Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Οἰδίπους Τύραννος (1186-1222)

ΧΟ. ἰὼ γενεαὶ βροτῶν, [στρ. α]
ὡς ὑμᾶς ἴσα καὶ τὸ μη-
δὲν ζώσας ἐναριθμῶ.
τίς γάρ, τίς ἀνὴρ πλέον
1190 τᾶς εὐδαιμονίας φέρει
ἢ τοσοῦτον ὅσον δοκεῖν
καὶ δόξαντ᾽ ἀποκλῖναι;
τὸν σόν τοι παράδειγμ᾽ ἔχων,
τὸν σὸν δαίμονα, τὸν σόν, ὦ
1195 τλᾶμον Οἰδιπόδα, βροτῶν
οὐδὲν μακαρίζω·

ὅστις καθ᾽ ὑπερβολὰν [ἀντ. α]
τοξεύσας ἐκράτησας τοῦ
πάντ᾽ εὐδαίμονος ὄλβου,
ὦ Ζεῦ, κατὰ μὲν φθίσας
τὰν γαμψώνυχα παρθένον
1200 χρησμῳδόν, θανάτων δ᾽ ἐμᾷ
χώρᾳ πύργος ἀνέστας·
ἐξ οὗ καὶ βασιλεὺς καλῇ
ἐμὸς καὶ τὰ μέγιστ᾽ ἐτι-
μάθης ταῖς μεγάλαισιν ἐν
Θήβαισιν ἀνάσσων.

τανῦν δ᾽ ἀκούειν τίς ἀθλιώτερος; [στρ. β]
1205 τίς ἄταις ἀγρίαις, τίς ἐν πόνοις
ξύνοικος ἀλλαγᾷ βίου;
ἰὼ κλεινὸν Οἰδίπου κάρα,
ᾧ μέγας λιμὴν
αὑτὸς ἤρκεσεν
παιδὶ καὶ πατρὶ
θαλαμηπόλῳ πεσεῖν,
1210 πῶς ποτε πῶς ποθ᾽ αἱ πατρῷ-
αί σ᾽ ἄλοκες φέρειν, τάλας,
σῖγ᾽ ἐδυνάθησαν ἐς τοσόνδε;

ἐφηῦρέ σ᾽ ἄκονθ᾽ ὁ πάνθ᾽ ὁρῶν χρόνος, [ἀντ. β]
δικάζει τὸν ἄγαμον γάμον πάλαι
1215 τεκνοῦντα καὶ τεκνούμενον.
ἰώ, Λαΐειον ‹ὦ› τέκνον,
εἴθε σ᾽ εἴθε ‹σε›
μήποτ᾽ εἰδόμαν.
δύρομαι γὰρ ὥσ-
περ ἰήλεμον χέων
1220 ἐκ στομάτων. τὸ δ᾽ ὀρθὸν εἰ-
πεῖν, ἀνέπνευσά τ᾽ ἐκ σέθεν
καὶ κατεκοίμησα τοὐμὸν ὄμμα.

***
ΧΟΡ. Ιού, ιού γενεές των θνητών, [στρ. α]
αναμετρώ τη ζωή σας
και βρίσκω παντού το μηδέν.
Ποιός άνθρωπος ευδαιμονεί
1190 και πλέει για πολύ στην ευτυχία;
Μονάχα τη φαντάζεται·
λίγο κρατάει τ᾽ όνειρο και σβήνει.
Τη συμφορά σου θωρώ,
τον ανελέητο θωρώ δαίμονά σου
και τίποτα θνητό δεν δύναμαι,
Οιδίπου θλιβερέ, να μακαρίσω.

Αυτός ετόξευσε και πέρασε το μέτρο, [αντ. α]
αυτός στο χέρι κράτησε
της ευτυχίας τον ανθό·
αφάνισεν, ω Ζευ, τη χρησμωδό
παρθένα τη γαμψώνυχη·
1200 υψώθηκε σαν πύργος και σταμάτησε
το θάνατο που ρήμαξε τη χώρα.
Γι᾽ αυτό και βασιλέα σε αναγόρευσα,
ως βασιλέα μου σε λάμπρυνα
κι ως βασιλέας μου κυβέρνησες
τη Θήβα τη μεγάλη.

Γεννήθηκε στα χρόνια μας πιο δύσμοιρος [στρ. β]
κανείς;
Ποιός άλλος άλλαξε ζωή και βρέθηκε
να συνοικεί με της ανοίκειας κατάρας το φορτίο;
Ιού, η σεπτή κεφαλή του Οιδίποδος!
Πώς μπόρεσε και δέχθηκεν ο μέγας κόλπος
1210 νυμφίο τον πατέρα και τον γιο;
πώς μπόρεσες, κακότυχε, να σπείρεις
στ᾽ αυλάκι που άνοιξε τ᾽ αλέτρι του πατέρα σου;
και πώς δεν έβγαλε φωνή να σου μιλήσει;

Ο παντεπόπτης χρόνος σε φανέρωσεν [αντ. β]
αδόκητα
και δίκασε το γάμο τον ανίερο,
όπου τα τέκνα μιαρά τεκνοποιούσαν.
Ιού, υγιέ του Λαΐου, ποτέ
μα ποτέ να μη σ᾽ είχα αντικρίσει.
Οδύρομαι και γέμισε το στόμα μου
1220 με θρήνο βακχικό. Κι όμως θα πω
την αλήθεια: μου έδωσες νέα πνοή
και χόρτασαν τον ύπνο το βαθύ τα βλέφαρά μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου