Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

Η αρμονία στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία

Από τα πρώτα στάδια εξέλιξής του, ο ελληνικός στοχασμός ασχολήθηκε με τις αρχές της νόησης, αλλά και του ερμηνευτικού προσδιορισμού κοσμολογικών συμβάντων. Στην προσπάθειά του αυτή, πίστεψε στη λειτουργικότητα μιας αρμονικής διαμορφωτικής διεργασίας. Αυτή τη συνέλαβε, είτε ως παράγοντα με ακατάλυτη ορμή στο σύμπαν, είτε ως ενοποιητικό στοιχείο εν μέσω διανοητικών διαδικασιών, είτε ως συνισταμένη που προκύπτει από τη θεραπεία αξιών και αρετών, με ευεργετικά για τον άνθρωπο αποτελέσματα.

Στις γραμμές που ακολουθούν, θα δούμε με συντομία πώς η αρμονία πλαστουργείται στη διανόηση των κυριότερων εκπροσώπων της αρχαιοελληνικής φιλοσοφικής γραμματείας· ξεκινώντας με τις αντιλήψεις που προηγήθηκαν πριν από την εμφάνιση του Σωκράτη και τελειώνοντας με τη χαραυγή της χριστιανικής εποχής. Έτσι ο αναγνώστης αποκτά πρόσβαση σε μια, κατά το δυνατόν, ανάγλυφη σχετική θεώρηση, για να έχει ο ίδιος την ευχέρεια της δικής του αξιολογικής αποτίμησης.

Έτσι, αρχής γενομένης κιόλας από τους προσωκρατικούς, υποστηρίχθηκε η παρουσία και η αναγκαιότητα της αρμονίας. Οι πυθαγόρειοι, μάλιστα, τη θεωρούσαν ως συνεκτικό δεσμό μιας σύνθεσης από άνισα και αντίθετα στοιχεία. Οπως γι' αυτούς η σιγή και η εχεμύθεια ήταν απαραίτητος όρος για την ανάπτυξη του πνεύματος, έτσι και η αρμονία ισοδυναμούσε με φυσικό, κοσμικό νόμο. Πεποίθησή τους ήταν, άλλωστε, και η ύπαρξη μουσικών σφαιρών στο σύμπαν. Εναρμόνια, δηλαδή, συμφωνία ήχων, που παράγεται από τα ουράνια σώματα. Ομοίως και κατά τον Ηράκλειτο, τον «σκοτεινό» φιλόσοφο της Εφέσου, το Σύμπαν είναι δομημένο από αντίρροπες και αντίθετες δυνάμεις («παλίντροπος» [πάλιν+τρέπω] ή «παλίντονος» [πάλιν+τείνω] «αρμονία»). Ισχυριζόταν μάλιστα ότι η «αφανής αρμονία είναι ανώτερη από τη φανερή» (Απόσπασμα 54). Η ιδέα της κανονικής αυτής διαφωνίας, αναγόμενη στο ανθρώπινο σώμα, σημαίνει πως η ίδια μας η υγεία εξαρτάται από την αγαστή συνύπαρξη δύο εναντίων δυνάμεων: της θερμότητας και του θρεπτικού ύδατος.

Με τους σοφιστές, περνάμε στην περίοδο (5-4ος αι. π.Χ.) αποκρυστάλλωσης των πρώτων φιλοσοφικών εννοιών. Από αυτούς ο πιο ξακουστός ήταν ο Πρωταγόρας. Η αποφθεγματική του φράση «Πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος» («Κριτήριο για όλα τα πράγματα είναι ο άνθρωπος»), επιχειρεί να καταστήσει την έλλογη γνώση μοχλό ερμηνείας των κοινωνικών και πολιτικών γεγονότων. Η θετική και η εμπειρική σκέψη, κερδίζουν το πρώτο έδαφος στο προσκήνιο των ιδεών. Ακόμη πιο μετριοπαθής φανερώνεται ο στοχασμός των σοφιστών σε θέματα μεταφυσικής. Επόμενο ήταν ο κόσμος και οι όψεις του να μελετώνται χωρίς την προσφυγή στους θεούς. Την ύπαρξη των τελευταίων, ούτε την αρνούνταν, ούτε όμως και την αποδεχόταν.

Το αρμονικώς ζην, υπήρξε και σωκρατική επιδίωξη. Κάτι τέτοιο είναι ολοφάνερο προπαντός στις απόψεις του Αθηναίου στοχαστή για την πολιτική φιλοσοφία. Προσπαθώντας, λοιπόν, ν' απαντήσει στο ερώτημα ποιος θα έπρεπε να κυβερνά μια πολιτεία, προτείνει τον φιλόσοφο. Μόνον αυτός, διδάσκει, μπορεί ν' ασκεί εξουσία, επειδή ως εκπαιδευμένος διανοητής γνωρίζει το αληθές και το αγαθό. Το κύρος, κατ' επέκταση, της εξουσίας επαφίεται σε μια στάση ζωής, της οποίας η ευστάθεια έχει απόλυτη σχέση με τη χρηστή καλλιέργεια του ήθους.

Κατά τον Πλάτωνα, ο φιλόσοφος οφείλει, ενώ διαβιώνει στην ευνομούμενη πολιτεία, ταυτόχρονα «να φεύγη εντεύθεν» τουτέστιν να είναι αποτραβηγμένος. Ο διανοούμενος, προκειμένου να διατηρεί την πνευματική του ισορροπία, καλόν είναι να συνδυάζει τον ορθολογισμό και τη νομομάθεια με τη μυστική θεωρία και την απορία του πνεύματος. Ευκαιρίας πάλι δοθείσης (Τίμαιος, Νόμοι), ο Πλάτων εδραιώνει την αντίληψη ότι η εύρυθμη λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού διαταράσσεται, όταν διεργασίες, όπως η αναπνοή, ο μεταβολισμός κ.λπ., δεν συνάπτονται με άλλες ηθικού περιεχομένου. Ευνόητο είναι πως, όταν η ικανοποίηση των ηδονών δεν γίνεται με μέτρο, τότε τα μέρη της ψυχής («λογιστικόν», «θυμοειδές», «επιθυμητικόν») τελούν εν δυσαρμονία.

Στον Αριστοτέλη το νόημα της αρμονίας απαντάται με τις λέξεις «εντελέχεια» και «μεσότης». Ως εντελέχεια (εν+τέλος έχειν) εννοεί τη δύναμη εκείνη που μορφοποιεί και τελειοποιεί τα όντα. Στις ημέρες μας θα την ταυτίζαμε με την κληρονομικότητα που βασίζεται στο γενετικό κώδικα. Η ύλη λοιπόν δεν δρα αυθόρμητα, αλλά πραγματώνεται στο πλαίσιο κάποιου σκοπού. Η μεσότητα με τη σειρά της, απηχεί τη μετριοπάθεια που επιβάλλεται να επικρατεί ανάμεσα σε ακραίες θέσεις. Ο Αριστοτέλης αποδέχεται ότι μια τέτοια στάση συμπεριφοράς δεν είναι καθόλου εύκολη, μιας και απαιτεί νοητική επάρκεια και συγκράτηση ορμών. Ετσι η αποφυγή της υπερβολής και της έλλειψης βρίσκει απτή εφαρμογή στην καθημερινότητα όπως π.χ. στη διαιτητική, την προσφορά προς τον άλλον, την απόκτηση της αρετής κ.ά.

Στην ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο (3ος αι. π.Χ.) ανήκουν οι κυνικοί (Διογένης ο Σινωπεύς, Αντισθένης, Κράτης, κ.λπ.). Αυτοί πιστεύουν ότι ο άνθρωπος προστατεύει την εσωτερική του αρμονία, απομακρυνόμενος τελείως από θεσμούς, πάτριους δεσμούς και κάθε είδους κομφορμισμό. Οι κυνικοί, γνήσιοι μαθητές του Σωκράτη, αισθάνονται πολίτες όλου του κόσμου και κηρύσσουν την ολιγάρκεια και την αποστροφή στα πολιτισμικά αγαθά. Φιλικά διακείμενοι στην ακτημοσύνη και τη δημόσια παρέκκλιση, πρεσβεύουν πως η ψυχή ιάται απ' τα πάθη της, όταν η κοινωνική ανελευθερία αντικατασταθεί από την ακοινωνική ελευθερία.

Εξίσου σημαντική είναι και η συμβολή των στωικών στο θέμα μας. Γι' αυτούς, το να ζεις σύμφωνα με τη φύση («ομολογουμένως τη φύσει ζην»), δηλαδή με τη λογική, είναι το ύπατο ζωτικό αξίωμα. Με αυτόν τον τρόπο, ο ορθός συλλογισμός αποτελεί γνώμονα βίου, πράγμα που μας βοηθά στην παράκαμψη των συγκινήσεων και των επιθυμιών, οι οποίες φθείρουν την ακέραιη ανάπτυξή μας. Στους στωικούς η σύγχρονη εποχή οφείλει την κληροδότηση των ηθικών υποχρεώσεων, γνωστών ως «καθηκόντων». Την εκπλήρωσή τους τη θεωρούν μάλιστα απαραίτητη προϋπόθεση για να αναγνωρίσουμε τη συμπαντική τάξη, της οποίας η αρμονία στον ανθρώπινο ψυχισμό μεταφράζεται με τον όρο «απάθεια».

Εκείνο που στη συνέχεια προέχει για την επικούρεια σκέψη είναι η καταπολέμηση της αμάθειας, των προκαταλήψεων και των φιλοδοξιών· ενοχλήσεων που προξενούν φόβο. Η «αταραξία», η αταλάντευτη αυτή εσωτερική μας γαλήνη, επιτυγχάνεται με την προσκόλλησή μας στις πνευματικές και όχι στις σωματικές ηδονές. Απατώμαστε, υπογραμμίζει ο Επίκουρος, εάν νομίζουμε ότι η πολυφαγία και η ασωτία οδηγούν στον ορθό βίο. Κάτι τέτοιο διασφαλίζεται μόνο με τη φρόνηση και το νηφάλιο λογισμό. Παροιμιώδες, εξάλλου, έχει παραμείνει το σόφισμά του για την καταπολέμηση του άγχους του θανάτου: «Ενώ ζούμε, ο θάνατος απουσιάζει. Οταν επέρχεται, εμείς έχουμε φύγει».

Ο σκεπτικισμός, από την άλλη, πρεσβεύει (Πύρρων ο Ηλείος, Αρκεσίλαος, Καρνεάδης, Αινεσίδημος, Σέξτος ο Εμπειρικός κ.ά.) ότι η αναστολή κάθε απόφανσης («εποχή») προσδίδει στο πνεύμα τη ζητούμενη ειρήνευση. Σε κάθε αναφυόμενο ζήτημα, στη θέση μιας κατάφασης, προτείνουν το ίδιο το ερώτημα, το οποίο λειτουργεί και ως θεραπευτική αγωγή του νου. Αντιτιθέμενος στο δογματισμό, ο σκεπτικισμός είναι της γνώμης πως αυτός κινείται στο φαύλο κύκλο της στείρας γνώσης. Εκείνο που πράγματι μας λυτρώνει, είναι η παραίτηση από κάθε θεωρητική αναζήτηση. Η ποικιλία, άλλωστε, των απόψεων σχετικά με τις πρώτες αρχές και τις πρώτες αιτίες, δεν μας αφήνει ν' αντιληφθούμε με καθολικότητα τα φαινόμενα. Για το λόγο αυτό, ο σκεπτικισμός θεωρεί έωλη κάθε αποδεικτική διαδικασία και προκρίνει αντί για τη βεβαιότητα, την πιθανότητα. Καθοριστικό, τέλος, στοιχείο για την ευτυχία μας, δεν είναι τα πράγματα -μιας και καθ' εαυτά παραμένουν αδιάφορα- αλλά η ομόνοια των διαθέσεών μας απέναντί τους.

Στα ιδεολογικά ρεύματα του λεγόμενου μέσου στωικισμού (1ος αι. π.Χ.), κυρίαρχη είναι η φυσιογνωμία του Ποσειδώνιου του Απαμέως. Νους πολυμερής και ακαταπόνητος, συνέγραψε σχεδόν για όλους τους κλάδους του επιστητού (από φιλοσοφία μέχρι και μετεωρολογία). Τάσσεται υπέρ της άρρηκτης συνοχής που διέπει το σύμπαν με σοφία και ευταξία. Ο Θεός εκλαμβάνεται ως νοούσα πνοή, πανταχού παρούσα στη φύση, ως είδος ζώντος οργανισμού («συγκίνησις»). Ο Ποσειδώνιος αναφέρεται ξεχωριστά στη μαντική. Εξηγώντας τη, γράφει ότι πρόκειται περί προνομιούχου συνειδησιακής ικανότητας που εκδηλώνεται στον ύπνο ή σε καταστάσεις έκστασης και διαβλέπει την πορεία των γεγονότων. Στο σημείο αυτό, η θέση της αρμονίας είναι βαρυσήμαντη. Η μαντική σχετίζεται ευθέως με τη «συμπάθεια», τους άφθαρτους, με άλλα λόγια, δεσμούς που μορφοποιούν τον κόσμο ως ενιαίο αρμονικό κύκλο.

Κατά τη διάρκεια των πρώτων χριστιανικών αιώνων (της νεότερης στοάς) θα σταθούμε σε δύο φυσιογνωμίες που ξεχώρισαν με την ποιότητα του στοχασμού τους. Τον Επίκτητο και τον Μάρκο Αυρήλιο. Ο πρώτος, στο γνωστό έργο του «Εγχειρίδιον», καλεί τους ανθρώπους να λάβουν επίγνωση των ορίων τους και να δρουν στα πλαίσια των δυνατοτήτων τους. Ο άνθρωπος, διαμηνύει, βιώνει την έμμετρη ανάπτυξη των ικανοτήτων του τότε μόνον, όταν μαθαίνει να μην εξουσιάζεται από τη φαντασία του. Ως εκ τούτου, η περιφρόνηση σε οποιαδήποτε περίσταση που δε βρίσκεται υπό τον έλεγχό μας, αποτελεί αξιόλογο παράγοντα απόκτησης εσωτερικής γαλήνης και ελευθερίας. Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος, στην τελευταία δεκαετία της ζωής του, έγραψε στα ελληνικά το έργο «Τα εις εαυτόν». Εδώ τονίζεται ότι η αφοβία στα εξωτερικά συμβάντα περισώζει την ηθική μας ακεραιότητα. Αναφορικά με την παγκόσμια φύση, τη δέχεται μεν ως πεπερασμένη, πιστεύοντας ότι όλα όσα φαίνονται φθαρτά και γηρασμένα, στο βάθος αναδημιουργούνται και επαναπαράγονται μέσα σ' αυτήν. Αυτό συνιστά, εξάλλου, την αρμονική της ιδιότητα.

Στο νεοπλατωνισμό, το τελευταίο και συνεπέστερο σύστημα του αρχαίου κόσμου (που ξεκινά από τον 3ο μ.Χ. αιώνα), κυριαρχεί το ανάστημα του Πλωτίνου. Διατεινόταν ότι ο κόσμος δεν είναι αποτέλεσμα, αλλά απορροή από το Ενα, την απόλυτη αυτοαρχή. Επειδή όμως η αρχή αυτή είναι γνωστικά ασύλληπτη, η ένωσή της με τον άνθρωπο κατορθώνεται μόνο μέσω της ασκητικής κάθαρσης της ψυχής. Απαραίτητος όρος για κάτι τέτοιο είναι η απαλλαγή της από τα υλικά συνοδευτικά. Ο κόσμος, κατά τον Πλωτίνο, είναι καλαίσθητος και σωστά διατεταγμένος, σύμφωνα με τους αιώνιους νόμους (Εννεάδες, ΙΙ, 9, 16). Προσθέτει, ότι είναι αδύνατον να υπάρξει μουσικός που να μη συγκινείται από το άκουσμα της αρμονίας των αισθητών φθόγγων, τη στιγμή που γνωρίζει τη συμμετρία των αντίστοιχων νοητών. Με το αυτό σκεπτικό, συνεχίζει, κάποιος που ξέρει καλά γεωμετρία και αριθμητική, είναι εύλογο να ευχαριστιέται βλέποντας ιδίοις όμμασι την κρατούσα γήινη τάξη και αναλογία.

Τόσο οι επιμέρους συμπτώσεις όσο και οι διαφοροποιήσεις των απόψεων που προηγήθηκαν αναφορικά με την αποτύπωση της ταυτότητας της «αρμονίας», είναι ενδεικτικές της ελευθερίας στην οποία κινήθηκε το αρχαίο ελληνικό πνεύμα. Είναι παράλληλα φανερό πως όταν ο φιλοσοφικός λόγος στο εγχείρημά του αυτό, προβάλλει κατηγορίες με μεγάλη γενικότητα περιεχομένου, στην πραγματικότητα δημιουργεί κανόνες στη θέση της αρχικής ακαταστασίας. Η ιδέα, λ.χ., της φυσικής, διαδοχικής τάξης των όντων, αντικαθιστώντας τη μυθική κοσμογονία, ξεκίνησε με τη φυσιοκρατία της Μιλήτου, συνεχίσθηκε με τον Ξενοφάνη και τους Ελεάτες, και «νομιμοποιήθηκε», λίγο πριν από την άνθηση του σοφιστικού κινήματος: με τον Λεύκιππο και τον Δημόκριτο.

Η ατομική μάλιστα θεωρία προχώρησε ακόμη παραπέρα διαμορφώνοντας ένα παράδοξο, για το νόημα της αρμονίας, θεώρημα. Εξέφρασε την πιθανότητα ότι αυτή προκύπτει όχι ως αποτέλεσμα κάποιας δημιουργικής σκοπιμότητας στο Σύμπαν, αλλά ανάλογα με το δείκτη προσαρμοστικότητας κάθε όντος στο περιβάλλον. Η παραστατική, εξάλλου, βιωσιμότητα μιας τέτοιας επιχειρηματολογίας επιβεβαιώνεται, σε μεγάλο βαθμό, στον τρόπο επικράτησης των εκάστοτε επιστημολογικών θεωριών, από το 17ο αιώνα και μετά.

Εάν τελικά αληθεύει ο ισχυρισμός ορισμένων, ότι υπάρχει περίπτωση η αρχαία ελληνική σκέψη να επηρεάστηκε από δόξες της Ανατολής (σύμφωνα με τις οποίες και ο σκεπτικιστής Πύρρων από Ινδούς σοφούς), κάτι τέτοιο δεν θα έπρεπε να μας πτοεί. Ισα ίσα όφειλε να μας προβληματίζει θετικά για το μέγεθος της ιδεολογικής ευρυχωρίας της πνευματικής μας παρακαταθήκης. Η τελευταία, κατά κανόνα, αποδεικνύεται λυσιτελής, όταν η νόηση συνυφαίνεται ιδίως με δογματικές αντιπαραθέσεις και προσηλώνεται στη μονομέρεια.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου