Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2020

Fr. Nietzsche: ο Ευρωπαϊκός μηδενισμός

Στο έργο του Νίτσε σχολιάζονται τα κείμενα εκείνα, που αποτελούν το πρώτο από τα τέσσερα βιβλία του πολλαχώς υπό συζήτηση έργου του φιλοσόφου: η βούληση για δύναμη (der Wille zur Macht). Καθ’ όλη την έκταση αυτού του έργου είναι έκδηλη μια γενεαλογικής υφής ερμηνευτική, που βλέπει προς τα πίσω για να κοιτάξει μπροστά. Βλέπει προς τα πίσω: οικο-δομεί μια στέρεη εσωτερική επαφή με τα μεγάλα έργα του φιλοσοφικού πολιτισμού ‒πρωτίστως του ελληνικού με προεξάρχοντα τον προσωκρατικό στοχασμό‒ για να περιγράψει εν τέλει την ιστορία του ευρωπαϊκού μηδενισμού, με τη δύναμη μιας φιλοσοφικής ρητορικής, σχεδόν παρόμοιας κατά τη δομή της με εκείνη του πλατωνικού Φαίδρου. Η νοητή γραμμή της εν λόγω ρητορικής συνάπτεται με την προοπτική του μηδενισμού, που αρνείται τον ως τώρα υπαρκτό κόσμο ως ένα είδος Είναι και παρουσιάζει το μέλλον, να «ομιλεί με εκατό σημεία», καθιστά δηλαδή εφικτή την αλλαγή του κόσμου, έξω από «τα παράσιτα του πνεύματος» και την παρακμιακή ηθική. Το υπό συζήτηση βιβλίο ανάγει τη σπουδαιότητά του, πριν απ’ όλα, στο γεγονός ότι εισχωρεί μέσα στα αβυσσαλέα ριζώματα του σύγχρονου ευρωπαϊκού μηδενισμού και ξανασκέπτεται, από μηδενική βάση, ό,τι ως τώρα θεωρούνταν δεδομένο, αποτελειωμένο, ολοκληρωμένο σύστημα αξιών.

§2

Ουσιαστικά, ο Νίτσε αναζητεί εκείνο το φωτεινό μονοπάτι της σκέψης, ικανό να οδηγήσει σε μια νέα, ερμηνευτική εσωτερικότητα της ζωής, που θα περισώζει την εξωτερικότητα εδώ και τώρα και θα αποτελεί έτσι την ακαταμάχητη δύναμη ενάντια στον καλπάζοντα βαρβαρισμό των διαφόρων ‒ισμών: φιλελευθερ-ισμός, εθνικ-ισμός, δημοκρατ-ισμός, σοσιαλ-ισμός, ολοκληρωτ-ισμός, χριστιαν-ισμός, Διαφωτ-σμός κ.λπ. Αυτοί και παρόμοιοι ‒ισμοί έχουν ένα κεφαλαιώδες κοινό χαρακτηριστικό, μεταξύ πολλών επί μέρους άλλων: έχουν αφαιρέσει από τον άνθρωπο την πίστη στην εδώ και τώρα ζωή, στην παρούσα ζωή, για χάρη και δυνάμει μιας πίστης στα αφηρημένα, κενά συγκεκριμένου περιεχομένου ιδεώδη ενός υπεραισθητού, υπερβατικού, θεολογικο-μεταφυσικού κόσμου. Πρόκειται, στ’ αλήθεια, για μια συστηματική παραπλάνηση-αποδυνάμωση του ανθρώπου, το πνευματικό άρωμα της οποίας συγκροτείται από ένα, εδώ και αιώνες, εδραιωμένο σύστημα αξιών. Είναι αυτό που παραλύει τα κύτταρα της βουλητικής δύναμης και των πηγαίων ενστίκτων του ανθρώπου, με αποτέλεσμα να δομείται σε εξουσία η αρρωστημένη, αρνητική, σαθρή βούληση όλων των παρασιτικών στοιχείων και να συνθλίβεται καθετί το υγιές, το δυνατό, το βέλτιστο, το άριστο. Το τελευταίο τούτο δεν έχει να κάνει με κάποιον παλιομοδίτικο αριστοκρατισμό, όπως αφελώς πιστεύουν ορισμένα αντιπνευματικά όντα, αλλά με την ικανότητα του ανθρώπου να καταπολεμήσει τη διαφθορά, την ηθική κατάπτωση, γενικώς την παρακμή ή παρακμιακή ζωή, στην οποία τον καταδικάζουν οι θεσμικοί και άλλοι μηχανισμοί των ως άνω ‒ισμών.

§3

Είναι αλήθεια πως η σημερινή εποχή, όπως και εκείνη που έγραφε ο Νίτσε, είναι άκρως περίπλοκη και όχι λιγότερο μηδενιστική. Ο συνολικός της προβληματισμός για την πορεία του πνευματικού πολιτισμού συνυφαίνεται με την αγωνία γύρω από την πολιτική, πολιτισμική, τεχνικο-επιστημονική εξέλιξη εν όλω του ανθρώπου. Το ερώτημα, επομένως, που διατρέχει το σύνολο της νιτσεϊκής σκέψης στο παρόν βιβλίο και αποτυπώνει αυτή την αγωνία, ηχεί περίπου ως εξής: πώς μπορεί η αυθεντική ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης, του ανθρωπίνως υπάρχειν, να βρει την περπατησιά της έξω από τη και ενάντια στη μηδενιστική αποσάθρωσή της; Ο φιλόσοφος απαντά: μεταστοιχειώνοντας όλες εκείνες τις αξίες, που μας υπαγορεύουν τρόπους θέασης του κόσμου και άντλησης αντίστοιχων νοημάτων ζωής. Μόνο έτσι μπορούμε να καταστρέψουμε όλες τις παρασιτικές, νοσηρές δυνάμεις, που λυμαίνονται τον κόσμο του ανθρώπου, και να διανοιχθούμε στις πολλαπλές προοπτικές του δημιουργείν:

«Μεταστοιχείωση όλων των αξιών: αυτή τη συνταγή δίνω για μια πράξη ύψιστου αυτοδιαλογισμού της ανθρωπότητας· μια πράξη που σε μένα έχει γίνει σάρκα και πνεύμα … Αντιλέγω όσο κανένας άλλος και όμως είμαι το αντίθετο ενός αρνητικού πνεύματος … Είμαι ένας χαρούμενος μαντατοφόρος … αλλά είμαι και ο άνθρωπος του μοιραίου. Γιατί, όταν η αλήθεια συγκρούεται με ψέματα χιλιετιών, μέλλει να ζήσουμε τραντάγματα, παροξυσμούς σεισμών, αδιανόητες ως τώρα μετατοπίσεις βουνών και κοιλάδων. Η έννοια της πολιτικής θα εισέλθει τότε ολοσχερώς σε έναν πόλεμο πνευμάτων, όλες οι δομές εξουσίας της παλιάς κοινωνίας θα τιναχθούν στον αέρα ‒ αφού όλα στηρίζονται πάνω στο ψέμα».

Όσο θολώνουν οι πνευματικοί ορίζοντες της σημερινής Ευρώπης, πόσο μάλλον των αγοραίων βοσκών της Ελλαδικής εξουσίας, τόσο ερημώνει η ζωή και η δημιουργία συνθλίβεται από τη μνησικακία των αδύναμων, των σακάτηδων, κατά Νίτσε, σε όλα τα επίπεδα του ανθρώπινου πράττειν: από τη φροντίδα της σωματικής υγείας έως και όλες τις εκφάνσεις της ψυχικής υγείας, καθώς και της πολιτισμικο-πνευματικής εξέλιξης. Κάπως έτσι στηλιτεύει, στο παρόν έργο του, ο φιλόσοφος τις ανισόρροπες συμπεριφορές των εξασθενημένων/εξαντλημένων βουλήσεων, που παίρνουν, υποτίθεται, το μέρος των φτωχών, ή μιλούν για «ίσα δικαιώματα» προκειμένου να δομήσουν τη δική τους εξουσία, την εξουσία των έκφυλων, των παθητικών μηδενιστών και να συντρίψουν, με τον μανδύα του μοραλισμού/της ηθικολογίας, κάθε είδους παραγωγική, δημιουργική δύναμη. Και εν τέλει διερωτάται ο Νίτσε: «πώς έφτασαν οι εξαντλημένοι να συντάξουν τους νόμους για τις αξίες; …Πώς ήρθαν στην εξουσία, εκείνοι που είναι τελευταίοι;»

Και όταν έρχονται οι τελευταίοι στην εξουσία δεν αναπαράγουν απλώς τη δική τους αποβλάκωση ή δεν την καθιστούν μόνο ύψιστη αξία της πολιτικής, κοινωνικής και ατομικής ζωής, αλλά την αναγορεύουν και σε αδιαπραγμάτευτη δύναμη αξιολόγησης αυτής τούτης της ζωής. Κατ’ αυτό τον τρόπο τείνουν να αποδυναμώνουν, να εξαντλούν ή να κουράζουν και τις υγιείς, κραταιές δυνάμεις της κοινωνίας. Οπότε η εξουσία τους διαιωνίζεται και ο αρνητικός μηδενισμός καλά κρατεί.

Άλλα Σχόλια: 

α)

Και όλα αυτά, όχι άσχετα με την ιστορική - πνευματική πορεία του νεότερου ελληνισμού ως εκείνης της εθνικής μειονότητας και μειονεξίας που με απίστευτο θράσος και κραταιά βλακεία υπονόμευσε και αποσάθρωσε οτιδήποτε, ως πνευματική αξία, δόμησε και ανέδειξε κατά το παρελθόν την πνευματική ταυτότητα του εν λόγω ελληνισμού η οποία ως αρχή των μεγάλων πραγματοποιήσεων έφερε στο προσκήνιο το αρχαίο και αθάνατο κλέος που σήμερα επικαλούμαστε εν κενώ.

Ποιά νέμεση είναι αυτή που υπέβαλε την μεταποίηση της αρχής σύμφωνα με την οποία ο ελληνισμός συγκροτούσε μια απαράγραπτη κατάθεση του πνεύματος στην ιστορία του κόσμου, σε σύγχρονη εθνική μειοδοσία υπό την έννοια του έθνους κράτους με τα περιχαρακωμένα γεωγραφικά σύνορα;

Η καθόλα αυτή αντιφατική συνείδηση του ιστορικού σώματος του ελληνισμού, μεγαλωμένη μέσα στους κόλπους της χριστιανικής εκκλησίας, η οποία μετακένωσε το δικό της ιστορικό δράμα στο παραπάνω σώμα, εκείνο της αντίφασης της συνείδησης που δεν επιλύεται αλλά μονάχα δανείζεται ένταση προκειμένου να διαιωνίζεται, εξηγεί με επάρκεια τον νεοελληνικό μηδενισμό ο οποίος για ακόμα μια φορά επετειακής μνήμης θα εξαντληθεί σε δοξασμούς και ύμνους προς την αιθερική και παγωμένη φαντασιακή μνήμη του εαυτού του, προς συντριβή κάθε ζώσας δύναμης και της πραγματικότητας. Και στα παραπάνω, συμπεριλαμβάνω και θέτω ως ζητούμενο την αυτοσυνείδηση της Επανάστασης του Γένους καθώς και του πρώτου Κυβερνήτη, Ιωάννη Καποδίστρια, σε σχέση πάντα με την καθαρή έννοια του Κράτους η οποία αποτελεί και το μεγάλο ιστορικό ζητούμενο για τον ελληνισμό.

β) 

1. Ξεκινώ από τον Καποδίστρια: Ένας από τους λίγους, αν όχι ο μόνος, κυβερνήτης της Ελλάδας, από ιδρύσεως του νεοελληνικού κράτους, με ικανότητες και με μοναδική του έγνοια το συμφέρον της χώρας.
2. Νεοελληνικός μηδενισμός: αρνητική του εκδήλωση και αναπαραγωγική του δύναμη είναι τα διάφορα πολιτικά σώματα των μισθοφόρων και πραιτοριανών, των δεδηλωμένων θρασύδειλων που εκποιούν τη χώρα, αρκεί να είναι αυτοί στην εξουσία.
Ενίοτε συνεπικουρεί και το ένα ή το άλλο θεολογικό/θρησκευτικοειδές επέκεινα.
3. Έθνος-κράτος: θετικό υπό την έννοια της αρχαίας ελληνικής πολιτείας και με περιεχόμενα, δηλαδή πολιτικές, που εναρμονίζουν το ιδιωτικό με το δημόσιο συμφέρον και δεν στηρίζονται ή δεν ασκούνται από άξεστους καμαριέρηδες της πολιτικής. Θετικό επίσης ως ανεξάρτητο, σε επίπεδο διεθνών συνεργασιών, που αναγνωρίζει «την ελεύθερη ατομικότητα των λαών» (Χέγκελ).
4. Ελληνισμός: ως ιστορική ύπαρξη, ως ιστορικότητα του Είναι του ελληνικού λαού. Περιεχόμενα ή ενσαρκώσεις αυτής της ιστορικότητας είναι τα πνευματικά επιτεύγματα των αρχαίων, αλλά και των νέων Ελλήνων, π.χ. νεοελληνικός διαφωτισμός. Τα εν λόγω επιτεύγματα δεν ανήκουν στις πολιτικές συμμορίες, που τα επικαλούνται ή τα ιδιοποιούνται ενίοτε, για να δικαιολογήσουν, δηλαδή να συγκαλύψουν την ανθελληνική τους δράση. Αντίθετα, αποτελούν το αντίπαλο δέος.
5. Η αντίφαση της νεοελληνικής συνείδησης σχετίζεται με την απουσία παιδείας, μαζί και θεσμικής εκπαίδευσης. Όσο απουσιάζει η συγκεκριμένη παιδεία, τόσο ακούγονται διθύραμβοι για τα διάφορα επέκεινα, ενώ την ίδια στιγμή η ευρεία μάζα αποβλακώνεται και τρέχει πίσω από αντάξιους προς αυτή τιποτένιους, αποβλακωμένους πολιτικούς.

γ)

Η σκέψη μου για το έθνος – κράτος έχει ως εξής: ως ενότητα ή οργανισμός που προάγει το εθνικό συμφέρον, αποτελεί μερική αλλά απόλυτα αναγκαία συνθήκη. Δέχομαι και εγώ (αν σας κατανόησα ορθά) ότι το έθνος – κράτος είναι αναγκαία πολιτική πραγματικότητα του παρόντος που δεν μπορεί να καταργηθεί ή να λησμονηθεί από κανένα πολιτικό γραφείο και φτηνά ιδεολογήματα του κάθε τυχάρπαστου που λαβαίνει μέρος στη νομή της εξουσίας.

Το ενδιαφέρον μου όμως, στέκεται στην λογική υπέρβαση των προϋποθέσεων που συνιστούν την ενότητά του επειδή η έννοια και η πραγματικότητα του κράτους που στέκει πριν από κάθε διαμεσολάβησή του από το έθνος είναι η δυνατότητα του αυτογνωρισμού του σε αντίθεση με το έθνος το οποίο δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο του εαυτού του επειδή αρκείται μόνιμα στα ιστορικά του περιεχόμενα τα οποία έχουν συναχθεί αθροιστικά.

Εάν είναι δυνατή κάποια λειτουργική προτεραιότητα, θα έλεγα πως το κράτος έρχεται πρώτο ως καθολική πολιτική μορφή του απόλυτου, δεκτική έναντι διαμεσολάβησης από τα οποιαδήποτε περιεχόμενα.

Επί παραδείγματι, ένα ελληνικό κράτος δεν είναι μόνο η πολιτική ενότητα που παράγει την ταυτότητα των πολιτών του και προάγει τα συμφέροντά τους, αλλά κυρίως η καθολικότητα που γνωρίζει να αφαιρεί τα περιεχόμενά της και να προ – χωρεί σε συλλήψεις της ενότητας και της ταυτότητάς του με κριτήριο ολοένα καθολικότερες φανερώσεις της ιδέας του, που προκύπτουν βεβαίως από το ιστορικό του είναι. Ένα ελληνικό έθνος - κράτος γνωρίζει τον εαυτό του μόνο σε σχέση με τα άλλα έθνη κράτη και εξ ορισμού τα θεωρεί κατ’ αρχήν, εχθρικά. Τούτο είναι μεν αναγκαίο αλλά λογικά εχθρικό προς κάθε έννοια κίνησης του πράγματος έως ότου αυτό κατανοηθεί την πληρότητά του.

Η αντίφαση της νεοελληνικής συνείδησης προκύπτει από την αγεφύρωτη διάσταση και εχθρική διαλεκτική ανάμεσα στην ενότητα - ταυτότητα του κράτους ως ιστορικού θείου είναι, όπως αυτό πραγματοποιήθηκε ως απόλυτο στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, και στην νεοελληνική εκδοχή του έθνους – κράτους όπως αυτό τραυματικά βιώθηκε μετά την κατάρρευση της δεύτερης ελληνικής αυτοκρατορίας, της λεγόμενης βυζαντινής και της ταυτόχρονης εθνικοποίησής του.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας δεν θα μπορούσε να γνωρίζει φιλοσοφικά τούτη την αντίφαση, αλλά την βίωνε εσωτερικά ως κατάφαση, αφενός, της ιδέας της ελευθερίας των υπόδουλων Ελλήνων (δίχως αυθεντικό περιεχόμενο) και αφετέρου ως βεβαιότητα για την πλήρη αδυναμία συγκρότησης ενός νέου κράτους υπό τις υπάρχουσες τότε ‘’εθνικές’’ προϋποθέσεις. Τούτο, οδήγησε τον ίδιο στον θάνατο, διότι κατά την ανάληψη της εξουσίας δεν ήταν πλήρως ο εαυτός του, και την εθνική υπόθεση στο βάραθρο έως και σήμερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου