Πέμπτη 25 Μαρτίου 2021

Συνύπαρξη αλά Τούρκα

Με την κατάκτηση των Βαλκανίων οι Οσμανλήδες έρχονται αντιμέτωποι με μια νέα κατάσταση. Την διοίκηση μιας αχανούς αυτοκρατορίας. Από ένα μικρό σουλτανάτο της κεντρικής Μικράς Ασίας, με πληθυσμό τουρκομανικό, εξελίσσονται σε μια πολυεθνική αυτοκρατορία με πλήθος διαφορετικών λαών, θρησκειών και παραδόσεων, εν πολλοίς ξένων προς την τουρκομανική παράδοση και κουλτούρα. Έλληνες, Αλβανοί, Σλάβοι, Βούλγαροι, Εβραίοι και πολλοί ακόμη λαοί έπρεπε να ενταχθούν λειτουργικά στην αχανή αυτοκρατορία που δημιούργησαν οι απόγονοι του Οσμάν. Μια δύσκολη πρόκληση που απαιτούσε μαεστρία διπλωματική και πυγμή στρατιωτική, σε δόσεις όμως που ποίκιλαν ανάλογα με την περιοχή και το λαό που καλούνταν να υποτάξουν κάθε φορά οι Οσμανλήδες. Ουσιαστικά ο βαλκανικός κορμός, μέχρι το 1460, έχει υποκύψει στους Οθωμανούς «γαζήδες», τους μαχητές της πίστης, που διεξάγουν την «τζιχάντ», τον ιερό πόλεμο, σύμφωνα με τα κελεύσματα του ιερού Κορανίου. Το έργο της κατάκτησης αποδείχτηκε σχετικά εύκολο, αφού οι αδελφοκτόνοι πόλεμοι των Βυζαντινών είχαν κατακερματίσει την άλλοτε κραταιά βυζαντινή αυτοκρατορία σε μικρά και ασθενικά δεσποτάτα, που αδυνατούσαν να προτάξουν μια ενιαία αντίσταση στους Οσμανλήδες γαζήδες. Όταν εξασφαλίστηκε η ειρήνη οι Οθωμανοί προχώρησαν σε επιχειρήσεις πληθυσμιακής ανανέωσης, κυρίως για την εκμετάλλευση των εδαφών και την συνακόλουθη φορολόγηση. Ακολουθώντας το παράδειγμα των βυζαντινών αυτοκρατόρων, εγκαθιστούν Τούρκους νομάδες της Ανατολίας (γιουρούκους και κονιάρους) στην Μακεδονία και την Θράκη. Ο σουλτάνος στη νέα του πρωτεύουσα, την Ιστανμπούλ, ήθελε να αισθάνεται ασφαλής στηριζόμενος σε πιστούς μουσουλμανικούς πληθυσμούς. Έχοντας θριαμβεύσει στα πεδία των μαχών, οι Οσμανλήδες θα δοκιμάζονταν πλέον στη διαχείριση των λαών που κληρονόμησαν από την καταρρέουσα βυζαντινή αυτοκρατορία.
 
Λίγα μας είναι γνωστά για τον πληθυσμό της αυτοκρατορίας. Δυο απογραφές, όμως, του 1489 και του 1535 μας δίνουν κάποια σημαντικά στοιχεία σχετικά με την πληθυσμιακή σύνθεση της αυτοκρατορίας. Η Ρούμελη το 1489 φαίνεται να έχει συνολικά 1.111.799 νοικοκυριά με τα χριστιανικά να αριθμούν 862.707 (περίπου 4 εκ. κάτοικοι) και τα μουσουλμανικά 244.958 (περίπου 1.5 εκ. κάτοικοι). Η απογραφή του 1535 μας παρουσιάζει 1.1 εκ. χριστιανικά νοικοκυριά και 365.000 μουσουλμανικά. Η Πελοπόννησος αριθμεί 50.000 νοικοκυριά με μόλις 1063 μουσουλμανικά και 464 Εβραϊκά. Η Θεσσαλονίκη στα 1518 αριθμεί 3.143 εβραϊκά νοικοκυριά, 1374 μουσουλμανικά και 1087 χριστιανικά. Αντίθετα στη Μικρά Ασία απαριθμούνται 420.000 νοικοκυριά από τα οποία 388.397 είναι μουσουλμανικά και μόλις 32.000 χριστιανικά. Η αυτοκρατορία φαίνεται να είναι χωρισμένη στα δυο. Οι πληθυσμοί της Μικράς Ασίας, ήδη από τον 12ο αιώνα, είχαν μπει στη διαδικασία του εξισλαμισμού, πράγμα που δεν μπορούσε να συμβεί στις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές των Βαλκανίων που κυριαρχούσαν οι χριστιανοί Έλληνες, Αλβανοί και Σλάβοι στα νότια και στις παράλιες περιοχές και οι Ρουμάνοι χριστιανοί στα βόρεια του Δούναβη. Αυτούς τους ετερόκλητους πληθυσμούς έπρεπε οι απόγονοι του Οσμάν, αφού τους κατέκτησαν, να τους διοικήσουν. Και το κατάφεραν, εγκαθιστώντας για περίπου 400 χρόνια την δική τους ειρήνη στα Βαλκάνια, την pax ottomanica.
 
Πρέπει να τονιστεί ότι οι Οσμανλήδες δεν είχαν ιδέα τού τι σημαίνει κοσμικό κράτος. Ο Σουλτάνος εφαρμόζει την charia, τον θείο νόμο που διαχωρίζει τους υπηκόους του στους moslem, τους πιστούς και τους zimmi, τους προστατευόμενους μη μουσουλμάνους της αυτοκρατορίας. Οι τελευταίοι, ονομάζονται και gavur (γκιαούρης ελληνιστί), προστατεύονταν όσο τηρούσαν την ισλαμική νομιμότητα και πλήρωναν τον κεφαλικό φόρο. Στα Βαλκάνια, την περιοχή του Ρουμ για τους Οσμανλήδες, οι «άπιστοι» υπερτερούσαν πληθυσμιακά των πιστών του Προφήτη. Έπρεπε λοιπόν να βρεθεί ένας τρόπος ενσωμάτωσης των zimmi στο οργανισμό της αυτοκρατορίας, παρότι η τελευταία τους θεωρούσε υπηκόους δεύτερης κατηγορίας και τους επέβαλε αρκετούς περιορισμούς, όπως την απαγόρευση χρήσης του πράσινου χρώματος στο ντύσιμο τους ή την απαγόρευση να χτίζουν σπίτια ψηλότερα των μουσουλμάνων. Έτσι η οθωμανική εξουσία δημιουργεί έναν από τους σημαντικότερους και ευφυέστερους θεσμούς στην αυτοκρατορία, το millet, δηλαδή μια θρησκευτική κοινότητα. Η μετάφραση του millet, λανθασμένα, ταυτίζεται με την δυτική έννοια του έθνους. Καμία όμως σχέση δεν είχε με το έθνος, αλλά με την θρησκευτική κοινότητα στην οποία κάποιος ανήκε. Το Rum millet δεν σήμαινε το έθνος των Ρωμαίων, αλλά την θρησκευτική κοινότητα των χριστιανών των Βαλκανίων, στην οποία ήταν ενταγμένοι όλοι οι χριστιανοί Έλληνες, Αλβανοί, Σέρβοι, Βούλγαροι, Βλάχοι. Κεφαλή του κάθε millet είχε οριστεί ένας millet Bachi με αρμοδιότητες στο οικογενειακό δίκαιο, την θρησκεία, τα σχολεία, τα νοσοκομεία. Το κάθε millet ακολουθούσε τους κανόνες της θρησκείας του, σε θέματα ηθικής και θεολογίας, ενώ στους υπόλοιπους τομείς της ζωής ακολουθούσε τους νόμους της αυτοκρατορίας. Από τις πρώτες ενέργειες του Μεχμέτ Β΄ μετά την άλωση της Πόλης, είναι να βρει και να αναγορεύσει Πατριάρχη του Rum millet τον Γεώργιο Σχολάριο Γεννάδιο, ενώ παράλληλα του παραχωρεί και ορισμένα προνόμια. Αντίστοιχα προνόμια παραχωρούνται και στα άλλα δυο millet των Αρμενίων και των Εβραίων με τον Μεχμέτ Β΄ να διορίζει μεγάλο ραβίνο τον Μωυσή Καψάλη. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η βάση της οργάνωσης της οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν θεοκρατική, χωρίς όμως να επιδιώκει τη σύγκρουση των θρησκειών, αλλά αντίθετα μια πολιτική συνύπαρξης. Ειδικά σε περιοχές με πλειοψηφούν χριστιανικό στοιχείο οι Οθωμανοί έδωσαν πλήθος προνομίων και διοικητική αυτονομία, συνεργαζόμενοι με τους ντόπιους, παρά εξοβελίζοντας τους, εγκαθιστώντας την περίφημη «οθωμανική ανεκτικότητα» της pax ottomanica.
 
Τέτοια προνόμια αποκτούν, κυρίως, οι Ελληνόφωνοι χριστιανοί της Στερεάς Ελλάδας, της Πελοποννήσου και των νησιών του Αιγαίου, μέρη στα οποία αποτελούσαν την συντριπτική πλειοψηφία. Ο Νικ. Μοσχοβάκης στη μελέτη του «Το εν Ελλάδι δημόσιον δίκαιον επί τουρκοκρατίας», σημειώνει χαρακτηριστικά: «…επί τουρκοκρατίας πάσα πόλις, κώμη ή χωρίον απετέλει κοινότητα ή κοινόν δηλ. νομικόν πρόσωπον, διαχειριζόμενον τα της τοπικής διοικήσεως ανεξαρτήτως της τουρκικής εξουσίας». Οι κοινότητες των Ελλήνων της νότιας Ελλάδας και των νησιών του Αιγαίου, όπως σημειώνει και ο Κ. Παπαρηγόπουλος, έλκουν την καταγωγή τους από τα μεσαιωνικά χρόνια καθώς και ότι: «…η οσμανική κυριαρχία τις βρήκε να υπάρχουν, και τις άφησε να λειτουργούν βοηθητικά στην κατώτερη διοίκηση της χώρας». Άλλοι, όπως ο Άγγλος Urquhart, θεωρούν τις αυτόνομες κοινότητες επί τουρκοκρατίας δημιούργημα των Οθωμανών. Όπως και να έχει, οι Οσμανλήδες ενδιαφέρονταν για την τήρηση της αυτοκρατορικής τάξης και την είσπραξη των φόρων. Οι ελεύθερες κοινότητες εξασφάλιζαν και τα δυο. Όσο η κοινότητα ήταν συνεπής στην ετήσια φορολογία της προς την Πύλη, απολάμβανε ουκ ολίγα προνόμια. Είχε το δικαίωμα να ασκεί την δική της εκπαιδευτική πρακτική, με ίδρυση σχολείων και σχολών, να μεριμνά για θέματα υγείας και την κοινωνική πρόνοια. Μάλιστα από τον 18ο αιώνα αποκτά δικαιοδοσίες και στον τομέα της δικαστικής εξουσίας. Ο Νικ. Μοσχοβάκης μας πληροφορεί ότι: «της αυτοδιοικήσεως δ΄ εν γένει αντικείμενα ήσαν κατά το πλείστον τα καθήκοντα της λεγομένης εσωτερικής διοικήσεως, ήτοι η αστυνομία , ο καθορισμός και η διανομή των φόρων, η διαχείρισης της κοινοτικής περιουσίας, η εκτέλεσις των διαταγών της κεντρικής εξουσίας, η συμβολαιογραφική πολλαχού υπηρεσία, ως και η απονομή της δικαιοσύνης».
 
Από νωρίς οι Οσμανλήδες διαπίστωσαν ότι ο έλεγχος της βαλκανικής, τόσο λόγω απόστασης από την Πόλη, όσο και λόγω γεωγραφικής διαμόρφωσης ήταν ένα στοίχημα που έπρεπε να κερδίσουν. Η βόρεια Αλβανία, το Μαυροβούνιο, περιοχές της Ηπείρου, η Πελοπόννησος και τα νησιά του Αιγαίου απολαμβάνουν μια αυτονομία πραγματική, που περιοριζόταν μόνο από έναν φόρο, που πολλές φορές «ξεχνούσαν» και να πληρώσουν… Η διατήρηση των αυτόνομων κοινοτήτων ήταν μια ρεαλιστική προσαρμογή στις τοπικές συνθήκες και συνέβαλε στην διατήρηση της Οθωμανικής κατοχής για τέσσερις εκατονταετίες στα Βαλκάνια.
 
Η Πελοπόννησος σύμφωνα με τον Νικ. Μοσχοβάκη: «… μακρότερον αντιστάσα κατά της τουρκικής κατακτήσεως και εξαναγκάσασα πλειότερα προνόμια υπέρ αυτής, εμόρφωσε τελειότερον και το της αυτοδιοικήσεως σύστημα». Οι Πελοποννήσιοι είχαν, πέρα από τα προνόμια και τις υποχρεώσεις των λοιπών αυτόνομων κοινοτήτων, και το πλεονέκτημα να ασκούν πραγματικό «lobbying» στην ίδια την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Δυο με τρείς προεστοί στέλνονταν στην Πόλη με σκοπό να αναπτύξουν σχέσεις με τους ισχυρούς της οθωμανικής εξουσίας, να μεταφέρουν αιτήματα των συντοπιτών τους, ενώ κάποιες φορές κατάφερναν να καθαιρέσουν και πασάδες που καταχρόνταν την εξουσία τους. Οι βεκίληδες, όπως ονομάζονταν οι Πελοποννήσιοι απεσταλμένοι, «…ήσκουν αληθώς, εκτενή και πραγματικήν επίβλεψιν επί της διαγωγής των υπαλλήλων της Πύλης των εν τη πατρίδι αυτών…», παρατηρεί ο Νικ. Μοσχοβάκης. Παράλληλα κάθε επαρχία της Πελοποννήσου εξέλεγε δυο προύχοντες που πήγαιναν μια με δυο φορές το χρόνο στην έδρα του πασά, για να του εκθέσουν τα αιτήματα τους. Μάλιστα η Μάνη ήταν από μόνη της μια ιδιαίτερη περίπτωση. Η αυτοκρατορία όσες προσπάθειες έκανε να κατακτήσει αυτούς τους ορεσίβιους πολεμιστές, έπεσαν στο κενό. Ουσιαστικά η Πύλη αρκούνταν σε έναν φόρο υποτέλειας, που και αυτός δεν πληρωνόταν τακτικά. Αργότερα και το νέο ελληνικό κράτος θα συναντήσει πλήθος όσων προβλημάτων, στην προσπάθεια του να καθυποτάξει τον έντονο τοπικισμό των Μανιατών. Τα δεκαπέντε καπετανάτα της Μάνης εξέλεγαν δικό του Μπέη, αντίστοιχο του κοτζάμπαση, με αρμοδιότητες τήρησης της τάξης και στην συλλογή των φόρων. Ο Νικ. Μοσχοβάκης τονίζει για την Μάνη ότι: «…η Μάνη μέχρι του 1770 διετέλεσε σχεδόν ελευθέρα, καθότι πάσα η υποταγή αυτής συνίστατο εις την προς την Πύλην πληρωμήν τεσσάρων χιλιάδων γροσίων ετησίου φόρου, όστις και ούτος κατά πάσαν πιθανότητα ουδέποτε επληρώθη. Κατά τα λοιπά διετέλει όλως ανεξάρτητος και είχε καθ΄ όλα ιδίαν διοίκησιν».
 
Η αυτοδιοίκηση της Στερεάς Ελλάδας είχε γενικά τα ίδια χαρακτηριστικά με της Πελοποννήσου. Και εδώ υπάρχουν κοτζαμπάσηδες και επαρχιακές συνελεύσεις, αλλά ποτέ δεν έφτασε στο επίπεδο της Πελοποννήσου. Κυριότερη αιτία, κατά τον Νικ. Μοσχοβάκη, ήταν οι κλεφταρματωλοί των ορεινών, για τους οποίους σημειώνει: «…αι ορειναί επαρχίαι, ούσαι η εστία των αρματωλών και καπετάνων, μεγίστην ασκούντων επιρροήν, απετέλουν ήκιστα προσφυές έδαφος εις ανάπτυξιν συστήματος πολιτικής αυτοδιοικήσεως». Η Αθήνα πάντως, είχε ξεφύγει από τον γενικό κανόνα της Στερεάς Ελλάδας και είχε αναπτύξει ένα αξιοζήλευτο καθεστώς αυτονομίας. Από τα 1458, όταν η Αθήνα κατακτιέται από τους Οθωμανούς, μνημονεύεται η ύπαρξη συμβουλίου αρχόντων ή γερόντων, ντόπιων, δίπλα στον Οθωμανό διοικητή. Οι χριστιανοί διοικούνταν από 24 δημογέροντες με ισόβια θητεία. Ένας γραμματέας ήταν επιφορτισμένος με την αρχειοθέτηση των συμβολαίων αγοραπωλησιών ακινήτων, ενώ σε περιπτώσεις παρεκτροπής των Οθωμανών διοικητών της πόλης, έστελναν αντιπροσώπους στην Πόλη να διαμαρτυρηθούν και πολλές φορές πετύχαιναν ακόμη και την τιμωρία τους, γεγονός που αναφέρεται ήδη από το 1675.
 
Στα νησιά του Αιγαίου επικρατούσε παρόμοιο καθεστώς με αυτό της Μάνης. Σε πολλά από αυτά υπήρχε παράδοση αυτοδιοίκησης ήδη από τα ρωμαϊκά και βυζαντινά χρόνια. Οι Κυκλάδες επί τουρκοκρατίας υπάγονταν στον ναύαρχο του στόλου, γεγονός που είχε ευεργετικά αποτελέσματα στη διοίκηση τους, αφού απέφευγαν έτσι την μόνιμη παραμονή Οθωμανού αξιωματούχου. Μόνο τρία νησιά εξαιρούνταν της δικαιοδοσίας του ναυάρχου του στόλου, η Άνδρος, η Σύρος και η Τήνος. Σύμφωνα με τον Νικ. Μοσχοβάκη : «…η εξαίρεσις αύτη ήτο υπέρ των νήσων τούτων, καθότι η διοίκησις ήτο έτι ηπιωτέρα εν αυταίς, οι φόροι ελαφρότεροι και οι τούρκοι υπάλληλοι ήττον αυθαίρετοι». Η παρουσία των Οθωμανών στα νησιά του Αιγαίου ήταν σποραδική και ελάχιστοι εγκαταστάθηκαν μόνιμα σε αυτά. Παράλληλα εξαιτίας της στρατηγικής θέσης των Κυκλάδων και της χρείας έμπειρων ναυτών στο οθωμανικό ναυτικό, τα νησιά ποτέ δεν γνώρισαν παιδομάζωμα. Στην διοίκηση, και εδώ, κύριο ρόλο είχαν οι δημογέροντες ή πρωτόγεροι με αρμοδιότητες στην ασφάλεια και την τήρηση της τάξης καθώς και την είσπραξη των φόρων. Σταδιακά άρχισαν να επιφορτίζονται και με δικαστικά καθήκοντα. Για τη δικαιοσύνη ειδικά ο Νικ. Μοσχοβάκης αναφέρει: «… ενώ εν τη λοιπή Ελλάδι την διακαιοσύνην διεχειρίζετο κυρίως ο κλήρος, οι δε προεστώτες εφαίνοντο μάλλον δευτερεύουσαν θέσιν έχοντες εν τη απονομή αυτής, εν ταις νήσοις υπερέβησαν ενωρίς την βαθμίδα ταύτην, η δε δικαιοσύνη έλαβεν όλως λαϊκόν χαρακτήρα, ενώ το δίκαιον, μορφωθέν το πρώτον εν εθίμοις, είχεν ήδη αρχίσει να λαμβάνη ενιαχού τον τύπον του γραπτού δικαίου». Χαρακτηριστικό είναι το καθεστώς των τριών κατεξοχήν ναυτικών νησιών της εποχής, της Ύδρας, των Σπετσών και των Ψαρών. Σε αυτά τα νησιά αναδείχτηκε μια κυρίαρχη κάστα που δεν στήριζε τη θέση της στην κληρονομικότητα, αλλά στην προσωπική εργασία και ικανότητα στο επιχειρείν. Τα μέλη της τάξης των «οικοκυραίων», αφού είχαν πλουτίσει από το θαλασσινό εμπόριο, αποσύρονταν στα νησιώτικα αρχοντικά τους ασχολούμενοι με τα δημόσια. Η Ύδρα για πολύ καιρό ουσιαστικά αγνοούταν από την οθωμανική εξουσία και μόλις στα 1667 τη βλέπουμε να εντάσσεται στους αυτοκρατορικούς φορολογικούς καταλόγους. Προϊσταμένη δύναμη στο νησί ήταν δυο έγγαμοι ιερείς, που κανόνιζαν τα κοινά, καθώς και δυο εκλεγμένοι επίτροποι με έναν γραμματικό. Για την είσπραξη των φόρων υπήρχε ένας ταμίας ενώ, το νησί διέθετε δική του πολιτοφυλακή για την τήρηση της τάξης. Η δικαιοσύνη απονεμόταν από ένα κοσμικό δικαστήριο, την καγκελαρία, και από ένα εκκλησιαστικό. Η μόνη υποχρέωση των Υδραίων, πέραν της φορολογίας, ήταν να συνεισφέρουν στο οθωμανικό ναυτικό έναν αριθμό ναυτών, τους καλιοντζίδες, τους οποίους και αναλάμβαναν να τρέφουν και να μισθοδοτούν.  Ουσιαστικά η Ύδρα «…προέκοπτεν, αποτελούσα κυρίως μικράν πολιτείαν, τα λοιπά μεν αυτόνομον, απλώς δε φόρου υποτελή εις ξένον κυριάρχην…». Οι Σπέτσες, όπως και η Ύδρα, μοιράζονταν την ίδια κοινωνική δομή, με τους οικοκυραίους στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας ακολούθως τους πλοιοκτήτες και τέλος τους ναύτες. Για την διοίκηση της νήσου υπήρχε ένας  ζαμπίτης ή μπέης της νήσου, ντόπιος, που προτεινόταν από τους οικοκυραίους και διοριζόταν από τον ναύαρχο του στόλου. Μάλιστα ο Νικ. Μοσχοβάκης παρατηρεί ότι: «… ουδαμού αλλαχού οι τούρκοι εσεβάσθησαν πλειότερον την τιμήν, την ελευθερίαν της συνειδήσεως και την ζωήν των υποδούλων». Όσο για το πολίτευμα των Ψαρών χαρακτηρίζεται ως «καθαρώς δημοκρατικόν». Δικαίωμα συμμετοχής στην συνέλευση του νησιού είχαν όλοι όσοι ήταν αρχηγοί οικογένειας, ασχέτως κοινωνικής θέσης. Η συνέλευση εξέλεγε σαράντα αντιπροσώπους, που με την σειρά τους εξέλεγαν μια τετραμελή δημογεροντία με ενιαύσια θητεία. Στις υποχρεώσεις της νήσου, πέραν της συλλογής των αυτοκρατορικών φόρων, ήταν και η αποστολή ναυτών για την επάνδρωση του αυτοκρατορικού στόλου καθώς και η αποστολή στην Πύλη δυο ζευγών γερακιών.
 
Πέραν όμως των προνομίων που απολαμβάνουν επί τουρκοκρατίας οι περιοχές που θα αποτελέσουν το πρώτο ελεύθερο ελληνικό κράτος, αντίστοιχα προνόμια παρέχονται σταδιακά και σε πλήθος άλλων περιοχών της αυτοκρατορίας. Τα Ζαγοροχώρια σχηματίζουν μεταξύ 1681- 1688 μια ομοσπονδία 47 χωριών, χωρίς ούτε έναν Τούρκο κάτοικο. Υπόκεινται στην δικαιοδοσία της βασιλομήτορος και  εκλέγουν τον δικό τους πρόεδρο που κατοικεί στα Ιωάννινα. Στην Ήπειρο υπάρχουν πολλές αντίστοιχες συνομοσπονδίες, όπως τα Βλαχοχώρια, με τα δυο κεφαλοχώρια τους Συράκω και Καλαρρύτη να δεσπόζουν. Διευρυμένα προνόμια έχουν και τα Μαδεμοχώρια ή Χάσσικα χωριά της Χαλκιδικής. Ο Άγγλος Urquhart αναφέρει ότι 12 πόλεις και 360 χωριά είχαν δημιουργήσει μια αυτόνομη ομοσπονδία, η οποία αντλούσε τα προνόμια της από την παροχή προς το κράτος χρυσού ή αργυρούχου μολύβδου από τα ντόπια ορυχεία. Ήταν μια συμφωνία win-win, με σημερινή ορολογία. Οι μόνοι Οθωμανοί που υπήρχαν στα Μαδεμοχώρια ήταν ο μαδέμ-αγάς με μια μικρή στρατιωτική δύναμη. Η συνολική δε συνεισφορά στο αυτοκρατορικό ταμείο υπολογίζεται στις 220 οκάδες καθαρό άργυρο. Από τις γνωστότερες περιπτώσεις αυτόνομης κοινότητας αποτελούν τα Αμπελάκια της Θεσσαλίας. Η τοπική βιοτεχνία αφορούσε την κατεργασία βαμβακιού και προς το τέλος του 18ου αιώνα γνώρισε σημαντική αύξηση το εξαγωγικό εμπόριο. Όχι πολύ μακριά από τον θεσσαλικό κάμπο μια άλλη συνομοσπονδία χωριών, τα 24 χωριά του Βόλου, απολαμβάνει τα πλεονεκτήματα του αυτόνομου πολιτικού βίου. Ο Άνθ. Γαζής, που γεννήθηκε σε ένα από αυτά τα χωριά αναφέρει χαρακτηριστικά ότι στα 1807 «…όλαι αι κωμοπόλεις έχουσι σχολεία ελληνικά, όπου και μικραί τινες βιβλιοθήκαι ευρίσκονται. Διοικούνται κατά μεν τα πνευματικά από τον ίδιον αυτών μητροπολίτην, τον Δημητριάδος και Ζαγοράς επονομαζόμενον, κατά δε τα πολιτικά διοικούνται δημοκρατικώς με πατριωτισμόν, εξηρτημένοι αμέσως από την Κων/πολη, εκλέγοντες κατ’ έτος γέροντας, οίτινες έχουσιν όλη την φροντίδα της πατρίδος των».
 
Το σύστημα των αυτόνομων κοινοτήτων μέσα στην αυτοκρατορία λειτούργησε αρκετά καλά για περίπου 400 χρόνια. Οι Οθωμανοί κατακτητές, σκεπτόμενοι πραγματιστικά, δεν ήρθαν σε ρήξη με το βυζαντινό παρελθόν των κοινοτήτων. Σε πολλές περιπτώσεις άφησαν ανέγγιχτη την προϋπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Η διπλωματική αυτή στάση είχε μακροπρόθεσμα οφέλη για τους κατακτημένους, όσο και για τους κατακτητές. Η δύσκαμπτη και νωθρή οθωμανική γραφειοκρατία απαλλασσόταν από το χρέος να μισθοδοτεί επιπλέον στρατιωτικό και υπαλληλικό προσωπικό, σε περιοχές μάλιστα με ελάχιστους τουρκικούς πληθυσμούς, όπως η Πελοπόννησος ή οι Κυκλάδες. Το σύστημα των αρματολικιών στη Στερεά Ελλάδα, πέρα από το ότι εξοικονομούσε κρατικούς πόρους, κατέληξε να αποτελεί μια σταθερή πηγή εσόδων μέσω της αγοραπωλησίας τους από τους χριστιανούς. Η συλλογή των φόρων, που ήταν και η βασικότερη έγνοια της Πύλης, είχε ανατεθεί στις ίδιες τις κοινότητες, στη βάση του διανεμητικού συστήματος είσπραξης φόρων, που ίσχυε και κατά την βυζαντινή περίοδο. Αυτό συνέβαλε στην ανάδειξη μιας ξεχωριστής τάξης εντός των κοινοτήτων, των κοτζαμπάσηδων, που προήχθησαν, επί τουρκοκρατίας, σε φοροεισπράκτορες και διαμεσολαβητές με την ανώτατη εξουσία. Αργότερα θα αποτελέσουν τον κορμό της πολιτικής ηγεσίας των επαναστατημένων χριστιανών, φέροντας όμως και τα «κουσούρια» της, επί αιώνες, συνύπαρξης τους με το διεφθαρμένο οθωμανικό σύστημα… Επιπρόσθετα έξοδα εξοικονομούνταν για την αυτοκρατορία, από την παραχώρηση της κοινωνικής πρόνοιας στους ίδιους τους κατακτημένους. Στις αυτόνομες κοινότητες λειτουργούν, με κοινοτικά έξοδα ή πλουσίων, πλήθος σχολείων, νοσοκομείων, ορφανοτροφείων. Ειδικά στα σχολεία, έστω και ατελώς, λόγω και της στάσης της εκκλησίας απέναντι στην κοσμική παιδεία, φυτεύονται οι πρώτοι σπόροι της αμφισβήτησης της οθωμανικής εξουσίας. Από την άλλη το κυριότερο μειονέκτημα των αυτόνομων κοινοτήτων, για το αυτοκρατορικό σύστημα εξουσίας, ήταν η μη επαρκής αφομοίωση των γηγενών πληθυσμών στον μηχανισμό της αυτοκρατορίας. Μέχρι και τα ορλωφικά, στα 1770, καμία σοβαρή ένδειξη διατάραξης του modus vivendi δεν φαίνεται στον ορίζοντα. Μικρές τοπικές εστίες έντασης αφορούν περισσότερο κατάχρηση εξουσίας, από πλευράς οθωμανικών αρχών, γεγονός που επισείει πολλές φορές την τιμωρία του Οθωμανού αξιωματούχου, χωρίς κανένα άλλο συνολικότερο απελευθερωτικό αίτημα. Ο ξεσηκωμός του 1821 έθεσε τέλος στην συνύπαρξη του Rum millet με τους Οθωμανούς, οδηγώντας και τις δυο πλευρές σε ωμότητες, που ποτέ μέχρι τότε δεν είχαν πάρει τέτοια έκταση. Ενδεικτική είναι η σφαγή της Τριπολιτσάς τον Σεπτέμβρη του 1821 και τα αντίποινα των Οθωμανών με την σφαγή της Χίου τον Απρίλη του 1822. Το σύστημα αυτό εν τέλει καλλιέργησε ένα ισχυρό τοπικιστικό πνεύμα, που δυσκόλεψε πολύ το μικρό ασθενικό κράτος να επιβάλλει την εξουσία του σε όλη την επικράτεια του. Η περίπτωση της Μάνης (ξανά…) είναι χαρακτηριστική. Δια μέσου του θεσμού των αυτόνομων κοινοτήτων κάθε millet διατήρησε ανέπαφη την πολιτιστική ιδιαιτερότητα του, αφού κανείς σουλτάνος δεν διαμόρφωσε έναν κρατικό θεσμό αφομοίωσης των γηγενών πληθυσμών. Όσο οι φόροι εισπράττονταν και τηρούνταν η αυτοκρατορική νομιμότητα, τα millet της αυτοκρατορίας απολάμβαναν της pax ottomanica.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου