν και τα ήθη και την ελευθερίαν και τα τοιαύτα. Ποίος λοιπόν είναι τόσον δυστυχής, όστις τον εαυτόν του, τους γονείς, τους τάφους, την πατρίδα ένεκα μικρού κέρδους θα θελήση να εγκαταλείψη; Εγώ βεβαίως νομίζω, ότι κανείς δεν θα κάμη τούτο. Αλλ' όμως ουδ' εις εκείνον είναι συμφέρον να νικήσουν τους Έλληνας μισθοφόροι· διότι οι νικηταί ημών είναι προ πολλού βεβαίως ανώτεροι εκείνου· δεν θέλει δε εκείνος καταστρέψας ημάς να είμεθα υπό την εξουσίαν άλλων, αλλά κατ' εξοχήν όλων μεν να άρχη, εάν δε τούτο είναι αδύνατον, να άρχη των υπαρχόντων δούλων εις αυτόν.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου