Κυριακή, 12 Αυγούστου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Ἱκέτιδες (134-175f)

πλάτα μὲν οὖν [στρ. η]
135 λινορραφής τε δόμος ἅλα στέγων δορὸς
ἀχείματόν μ᾽ ἔπεμπε σὺν
πνοαῖς· οὐδὲ μέμφομαι·
τελευτὰς δ᾽ ἐν χρόνῳ
πατὴρ ὁ παντόπτας
140 πρευμενεῖς κτίσειεν.
σπέρμα σεμνᾶς μέγα ματρός, εὐνὰς [ἐφυμν. β]
ἀνδρῶν, ἒ ἔ,
ἄγαμον ἀδάματον ἐκφυγεῖν.

θέλουσα δ᾽ αὖ [ἀντ. η]
145 θέλουσαν ἁγνά μ᾽ ἐπιδέτω Διὸς κόρα,
ἔχουσα σέμν᾽ ἐνώπι᾽ ἀ-
σφαλέα, παντὶ δὲ σθένει
† διωγμοῖσι δ᾽ ἀσφαλέας
ἀδμῆτος ἀδμήτα
150 ῥύσιος γενέσθω.
σπέρμα σεμνᾶς μέγα ματρός, εὐνὰς [ἐφυμν. β]
ἀνδρῶν, ἒ ἔ,
ἄγαμον ἀδάματον ἐκφυγεῖν.

εἰ δὲ μή, μελανθὲς [στρ. θ]
155 ἡλιόκτυπον γένος
τὸν γάιον,
τὸν πολυξενώτατον,
Ζῆνα τῶν κεκμηκότων
ἱξόμεσθα σὺν κλάδοις
160 ἀρτάναις θανοῦσαι,
μὴ τυχοῦσαι θεῶν Ὀλυμπίων.
ἆ Ζήν, Ἰοῦς· ἰὼ μῆνις [ἐφυμν. γ]
μάστειρ᾽ ἐκ θεῶν·
κοννῶ δ᾽ ἄταν
165 γαμετᾶν οὐρανονίκων.
χαλεποῦ γὰρ ἐκ
πνεύματος εἶσι χειμών.

καὶ τότ᾽ οὐ δικαίοις [ἀντ. θ]
Ζεὺς ἐνέξεται ψόγοις,
170 τὸν τᾶς βοὸς
παῖδ᾽ ἀτιμάσας, τὸν αὐ-
τός ποτ᾽ ἔκτισεν γόνῳ,
νῦν ἔχων παλίντροπον
ὄψιν ἐν λιταῖσιν;
175 ὑψόθεν δ᾽ εὖ κλύοι καλούμενος.
‹ἆ Ζήν, Ἰοῦς· ἰὼ μῆνις [ἐφυμν. γ]
μάστειρ᾽ ἐκ θεῶν·
κοννῶ δ᾽ ἄταν
γαμετᾶν οὐρανονίκων.
χαλεποῦ γὰρ ἐκ
πνεύματος εἶσι χειμών.›

***
Αλήθεια τα κουπιά κι η στέρεα η ξυλοδεσιά
βαστώντας τα νερά και του πελάου το κύμα
με κατευόδωσαν εδώ με δίχως τρικυμιά
– παράπονο δεν έχω – κι όλο πρίμα·
μ᾽ άμποτε νά ηταν κι ο πατέρας μου
ο Δίας, που δύνεται ό,τι θέλει,
140 να μας αξίωνε όμοια και τα τέλη.
Και σπέρμα τόσο σεβαστής
μητέρας, να ξεφύγω ας δώσει
τ᾽ αντρίκια τ᾽ αγκαλιάσματα
κι απ᾽ το ζυγό του γάμου ας με γλιτώσει.

Και μ᾽ όση πίστη εγώ βοηθό την προσκαλώ,
τόσο του Δία κι η πάναγνη Κόρη ας το στρέξει
από τη σεμνοπρόσωπη την όψη σπλαχνικό
το βλέμμα της επάνω μου να στρέψει.
κι αγαναχτώντας μ᾽ όση της οργή
για τους κατατρεμούς μου εμένα,
150 παρθένα ας με λυτρώνει την παρθένα·
Και σπέρμα τόσο σεβαστής
μητέρας, να ξεφύγω ας δώσει
τ᾽ αντρίκια τ᾽ αγκαλιάσματα
κι απ᾽ το ζυγό του γάμου ας με γλιτώσει.

Ειδεμή η γέννα η μελαψή κι ηλιοκαμένη, εμείς,
στο Δία του Κάτω κόσμου θα στραφούμε,
που ξένους δέχεται πολλούς
στα σπίτια του – όλους τους νεκρούς –
και με κλαδιά στην αγκαλιά
και με κρεμάθρες στους λαιμούς
160 σ᾽ αυτόν θα κατεβούμε,
μια που δεν ηύραμε βοηθούς
του Ολύμπου τους Θεούς.
Ω Δία, ω το θεόργητο
κυνήγι της Ιώς αλί!
τη νιώθω τη συζυγική τη ζούλια, την οργή
που όλο τον ουρανό νικά·
γιατ᾽ από τ᾽ άγριο μάνιασμα
τ᾽ ανέμου βγαίνει η τρικυμιά.

Και θα ᾽χουν να κατηγορούν το Δία τότε φανερά
και τ᾽ άδικ᾽ όλο επάνω του θα πέσει,
170 αν το δαμαλογέννητο παιδί, που μια φορά
από τον ίδιο βλάστησε, καταφρονέσει,
κι αν από τις λιτανείες μας τις θερμές
την όψη του αποστρέψει.
Ω Δία, ω το θεόργητο
κυνήγι της Ιώς, αλί!
τη νιώθω τη συζυγική τη ζούλια, την οργή
που όλο τον ουρανό νικά·
γιατ᾽ από τ᾽ άγριο μάνιασμα
τ᾽ ανέμου βγαίνει η τρικυμιά.