Σάββατο, 7 Μαρτίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἑκάβη (583-628)

ΧΟ. δεινόν τι πῆμα Πριαμίδαις ἐπέζεσεν
πόλει τε τἠμῇ θεῶν ἀνάγκαισιν τόδε.
585 ΕΚ. ὦ θύγατερ, οὐκ οἶδ᾽ εἰς ὅ,τι βλέψω κακῶν,
πολλῶν παρόντων· ἢν γὰρ ἅψωμαί τινος,
τόδ᾽ οὐκ ἐᾷ με, παρακαλεῖ δ᾽ ἐκεῖθεν αὖ
λύπη τις ἄλλη διάδοχος κακῶν κακοῖς.
καὶ νῦν τὸ μὲν σὸν ὥστε μὴ στένειν πάθος
590 οὐκ ἂν δυναίμην ἐξαλείψασθαι φρενός·
τὸ δ᾽ αὖ λίαν παρεῖλες ἀγγελθεῖσά μοι
γενναῖος. οὔκουν δεινόν, εἰ γῆ μὲν κακὴ
τυχοῦσα καιροῦ θεόθεν εὖ στάχυν φέρει,
χρηστὴ δ᾽ ἁμαρτοῦσ᾽ ὧν χρεὼν αὐτὴν τυχεῖν
595 κακὸν δίδωσι καρπόν, ἄνθρωποι δ᾽ ἀεὶ
ὁ μὲν πονηρὸς οὐδὲν ἄλλο πλὴν κακός,
ὁ δ᾽ ἐσθλὸς ἐσθλός, οὐδὲ συμφορᾶς ὕπο
φύσιν διέφθειρ᾽, ἀλλὰ χρηστός ἐστ᾽ ἀεί;
ἆρ᾽ οἱ τεκόντες διαφέρουσιν ἢ τροφαί;
600ἔχει γε μέντοι καὶ τὸ θρεφθῆναι καλῶς
δίδαξιν ἐσθλοῦ· τοῦτο δ᾽ ἤν τις εὖ μάθῃ,
οἶδεν τό γ᾽ αἰσχρὸν κανόνι τοῦ καλοῦ μαθών.
καὶ ταῦτα μὲν δὴ νοῦς ἐτόξευσεν μάτην·
σὺ δ᾽ ἐλθὲ καὶ σήμηνον Ἀργείοις τάδε,
605 μὴ θιγγάνειν μοι μηδέν᾽, ἀλλ᾽ εἴργειν ὄχλον
τῆς παιδός. ἔν τοι μυρίῳ στρατεύματι
ἀκόλαστος ὄχλος ναυτική τ᾽ ἀναρχία
κρείσσων πυρός, κακὸς δ᾽ ὁ μή τι δρῶν κακόν.
σὺ δ᾽ αὖ λαβοῦσα τεῦχος, ἀρχαία λάτρι,
610 βάψασ᾽ ἔνεγκε δεῦρο ποντίας ἁλός,
ὡς παῖδα λουτροῖς τοῖς πανυστάτοις ἐμήν,
νύμφην τ᾽ ἄνυμφον παρθένον τ᾽ ἀπάρθενον,
λούσω προθῶμαί θ᾽, ὡς μὲν ἀξία, πόθεν;
οὐκ ἂν δυναίμην· ὡς δ᾽ ἔχω· τί γὰρ πάθω;
615 κόσμον γ᾽ ἀγείρασ᾽ αἰχμαλωτίδων πάρα,
αἵ μοι πάρεδροι τῶνδ᾽ ἔσω σκηνωμάτων
ναίουσιν, εἴ τις τοὺς νεωστὶ δεσπότας
λαθοῦσ᾽ ἔχει τι κλέμμα τῶν αὑτῆς δόμων.
ὦ σχήματ᾽ οἴκων, ὦ ποτ᾽ εὐτυχεῖς δόμοι,
620 ὦ πλεῖστ᾽ ἔχων μάλιστά τ᾽ εὐτεκνώτατε
Πρίαμε, γεραιά θ᾽ ἥδ᾽ ἐγὼ μήτηρ τέκνων,
ὡς ἐς τὸ μηδὲν ἥκομεν, φρονήματος
τοῦ πρὶν στερέντες. εἶτα δῆτ᾽ ὀγκούμεθα,
ὃ μέν τις ἡμῶν πλουσίοισι δώμασιν,
625 ὃ δ᾽ ἐν πολίταις τίμιος κεκλημένος;
τὰ δ᾽ οὐδέν, ἄλλως φροντίδων βουλεύματα
γλώσσης τε κόμποι. κεῖνος ὀλβιώτατος
ὅτῳ κατ᾽ ἦμαρ τυγχάνει μηδὲν κακόν.

***
ΧΟΡΟΣ
Φοβερό το κακό που έχει πέσει
στη γενιά του Πριάμου, στη χώρα μου·
οι θεοί το θελήσανε.
ΕΚΑΒΗ
Κόρη μου, τόσες είναι οι συμφορές μου,
που δεν ξέρω ποιά να πρωτοκοιτάξω·
αν αγγίξω τη μια, με κρατάει, όμως κι άλλη
θλίψη με κράζει,
ακολουθώντας μιαν ατέλειωτη σειρά
βάσανα πάνω στα βάσανα. Έτσι και τώρα,
πώς θα μπορούσα να τη σβήσω από τον νου μου
590 τη συμφορά σου και να μη θρηνώ;
Μα πάλι, πρέπει να το πω, ξαλάφρωσα
μαθαίνοντας πόσο γενναία εφάνηκες. Λοιπόν,
είναι περίεργο. Ένα αχαμνό χωράφι,
αν δώσουν οι θεοί καλόν καιρό, καρπίζει·
και πάλι, ένα χωράφι καρπερό, αν δεν λάβει
όσα χρειάζεται, αχαμναίνει. Όμως ο άνθρωπος,
πάντα, ο κακός άλλο δεν είναι από κακός·
πάντα ο καλός, καλός και καμιά συμφορά
το φυσικό του δεν αλλάζει, σωστός πάντα.
Οι γονιοί τάχα διαφέρουνε; η ανατροφή;
600 Γιατί, κι ο τρόπος που αναθρέφεται ο καθένας
βοηθάει στην αρετή· μαθαίνεις το καλό,
ξέρεις να ξεχωρίζεις
και το κακό, με του καλού το μέτρο.
Σαϊτιές του νου που πάνε στα χαμένα.
(Στον Ταλθύβιο.)
Τώρα εσύ, τράβα και να πεις στους Αργίτες
κανείς να μη μου αγγίξει την παιδούλα
και να κρατήσουνε μακριά τον όχλο. Σ᾽ έναν
στρατό μεγάλο, χαλινάρι δεν υπάρχει
κι η αψηφησιά του ναύτη πιο πολύ
κι απ᾽ τη φωτιά φουντώνει· εκεί
κακός λογαριάζεται όποιος κακό δεν κάνει.
(Η Εκάβη στρέφεται σε μια βάγια της.)
Κι εσύ, παλιά δουλεύτρα μου, πάρε μια στάμνα,
γέμισέ τη νερό θαλασσινό
610 και φέρε μού τη, για στερνή φορά
να λούσω την κόρη μου, νυφούλα
ανύμφευτη, κακότυχη παρθένα,
και να την αποθέσω στο κρεβάτι στολισμένη
όχι καθώς της άξιζε —δεν έχω τρόπο—
αλλά μ᾽ εκείνο που μπορώ, μαζεύοντας, ας πούμε,
στολίδια απ᾽ τις αιχμάλωτες που ζουν μαζί μου
σε τούτες τις σκηνές, αν ίσως στα κλεφτά
καμιά τους έχει τίποτα παρμένο
από το σπίτι της κι οι αφέντες οι καινούργιοι
δεν το γνωρίζουν. Ω παλάτια,
ω σπίτια έναν καιρό ευτυχισμένα.
620 Ω Πρίαμε, με τ᾽ αμέτρητα πλούτη, τα παιδιά τα καλά,
κι η γερόντισσα μάνα τους εγώ,
πώς φτάσαμε στο τίποτα, πώς χάσαμε
όλη μας την παλιά αρχοντιά. Κι έρχεται ο άλλος
και καμαρώνει γιατί ζει σε πλούσιο σπίτι
κι ο δείνας επειδή στην πόλη έχει όνομα.
Όλα τούτα είναι τίποτα· δείχνουνε μόνο
ξεπαρμένο μυαλό και καυχησιά της γλώσσας.
Εκείνος είναι στ᾽ αλήθεια ευτυχισμένος
που η κάθε μέρα του περνάει με δίχως θλίψη.
(Η Εκάβη μπαίνει στη σκηνή της.)

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου