Κυριακή, 21 Ιουνίου 2020

Η Ελληνορθοδοξία απέναντι στη Φιλοσοφία και στην Επιστήμη

Το Βυζαντινό υπόβαθρο που στήριξε τις νεότερες ιερές εφόδους στα ''άθεα Γράμματα''

Με αφορμή ένα προηγούμενο άρθρο μου θα επιχειρήσω να αναδείξω το έμφυτο μίσος του ιερατείου μας κατά της Επιστήμης, δηλαδή κατά του αυτονόητου εχθρού που απειλεί τον ετοιμόρροπο πύργο της θρησκευτικής σκοταδιστικής τυραννίας.

H ανθρωπότητα στο νηπιακό της στάδιο, κατέφευγε σε μυθολογικές εξηγήσεις των φυσικών φαινομένων. Τα ιερατεία φρουρούσαν το απαγορευμένο δένδρο της Γνώσης. Ο Δίας αλυσόδεσε τον Προμηθέα που ανακάλυψε την φωτιά. Έτσι ο Αισχύλος αποτύπωσε τον ατέλειωτο πόλεμο της γνώσης με την θρησκεία. Η Επιστημονική Επανάσταση των τελών του 16ου και του 17ου αιώνα τράβηξε το χαλί κάτω από τα πόδια των θρησκειών, ανατρέποντας τις χριστιανικές ερμηνείες των αριστοτελικών θεωριών. Ο «τέλειος» κόσμος των αστέρων πέρα από την Σελήνη υπακούει πλέον κι αυτός στους ίδιους φυσικούς νόμους και η κατοικία του “κατ’ εικόνα του θείου” ανθρώπου, δεν είναι το κέντρο του Σύμπαντος και κανείς δεν μιλάει πια για το πέμπτο στοιχείο, την αγέννητη, αγήρατη, άφθαρτη και αΐδια πεμπτουσία, τον αιθέρα των θεών, που δεν ήταν τίποτα άλλο από μια προσπάθεια να βολέψει όσα η λογική δεν μπορούσε ούτε να αγγίξει.

Η Μεταφυσική ικανοποιεί ανάγκες, φοβίες και αδυναμίες των ανθρώπων, βοηθά να ξεπεραστεί κάπως ο πανικός του θανάτου, γι’ αυτό και η θρησκεία δείχνει μια αξιοσημείωτη αντοχή στην επέλαση της Γνώσης. Θα είναι λάθος να ταυτίσουμε την Επιστήμη με την αθεΐα και την άγνοια με την Πίστη. Ο Νεύτωνας, ο Γαλιλαίος, ο Πασκάλ για παράδειγμα ήταν πιστοί χριστιανοί. Θα ήταν πολύ περίεργο ζώντας σε τέτοια εποχή και με τόσες προσωπικές περιπέτειες να μην ήταν. Το ίδιο κι ο πατριάρχης του ορθολογισμού Καρτέσιος, άσχετα αν το 1633 τρομαγμένος από την καταδίκη του δεύτερου δεν εξέδωσε τον «Κόσμο» και την «Πραγματεία για τον Άνθρωπο». H Δ. Εκκλησία, αγκαλιάζοντας τον 14ο αιώνα τον ξορκισμένο Αριστοτέλη, σε αναζήτηση εκλογίκευσης της Πίστης, γοητευμένη από το ‘Ακίνητον Κινούν’ και από το ‘Πρώτον Αίτιον’, άνοιξε τους ασκούς του Αιόλου, εισάγοντας το μικρόβιο της Λογικής στον αποστειρωμένο κόσμο του Δόγματος. Μπορεί η Επιστημονική Επανάσταση που επακολούθησε να ανέτρεψε πολλές θεωρίες του Αριστοτέλη, αλλά ήταν τέκνο του δικού του ορθολογιστικού και ερευνητικού πνεύματος. Η Λογική και η Πίστη όμως, μπορεί να βρίσκονται σε διάσταση, αλλά δεν έχουν πάρει τελεσίδικο διαζύγιο. Η Επιστήμη δεν έχει αποδείξει πως δεν υπάρχει Θεός, αλλά γονιμοποίησε το σπέρμα της αμφιβολίας και της αναζήτησης και ξεγύμνωσε τις κοσμολογικές ερμηνείες του ιερατείου στα ιερά βιβλία αποκαλύπτοντας πως οι φωτισμένοι πατέρες ήταν βαθιά
νυχτωμένοι.

Ο Πλάτωνας, οι διαφωτιστές, οι κλασσικοί φιλελεύθεροι, οι ουτοπικοί σοσιαλιστές, απευθύνθηκαν σε πρώτο επίπεδο στις ανώτερες τάξεις, γνωρίζοντας την αυθόρμητη αντιδραστικότητα του απλού ανθρώπου, του «σοφού λαού» των λαϊκιστών, που απασχολημένος με τα προβλήματά του δεν έχει την πολυτέλεια να μελετήσει. Ο Χριστιανισμός απευθύνθηκε στις απλοϊκές πλειοψηφίες, γοήτευσε τις μάζες με τις επουράνιες νομοτέλειες που υποσχόταν και κατέβαλε ως τίμημα τον εκχυδαϊσμό του από τους ίδιους τους πιστούς του, δίνοντας παράλληλα στα χέρια των εκμεταλλευτών ένα πολύτιμο όπλο. Οι σκεπτόμενοι άνθρωποι βρέθηκαν στο εκκλησιαστικό στόχαστρο και η αμάθεια θεωρήθηκε προσόν. Ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος, γράφει στον Νικομηδείας Στέφανο, πως «το Άγ.Πνεύμα δεν εστάλη… διά των ρητόρων ή των φιλοσόφων… αλλά εις τους πτωχούς το πνεύμα…». Ο άγνωστος Απολογητής με το όνομα ή ψευδώνυμο Ερμίας, περνάει με φτηνές ρητορείες γενεές δεκατέσσερις όλους τους εθνικούς φιλοσόφους στον «Διασυρμό των έξω φιλοσόφων».

Ο Deschner που με το μνημιώδες καλά τεκμηριωμένο πολύτομο έργο του «Η εγκληματική Ιστορία του Χριστιανισμού», είναι σαφής για το ποιόν των βίαιων αγίων ασκητών επικαλούμενος τον P.Brown: «Ο Σανούτιος ήταν βοσκός, ο Μακάριος λαθρέμπορος, ο Μωϋσής ληστής των δρόμων, ο Αντώνιος είχε αποτύχει στο σχολείο. Οι μαθητές τους και οι ομοϊδεάτες τους είχαν επιλέξει την αντικουλτούρα και γόητρο στον χριστιανικό κόσμο απέκτησαν κυρίως αντιμετωπίζοντας τον διάολο σχεδόν σαν επαγγελματίες μποξέρ».

Οι ανώτεροι βυζαντινοί κληρικοί είχαν προνομιακές δυνατότητες μάθησης σε σχέση με τους λαϊκούς, γι’ αυτό και στις τάξεις τους βρίσκουμε τους Ευστάθιο Θεσσαλονίκης, Μιχαήλ Ακομινάτο, Ψελλό, Βλεμμύδη, Φώτιο, Γρηγόριο Β΄, Παχυμέρη, Πλανούδη, Σχολάριο κλπ. αλλά η πτώση των αρχαίων κάστρων της Λογικής, η περιρρέουσα βαρβαρότητα και ανελευθερία, η πρόσδεσή τους στο άρμα της Εξουσίας και τα βαρίδια του θρησκευτικού δόγματος στο οποίο η ύποπτη Φιλοσοφία ήταν το πολύ μία μόλις ανεκτή θεραπαινίς (Ι.Δαμασκηνός στην τριλογία του «Πηγή της γνώσεως»), δεν τους επέτρεψαν να απογειωθούν. Το πρόβλημα της σχέσης της Διανόησης με την Εξουσία δεν άρχισε ούτε τελείωσε με το Βυζάντιο. Ο Ευρυπίδης κι ο Βολταίρος διέτριψαν σε βασιλικές αυλές, ασφαλώς έκαναν συμβιβασμούς, αλλά στο Βυζάντιο, η σχέση αυτή ήταν αποπνικτική. Αφήνοντας την υποκρισία του αγ.Φώτιου για άλλες σελίδες, παρακάμπτοντας την περίπτωση του χαμαιλέοντα Ψελλού, ενός εξαιρετικά μορφωμένου αυλοκόλακα καλόγερου που επέζησε πολλών καταστάσεων ή την κραυγαλέα επινοητικότητα του Βλεμμύδη σχετικά με το filioque, για να υπηρετηθεί η αυτοκρατορική επιθυμία (το Άγιο Πνεύμα προέρχεται «εκ του Πατρός δια του Υιού»), μπορούμε να επικαλεσθούμε δεκάδες περιπτώσεις, που πιστοποιούν πως η λογιοσύνη των βυζαντινών αρχιερέων δεν εμπόδισε τις αισχρότητές τους ούτε τους εξασφάλισε από διωγμούς. Ο αρχιεπίσκοπος Καισαρείας Αρέθας για παράδειγμα, δίνει ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα λόγιου εκκλησιαστικού, που καιροσκοπεί, μεταστρέφεται, συνωμοτεί, μνησικακεί, σε απόλυτη ευθυγράμμιση με το κλίμα της εποχής του. Οπαδός του Φωτίου, δικάζεται από τους ανθρώπους του Ιγνάτιου, μεταπηδά αργότερα στο αντίπαλο στρατόπεδο, πρωτοστατεί στις επιθέσεις για τον τέταρτο γάμο του Λέοντα Στ΄, για να υπερθεματίσει αργότερα (Paul Lemerle: «Ο πρώτος βυζαντινός Ουμανισμός. Σημειώσεις και παρατηρήσεις για την εκπαίδευση και την παιδεία στο Βυζάντιο από τις αρχές ως τον 10ο αιώνα», μτφρ.: Μαρία Νυσταζοπούλου–Πελεκίδου. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2001).

Ο Λέων ο Μαθηματικός (9ος αι.), ανιψιός του εικονομάχου πατριάρχη Ιωάννη Ζ΄ του Γραμματικού (ενός «καταραμένου» εικονομάχου κληρικού με επιστημονικές επιδόσεις), Αστρονόμος και Γεωμέτρης, περιζήτητος στην αυλή του χαλίφη, κατασκευαστής οπτικού τηλέγραφου που ειδοποιούσε σε μια ώρα την Πόλη για τις αραβικές επιδρομές, καθαιρέθηκε από μητροπολίτης Θεσσαλονίκης ως Εικονομάχος. Χειρότερη τύχη είχε και ο αναλόγων προσόντων θείος του. Πολλοί καθηγητές του πανεπιστημίου που ίδρυσε το 425 ο μικρός Θεοδόσιος και ανασύστησε το 1045 ο Κωνσταντίνος Θ΄, αναγκάστηκαν να κλειστούν σε μοναστήρια για να γλυτώσουν τη ζωή τους. Αυτή ήταν η μοίρα των Ψελλού, Μαυρόποδα, Νικήτα, Ιωάννη Ιταλού και Ξιφιλίνου. Οι καθηγητές της Ρητορικής, ήταν υποχρεωμένοι να εκφωνούν κάθε χρόνο δυο δημόσιους λόγους. Έναν την Πρωτοχρονιά κι άλλον το Πάσχα, για να εξυμνήσουν αντίστοιχα τον βασιλιά και τον πατριάρχη (Κ. Γ. Αθανασόπουλος: “Ancillae Theologiae: Το φιλοσοφείν και Θεολογείν κατά το Μεσαίωνα και το Βυζάντιο”, εκδ. Παρουσία, Αθ. 2004). Ο λόγιος Αρχιεπίσκοπος και Μητροπολίτης Αθηνών Μιχαήλ Ακομινάτος, (Χωνιάτης) εγκωμιάζει με ενθουσιασμό υποδεχόμενος τον πραίτορα Δριμύ, τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο και λίγο μετά εξυμνεί ως σωτήρα τον δολοφόνο και διάδοχό του Ισαάκιο Άγγελο, παρομοιάζοντας τον πρώτο με μυθολογικά και βιβλικά τέρατα. Ακόμη και τον αρχιναύαρχο Μιχαήλ Στρυφνό, που ξεπουλούσε τον εξοπλισμό του Στόλου του χάριν προσωπικού πλουτισμού, υποδέχτηκε στην εκκλησία του Παρθενώνα με πομπώδη προσφώνηση («δια λόγου επιδεικτικού», Φερδινάνδος Γρηγορόβιος «Ιστορία της πόλεως Αθηνών κατά τους μέσους αιώνας»).

Ο Ράνσιμαν επισημαίνει πως «Στη Σύνοδο της Φλωρεντίας το 1439 ο αυτοκράτορας παραπονέθηκε ότι οι λαϊκοί σύμβουλοί του ήσαν πολύ πιο μορφωμένοι από τους επισκόπους του» («The Great Church in Captivity», Cambridge University Press-1968). Ο καθηγητής Σάββας Αγουρίδης, παραδέχεται πως «…την παιδεία, την επιστήμη, την κοινωνική πρόοδο και τον πολιτισμό. Όλα αυτά οι μοναχοί στην Ανατολή τα έβλεπαν με πολλή καχυποψία και εχθρότητα… την ελληνική παιδεία αντιμετώπιζαν οι μοναχοί ως κάτι αντιθεϊκό» («Μοναχισμός», εκδ. Ελληνικά Γράμματα-1997).

H κτηνώδης σφαγή της Υπατίας, δεν έγινε μόνο εξ αιτίας του γεγονότος πως ήταν εθνική. Στο «Χρονικό» του Αιγύπτιου Ιωάννη Επισκόπου Νικίου, συκοφαντείται πως ήταν αφοσιωμένη στην μαγεία (εννοεί τα Μαθηματικά), στους αστρολάβους και στα μουσικά όργανα! Το ιερατείο, επέπεσε κατά των επιστημονικών ανακαλύψεων με την λουδιτική μανία μιας επαγγελματικής τάξης που απειλείται να μείνει άνεργη εξ αιτίας νέων εφευρέσεων. Η τυφλή πίστη πως οι Αλήθεια είναι προϊόν μυστικιστικής εμπειρίας, διαίσθησης ή θείας Αποκάλυψης, εμπεριεχόμενης μάλιστα στα θρησκευτικά κείμενα, καθιστούσαν κάθε σχετική έρευνα όχι μόνον περιττή αλλά και ύποπτη. Έχει και ο Νεοπλατωνισμός του 3ου μ.Χ. αιώνα το μικρό του μερίδιό του στην απαξίωση της εμπειρικής έρευνας και της παρατήρησης, αλλά ούτε την δυνατότητα είχε ούτε την επιθυμία να επιβληθεί διά της βίας. Οι Βυζαντινοί μαθηματικοί, γεωγράφοι, αστρονόμοι κλπ. είχαν πολύ στενά όρια να κινηθούν. Όσο για τους φιλόσοφους και τους ποιητές τα πράγματα ήταν ασφυκτικά. Οι Ησυχαστές θεωρούσαν τις επιστημονικές μελέτες επιβλαβείς και ο αγ.Παλαμάς στο έργο του «Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων» (1338) προειδοποιεί πως «οι επιστήμονες κινδυνεύουν να πλανηθούν και να στραφούν κατά του Θεού».

Ο πολυγραφότατος και έγκριτος Σοβιετοαμερικανός Βυζαντινολόγος Alexander Kazhdan, σε ομιλία του στο πανεπιστήμιο Αιγαίου το 1996, προσπάθησε να δικαιολογήσει τους Βυζαντινούς λόγιους, αναγνωρίζοντας πως οι πολιτικές συνθήκες καθιστούσαν την προσωπική τους ηθική προβληματική: «Είναι φαινόμενο του συρμού στη σύγχρονη επιστήμη να υπογραμμίζουμε την ηθική διαφθορά των βυζαντινών ανθρώπων του πνεύματος, οι οποίοι υποτίθεται δεν ήταν παρά παράσιτα και καθάρματα έτοιμα να εγκωμιάσουν οιονδήποτε ασκούσε την εξουσία. Σπουδαίοι άνθρωποι σαν τον Φώτιο και τον Ψελλό βρέθηκαν να ψέγονται χωρίς φειδώ. Πρέπει ωστόσο να λάβουμε υπόψη μας ότι διανοούμενοι σαν κι αυτούς εργάστηκαν στις ειδικές συνθήκες ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος…».

Παραμερίζοντας το γεγονός ότι οι πνευματικοί άνθρωποι όφειλαν να πολεμήσουν το «ολοκληρωτικό καθεστώς» και όχι να είναι κορυφαία στελέχη του, κατανοώντας πως αυτό προαπαιτούσε πραγματική χριστιανική πίστη ή ηρωισμό, ρωτάμε: Γιατί η Εκκλησία στην οποία ανήκαν αυτοί οι συμβιβασμένοι άγιοι, όχι μόνο δεν καταδίκασε ποτέ, ούτε εκ των υστέρων αυτό το σύστημα το οποίο έκανε τους λειτουργούς της αυλοκόλακες, αλλά μέχρι σήμερα το εγκωμιάζει, το νοσταλγεί, διατηρεί τα σύμβολά του και επικαλείται τους χειρότερους εκπροσώπους του ως Αγίους; Γιατί ο σπουδαίος ως λόγιος (καθόλου ως άνθρωπος) Φώτιος έπρεπε να γίνει με τρόπο ανίερο από λαϊκός πατριάρχης μέσα σε μια εβδομάδα, γιατί έπρεπε να ευλογεί τα αυτοκρατορικά κακουργήματα, δεν μπορούσε να ζει διδάσκοντας τους μαθητές του, μια τιμιότερη ζωή;

Ο Ψευδοδιονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ένας άγνωστος μοναχός που προσπάθησε να εισαγάγει στο θεολογικό του έργο τον Νεοπλατωνισμό, αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει ψευδώνυμο, φοβούμενος ότι θα κατηγορηθεί για αίρεση. Όμως η πλατωνική φιλοσοφία με την αθανασία της ψυχής και την έσχατη κρίση όπως καταγράφεται στον Φαίδωνα και η νεοπλατωνική με την ασκητική ζωή του Πλωτίνου προσφερόντουσαν για χρήση από την Εκκλησία, αν δεν την τύφλωνε το μίσος κατά των Φιλοσόφων. Ο εκκλησιαστικός ιστορικός Ευσέβιος, θέλοντας να εμφανίσει τον Πλάτωνα σύμφωνο με το δόγμα της Ανάστασης, πλαστογράφησε το 114c3 του Φαίδωνα. Εκεί ο Πλάτων λέει πως οι φιλοσοφούντες έχοντας εξαγνίσει τις ψυχές τους, πετυχαίνουν να ζουν αυτές χωρίς μετενσάρκωση «άνευ σωμάτων» («καθηράμενοι άνευ τε σωμάτων ζώσι το παράπαν εις τον έπειτα χρόνον»). Ο ιερωμένος το μετέτρεψε σε «άνευ καμάτων» («Οι λόγιοι στο Βυζάντιο». N. G. Wilson μτφρ: Νικ. Κονομής, εκδ.Καρδαμίτσα, 1991). Ο Ωριγένης καταδικάστηκε για τον πλατωνισμό του, αναθεματίστηκε μετά θάνατον και πολλά γραπτά του εξαφανίστηκαν, οι δε ιδέες του τιμωρήθηκαν με αφάνεια.

Για το Επισκοπάτο μιας θρησκείας που επιβλήθηκε και εδραιώθηκε με αυτοκρατορικά διατάγματα, το δικαίωμα της ελεύθερης γνώμης υπήρξε απαγορευμένος καρπός και η διαφορετικότητα αντιμετωπίστηκε με τη βία. Η επιστημονική έρευνα απαξιώθηκε σε μια κοινωνία που πίστευε με φανατισμό ότι οι Γραφές έδιναν απάντηση σε όλα τα ερωτήματα και η λεγόμενη «θύραθεν παιδεία», κατάντησε υπηρέτρια της θρησκευτικής. Ο άγ.Φώτιος είναι ιδιαίτερα άδικος: «Οι ευγενικές μας μούσες είναι διαφορετικές από τις ελληνικές, τόσο όσο διαφέρουν οι ελεύθερες φύσεις από τις σκλάβες και η αλήθεια από την απάτη» (P.G. 101, 641C). H Εκκλησία ισχυρίζεται πως η αγράμματη χωρική της Ναζαρέτ, απέδειξε την ανοησία των φιλοσόφων: «Xαίρε η φιλοσόφους ασόφους δεικνύουσα». Ο Αντιοχείας Θεόφιλος, κατηγόρησε στο «Προς Αυτόλυκον», όλους σχεδόν όσους κινούνται στο χώρο της Φιλοσοφίας, πως συμφωνούν με αθέμιτες πράξεις. Κατηγορεί τον Πλάτωνα, τον Επίκουρο κα τους Στωϊκούς, πως κηρύττουν την κοινοκτημοσύνη των γυναικών, την αιμομιξία και τις αρσενοβασίες. Δεν του ξέφυγαν του άθλιου ούτε οι μεγάλοι ποιητές και οι Ιστορικοί:»… τι ωφέλησεν Ευριπίδην και Σοφοκλέα ή τους λοιπούς τραγωδιογράφους αι τραγωδίαι, ή Μένανδρον και Αριστοφάνην και τους λοιπούς κωμικούς αι κωμωδίαι, ή Ηρόδοτον και Θουκυδίδην αι ιστορίαι αυτών ..» (Βιβλ. III, 2). Στην σύγκρουση Ανθρωπιστών-Ησυχαστών του 14ου αι. ο αγ.Γρηγόριος Παλαμάς συγκρουόμενος με τον Βαρλαάμ επιτέθηκε κατά του Πλάτωνα και του Σωκράτη και κατηγόρησε τους φιλοσόφους πως ασχολούνται με τους «δαίμονες». Από κοντά και φανατικοί λαϊκοί, όπως ο Κωνσταντίνος ο Σικελιώτης που επιτίθεται μέσα από τρία ποιήματά του στο νεκρό δάσκαλό του και άσπονδο φίλο του αυτοκράτορα Λέοντα Στ΄, πως δήθεν φιλοσοφώντας κατάντησε πολυθεϊστής!

Το 1933 η χιτλερική νεολαία έκαψε ανεπιθύμητα βιβλία. Ο Φρόϊντ επισήμανε πως «εκεί που σήμερα καίνε βιβλία αύριο θα κάψουν ανθρώπους». Αυτό έδειχνε η ιστορική εμπειρία. Η Ορθοδοξία ακολούθησε αυτήν την πορεία. Μπορεί να μην έχει να επιδείξει τα εκατομμύρια των καρβουνισμένων θυμάτων του Καθολικισμού, αφού ποτέ της δεν είχε την απόλυτη εξουσία να το κάνει, αλλά στο μέτρο της ισχύος της συνεισέφερε στην απανθράκωση ανθρώπινης σάρκας. Άλλωστε από τον κανόνα της μισαλλόδοξης χριστιανικής πυράς δεν ξέφυγε ούτε η δυτική Μεταρρύθμιση που έστειλε κι αυτή ανθρώπους στην πυρά, όπως τον ανθρωπιστή διανοούμενο Σερβέτο, που κάηκε από το θεοκρατικό καθεστώς του Καλβίνου το 1553 στη Γενεύη. Δεν ακριβολογεί λοιπόν ο κ.Μεταλληνός όταν λέει πως «καίγονταν τα αιρετικά συγγράμματα στο Βυζάντιο, αλλά όχι και οι αιρετικοί» («Τουρκοκρατία», Εκδ. Ακρίτας). Πριν η Υπατία καεί «φρυγάνοις», πριν ριχτεί στη φωτιά ο τελευταίος Ιεροφάντης της Ελευσίνας, πριν ο Ιωάννης της Εφέσου ξεκινήσει την ιεροεξεταστική του καριέρα, πριν ψηθούν οι Βογόμιλοι και στην βυζαντινοτραφή Ρωσία οι Παλαιόπιστοι (17ος αι.), κάηκαν τα συγγράμματα των Αρειανών μετά την λήξη της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (Σε μικρογραφία χειρόγραφου του 9ου αιώνα στην Βιβλιοθήκη της Αρχιεπισκοπής Vercelli, απεικονίζεται η καύση. Εκδ. Αθηνών τ.Ζ΄), σε μια εποχή που καίγονταν ήδη ζωντανοί με νόμους του αγ. Κωνσταντίνου, δούλοι και μάντεις, χωρίς η Εκκλησία να έχει χύσει έστω κι ένα δάκρυ μετανοίας μέχρι σήμερα.

Η ευκολία με την οποία όλοι οι «Μεταλληνοί» κλείνουν τα μάτια στις βαρβαρότητες που ευλογούσε και ευλογεί ή στην καλύτερη περίπτωση ανεχόταν και ανέχεται η Εκκλησία, σημαίνει πάρα πολλά για όποιον δεν θέλει να κρύβεται πίσω από το δάχτυλό του. Μπορεί οι άνθρωποι που ρίχτηκαν στη φωτιά από την Ορθοδοξία στο Βυζάντιο και στη Ρωσία να είναι ελάχιστοι σε σχέση με τους καρβουνισμένους της παποσύνης, αλλά η ευσεβής Ανατολή δεν υστέρησε σε θηριώδεις βαρβαρότητες, όπως οι εκτυφλώσεις, σε βάρος ανθρώπων, αθώων ή ενόχων. Από την ευλαβή τελετουργική και δημόσια αγριότητα, κάτω από τις διαστροφικές ιαχές του όχλου των πιστών, δεν γλύτωσαν ούτε αυτοκράτορες ούτε πατριάρχες κι ας ελπίσουμε πως ο κ.Γιώργος Μεταλληνός, δεν θα μας πει πως αυτό λέγεται Ισότης. Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος όρισε να καταστρέφονται «εν πυρί» τα «κακόδοξα» βιβλία και να βασανίζονται οι αιρετικοί (Γ. Πουλής. «Η επίγεια κόλαση το κυρωτικό σύστημα της Εκκλησίας. Έγκλημα και Τιμωρία στο Βυζάντιο»). Ο άγ.Παχώμιος, που έζησε το πρώτο μισό του 4ου αιώνα, διέταξε τους ασκητές του να πετάξουν στον Νείλο τα βιβλία του θεολόγου Ωριγένη. Ο αγ.Κωνσταντίνος έκαψε βιβλία νεοπλατωνικών φιλοσόφων. Κάποιος «ηγούμενος του αγ. Ιωάννου», θεώρησε 13 φύλλα ενός χειρογράφου που περιείχε έργα του Ιουλιανού επικίνδυνα και τα έριξε στην θάλασσα («Οι λόγιοι ..», N. G. Wilson). Όπως μαρτυρεί ο Ψελλός, ο αδελφός της αγ.Πουλχερίας Θεοδόσιος ο Μικρός, έκαψε τα βιβλία του φιλόσοφου Πορφύριου που έλεγξε τους παραλογισμούς των Χριστιανών και διέταξε να καταστραφεί το έργο του Ιουλιανού «Κατά Χριστιανών (Γαλιλαίων)».

Ο Ψελλός πάλι καταγγέλλει το 1058 τον πατριάρχη Κηρουλάριο ότι διέσωσε από την λογοκριτική πυρά μισοκαμμένα αντίγραφα του Πορφυρίου, κλέβοντάς του ιδέες για τα δικά του συγγράμματα. Στη φωτιά ρίχτηκαν τα φιλοσοφικά συγγράμματα που επιχειρηματολογούσαν κατά των χριστιανικών δογμάτων, γι’ αυτό ότι ξέρουμε για τα έργα τους έφτασε ως εμάς από τα κείμενα των χριστιανών απολογητών, που αποπειράθηκαν να απαντήσουν. Ο «Αληθής Λόγος», δηλαδή η πολεμική του Κέλσου κατά του Χριστιανισμού, συνάγεται από την απάντηση του Ωριγένη, στην οποία διασώζονται αποσπάσματα των λόγων του πλατωνικού φιλόσοφου του 2ου μ.Χ. αιώνα, ενώ ο Ιουλιανός, παρουσιάστηκε μόλις το 1880 στο ευρύτερο κοινό μέσα από την ανασύνθεση του Neumann, η οποία προέκυψε από ότι διασώθηκε στην απάντηση του Αλεξανδρείας Κύριλλου. Όπως προκύπτει από το λεξικό της Σούδας (1, 401) ο αυτοκράτορας Ιοβιανός, πυρπόλησε τον 4ο αιώνα την βιβλιοθήκη της Αντιόχειας που είχε ιδρύσει ο εθνικός αυτοκράτορας Ιουλιανός. O Αλεξάνδρειας Θεόφιλος, έκαψε περί το 391 το περίφημο Σεραπείο με την βιβλιοθήκη του που περιελάμβανε ό,τι σώθηκε από την πυρκαγιά της μεγάλης αλεξανδρινής Βιβλιοθήκης. Δεν πρόκειται για μια άτυχη ενέργεια ενός φανατικού. Ο άγ.Ι.Χρυσόστομος επιδοκίμασε: «Τι ούν, άγιος έσται ο του Σεράπιδος ναός δια τα βιβλία; Μή γένοιτο….δαίμονες οικούσι τον τόπον» (Κατά Ιουδαίων, 48.851.38). Πριν την ολοκληρωτική καταστροφή του το Σεράπειο είχε λεηλατηθεί με προτροπή του Αρειανού επισκόπου Αλεξάνδρειας Γεώργιου, περί το 360 μ.Χ. (Σωκράτη, «Εκκλ. Ιστορία»).

Τα πνευματικά επιτεύγματα των Ελλήνων κατορθώθηκαν πριν από την επικράτηση του Χριστιανισμού. Ο Δημόκριτος συλλαμβάνει την έννοια του ατόμου, ο Θαλής κάνει τις πρώτες παρατηρήσεις για τον μαγνητισμό και τον ηλεκτρισμό, ο Ηρακλείδης ο Ποντικός τον 4ο π.Χ. αι. και ο Αρίσταρχος ο Σάμιος, τον 3ο π.Χ. αι. εισηγήθηκαν το ηλιοκεντρικό σύστημα και την περιστροφή της Γης περί τον άξονά της και γύρω από τον Ήλιο, οι Δικαίαρχος και Ερατοσθένης μέτρησαν την διάμετρό της, ενώ ο Ίππαρχος υπολόγιζε τις αποστάσεις της από τα αστέρια. Ο Αριστοτέλης πρόσφερε το λογικό επιχείρημα πως η Γη είναι σφαιρική αφού στην έκλειψη της Σελήνης, η Γη της ρίχνει την καμπύλη σκιά της. Στην άλλη όχθη, ο Θεόφιλος της Αντιόχειας κατηγορεί αυτούς που «βούλονται τον κόσμον σφαιροειδή λέγειν» (Βιβλ. Β΄, 32). O M.Bασίλειος στο «Εννέα ομιλίαι εις το Εξαήμερον», υποστηρίζει πως πριν την άφιξη του Χριστού η φύση είχε χαρακτήρα δαιμονικό. Ο άγ.Ι.Χρυσόστομος, βρίζει: «Ούτε δογμάτων υγιών, εάν βίος ή διεφθαρμένος. Ταύτα Έλληνες έτεκον… από των έξωθεν φιλοσόφων λαβόντες, και την ύλην αγέννητον λέγοντες, και πολλά τοιαύτα». Ο μοναχός Κοσμάς Ινδικοπλεύστης τον 6ο μ.Χ αιώνα γράφει στην «Χριστιανική Κοσμογραφία» του πως η Γη είναι τετράγωνη περιβαλλόμενη από τείχη που σμίγουν και φτιάγνουν τον ουρανό, ενώ η Κόλαση τοποθετείται «κάτω περί την γην». Μπορεί ο Φώτιος να απορρίπτει τον Κοσμά, αλλά αυτός μεταφράστηκε και επηρέασε τους Σλάβους αλλά και «Τα ιερά παράλληλα» του αγ.Ι.Δαμασκηνού. Αλλά ακόμη και στην βυζαντινή Γεωγραφία, η λογική είναι απούσα. Μερικοί συγγραφείς (Κοσμάς ο Ινδικοπλεύστης, Φιλοστόργιος κ.ά) θεωρούσαν πως ο Νείλος, ο βιβλικός Γαιών, πηγάζει από τον Παράδεισο. Ο Μ.Βασίλειος βεβαιώνει στο «Εξαήμερο» πως δεν υπάρχει τίποτα πέρα από τον Ατλαντικό, μόνο κήτη μεγάλα σαν νησιά. Ο Λακτάντιος θεωρεί πως η Γη είναι επίπεδη.

Η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος φρόντισε να κατοχυρώσει την σοφία των πατέρων έναντι «της μωράς των έξωθεν φιλοσόφων λεγομένης σοφίας»: «Τοις λέγουσιν ότι οι των Ελλήνων σοφοί… αναθέματι καθυποβληθέντες… δια την εν λόγοις αυτών κίβδηλον και ρυπαράν περιουσίαν, κρείττονες εισί… των ευσεβών… Ορθοδόξων ανδρών… ανάθεμα τρίς». Το κενό που δημιουργήθηκε από τον 5ο μ.Χ. αιώνα οπότε εξαφανίστηκε ο ελληνορωμαϊκός πολιτισμός μέχρι την Αναγέννηση, κάλυψε η κινέζικη τεχνική και η λεγόμενη «ισλαμική» επιστήμη που άνθισε σε Συρία, Αίγυπτο, Ινδία και στον αραβικό κόσμο γενικά, σε κλάδους όπως η Γεωγραφία, τα Μαθηματικά, η Αστρονομία, η Ιατρική, η Οπτική, η Χημεία. Το πατριαρχείο και οι φανατικοί βγάζουν σπυράκια όταν ακούνε για περιστροφή της γης. Ίσως η αιτία να είναι αυτή που δίνει ο Κοραής: «….φοβούνται μην η περιστροφή της σφαίρας….ανατρέψη την οποίαν αναξίως έλαβαν υπόληψιν».

«Πίστευε και μη ερεύνα», αυτή είναι η φιλοσοφία της Εκκλησίας, όπως εκδηλώθηκε όχι τόσο με τη «θεόπνευστη» διατύπωση αυτής της άποψης από τον άγιο Θεόδοτο επίσκοπο Άγκυρας στην Γ΄ Οικ.Σύνοδο στην Έφεσο (431), που σήμερα καταχωνιάζεται επιμελώς («….πίστευε τώ θαύματι και μη ερεύνα λογισμοίς το γενόμενον…»), όσο από την διαχρονική πρακτική της. Ο άγ.Ιουστινιανός έκλεισε τις φιλοσοφικές σχολές της Αθήνας και επί της βασιλείας του όπως γράφει ο Μαλάλας: «Συσχεθέντες Έλληνες περιεβρωμίσθησαν και τα βιβλία αυτών κατεκαύθη». O προστατευόμενος τoυ αγ. Ιουστινιανού Σύρος επίσκοπος Ιωάννης της Εφέσου, στην εκκλησιαστική Ιστορία του κομπορημονεί πως έκαψε 2000 εθνικά κείμενα. Ο πατριάρχης Γεννάδιος διέταξε το 1462 να καούν όλα τα αντίτυπα της «Νόμων συγγραφής» του σύγχρονου εθνικού φιλόσοφου Πλήθωνα, στερώντας τον Ελληνισμό από ένα σπουδαίο έργο από το οποίο σώθηκαν μόνο αποσπάσματα.

Όπως παραδέχεται ο πατριάρχης Γερμανός Α΄ ο Ομολογητής (8ος αιώνας-P.G. 98.53A), τα κείμενα τα οποία δεν είχαν την έγκριση της Εκκλησίας φυλάσσονταν στο πατριαρχείο και δίνονταν μόνο σε έμπιστα πρόσωπα. Φαίνεται πως αυτό το είδος λογοκρισίας ήταν διαδεδομένο, αφού και ο συγγραφέας Λεόντιος ο Βυζάντιος (6ος αιώνας, P.G. 86.1384), διεκτραγωδεί πως κατάφερε με τεχνάσματα να βρει ένα σύγγραμμα του καταδικασμένου από την Εκκλησία ορθολογιστή Θεοδώρου Μοψουεστίας (4ος αιώνας) κατά της ενανθρώπισης του Χριστού.

Όπως σημειώνει ο πανεπιστημιακός (και πρωθυπουργός) Αλ. Διομήδης «Εις το Βυζάντιον Πολιτεία και Εκκλησία… ήσκουν από κοινού άγρυπνον αστυνομίαν επί της σκέψεως. Χωρίς δισταγμόν διώκεται κάθε παρέκκλισις από του δόγματος… Αποκλείεται επομένως κάθε φιλοσοφική προσπάθεια, κάθε εξήγησις του μυστηρίου της ζωής και των διαφόρων φαινομένων, εξερχομένη των επιτρεπτών ορίων, ως και κάθε αναζήτησις αληθείας άλλης…» («Βυζαντιναί μελέται», Αθήνα 1951, σ.241). Το κενό όμως που άφησε η απουσία της επιστημονικής σκέψης, το κάλυψε η μαγεία και οι μαντείες, στις οποίες επιδόθηκαν ακόμη και διακεκριμένοι κληρικοί. Η Εκκλησία απαγόρευε τις ενασχολήσεις αυτές, θεωρώντας τες έργα δαιμόνων, τους οποίους εξορκίζει σε ειδικές τελετές, αλλά το Ιερόν Παλάτιον και η πατριαρχική αυλή, έδιναν προσωρινό άσυλο στους μάγους που εξυπηρετούσαν τα ιερά τους συμφέροντα.

Τα περίαπτα, που έφτιαχναν οι μάγοι, συναγωνίζονται με τα φυλαχτά και τα ξόρκια της Εκκλησίας, η οποία αποδεχόμενη την βασκανία και τον δαιμονισμό, κρατά ανοιχτή την πόρτα στις προλήψεις του όχλου, αποδεικνύοντας ότι μάγοι και παπάδες ανταγωνίζονται στο ίδιο πεδίο. Οι ευχές του αγ. Κυπριανού καλούνται και σήμερα να υποκαταστήσουν την ψυχιατρική επιστήμη. Όπως ομολογεί ο ευσεβής Ορθόδοξος ιστορικός και Αποκρυφιστής Στήβεν Runciman «Οι λεγόμενες απόκρυφες επιστήμες άνθησαν σε κάθε περίοδο της βυζαντινής ιστορίας. Υπήρχαν πάντοτε… μάντεις και τυχοσκόποι… Ακόμη και ένας τόσο περισπούδαστος λόγιος όσο ο Γεώργιος Σχολάριος (πατριάρχης), επηρεαζόταν από προφητείες για το επερχόμενο τέλος του κόσμου» («Η τελευταία βυζαντινή Aναγέννηση», 1970). Σύμφωνα με τον Ψελλό, η πορφυρογέννητη αυτοκράτειρα Ζωή, που απεικονίζεται σε ψηφιδωτό της Αγ.Σοφίας με φωτοστέφανο αγίου, είχε κατασκευάσει μόνη της μια εικόνα του Χριστού του «Αντιφωνητή». Αφιέρωνε τον χρόνο της στην παρασκευή αρωμάτων που φαίνεται πως έκαιγε μπροστά στην εικόνα, επιχειρώντας να μάθει το μέλλον από τις αλλαγές των χρωμάτων («Ο μάγος Βιγρίνος και το θύμα του». Γιώργος Θ. Καλόφωνος, Περ. ‘Αρχαιολογία’-τ. 71, Ιούνιος 1999).

Ο Νικηφόρος Γρηγοράς, θεολόγος που εκπροσώπησε το 1332 την Ανατολική Εκκλησία και υποστήριξε τα δόγματά της στους αντιπρόσωπους του πάπα, ανιψιός ο ίδιος του τότε μητροπολίτη Ηρακλείας, δεν δίσταζε να καταφεύγει στην αστρολογία προκειμένου να μαντέψει γεγονότα όπως τον θάνατο του Ανδρόνικου Β΄, και να κάνει αστρολογικοϊατρικές προβλέψεις την προηγουμένη του θανάτου του Ανδρόνικου Γ΄. Η δράση του έληξε άδοξα όταν έκανε το σφάλμα να ταχθεί κατά των Ησυχαστών. Η Σύνοδος του 1351 αναθεμάτισε και φυλάκισε τον Γρηγορά που είχε γίνει εν τω μεταξύ μοναχός. Σε λίγα χρόνια απελευθερώθηκε και συνέχισε την πολεμική του κατά των Παλαμιτών, πράγμα που οδήγησε τον όχλο να βεβηλώσει, όταν πέθανε, το πτώμα του. Το 1371 ο Δημήτριος Χλωρός, πρωτονοτάριος της Μ.Εκκλησίας και άνθρωπος του πατριάρχη κατηγορήθηκε μαζί με δυο καλόγερους πως ασχολείτο με την μαγεία. Μάλιστα ένας από τους συγκατηγορούμενούς του χρησιμοποίησε την τέχνη του για να ικανοποιήσει το ερωτικό του πάθος. Ο εκκλησιαστικός αξιωματούχος τιμωρήθηκε με αυστηρή απομόνωση στην Μονή της Περιβλέπτου και οι δυο καλόγεροι εξορίστηκαν («Έγκλημα και τιμωρία στο Βυζάντιο»,επιμέλεια Σπ. Ν. Τρωιάνος. Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν, 1997).

O προστάτης της Ορθοδοξίας, αυτοκράτορας Ιουστίνος ο Α΄ που κατέλαβε τον θρόνο με απάτη και βία, ήταν τόσο αγράμματος που δεν μπορούσε να υπογράψει τα διατάγματα. Ο Σλάβος πατριάρχης Νικήτας Α΄, εκλεκτός του βασιλικού γυναικωνίτη, ήταν αγράμματος. Ο πατριάρχης Ευστράτιος Γαριδάς (1081), ένας αγράμματος καλόγερος, παύθηκε επειδή αποδέχτηκε την μετεμψύχωση. Ο και ιστορικός πολυμαθής Νικηφόρος Γρηγοράς, μαρτυρεί πως την εποχή του υπήρχαν πατριάρχες που δεν ήξεραν να διαβάσουν. Στη Σύνοδο τη Εφέσου (449), πολλοί επίσκοποι δεν ήξεραν ούτε να γράψουν το όνομά τους και άλλοι υπέγραφαν γι’ αυτούς και στην Σύνοδο της Χαλκηδόνας 40 επίσκοποι ήταν αναλφάβητοι (Deschner). Ο Ακροπολίτης με αφορμή τον διορισμό από τον αυτοκράτορα Θεόδωρο Β΄ της Νίκαιας του χαμηλής μόρφωσης καλόγερου Αρσένιου ως πατριάρχη, επισημαίνει ότι οι άρχοντες κάνουν αυτές τις επιλογές για να εξασφαλίσουν την υπακοή των πατριαρχών. Είχε προηγηθεί ο πατριαρχικός διορισμός από τον προκάτοχο του Θεόδωρου, αγ.Ι.Βατάτση, του μοναχού Μεθόδιου που «ολίγα γράμματα εγνώριζε, εκαυχάτο δε και επί τούτω» (Αντωνίου Μηλιαράκη, «Ιστορία του Βασιλείου της Νικαίας..»). Μετά τον θάνατο του Μεθόδιου, ο θρόνος χήρεψε για μια 3ετία, μέχρι να βρεθεί το 1243 ο κατάλληλος Μανουήλ Β΄, που κατά τον Ακροπολίτη ήταν τόσο αγράμματος, που δεν κατανοούσε τα λειτουργικά κείμενα. Αλλά αυτοί δεν ήταν οι μόνοι προκλητικά αμαθείς ρασοφόροι. Ο χορός των αγράμματων ρασοφόρων φτάνει μέχρι τις μέρες μας.

Από τον ελέω Θεού Ρωμαίο αυτοκράτορα στον «θεόσταλτο» Σουλτάνο

Καταλήξαμε στο πρώτο μέρος με την παχυλή αμάθεια, ακόμη και του ανώτατου, Βυζαντινού κλήρου και συνεχίζουμε με τον αναλφαβητισμό του στην οθωμανική περίοδο. Καταθέτει ο υπερσυντηρητικός Πιπινέλης, διπλωμάτης και «Υπουργός» Εξωτερικών της Χούντας («Πολιτική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως»-Παρίσι 1928) : «Ολόκληρος εν γένει ο 16ος και 17ος αιών… πληρούται αμαθών και αθλίων πατριαρχών». Το 1657 γίνεται πατριάρχης ο Γάνου Γαβριήλ. Σε δυο μήνες εκθρονίζεται λόγω αγραμματοσύνης αφού γελοιοποιήθηκε αδυνατώντας να ιερολογήσει έναν γάμο. Γίνεται μητροπολίτης Προύσας, αλλά απαγχονίζεται το 1659 κατηγορούμενος για προσηλυτισμό μουσουλμάνων. Η τουρκική νομοθεσία για το «αδίκημα» αυτό, ήταν πιο αυστηρή ακόμη και από αυτήν της σημερινής Ελλάδας της ευσεβούς Αριστεροακροδεξιάς. Η Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο (3 Δεκεμβρίου). Ο πατριάρχης Κλήμης (1667), που ανατράπηκε ύστερα από αίτημα των επισκόπων στο Σουλτάνο, ήταν σχεδόν αγράμματος, ο δε πατριάρχης Δοσίθεος Νοταράς τον αποκαλεί αγριάνθρωπο. Είπαμε πως αυτή η ιερή αμάθεια δεν ήταν σημείο και τέρας της «Τουρκοκρατίας». Ενδεικτικά να προσθέσουμε στα όσα παρατέθηκαν στο 1ο μέρος, πως ο άγ.Φώτιος παρουσιάζει τον άγ.Επιφάνιο επίσκοπο Σαλαμίνος Κύπρου, ως «αμελέτητον αττικής παιδείας», ενώ στο ίδιο νησί, ο άγ.Σπυρίδων Τριμυθούντος, ήταν πριν επισκοποιηθεί τσοπαναραίος. Αγράμματος, ήταν και ο δεσπότης Κεφαλλονιάς Παχώμιος Αναλυτής (1610-1622). Σ’ αυτόν οφείλεται η αγιοποίηση του καλόγερου Γεράσιμου, για την ακρίβεια ενός συντηρημένου απωθητικού πτώματος, που παρουσιάζεται ως «προστάτης» του νησιού (όχι πάντως αποτελεσματικού στους σεισμούς και στις πυρκαγιές).

Ο πατριάρχης Κωνστάντιος ο Β΄ (1834), που παύτηκε μετά ένα χρόνο ηγεσίας, από την Σύνοδο, ήταν τόσο απαίδευτος που απεκλήθη «άσοφος». Ακόμη και ο Αλ.Μαυροκορδάτος, στην επιστολή του προς «τοις εν Κωνσταντινουπόλει παρεδρεύουσιν Αρχιερεύσιν», θλίβεται για την αμάθεια και τις καταχρήσεις τους. Ο Γάλλος γιατρός και βοτανολόγος Belon Pierre (“Les observations de plusieurs singularitez & choses mémmorables, trouvées en Grèce, …”, Παρίσι, 1554), που περιηγήθηκε την Ανατολή στα μέσα του 16ου αιώνα, έγραψε: «Από τους 6000 καλόγερους που ζουν στο Άθω μονάχα δυο ή τρεις από κάθε μοναστήρι γνωρίζουν ανάγνωση και γραφή. Κι αυτό γιατί οι αρχιερείς… και οι πατριάρχες, είναι εχθροί της φιλοσοφίας και αφορίζουν κάθε κληρικό που μελετάει βιβλία μη θεολογικά. Προσπαθούν να πείσουν όλο τον κόσμο ότι δεν επιτρέπεται στους χριστιανούς να μελετούν ποίηση και φιλοσοφία… Κι είναι αδύνατο να λάβουν συχώρεση… αν δεν πληρώσουν χρήματα ή αν δεν δεχθούν ραβδισμούς…» (Κ.Σιμόπουλου «Ξένοι…», τ.Α΄). Το 1730 ο αββάς Φουρμόν που λεηλατεί αρχαία μνημεία και χειρόγραφα, περιγράφει στις χειρόγραφες επιστολές του τα βιβλία των μοναστηριών του Μ.Σπηλαίου και της Ιθώμης που σαπίζουν από την υγρασία και σχολιάζει: «Οι μοναχοί ζουν άνετα αλλά οι συγγραφείς (εννοεί τα βιβλία τους) πανάθλια. Τους καίνε, τους ακρωτηριάζουν…» («Correspondance et papiers relatifs à ses voyages en Grèce et en Égypte..»).

O Φωτάκος καταγγέλλει: «…όστις έδιδε περισσότερα χρήματα αυτός εγίνετο επίσκοπος και ας ήτο και αγράμματος» («Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως»-1858). Το 1898, ο Πρώσος P.Lindau, διαπιστώνει στην Πάτμο: «Φοβερή η αμάθεια των Ελλήνων μοναχών» (Ενεπεκίδη Π.Κ. «Αρχιπέλαγος». Βιβλ. Εστίας-1997). Ο Άγγλος πρεσβευτής στην Πόλη Thomas Roe σε γράμμα του προς τον Αγγλικανό αρχιεπίσκοπο, εξιστορεί την προσπάθειά του να πείσει τον πατριάρχη να του δώσει αρχαία βιβλία που «σκονίζονται και σαπίζουν ανάμεσα στους αμαθείς Έλληνες», για να δημοσιευθούν, επειδή «αποτελούν όπλα για τους ειδικούς και όχι για τους αμαθείς καλόγερους… ο πατριάρχης δεν γνωρίζει τα ονόματα πολλών συγγραφέων ούτε το περιεχόμενο των βιβλίων… δεν έχει ιδέα για την αξία τους» (Κ.Σιμόπουλου. «Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα», τ.Α΄). Το περιοδικό του Ναυπλίου «Αθηνά», έγραφε το 1831: «Οι αρχιερείς κατά τον 17ον και 18ον αιώνα ημέλησαν εις τας επαρχίας των τα καταστήματα της δημοτικής εκπαιδεύσεως και τινές εξ αυτών μάλιστα εξώρισαν τους σοφούς, οίτινες… κατεστάθησαν εις αυτά».

Ο σπουδασμένος στη Δύση Αθηνών Μελέτιος, μια εξαίρεση του κακού κανόνα, στην «Εκκλησιαστική Ιστορία» του, που εκδόθηκε το 1784 στη Βιέννη, έχοντας δει στην Ευρώπη «όλα τα οσπήτια, έως και των πτωχών, γεμάτα από βιβλία», αγανακτεί για τους κληρικούς «από τους οποίους οι πλείστοι δεν έχουσι παρά ένα ψαλτήρι και ένα ωρολόγιον (εκκλησιαστικό βιβλίο) πεπαλαιωμένον και κανένα συναξάρι… προφασιζόμενοι ότι αι βιωτικαί φροντίδες δεν τους αφίνουσι να κάμουν ανάγνωσιν, ωσάν τα άλλα γένη (των Ευρωπαίων) δεν έχουσι φροντίδας… Μεγάλως απορούσι πολλότατοι… πεπαιδευμένοι… εις το να βλέπουσι… τόσους Αρχιποιμένας πλουσιωτάτους… οπού άλλοι μεν … σκορπίζουσι τα πλούτη τους εις πράγματα φθαρτά…». Ανάλογη εικόνα για τις αρχές του 18ου αιώνα δίνει και η Encyclopedie των Γάλλων Διαφωτιστών (εκδ. Diderot), που αναφέρει πως για τους «Xριστιανούς Έλληνες» θεωρείται «αμάρτημα» το να είσαι επιστήμονας. «Οι μελέτες τους περιορίζονται στην ανάγνωση των πράξεων των 7 Συνόδων και των έργων του Μ.Βασιλείου…» (Γιώργος Καράς. «Οι θετικές επιστήμες στον ελληνικό χώρο15ος-19ος αιώνας». Εκδ. Ζαχαρόπουλος-Δαίδαλος-1991).

Το επισκοπάτο δεν άφηνε κανέναν φιλοσοφίζοντα σε χλωρό κλαρί, σε μια εποχή που η ύπαρξή τους ήταν μία σταγόνα ζωής στο πνευματικά άνυδρο εθνικό μας έδαφος. Ο Ιεροσολύμων Νεκτάριος (17ος αι.) έγραψε την εμπαθή «Ανατροπή των σοφισμάτων του Αθηναίου Πριγγιλέως» (Νικηφόρου), ενός λίγο παλαιότερου λόγιου που είχε μεταξύ άλλων μεταφράσει την φαρμακογνωσία του γιατρού του ρωμαϊκού στρατού Διοσκορίδη (1ος μ.Χ. αι.). Η Εκκλησία που λειτουργούσε ως λέσχη καλοπέρασης και ως πεδίο εκπλήρωσης ανομολόγητων φιλοδοξιών δεσποτάδων, δορυφορούμενων από ταξιαρχίες παρασίτων, που κυριολεκτικά ασελγούσαν χωρίς να δίνουν κανένα λογαριασμό πάνω στο σώμα ενός σκλαβωμένου απαίδευτου λαού, έβλεπε κάθε έντιμο άνθρωπο που διέθετε μόρφωση εξωεκκλησιαστική, ως απειλή για κάθε δικό της καταστροφικό των ανθρώπων «Όρμον Σωτήριον», («Βιβλίον ψυχωφελές, ευμεθόδως φιλοπονηθέν, εις τέσσαρα τε Κεφάλαια διαιρεθέν, και εν απλή φράση συντεθέν παρά του ευγενεστάτου, και φιλογενούς άρχοντος Ποστελνίκου κυρίου κυρίου Βασιλείου», ένα αντιευρωπαϊκό έργο του 1798, γραμμένο υπό την σκέπη της τυραννίδος της).

Το 1837, ο μητροπολίτης Αθηνών Μισαήλ, μιλώντας στα εγκαίνια του Πανεπιστημίου, ισχυρίζεται πως «οι βάρβαροι» (οι Τούρκοι), εμπόδιζαν τους Έλληνες να συντηρούν σχολεία βάζοντας έτσι τα σαθρά θεμέλια για να στηθεί ο εθνικός μύθος του «Κρυφού Σχολιού». Βάρβαροι που εμπόδιζαν την λειτουργία των σχολείων υπήρξαν, αλλά πρέπει να αναζητηθούν στις τάξεις της εκκλησιαστικής ηγεσίας και στους υποτακτικούς της. Είναι γεγονός πως η ιερωσύνη προσέφερε την οικονομική δυνατότητα, τα προνόμια, την κοινωνική θέση και την προστασία που χρειαζόταν ένα φτωχόπαιδο για να σπουδάσει. Ο Κούμας επισημαίνει την κατηγορία των «πεπαιδευμένων», «οίτινες διά τους πατριαρχικούς μισθούς εσυνάζοντο εις την Κωνσταντινούπολιν διά να αναλάβωσιν κληρικού αξίαν» («Ιστορία ανθρωπίνων….τ.ΙΒ΄»).

Είναι αξιοπρόσεκτος ο μεγάλος αριθμός των ιερωμένων που στην διάρκεια της Τουρκοκρατίας σπούδασαν στη Δύση φιλοσοφία, ιατρική ή και θετικές επιστήμες, για να υποστούν αρκετοί από αυτούς στη συνέχεια διώξεις από την εκκλησιαστική ηγεσία για τις φιλοσοφικές, δογματικές ή επιστημονικές τους απόψεις, μολυσμένες από το μικρόβιο των philosophes. Για μερικούς, όπως τον διάκο Ιώσηπο Μοισιόδακα, διερωτάται κανείς αν δεν ένιωθαν το ράσο σαν φυλακή. Ο Θεόφιλος (Θεοδόσιος) Κορυδαλλεύς, υπήρξε μια εξέχουσα πνευματική μορφή του νέου ελληνισμού (17ος αι.), θεμελιωτής του θρησκευτικού Ουμανισμού, με σπουδές φιλοσοφίας, ιατρικής και αστρονομίας, διορισμένος από τον προτεσταντίζοντα Λούκαρι διευθυντής της πατριαρχικής Ακαδημίας, πρωτεργάτης και ανανεωτής της φιλοσοφικής παιδείας στην χώρα μας. Σπουδασμένος στους Ιησουϊτες, ο δύστροπος Θεόφιλος μίσησε τον καθολικισμό, κατηγορήθηκε για αθεϊσμό και καλβινισμό, και εκθρονίστηκε από μητροπολίτης Ναυπάκτου. Ως καλβινίζων παύθηκε από την Σύνοδο το 1691 και ο μαθητής του λόγιος Ι.Καρυοφύλλης, Μ.Λογοθέτης της Μ.Εκκλησίας. Με την ίδια κατηγορία καθαιρέθηκε από τον πατριάρχη Κονταρή και ο προστατευόμενος του Λούκαρι λόγιος κληρικός και δάσκαλος όσιος Ευγένιος Γιαννούλης ο Αιτωλός, που όμως αποκαταστάθηκε σύντομα.

Το 1872 ο αρχιμανδρίτης Ανδρόνικος Δημητρακόπουλος, εφημέριος στην ελληνική κοινότητα της Λειψίας, έγραψε για τις «φλυαρίες» του «σοροδαίμονος και παλίμπαιδος Πλήθωνος («Ορθόδοξος Ελλάς: ήτοι περί των Ελλήνων των γραψάντων κατά Λατίνων και περί των συγγραμμάτων αυτών. Τύποις Μέτζγερ και Βίττιγ-Εν Λειψία 1872). Το 1723, η Σύνοδος έκαψε μπροστά στον ταλαίπωρο συγγραφέα τους τα τετράδια των παραδόσεων του καλού ιερέα Μεθόδιου Ανθρακίτη, με γνωμικά των φιλοσόφων και την Ευκλίδειο Γεωμετρία, ενώ ο τρομοκρατημένος δάσκαλος υποχρεώθηκε να εκφωνήσει Ομολογία Πίστεως μπροστά στην πυρά. Μάλιστα ο παρευρεθείς στην τελετή Ηρακλείας Καλλίνικος έγραψε στον Νεόφυτο Άρτης, πως ο δάσκαλος «ιδίαις χερσίν παρέδωκε τα εαυτού εβδελυγμένα τετράδια τώ Ηφαίστω». Την επόμενη Κυριακή η διαδικασία επαναλήφθηκε στο προαύλιο του πατριαρχείου, με σημειώσεις λογικής, φυσικής και μαθηματικών παρουσία κοινού από «γεμιτζήδες, παπουτσήδες, ραφτάδες» (Α.Αγγέλου «Η δίκη του Μεθόδιου…», 1956), όπως γράφει ο ίδιος, εκβιαζόμενος να τα αποκηρύξει και να υποσχεθεί πως δεν θα διδάξει ξανά μαθηματικά. Με επιστολή του στους πρόκριτους των Ιωαννίνων εκφράζει το παράπονό του: «Δεν είναι εντροπή τους να ακούεται πως έκαυσαν Λογικήν, Φυσικήν, Ευκλείδην και Αριθμητικήν;». Ο σοφός γέρος έτρεξε να κρυφτεί σε κάποιο υπόγειο, «ανήλιον Γούβαν» την ονομάζει, από όπου ενώ η Σύνοδος έψαχνε να τον βρει, το έσκασε μετά από μήνες και εξουθενωμένος γύρισε στα Γιάννενα όπου πέθανε.

Το 1836 με συνοδική εγκύκλιο το πατριαρχείο διατάσσει όπου βρίσκονται μεταφρασμένα αντίτυπα της Αγ.Γραφής να παραδίδονται στην φωτιά (Διομήδους Κυριάκου «Δοκίμιον εκκλησιαστικής ιστορίας», 1878), ενώ ο επίσκοπος της Κρήτης είχε ήδη κάψει μεταφρασμένες Καινές Διαθήκες από το 1833 («Τhe Story of the Bible Society», σ. 161). Το 1901 φανατικοί ορθόδοξοι φοιτητές, έκαψαν στην Αθήνα συμβολικά ένα αντίτυπο του μεταφρασμένου στην καθομιλουμένη από τον Α.Πάλη «Κατά Ματθαίον» Ευαγγέλιου. Η παράδοση αυτή συνεχίστηκε και σήμερα. O Ρώσος επίσκοπος Αικατερινούπολης Nίκων, που τελικά (1999) αποσύρθηκε ως ήρωας ομοφυλοφιλικών σεξουαλικών σκανδάλων με ιεροσπουδαστές, έκαψε μετά την πτώση του Κομμουνισμού (1998), φιλελεύθερα θεολογικά βιβλία. Ο αρχιμανδρίτης Δανιήλ Αεράκης, υπερασπίστηκε τους ακροδεξιούς Θεσσαλονικείς πυρπολητές του βιβλίου του Μίμη Ανδρουλάκη («Μ εις την ν»): «Λυπάμαι που δεν τα έκαψαν όλα και έκαψαν μόνο ένα», («Αυγή»-Ν.Παπαδημητρίου, 23-4-2000). Ο παρών στην καθαρτήριο τελετή τότε βουλευτής της Ν.Δ. εντιμότατος κ.Ψωμιάδης, ψηφίστηκε αργότερα από τους πιστούς πανηγυρικά Νομάρχης. Ο κ.Γιώργος Μεταλληνός ερμηνεύει την καύση συγγραμμάτων: «Στη συνείδηση του Γένους (του όχλου θέλει να πει) η αίρεση είναι ένα φάρμακο νοθευμένο… Έτσι όπως γίνεται και σήμερα στην περίπτωση αυτή, έπρεπε να αποσυρθεί από την κυκλοφορία…» («Τουρκοκρατία…»-1998).

Αυτή η μαζική πυρπόληση συγγραμμάτων είναι χριστιανικό φρούτο και δεν παρατηρήθηκε στον ελληνικό κόσμο. Έχουμε την επιθυμία του Πλάτωνα να κάψει τα βιβλία του Δημόκριτου, που αποτράπηκε τελικά από Πυθαγόρειους φίλους του, όπως την αναφέρει ο Διογένης ο Λαέρτιος (IX, 40), ή το κάψιμο των συγγραμμάτων του Πρωταγόρα, αλλά είναι μεμονωμένα περιστατικά που δεν πήραν τον χαρακτήρα μιας παγιωμένης τάσης του αρχαίου κόσμου και μόνο το δεύτερο είχε θρησκευτικά κίνητρα, ενώ και το πρώτο μπορεί να ενταχθεί στη διαχρονική συμπεριφορά ενός θρησκευόμενου αριστοκράτη ιδεαλιστή που θέλει να εξαφανίσει τις ιδέες ενός υλιστή με προοδευτικές ιδέες.

Οι μαρτυρίες για την απαιδευσιά του οθωμανικού παπαδαριού, δεν έχουν τελειωμό. Γράφει ο Ανώνυμος ο Έλλην: «Ο πατριάρχης αφού ηξεύρει να αναγνώση δυο κατεβατά από το ψαλτήριον του Δαβίδ, κρίνεται άξιος τοιαύτης αρχής από την Σύνοδον, αυτή δε ηξεύρει να αναγνώση περισσότερον από αυτόν και τας Πράξεις των Αποστόλων». Ο δάσκαλος του Γένους Κωνσταντίνος Κούμας αποκαλύπτει: «Γράμματα με βαρβαρικήν σύνταξιν, με ανορθογραφίαν απίθανον και εις αυτάς των μητροπολιτών τας υπογραφάς… αι υπογραφαί μητροπολιτών, επισκόπων και κληρικών μαρτυρούν την προκοπήν των υπογραψάντων. Τώρα ερωτώ εάν οι Μητροπολίται και οι Επίσκοποι δεν ήξευραν να υπογράφωσι τα ονόματά των… που ευρίσκετο τότε η παιδεία του γένους;». Ο ίδιος κατηγορεί τον Κρητικό ιερομόναχο Γεράσιμο, που δίδασκε Ελληνικά το 1730 στην Πάτμο και τους διαδόχους του Μακάριο και Δανιήλ Κεραμέα πως τους έλειπαν οι γεωγραφικές, χρονολογικές και ιστορικές γνώσεις, οι δε μαθητές τους, που εξελίσσοντο ως γραμματείς Φαναριωτών αρχιερέων, ήσαν «ψιλοί γραμματισταί και γυμνοί πάσης επιστημονικής γνώσεως». O ιστορικός της Επανάστασης του ’21 Κάρολος Μέντελσον Μπαρτόλντυ γράφει για την εποχή της απελευθέρωσης: «Οι μοναχοί που κατέκλυζαν την Ελλάδα κατά πολυάριθμα σμήνη… που δεν ήξεραν ούτε να διαβάζουν ούτε να γράφουν, παρά μόνον να εκδίδουν εισιτήρια για τον παράδεισο, ήταν θλιβερό θέαμα για την χώρα και πρόσκομμα για τον πολιτισμό της». Με γράμμα του στην «Μέλισσα» (Απρίλιος 1821), «ανώνυμος αρχιεπίσκοπος», καταγγέλει τον από Μυτιλήνης πρώην πατριάρχη Ιερεμία Δ΄, που αν και αμόρφωτος φέρεται ως ευεργέτης της Παιδείας: «Περί δε σχολείων και παιδείας, όχι μόνον ποτέ δεν εφρόντισεν αλλ’ούτε να ακούση υπέφερε περί τοιούτων πραγμάτων, άνθρωπον γραμματισμένον και πάντα φιλομαθή εσιχαίνετο». Θα τον βρούμε μπροστά μας τον Ιερεμία πιο κάτω, να δέχεται καταγγελίες για τον Βενιαμίν τον Λέσβιο.

Ο Μ.Ι.Γεδεών, «Μέγας Χαρτοφύλακας και Χρονογράφος της Μεγάλης Εκκλησίας», άνθρωπος συντηρητικός αλλά ειλικρινής, γνώστης των μηχανισμών και έντιμος ερευνητής αρχείων του πατριαρχείου, από απολογητής του μετατρέπεται άθελά του σε μοχλό αποκάλυψης μιας ζοφερής πραγματικότητας. Aποδίδοντας την εχθρότητα του λαού και της Εκκλησίας κατά των επιστημών στην αποκήρυξη από τον πατριάρχη Παϊσιο το 1744 της στοάς των ελευθέρων τεκτόνων του Γαλατά, τους οποίους ο μοναχός Καισάριος Δαπόντες αποκαλούσε «κονιάτας» (=σοβατζήδες), συμπεραίνει. «Έκτοτε παρά τώ καθ’ημάς λαώ, εγεννήθη η ιδέα ότι οι σοφοί και λόγιοι, οίοι ήσαν οι ούτως αποκηρυχθέντες ως άθεοι, εισίν όλοι ασεβείς και κατά των επιστημόνων εν γένει ηγέρθη διωγμός ως τοιούτων». Ο Γεδεών ομολογεί ότι τα ίδια συνέβαιναν και στους βυζαντινούς χρόνους: «να νομίζη τους τοιούτους του πολιτισμού μύστας ο λαός, πνεύματα δραπετεύσαντα εκ της κολάσεως και υιούς του διαβόλου». O ίδιος καταγράφει την περίπτωση του μοναχού Παχώμιου, δάσκαλου στην Θεσσαλονίκη περί το 1716 που εξορίστηκε στο άγ. Όρος, «υβριστού του Αριστοτέλους άκρου» κατά τον Πάτμιο Μακάριο και οπαδό του Γάλλου Kαρτεσιανού φιλόσοφου και ιερέα Nικολά Μαλμπράνς. Μάλιστα ο Θεσσαλονικιός δάσκαλος («ελληνική Σχολή») Γιαννακός, ζητούσε το 1722 από τον φίλο του, μητροπολίτη Άρτης Νεόφυτο, να καταδικαστούν και οι μαθητές του Παχώμιου.

Αναφέραμε πιο πάνω τον Μεθόδιο Ανθρακίτη, εφημέριο Βενετίας, μαθηματικό και φιλόσοφο, δάσκαλο σε πολλά σχολεία και σχολάρχη στα Γιάννενα. Το πατριαρχείο, ξεσηκωμένο εναντίον του από τον καλόγερο και δάσκαλο της Καστοριάς Ιερόθεο Ιβηρίτη, που τον κατήγγειλε ως οπαδό του Μαλεβράνς και του Ισπανού θεολόγου Μολίνου (πέθανε στην φυλακή ως αιρετικός) τον κάλεσε σε απολογία και επειδή άργησε όντας γέρος και άρρωστος να πάει, ο Ιερεμίας ο Γ΄ και η Σύνοδος του 1720, με την σύμφωνη γνώμη του Χρύσανθου Ιεροσολύμων αφώρισαν αυτόν που ήταν: «αποφώλιον τέρας, ανεμώλιος, Κακομεθόδιος, αμέθοδος… αφυής, ατέλειος, αλιτήριος… φιλόσαρκος και αγενές των ηδονών ανδράποδον… ως άλλος τις Σαρδανάπαλος» με «αδρανή και κενόν νουν», «τυφλός και αμύητος» με διδασκαλία γεμάτη «σαπηδόνος βορβόρου και ακαθάρτου ύλης». Το δικαστήριο αγνόησε την υπερασπιστική αναφορά των προυχόντων των Ιωαννίνων, αλλά έδωσε βάση στον Μεγάλο Εκκλησιάρχη, Λογοθέτη και Γραμματέα της πατριαρχικής αυλής Ν.Κριτία «άνδρα λίαν επικλινή εις το κακολογείν» κατά τον Γεδεών. Ο Κριτίας, αντιπροσωπευτικό δείγμα λόγιου που παρασιτεί σε ηγεμονικές αυλές και μισεί σαν τις αμαρτίες του κάθε ελεύθερο πνεύμα, ρήτορας, κανονολόγος, συγγραφέας και «Λόγου προσφωνητικού τώ ηγεμόνι Ουγγροβλαχίας Στεφάνω Καντακουζηνώ», δάσκαλος της πατριαρχικής σχολής, καπουκεχαγιάς του τυράννου της Μολδαβίας Ι.Μαυροκορδάτου, πήρε σύνταξη από τον μεγάλο Βεζίρη, επειδή του αφιέρωσε μεταφρασμένο στην τουρκική έργο του Κορυδαλλέα.

Ο λόγιος Χριστόδουλος Παμπλέκης, αντιμετώπισε τις κατηγορίες του διεφθαρμένου Διονυσίου, δεσπότη του Πλαταμώνα, ο οποίος τον αποκαλούσε «Ρουσόν», επειδή ασπαζόταν τις θεωρίες του Ρουσώ. Ο επίσκοπος έγραψε και υβριστική σάτιρα κατά του σοφού δασκάλου «Ακολουθία ετεροφθάλμου και αντιχρίστου Χριστόδουλου του εξ Ακαρνανίας». Ο αντίχριστος είχε διατελέσει μαθητής της Αθωνιάδας, αλλά ο δάσκαλός του ο Ευγένιος Βούλγαρης αναγκάστηκε πιεζόμενος να τον αποκηρύξει, αποκαλώντας το βιβλίο του «Περί φιλοσόφου», που εκδόθηκε το 1786 στη Βιέννη, «συμπίλημα αποτρόπαιων βιβλιαρίων». Στο βιβλίο αυτό περιείχοντο η Νευτώνεια αντίληψη του κόσμου και απόψεις Γάλλων φιλοσόφων. Ο πατριάρχης Νεόφυτος, αντιδρώντας στην δημοσίευση του βιβλίου του «Περί Θεοκρατίας», αφόρισε το 1793, χρονιά του θανάτου του, τον συγγραφέα, παίρνοντας en passent φαλλάγγι τον Βολταίρο και τους Τέκτονες και ενημερώνοντας γι’αυτό και τα υπόλοιπα πατριαρχεία: «Ούτος ο παμμίαρος όλην εκπιών την κύλικα των αιρέσεων…πολύμορφον θηρίον γενόμενος ή πολυσύνθετον τέρας… την άπειρον ουσίαν αρχήν του παντός εδανείσθη από τον παλαιόν Αναξίμανδρον τον Μιλήσιον και από τον νεώτερον Σπινόζαν… τα θολερά και δυσώδη αυτών (εννοεί εδώ τους Βολταίρο, Ρουσσώ, τέκτονες) εκροφήσαντος νάματα…». Ο λόγιος Δημ.Γοβδελάς ο Ραψανίτης, ανηψιός του Διονυσίου, έβρισε με μένος τον νεκρό στο βιβλίο του «Εξοστρακισμός Χριστοδούλου του μονοφθάλμου», όπου τον αποκαλεί «χοιρόδουλον… τετυφλωμένον… όνειδος του χριστιανικού πληρώματος, αίσχος της αμωμήτου ημών πίστεως». Από κοντά και ο αδελφός του μητροπολίτη Αθηνών Αθανασίου (1785), γιατρός Ιωάννης Τατλίκαρας ο Ραιδεστηνός (μοναχός Ειρηναίος από το 1822), που έγραψε κάποια κακοήθη σάτιρα εναντίον του.

Η προσπάθεια δαιμονοποίησης του Παμπλέκη, ήταν πολυπλόκαμη. Σε ξυλογραφία που σώζεται στην Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, προερχόμενη από αναιρετική φυλλάδα των αρχών του Παμπλέκη, απεικονίζεται ιπτάμενος διάβολος να απευθύνεται στον μονόφθαλμο λόγιο λέγοντας: «Συνέλαβες πόνον και έτεκες ανομίαν…». Η Εκκλησία όμως, βρίζοντας δεξιά και αριστερά κάθε σκεπτόμενο όν, είχε ανάγκη να παρουσιάσει κάποιους δικούς της φιλοσόφους. Έχρισε λοιπόν «υπάτους των φιλοσόφων» όπως γράφει ο Άρχων της Μ.Εκκλησίας Μ.Γεδεών, που καταγράφει και πολλά από τα παραπάνω, τους Ιάκωβο Μάνο τον Αργείο («ο των φιλοσόφων ύπατος» αναφέρεται με τόσο θράσος και στο «Κωνσταντινίας παλαιά τε και νεώτερα… Συνταχθείσα παρά ανδρός φιλολόγου και φιλοαρχαιολόγου, εκ της τυπογραφίας Δημητρίου Πασπάλη-1844) και Ιωάννη Λέσβιο τον Τζανή, που «ουδέ ήσαν άξιοι τοιαύτης ονομασίας… μηδέ γινώσκοντες αυτής της λογικής τους στοιχειωδεστέρους κανόνας…».

Η οθωμανική Εκκλησία κατά του Διαφωτισμού

Δεν θέλω να αδικήσω την οθωμανική τυραννία, αποκαλώντας την Εκκλησία της Πόλης οθωμανική, για να χρεώσω όλες τις ανομίες της στην Υψηλή Πύλη. Οι Σουλτάνοι κατά κανόνα ποσώς ενδιαφέρονταν να εμποδίσουν τη μόρφωση των Ορθοδόξων ή τις σπουδές τους στη Δύση. Ίσα ίσα χρησιμοποιούσαν τη λογιοσύνη των Χριστιανών σε θέσεις κλειδιά της εξουσίας τους, όπως αυτή του Μεγάλου Δραγουμάνου ή του Οσποδάρου της Μπογδανοβλαχίας. Ήταν οι Αρχιερείς που έβλεπαν πολύ βαθύτερα από τον Πατισάχ, οσμίζονταν και καταλάβαιναν τις έγγραφες «αιρετικές», ορθολογικές ή επαναστατικές ιδέες, που απειλούσαν το δικό τους αλλά και το σουλτανικό δοβλέτι.

Ο διωγμός κατά της θύραθεν Εκπαίδευσης, εξαπολύθηκε από το ανώτατο παπαδαριό, το αγράμματο αλλά ακόμη και το εγγράμματο. Μιλάγαμε ήδη στα προηγούμενα, για τους διωγμούς που υπέστησαν οι λόγιοι και ειδικά οι φορείς επιστημονικών απόψεων κληρικοί, από την εμπαθή εκκλησιαστική ηγεσία. Ο Δωρόθεος Πρώιος, προοδευτικός Σχολάρχης της Χίου, που στον εναρκτήριο λόγο του αναφέρθηκε στο «πως δύνανται αι επιστήμαι να επιστρέψουν εις την παλαιάν τους πατρίδα», ο μετέπειτα μητροπολίτης με λαμπρές σπουδές στη Δύση που απαγχονίσθηκε το 1821, έφυγε από την Σχολή γιατί πολεμήθηκε από τον άγιο «Κολλυβά», Αθανάσιο Πάριο και κατηγορήθηκε από τον Βουλησμά πως παραμέλησε την διδασκαλία των γραμματικών μαθημάτων χάριν των μαθηματικών και πως δίπλα του βρήκε καταφύγιο κάθε «των αγίων νηστειών καταλύτης… και αδιαφορίτης, είπου και των Βολτεριστών τις τύχοι και Δουπιστών και Σπινοζιστών…».

Αυτό το κλίμα επικρατούσε σε όλα τα πατριαρχεία, ακόμη και στην αποδεκατισμένη Αλεξάνδρεια, που η τραγική της θέση στις ακτές της Αφρικής, δεν μείωνε τον σκοταδιστικό ζήλο των καλόγερων. Ο Μανώλης Γιαλουράκης, στην «Αίγυπτο των Ελλήνων» (Καστανιώτης-2006), γράφει για το σχολείο του Καΐρου που το 1779 επανίδρυσε ο πατριάρχης Κυπριανός: «…η παιδεία είχε τους φανατικούς διώκτες της μεταξύ των ιερωμένων. Οι παπάδες δίδασκαν ότι η μόρφωση των ελληνοπαίδων ήταν σατανική εφεύρεση. Η εκκλησία έλεγαν δεν ανοίγει με τα γράμματα αλλά με τις προσευχές». Ο ιερομόναχος Γεράσιμος που δίδασκε εκεί, κολακεύει το 1779 με γράμμα του τον πατριάρχη και του καταγγέλλει πως βρίσκεται «εις τόσην καταδρομήν υπό των αγριερέων». Πρωταίτιος είναι «ο κυρ Παυλίνος και η πονηριά του αγίου επιτρόπου», με οπαδούς τον Μακάριο Κωνσταντινουπολίτη «το αγριόγιδον» και τον «ψευτοκριτικό Ιγνάτιο Ιερομόναχο».

Αναιρετικά έργα όπως αυτό του αρχιμανδρίτη Νικηφόρου Θεοτόκη κατά του Βολταίρου (1794), έδιναν άθελά τους την ευκαιρία στον αναγνώστη να πληροφορηθεί τις επικίνδυνες ιδέες των Διαφωτιστών. Ήδη από το 1791, ένας Ορθόδοξος λόγιος, έχοντας υποθέτω υπόψιν του και το ανάλογο πάθημα της βυζαντινής Εκκλησίας, όπου άθελά της διέδωσε βρίζοντάς τες, αιρετικές ή και φιλοσοφικές σκέψεις, διερωτάται μήπως θα έπρεπε να μην εκτίθενται οι προς αναίρεσιν ιδέες και το 1801 ο Νικόδημος ο Αγιορείτης συνιστά όπως ο φρόνιμος «και αυτά τα αναιρετικά βιβλία των αθέων ας μην αναγιγνώσκη, βλάπτουσι γάρ τους αδυνάτους, ίνα μή λέγω και τους δυνατούς είς τήν πίστην» (Κ.Θ.Δημαρά «Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός»-Ερμής-2007).

Ο δάσκαλος της πατριαρχικής Σχολής Μακάριος Καβαδίας, εξέδωσε το 1802 το συκοφαντικό λιβελλογράφημα «κατά Ουολταίρου και των οπαδών», στο οποίο επιτίθεται κατά της Γαλλικής Επανάστασης και παρουσιάζει τον Γάλλο φιλόσοφο Βολταίρο, δύσμορφο, γόνο ανάξιων γονέων, λαίμαργο και έκφυλο. Παράλληλα περιλαμβάνει και ιερές ωδές «επιτάξας», κατά τον Γεδεών, «οιονεί το αντίδοτον κατά των δηλητηριωδών μιασμάτων». Ο εμπαθής και φανατικός αγ.Αθανάσιος ο Πάριος (αγιοποιήθηκε το 1995), αποκαλεί τον Βολταίρο «παμμίαρο, κατάπτυστο, τρισκατάρατο, ασελγέστατο, θεομίσητο, αθεώτατο, κατάπτυστο». Ο Σχολάρχης της πατριαρχικής σχολής Σέργιος Μακραίος σε ένα γράμμα του τον βρίζει: «παράφρονα, αμαθή, χυδαιότατο, ασυλλόγιστο, ασύνετο, φλύαρο, ψευδώνυμο φιλόσοφο, αηδέστατο κωμωδό, βδελυρό αδολέσχη, κακεντρεχέστατο άθεο, εξωλέστατο, αφρονέστατο έκτρωμα, αντάρτη του Θεού, ταραξία, ακατάστατο…». Xαρακτηριστικό του ήθους ή της σύγχυσης που επικρατούσε στους εκκλησιαστικούς κύκλους είναι η επισήμανση του Δημαρά («La fortune de Voltaire en Grece», C. Th. Dimaras») πως το πατριαρχείο είτε σκόπιμα είτε από άγνοια δυσφημούσε τον εχθρό του παπισμού Βολταίρο ως δήθεν Ρωμαιοκαθολικό. Ο Βολταίρος, για τον οποίο ο Κοραής εξιστορεί σε επιστολή του την άρνηση των Παρισινών καλογήρων να τον κηδέψουν και την θριαμβευτική πάνδημη ανακομιδή των λειψάνων του στο Πάνθεον, δέχτηκε και τα πυρά των Κελεστίνου Ροδίου και Σπυρίδωνος Σπινόλα, τιτλοφορούμενα «Υπέρ χριστιανικής πίστεως και κατά τινών φιλοσοφικών ληρημάτων» και «Απάντησις προς Βολταίρον».

Η φοβία για το διαφορετικό που αντιμετωπίζεται ως μεταδοτική νόσος είναι διαρκής. Προτεινόμενο αντιβιοτικό η άγνοια. Ο άγ.Αθανάσιος ο Πάριος συνιστούσε να μην πηγαίνουν οι Έλληνες ούτε για εμπόριο στην Δύση, εγκαταλείποντας έτσι την οθωμανική θαλπωρή. Ο ιερέας διευθυντής της Ευαγγελικής Σχολής της Σμύρνης Ιερόθεος Δενδρινός, εμπόδισε τον Ιώσηπο Μοισιόδακα να συνεχίσει τις σπουδές του στη Δύση γιατί εκεί οι νέοι διδάσκονται την αθεϊα «και μετά την επιστροφήν αυτών συναθεϊζουσιν και ετέρους». Ο Μοισιόδακας πιθανόν να περιγράφει τον εαυτό του και σίγουρα την τραγική πραγματικότητα, μιλώντας για τους ονειδισμούς που αντιμετωπίζει «πεπαιδευμένος… περιπεσών εν ενδεία εσχάτη» που αναζητεί ομογενή χρηματοδότη για να εκδόσει «βιβλιάριον τι», ενώ ο «Αγιορίτης» που ζητιανεύει για μία καμπάνα, μαζεύει λεφτά «διά δύο κώδωνας παμμεγίστους». Ο ίδιος πέθανε το 1800, φυματικός και πάμπτωχος. Ο Μοισιόδακας, μαχητής κατά «των τοίς παντοπώλαις συμμαχούντων λογιωτάτων», τόλμησε όπως ομολογεί ο Γεδεών να γράψει το «πρωτάκουστον λάλημα»: «ουχί η Φραγγία, ουχί η νεωτερική φιλοσοφία διαστρέφει, αλλά η κενοφροσύνη… κρημνίζει τον άνθρωπον εν τη αθεΐα». Σήμερα, μερικοί Ελληνορθόδοξοι τα θέλουν όλα, ακόμη και τον Μοισιόδακα, δικά τους. Ο κ.Σαράντος Καργάκος διαμαρτύρεται: «Η Εκκλησία μας πρέπει ν’ αγρυπνεί και ν’ ανησυχεί για το τι διδάσκονται οι νέοι στα σχολεία μας. Έπρεπε ν’ αντιδράσει δυναμικά και μαχητικά όταν προ δεκαετίας αφαιρέθηκε από το βιβλίο Δέσμης της Γ’ Λυκείου το κεφάλαιο του «Νεοελληνικού Διαφωτισμού», ίσως διότι οι κυριώτεροι από τους μνημονευόμενους σ’ αυτό εκπροσώπους ήσαν κληρικοι! Η Εκκλησία μας αγνοεί ότι και τώρα, μετά την επανεισαγωγή του κεφαλαίου, πουθενά δεν αναγράφεται ότι ο Ιώσηπος Μοισιόδαξ ήταν ιεροδιάκονος» («Εθνομάρτυς Χρυσόστομος», Ευαγγελίστρια Ν.Ιωνίας Μαγνησίας-’92). Το ποιά ήταν η σχέση της Εκκλησίας με τους «λιμπερτίνους» και «ιλουμινάτους χοίρους» του Διαφωτισμού είναι φανερό και πράγματι αποσιωπάται στα σχολικά βιβλία για λόγους ακριβώς αντίθετους από αυτούς που υπονοεί ο κ.Καργάκος, από πρόθυμους λογοκριτές ιστορικούς που δεν θέλουν να θυμίσουν τις ασχήμιες των δεσποτάδων, όσο για τον «ιεροδιάκονο», ποτέ του δεν έγινε παπάς και σ’ όλη του την πορεία ήταν σε σύγκρουση με την «Εκκλησία μας». Το 1819 εκδόθηκε πατριαρχική εγκύκλιος που απαγόρευε την επικοινωνία των Ορθοδόξων με τους δυτικούς μη επιτρέποντας ακόμη και την είσοδο «εις τας φραγκικάς λοταρίας και καφεταρίας» (Φ.Ηλιού «Τύφλωσον Κύριε τον λαόν σου», Πορεία, 1980). Ο Κερκυραίος λόγιος Διον.Θερειανός, στο έργο του «Αδ.Κοραής» (1889), γράφει πως «όσοι απεδήμουν εις τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια…ώφειλον άμα επανερχόμενοι…να κηρύξωσιν από του άμβωνος ότι επαλινόστησαν ως…πειθήνια τέκνα της Ορθοδόξου Εκκλησίας». O Ζαχαρίας φον Lingenthal επισκέφτηκε το 1838 τον αγ.Γρηγόριο Ε΄. Η συμπαθητική περιγραφή του πατριάρχη, αποδεικνύει την καλή διάθεση του Γερμανού νομομαθή. Παρ’όλ’αυτά δεν μπορεί να κρύψει την άποψη του Γρηγόριου για τις σπουδές στην Δύση: «Όσον όμως αφορά τον κλήρο….δεν συνιστάται καθόλου ν’αυξήσουν τις γνώσεις τους με τη μέθοδο αυτή διότι η αγνότητα της πίστεώς τους διατρέχει τον κίνδυνο να μιανθεί….» (Π.Κ.Ενεπεκίδη «Τραπεζούντα ….», Ωκεανίδα-’89). Δεν χρειάζεται φαντασία για να αντιληφθεί κανείς πόσο κόστισε στην πρόοδο του Έθνους αυτός ο αποπνικτικός φραγμός που υψώθηκε από μικρόμυαλους σιμωνιακούς πατριάρχες, σαν τον τρεις φορές πατριάρχη, ηθικά αδίστακτο αγ.Γρηγόριο, που ξόδευαν υπέρογκα ποσά για την καλοπέρασή τους και για να αγοράσουν τον θρόνο τους και δεν έδιναν δεκάρα τσακιστή από τα θησαυροφυλάκιά τους για να σπουδάσουν στη Δύση εκατοντάδες νέοι με ζήλο μάθησης που θα διαφώτιζαν με τη σειρά τους τις αμαθείς μάζες των πιστών. Επιγραμματικά, το πνεύμα του πατριαρχείου εκφράσθηκε από τον φαναριώτη στιχοπλόκο Κάλφογλου (1794) ο οποίος ανησυχεί για την κατάσταση στη Βλαχία όπου διδάσκεται ο Λουκιανός, παραμελείται η θρησκευτική παιδεία και οι νηστείες:

«Εκκλησίας και νηστείας, προσευχάς και τα λοιπά
κάθε νέος φωτισμένος’ το εξής δεν αγαπά…
Όθεν με αυτά τα φώτα, με φραντζέζικα χαρτιά
αναιδώς οι νέοι βάζουν εις τα σπίτια των φωτιά…
Μιραμπώ, Ρουσσώ, Βολταίρου εγκαυχώνται μαθηταί…».

Ο Θεσσαλός αρχιμανδρίτης Στέφανος Δούγκας σπούδασε στην Γερμανία Μαθηματικά και Φιλοσοφία, μαθητής και υποστηρικτής των ιδεών του Γερμανού ιδεαλιστή φιλοσόφου Φρειδερίκου Schelling. Επιθυμούσε να ανοίξει πανεπιστήμιο στα Αμπελάκια, αγοράζοντας για τον σκοπό αυτό εξ ιδίων όργανα Χημείας, Φυσικής και Αστρονομίας, αλλά δεν μπόρεσε να υλοποιήσει τα σχέδιά του. Οι ιδέες του μπήκαν στο στόχαστρο του Ιθακήσιου μοναχού Δωρόθεου Βουλισμά, παλιού μαθητή του κληρικού Ιερόθεου Δενδρινού στη Σμύρνη (Αδ.Κοραής: «διδασκαλίαν πολλά πτωχήν, συνωδευμένη με ραβδισμόν πλουσιοπάροχον»). Ο Δρούγκας αποκαλεί τον Βουλισμά, που ξεκίνησε την «ιεραποστολική» του δράση σχεδόν ταυτόχρονα με τον Κοσμά Αιτωλό, «απαίδευτο», «αμαθέστατο», «άμοιρο φιλοσοφίας», «εμπαθή θεολόγο» κλπ. Χάρις στην προστασία του Δημ.Μουρούζη γλύτωσε την οργή του πατριαρχείου και στάλθηκε στην Μολδαβία προαγόμενος σε ηγούμενο, υποσχόμενος όμως να μην διδάσκει άλλο Φιλοσοφία. Τελικά κατηγορήθηκε από το πατριαρχείο ως «τολμητίας» που προσπαθεί να συμβιβάσει «την φυσικήν μετά της αλγεβραϊκοαριθμητικής… ασυμβιβάστως πάντη και πάντως» «τή θεοπνεύστω… Γραφή». Υποχρεώθηκε από την Σύνοδο τελειώνοντας το 1817, να υποβάλη «λίβελλον πίστεως», όπου ομολογούσε «ότι απερισκέπτως και χωρίς πνεύματος, τα του Αγίου Πνεύματος εισηγείτο» (Ευαγγελίδου Τρύφωνα Ε. «Η Παιδεία επί Τουρκοκρατίας»-1936-βραβείον Ακαδημίας Αθηνών- ανατύπωση από τις «Αναστατικές Εκδόσεις Δ.Ν.Καραβία, Βιβλ.Ιστ.Μελετών). Ο Δούγκας δεν είχε το σθένος να προβάλει αντίσταση. Ταπεινώθηκε να διαβάσει από την δασκαλική έδρα μπροστά σε ακροατήριο «Λογίδριον» αποκηρύσσοντας «όσα εν τώ φυσικώ αυτώ συγγράμματι εναντία ταις Ιεραίς Γραφαίς ανεφάνησαν…». Έργο ζωής του Δούγκα, πολύ σημαντικό, ήταν η «Εξέτασις της Φύσεως», που θάφτηκε για χρόνια στην μονή Βατοπεδίου. Στο σύγγραμμα αυτό αναδύεται το βάθος της φιλοσοφικής του σκέψης και η έκταση του επιστημονικού του προβληματισμού, αφού διατυπώνει απόψεις σχετικά με το φως, την κίνηση, την βαρύτητα, τα ρευστά, τον ηλεκτρισμό, τα χρώματα, τον γαλβανισμό, την χημεία κλπ (Βλ. Γ.Καρά «Στ. Δούγκας», στο «Οι θετικές επιστήμες στον ελληνικό χώρο». Εκδ.Ζαχαρόπουλος 1991).

Η Δύση άνοιγε φιλόξενα τις πόρτες της στους Γραικούς κληρικούς που θέλανε να σπουδάσουν εκεί. Μόνο στην Οξφόρδη και μόνο στο πρώτο ήμισυ του 17ου αι. βρίσκουμε να σπουδάζουν τον φτωχό Γαστουνιώτη ιερομόναχο Χριστόφορο Άγγελο (εικ. 2 & 3, βλ. Strickland Gibson, «Christopher Angel, Teacher of Greek.», ‘The Glory that is Greece’, Hilda Hughes:London 1944), με εισφορές Άγγλων, τον μετέπειτα πατριάρχη Αλεξανδρείας Μητροφάνη Κριτόπουλο υπότροφο του αρχιεπισκόπου του Καντέρμπουρυ και τον μελλοντικό μητροπολίτη Ναθαναήλ Κ(α)ωνώπιο (της Επισκοπής Κανώπου δηλαδή), που πιθανόν να είναι κι ο πρώτος που εισήγαγε καφέ στην Αγγλία, όπου κατέφυγε (πιθανότατα για προσωπική χρήση, βλ. William Harrison Ukers: «All about Coffee», Library of Alexandria-1935). Κανενός η Ορθοδοξία δεν βλάφτηκε και σίγουρα βγήκαν ωφελημένοι και οι ίδιοι και η Εκκλησία τους. Ο συμπλεγματικός όμως άγ.Αθανάσιος ο Πάριος, ζητούσε στην «Αντιφώνησιν προς τον παράλογον ζήλον των από της Ευρώπης ερχομένων φιλοσόφων» (1802), την οποία υπέγραψε ως Ναθαναήλ Νεοκαισαρείας, να προέρχονται οι ιερείς από τις τάξεις των αγραμμάτων, περιφρονώντας τις ευρωπαϊκές επιστήμες που αποκαλεί «μωροφιλοσοφίας» και τους επιστήμονες «πολυτεχνίτας και ερημοσπίτας».

Ένας τέτοιος ιερέας, ολιγογράμματος και φανατικός, που ανακυκλώνει την αμάθειά του στο αμαθέστατο ακροατήριό του, ο άγ.Κοσμάς ο Αιτωλός προειδοποιούσε τους χωρικούς: «Το κακό θα σας έρθει από τους διαβασμένους». Ο Κοσμάς ήταν πράκτορας του πατριαρχείου, ενταγμένος σε ευρύτερο σχέδιό του, όπως δείχνει και η σχεδόν ταυτόχρονη δράση του με τον «αμαθέστατο» φανατικό διώκτη κάθε φωτεινού πνεύματος της εποχής του, Βουλησμά. Το ομολογεί και ο ίδιος, με περισσή καλογερίστικη ψευτομετριοφροσύνη: «…εγώ, στοχαζόμενος την αμάθειάν μου… παρακινούμενος περισσότερον από τον κυρ Σωφρόνιον πατριάρχην». Υπήρξε συστηματικός προπαγανδιστής της ιδέας της θεϊκής προέλευσης της Τουρκοκρατίας, επισείοντας την απειλή της Κόλασης για τους «ασεβείς» τους «Εβραίους» και τους «αιρετικούς». Αυτοπαρουσιαζόταν με «όλη την ταπείνωση που τον διακρίνει»: «…από το σχολείον έμαθα τα 24 γράμματα…Έμαθα και πέντε-έξ ελληνικά και έμαθα πολλών λογιών γράμματα… από όλα τα έθνη… εδιάβασα πολλά και διάφορα βιβλία και περί Εβραίων και περί Ελλήνων και περί άλλων ασεβών… ερεύνησα τα βάθη της σοφίας…» (Κ.Σαρδέλη «Κοσμάς…»). Ο ασυνάρτητος σκοταδιστικός λόγος του, οι μανιακές συκοφαντίες του κατά των Εβραίων, που υποδαύλιζαν βιαιότητες, η εκμετάλλευση της άγνοιας των ραγιάδων, δεν εμπόδισαν να συγκαταλέγεται στα σχολικά βιβλία με τους δασκάλους του Γένους, ίσα κι όμοια ή και καλύτερα, αφού στέφθηκε και με το φωτοστέφανο της αγιωσύνης, με τους Κοραή, Καΐρη, Ρήγα κ.λ.π. Ήθελε το σχολείο προέκταση της Eκκλησίας, χώρο όπου θα εξοβελίζονταν τα «άθεα γράμματα», δηλαδή η Επιστήμη και τη Φιλοσοφία, για να διδαχθούν τα κολυβογράμματα και τα ψαλτήρια. Στις Διδαχές του, θεωρεί ως «πεπαιδευμένους», αυτούς που «τας αγίας Γραφάς ακριβώς μας εξήγησαν». Ένα δείγμα από την «Διδαχή Δ΄», βοηθά να αντιληφθεί κανείς τον χαρακτήρα αυτής της μυθοποιημένης άρρωστης προσωπικότητας: “Και τώρα μη δυνάμενοι οι Εβραίοι να τον μετασταυρώσουν τον Χριστόν, κάθε Μεγάλην Παρασκευήν τον κάνουν από κερί και τον σταυρώνουν, και ύστερα τον καίουν, η παίρνουν ένα αρνί και το κτυπούν με τα μαχαίρια και το σταυρώνουν αντί του Χριστού. Ακούετε κακίαν των Εβραίων και του διαβόλου; Καθώς γεννηθή το Εβραιόπαιδον, αντί να το μαθαίνουν να προσκυνή τον Θεόν, οι Εβραίοι, παρακινούμενοι από τον πατέρα των διάβολον, ευθύς οπού γεννηθή, το μαθαίνουν να βλασφημά και να αναθεματίζη τον Χριστόν μας και την Παναγίαν μας· και εξοδεύουν πενήντα, εκατόν πουγγιά να εύρουν κανένα χριστιανόπουλο να το σφάξουν, να πάρουν το αίμα του, και με εκείνο να κοινωνούν. […] Κοίταξε εις το πρόσωπον ένα Εβραίον όταν γελά· τα δόντια του ασπρίζουν, το πρόσωπόν του είνε ωσάν πανί αφωρισμένο, διότι έχει την κατάραν από τον Θεόν, και δεν γελά η καρδία του. Έχει τον διάβολον μέσα του οπού δεν τον αφήνει. Κοίταξε και ένα χριστιανόν εις το πρόσωπον, ας είνε και αμαρτωλός· λάμπει το πρόσωπόν του, χύνει η χάρις του Αγίου Πνεύματος. Σφάζει ο Εβραίος ένα πρόβατον, και το μισό το εμπροσθινόν το κρατεί δια λόγου του, και το πισινόν το μουντζώνει και το πωλεί εις τούς χριστιανούς δια να τούς μαγαρίση. Και αν σου δώση ο Εβραίος κρασί η ρακί, είνε αδύνατον να μη το μαγαρίση πρώτον, και αν δεν προφθάση να κατουρήση μέσα, θα πτύση. Όταν αποθάνη κανένας Εβραίος τον βάζουν μέσα εις ένα σκαφίδι μεγάλο και τον πλένουν με ρακί, και του βγάνουν όλην του την βρώμα, και εκείνο το ρακί το φτιάνουν με μυριστικά, και τότε το πωλούν εις τούς χριστιανούς ευθηνότερον, δια να τούς μαγαρίσουν. Πωλούν ψάρια εις την πόλιν οι Εβραίοι; Ανοίγουν το στόμα του οψαρίου και κατουρούν μέσα, και τότε το πωλούν εις τούς χριστιανούς… Ο Εβραίος μου λέγει πως ο Χριστός μου είνε μπάσταρδος, και η Παναγία μου πόρνη…».

Ο άγιος ομολογεί σε γράμμα του στον καλόγερο αδελφό του Χρύσανθο «Χίλιοι Τούρκοι με αγαπώσι κι ένας όχι τόσο». Όπως παραδέχεται ο βιογράφος του Π.Β.Πάσχος: «Υπακούει ο Άγιος και φέρεται με πολύ τακτ (sic) και πολλήν ευγένεια στους εξουσίαν έχοντας Τούρκους, στηριζόμενος στα λόγια του αποστόλου Παύλου ‘πάσα ψυχή εξουσίαις … υποτασσέσθω’…». Ο ίδιος λέει ότι υπάρχουν δείγματα επιστολών του Κοσμά προς Τούρκους αξιωματούχους «από τους οποίους ζητεί ευγενέστατα να του δώσουν την άδεια να κηρύξει», άδεια που του έδιναν ευχαρίστως, αφού προπαγάνδιζε την θεϊκή προέλευση της Τουρκοκρατίας. Το ίδιο δηλαδή ηττοπαθές και μοιρολατρικό μοτίβο: «Είναι θέλημα θεού η Πόλη να τουρκέψει». Οι Kανόνες αφορίζουν τους μάντεις, αλλά αρκετές προφητείες αποδίδονται στον ρασοφόρο Νοστράδαμο: «Θάρθει καιρός που θα διευθύνουν τον κόσμο τα άλαλα και τα μπάλαλα, θάρθει καιρός που ο διάβολος θα μπει σ’ένα κουτί και θα φωνάζει και τα κέρατά του θα είναι στα κεραμίδια» (ηλ.υπολογιστές, τηλεόραση). Πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι όπως όλοι αυτοί που θεωρούν πως εκπληρώνουν θεία αποστολή διαδίδει ή και πιστεύει πως ο Θεός παρακολουθεί με θαυμαστά φαινόμενα την πορεία του. Γράφει στον αδελφό του: «Του Κυρίου συνεργούντος και τον λόγον μου βεβαιούντος δια τινων επακολουθησάντων σημείων». Ο βιογράφος του Χριστοδουλίδης εξηγεί πως πρόκειται για ιαματικά θαύματα.

Μερικά ακόμη δείγματα της άναρθρης προφητικής δεινότητας του αγίου και του είδους του διαφωτισμού που του αποδίδεται ακόμη και από την σχολική ιστοριογράφο κα Ρεπούση, στην ανόητη, πλην μάταιη, προσπάθειά της για ευτελείς συμψηφισμούς με την εθνικιστική και θρησκευτική Ιστοριογραφία, είναι και τα παρακάτω μαντικά παραληρήματα, κατασκευασμένα εκ των υστέρων τα περισσότερα: «Θάρθει καιρός που θα δεθεί ο κόσμος με μια λινιά κι’ οι άνθρωποι, όσο μακριά κι’ αν είναι θα μιλούν εύκολα συνατοί τους σαν νάναι στον πλαϊνό οντά κι’ ας είναι ο ένας στην Πόλη κι’ ο άλλος στη Μοσχοβιά. Θα δείτε να πετάνε άνθρωποι στον Ουρανό σαν μαυροπούλια και να ρίχνουν φωτιά στον κόσμο. Όσοι θα ζουν τότε θα τρέξουν στα μνήματα και θα φωνάξουν: “Βγάτε σεις οι πεθαμένοι να μπουμ’ εμείς οι ζωντανοί”. Θάναι καιρός που οι Ρωμιοί θα τρώγονται συνατοί τους. Θα ιδείτε στον κάμπο ένα αμάξι δίχως άλογα να ροβολάει γρηγορότερα από το λαγό. Οι πλούσιοι θα γίνουν φτωχοί και οι φτωχοί θα πεθαίνουν. Μετά το Γενικό Πόλεμο θα τρώει ο λύκος με τ’ αρνί. Καλότυχος ποιος θα ζήσει μετά το Γενικό Πόλεμο. Θα τρώει μ’ ασημένιο χουλιάρι. Εσείς δεν θα τα ιδείτε αυτά. Τα δισέγγονά σας αρίς και πού. Θα βάλουν φόρο στις κότες και στα παράθυρα. -Θάρθει καιρός που δεν θ’ ακούτε τίποτε. Οι Τούρκοι θα μάθουν το μυστικό τρεις μέρες γρηγορότερα από τούς Χριστιανούς. Θα έρθει ξαφνικά ή το βόιδι στο χωράφι ή το άλογο, στ’ αλώνι». Και μια προφητεία σαφέστατη, που επαληθεύτηκε απόλυτα: «Οι κληρικοί θα γίνουν οι χειρότεροι και οι ασεβέστεροι των όλων». (Η αγαπημένη προφητεία του ηθικολόγου μητροπολίτη Καντιώτη, αύξων αριθμ. προφητείας 57, επί συνόλου 122 ).

Πολλές από αυτές η παράδοση τις αποδίδει στον καλόγερο Παπουλάκο, αλλά προφανώς πρόκειται για ρήσεις που όπως συνέβη και με τον Νοστράδαμο, εκ των υστέρων προσαρμόστηκαν στις εξελίξεις και αποδόθηκαν στους δυο μάντεις. Σ’ όποιον και να ανήκουν όμως, υπάρχει η απάντηση του Ευρυπίδη: «Οι χρησμοί των μάντεων είναι φαύλοι και γεμάτοι ψέμματα» (‘Ελένη’, 744).

Ο Bartholdy αναφέρει πως στα Γιάννενα εμπόδια για τη λειτουργία των σχολείων έφερνε ο δεσπότης και όχι ο πασάς. Ο Ιωαννίνων Κλήμης εξανάγκασε σε παραίτηση το σπουδασμένο στην Βενετία ιερέα Γεώργιο Σουγδουρή που δίδασκε Φυσική και Φιλοσοφία στην Σχολή Γκ(ι)ούμα, κατηγορώντας τον για θεολογικά ζητήματα στο πατριαρχείο, που τον κάλεσε το 1699 σε απολογία. Ο επόμενος σχολάρχης ιερέας Αναστάσιος Βασιλόπουλος, διέπρεψε ως κατήγορος του Μεθόδιου Ανθρακίτη, αλλά αργότερα μετάνιωσε. Ο Αλή Πασάς έσωσε τον φυσικομαθηματικό Αθ.Ψαλίδα, σχολάρχη της Μαρουτσαίας, όταν το πατριαρχείο τον κατήγγειλε ως άθεο. Στην ίδια πόλη ο ευσεβής Σχολάρχης Κων.Μπαλανίδης (1799-1818) απαγόρευε την εκμάθηση ξένων γλωσσών διότι «γέμουσιν από αθεϊστικά βιβλία». Ο πρωθιερέας Μπαλάνος Βασιλόπουλος, διευθυντής της σχολής Γκιούμα από το 1723, ένας συντηρητικός που δεν είχε σπουδάσει στο εξωτερικό, έστειλε σε ευρωπαϊκές ακαδημίες μια εσφαλμένη μελέτη για κάποιο μαθηματικό πρόβλημα που θεώρησε ότι έλυσε. Χολωμένος από το γεγονός πως ο Ευγένιος Βούλγαρης έκρινε το έργο του περιφρονητικά σε επιστολή του στον σύγκελο των Ιωαννίνων («τη του Αυγείου βουστασίη κρίνεται παραπλήσιον… Παραλογισμός γαρ εστί…»), εξανάγκασε τον νεωτεριστή κληρικό να εγκαταλείψει την πόλη. Ο Βούλγαρης, προσέδωσε το 1753 μεγάλη αίγλη στην ξεφωνημένη από τον σοφό Παμπλέκη ως άντρο διαστροφών Αθωνιάδα σχολή αρρένων του Αγ.Όρους, προσφέροντας ευρύτατο φάσμα γνώσεων στους 200 μαθητές που προσείλκυσε. Οι καλόγεροι τον ανέχθηκαν 6 χρόνια, μέχρις ότου ο φθονερός πατριάρχης Κύριλλος Ε΄, προειδοποίησε τον Βούλγαρη ότι «θα ανέβαινε από το μοναστήρι για να τον ξυλίση» και του σφράγισε το δωμάτιο, μη επιτρέποντάς του να πάρει ούτε τα ρούχα του και τα βιβλία του, ενώ η σχολή του χρωστούσε ακόμη 500 πιάστρες μισθό (Αγγέλου «Των Φώτων»). Όπως γράφει ο Μ.Γεδεών οι μοναχοί δεν μπορούσαν να αντέξουν το γεγονός ότι «έχαναν τους νέους υποτακτικούς των τρέχοντας εις την φιλοσοφίαν». Ο Άγγλος περιηγητής Leake σημειώνει πως «Η χυδαία αγέλη των καλογέρων είδε με φθονερό μάτι τη λειτουργία της σχολής». Ο Μοισιόδακας, δέκα χρόνια μετά (1769), σχολάρχης στο Ιάσιο διεκτραγωδούσε: «Μιά βολή όμματος θλιβερά επ΄εκείνη τη πολυκροτουμένη Σχολή του Άθωνος, η συμφορά και η ερημία της οποίας, ώστε να ομιλήσω τοιουτοτρόπως, έτι και νύν αχνίζει ενώπιον ημών. Που ο κλεινός Ευγένιος, που η πολυπληθής χορεία των μαθητών, ήτις εν χαρά της Ελλάδος πάσης συνεκρότει ένα Ελικώνα νέων Μουσών και μουσοτρόφων! Εφυγαδεύθη εκείνος, εφυγαδεύθη αυτή… η οικοδομική εκείνη, κατήντησε οίμοι! η κατοικία, η φωλέα των κοράκων!» (Γερ. Σμυρνάκης, «Το Άγιον Όρος», Πανσέληνος-2005).

Ο Βούλγαρης, κατά την περίοδο που δίδασκε στην Πόλη, έγινε στόχος του Δωρόθεου του Μυτιληναίου, που τον κατηγόρησε «ως διδάσκοντα περιττά και άχρηστα μαθήματα, οποία ενόμιζε την αριθμητικήν, γεωμετρίαν.» και που μίσθωσε κάποιον παντοπώλη να εισβάλλει την ώρα της παράδοσης να ζητήσει λύση κάποιου μπακαλοπροβλήματος. Δεν πρόκειται για μεμονωμένο κρούσμα κακοήθειας. Ανάλογα έγιναν και κατά του Ανθρακίτη και στο μάθημα της αριθμητικής στα σχολεία της Πόλης, το πατριαρχείο έστελνε μπακάληδες για να γελοιοποιήσουν τους δασκάλους, επειδή μόνο η μπακαλική έχει σχέση με τη «λογαριαστική» (Τ.Βουρνά, «Σχόλια στην Ιστορία του Φίνλεϋ», στις Εκδ. «Άτλας» 1960). Ο Μ.Γεδεών παραδέχεται πως φαίνεται ότι ο ίδιος ο πατριάρχης Σαμουήλ συνηγορούσε στις αθλιότητες διότι αν και «πεπαιδευμένος… απεδοκίμαζε την νεωτέραν μέθοδον της φιλοσοφίας… τους διδάσκοντας αυτήν απεστρέφετο και τα σχολεία αυτών κατεδίωκε…».

Ο σπουδασμένος στην Ιταλία Βούλγαρης, ο οποίος αποδεχόταν το κύρος του Βολταίρου γράφοντας το 1766 «Ο καθ’ημάς εν ευκλεία περιών Ουολταίριος», αυτός που εισήγαγε στην γλώσσα μας και ασπάστηκε τον όρο «ανεξιθρησκεία», δεν δίστασε να περάσει στο αντίπαλο στρατόπεδο, παίζοντας το παιχνίδι του πατριαρχείου, διορισμένος από την Αικατερίνη της Ρωσίας σε αρχιεπίσκοπο Χερσώνος. Στα 1790 κατατάσσει τον Βολταίρο στα «εξακουστά επί δυσεβεία ονόματα», για να δεχθεί τα πυρά του θαραλέου στοχαστή Αθανάσιου Ψαλίδα στο φυλλάδιό του «Καλοκινήματα» (σχόλια Τ.Βουρνά στην «Ιστορία….» του Φίνλεϋ). Ίσως να κινήθηκε και από προσωπικούς λόγους, αφού το 1772 ο Βολταίρος τον ειρωνεύτηκε αποδομητικά σε ένα γεύμα του αντικληρικαλιστή βασιλιά Φρειδερίκου της Πρωσίας για την δεισιδαιμονία της νηστείας. Η απάντηση του Βούλγαρη υπήρξε απειλητική, αντάξια των θρησκευτικών του ιδεοληψιών για έναν κακό θεό που εκδικείται όσους αμφισβητούν τα κόλπα των παπάδων του: «ει ορθά άπερ εγώ φρονώ, τότε οποία τιμωρία διαδέξεται σε…».

Το 1818 αναρριχήθηκε για τρίτη φορά στον θρόνο ο από Σμύρνης Γρηγόριος Ε΄, ο οποίος εξαπέλυσε εγκύκλιο κατά των φιλοσόφων και διωγμό κατά των σχολείων. Στο στόχαστρό του σε συνεργασία με τον τοπικό μητροπολίτη Πλάτωνα, μπήκε το Γυμνάσιο της Χίου και ο διευθυντής του αρχιμανδρίτης Νεόφυτος Βάμβας καθώς και το «Φιλολογικό Γυμνάσιο» της Σμύρνης, προπύργιο του Διαφωτισμού. Σε επιστολή του στον Ιάκωβο Ρώτα ο Κοραής χαίρεται διότι ο Βάμβας «ζή παρά πάσαν ελπίδα, ολίγον έλειψε να του σηκώση την ζωήν ο κατιμερτζής (ο Γρηγόριος)». Όπως μαρτυρεί ο Σμυρναίος ιατροφιλόσοφος Αντώνιος Λάτρης, ο διευθυντής του σχολείου λόγιος παπάς Κωνσταντίνος Οικονόμος «ήλεγξε πολλάκις…την αμάθειαν των ιερέων, οι ιερείς τον εμίσουν καθ’υπερβολήν, όθεν ενέπνευσαν εις τον λαόν άσπονδον μίσος...». Ο Οικονόμος θα γράψει αργότερα, πριν μεταστραφεί στα γεράματα και ο ίδιος σε εχθρό του Διαφωτισμού: «Το Σχολείον της Σμύρνης εδιώκετο δια ένα μόνον μεγάλο έγκλημα, ότι διδάσκει Μαθηματικήν και Φιλοσοφίαν…». Το 1819 ο όχλος, υποκινούμενος από τον μητροπολίτη και μετέπειτα πατριάρχη Άνθιμο, έκλεισε το Γυμνάσιο με γιουρούσι. Ο Άγγλος ιεραπόστολος Κάρολος Williamson, που βρισκόταν τότε στην Σμύρνη, γράφει για τους κληρικούς που «τυφλοί οδηγοί τυφλών ξεσήκωσαν τον όχλο». Γράμμα από την Σμύρνη που δημοσιεύθηκε το στο ελληνικό περιοδικό του Παρισιού την «Μέλισσα», γράφει για τους δυο «τυράννους και Ταρτούφους» τον Άνθιμο και τον επίσκοπο Ερυθρών Καλλίνικο, που ξεσήκωσαν μέσω των εξομολόγων ιερέων τον «ανόητον όχλον» και «κατηδάφισαν την σχολήν». Ο Κοραής σημειώνει ότι λόγω των βιαιοτήτων «…Πολλαί εγκαστρωμέναι απέβαλον. Η εκεί πλησίον εκκλησία των Δυτικών φοβηθείσα παραίτησε την λειτουργίαν και εσφάλισε… Τοιούτοι είναι φίλε οι άγιοί μας» (Καράς Γ., σ.127).

To 1820 σε αναφορά προς την κυβέρνησή του o Γάλλος υποπρόξενος γράφει πως ο Οικονόμος κινδύνεψε να θανατωθεί όταν ο Άνθιμος και οι δημογέροντες τον κατήγγειλαν στις οθωμανικές αρχές ότι διδάσκει στο σχολείο τα μέσα για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού (Φ.Ηλιού «Τύφλωσον…»). Είναι οξύμωρο ότι ο ιδεολογικός υποκινητής των επεισοδίων Γρηγόριος ο Ε΄, αναγκάζεται αργότερα να υπερασπιστεί το σχολείο, αφού ο Οικονόμος ήταν προστατευόμενος του ηγεμόνα της Μολδαβίας. Ο Οικονόμος, που στα νιάτα του είχε φυλακιστεί στα Γιάννενα κατηγορούμενος για συμμετοχή στον ξεσηκωμό του ιερέα Ευθύμιου Βλαχάβα, βγήκε πληρώνοντας λύτρα και βρήκε αργότερα τον δρόμο του στην Οδησσό και στην Πετρούπολη όπου κατέφυγε όταν ξέσπασε η Επανάσταση, σιτιζόμενος ως κρατικός λόγιος πλουσοπάροχα και παρασημοφορημένος από τον τσάρο Αλέξανδρο και από τον Γερμανό βασιλιά Φρειδερίκο Γουλιέλμο Γ΄ και τίμησε δεόντως τον Γρηγόριο, εκφωνώντας τον επικήδειο του στην Οδησσό, σε μια κηδεία που ξεσήκωσε άδικα τον ορθόδοξο όχλο κατά των Εβραίων της Οδησσού, που είδαν τα καταστήματά τους να βανδαλίζονται. Στην Ελλάδα γύρισε μόλις στη σιγουριά του 1834, και θα εναντιωθεί όπως θα δούμε στην ίδρυση Πανεπιστημίου. Για την ιστορία τώρα, να πούμε πως οι περιπέτειες των ελληνικών σχολείων της Σμύρνης δεν τελειώνουν εδώ. Έγγραφο του Έλληνα πρόξενου τον Απρίλη του 1892 κατηγορεί τον μητροπολίτη Βασίλειο, που ως «κακός δαίμων», που με αισθήματα «ήκιστα ελληνικά» προσπαθεί να θέσει την «Ευαγγελική Σχολή» κάτω από τον έλεγχό του, «προς ικανοποίησιν των παθών του», απειλώντας έτσι να προκαλέσει την οθωμανική παρέμβαση στο σχολείο («Μικρασιατικά Χρονικά», τ.21, Αθ.-2002).

Τα μαθηματικά, η τριγωνομετρία, η φυσική, οι λογάριθμοι και τα συναφή, προκαλούσαν αλλεργία στον Γρηγόριο Ε΄ που θεώρησε υποχρέωσή του να εκδώσει απανταχούσα τον Μάρτιο του 1819, διαμαρτυρόμενος που οι νέοι «…μανθάνωσιν αριθμούς και αλγέβρας και κύβους και κυβοκύβους και τρίγωνα και τριγωνοτετράγωνα και λογαρίθμους… και άτομα και κενά και δίνας και δυνάμεις και έλξεις και βαρύτητας, του φωτός ιδιότητας και βόρεια σέλα και θετικά τινά και ακουστικά και μύρια ταύτα και άλλα τερατώδη, ώστε να μετρώσι την άμμον της θαλάσσης… και να κινώσιν την γην». Πατριάρχης και η Σύνοδος, έβριζαν τους δασκάλους των θετικών επιστημών που δεν τηρούσαν τις… νηστείες: «Επιπολάζει… καταφρόνησις περί τα Γραμματικά μαθήματα… και περί αυτήν επί πάση την διδασκαλίαν της υψηλοτάτης Θεολογίας, προερχομένη εκ της ολοτελούς αφοσιώσεως… εις μόνα τα μαθηματικά και τας επιστήμας, και αδιαφορία εις τας παραδεδομένας νηστείας, προκύπτουσα εκ τινων διεφθαρμένων ανδραρίων…». Αλλά και ο Καλλίνικος ο Στ΄, απεφάνθη πως «Η επιστήμη η φυσική προς τον ανθρώπειον βίον… ούτε χρήσιμος, ούτε αναγκαία εστί. Όθεν και ου διδακτέα… Επί πάσι δε η επιστήμη… άχρηστος ούσα… και ζωήν αιώνιον εμποδίζουσα, εκ των σχολών εξοριστέα εστί» (Ν.Ζαχαρόπουλου: «Η παιδεία…»). Διόλου περίεργο λοιπόν που ο προφήτης Παπουλάκος αποκαλούσε το ατμόπλοιο, «καρότσα του διαβόλου» (Δ.Φωτιάδη: «Όθωνας»). Όπως αποκαλύπτει ο Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματά του «το μεγαλύτερο μέρος των Αρχιερέων δεν ήξευρον παρά εκκλησιαστικά κατά πράξιν, κανένας όμως δεν είχε μάθησι». Ο Μ.Γεδεών, ομολογεί πως «Ολίγοι σχετικώς ήσαν οι πεπαιδευμένοι ιεράρχαι» και προσπαθεί να δικαιολογήσει τον άγιο Γρηγόριο. Επικαλείται «προλήψεις υποτρέφοντες και ύλην εις συκοφαντίας», τον «οίον είχεν ο Γρηγόριος Ε΄, χαρακτήρα», τους «χαλεπώτατους χρόνους», τις διαδόσεις που «εφόβιζον άρχοντας… ανεστάτωσαν τον όχλον… κρίσιμος εξεχείτο καταγγελία κατά των νέων φιλοσοφικών, κατά των νέων επιστημονικών εξ Ευρώπης συστημάτων. Αι νηστείαι καταργούντο αποτέλεσμα της σπουδής των μαθηματικών…». Όλα αυτά ανάγκασαν πατριάρχη, κλήρο, προύχοντες να γράφουν ότι «οι Πλάτωνες και Αριστοτέλεις και οι Νεύτωνες και οι Καρτέσιοι και τα τρίγωνα και οι λογάριθμοι, φέρουσιν αδιαφορίαν εις τα θεία».

O Ρήγας στα ‘Δίκαια του Ανθρώπου’, διεκήρυσσε το «χρέος» όλων ανεξαιρέτως «να γνωρίζουν γράμματα» διότι «εκ των γραμμάτων γεννάται η προκοπή με την οποία λάμπουν τα ελεύθερα έθνη». Πριν ακόμη δολοφονηθεί ο Ρήγας, το πατριαρχείο είχε επιβάλλει λογοκρισία στα βιβλία του «ίνα μη εκ των δολίως εν αυτοίς γραφομένων προξενήται λύμη και κοινή βλάβη και κατ’ άμφω ζημία ψυχική και σωματική…». Ο Γρηγόριος ο Ε΄ το 1798 μετά τον θάνατο του Ρήγα, απαιτούσε από τους δεσποτάδες να κατασχέσουν την «Νέα Πολιτική Διοίκησή» του «…να μη παραπέσει τοιούτον σύνταγμα… ότι πλήρες υπάρχει σαθρότητος εκ των δολερών αυτού εννοιών τοις δόγμασι της ορθοδόξου ημών πίστεως εναντιούμενον». Παράλληλα ιδρύεται νέο πατριαρχικό τυπογραφείο ώστε να ελέγχωνται άμεσα οι εκδόσεις, «ίνα μη εκ των δολίως εν αυτοίς γραφομένων προξενήται λύμη…» (Δ.Ζακυνθηνού «Τουρκοκρατία», 1957). Την ίδια εποχή ο αγιορείτης Κύριλλος Λαυρειώτης, αποκαλεί τον Ρήγα «διεφθαρμένον την φρένα» και χαιρέκακα θριαμβολογεί γιατί ο ήρωας έγινε τροφή «τοις εν τω ποταμώ Ίστρω ιχθύσι… μετά των αυτού συνωμοτών και ύλη της αιωνίου κολάσεως» (Σχόλια Τ.Βουρνά στην Ιστορία του Φίνλεϋ. Βλ και Φ.Ηλιού «Η πατριαρχική καταδίκη του Ρήγα» (‘ΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ’, τόμος 14ος , τεύχος 27-Δεκέμβριος 1997).

Από κοντά και οι ευσεβείς λόγιοι όπως ο Μ.Περδικάρης, επιτίθεται στο έργο του, «Ρήγας ή κατά ψευδοελλήνων» (1811) στην «μεγάλην κεφάλαν του περίφημου Ρήγα» τον οποίο συκοφαντεί ότι θέλει να επαναφέρει τους νόμους του Λυκούργου «επειδή εφλυάρησαν… ένας Βολταίρος φαυλόβιος και ένας Μιραβός (=Μιραμπώ) αφρονέστατος… άς κουρεύωνται και ας φλυαρώσιν». Υπέρτατος σκοπός πρέπει να είναι η διδασκαλία του «Αρχιατρού» (=Χριστού), «Να γένη ο άνθρωπος Θεού υιός κατά χάριν». Κατηγορεί τον Ρήγα πως θέλει «ν’ανατρέψη την θρησκείαν ως περιττήν», υπερασπίζεται τους αρχιερείς που ο Ρήγας καταγγέλει πως «αποβλέποντες εις το ίδιον κέρδος, παραβλέπουν το Γένος» και έξαλλος γι’αυτό τον ονομάζει «βδελυρόν και αχρείον κάθαρμα».

O Ρήγας έδωσε την ζωή του, ο Περδικάρης πέθανε χωρίς συμμετοχή στον αγώνα το 1828 ενώ ετοιμαζόταν να κατέβει στην Ελλάδα. Το 1805 αγ.Αθανάσιος ο Πάριος στον «Νέον Ραψάκη», ρουφιανεύει τον Ρήγα και τους «Ελληνόφρονες»: «…βιβλιάριον εξέδωκαν, Ρόπαλον του Ηρακλέως αυτό ονομάσαντες οι Ελληνόφρονες… διεγεργητικόν, ερεθιστικόν, παρακινητικόν, ώστε πάντες οι … χριστιανοί, εν ρητή ημέρα να δείξουν του Ηρακλέους την αλκήν εναντίον των τυραννούντων αυτούς… Η Θεία Πρόνοια…. πρό του να διαδοθούν εις τον κόσμον εκείνα τα κακέμφατα ρόπαλα έκαμε και... παρεδόθησαν εις το πυρ και οι κατά των ιδίων δεσποτών… ευτρεπίσαντες μάχαιραν, μάχαιραν εύρον…». Ο Γρηγόριος ο Ε΄ πάλι, με εγκύκλιό του ζητούσε «παρ’ενός εκάστου βιβλιοπώλου καθαράν καταγραφήν των όσων βιβλίων έχει» από τα οποία «όσα δε εστίν αντιβαίνοντα εις τα των αμωμήμων ημών δογμάτων κατά της επικρατούσης κραταιάς βασιλείας να αποδοκιμασθώσι και να σημανθώσιν…» (Αθ. Μαρρέ «Τουρκοκρατία στον Ελλαδικό χώρο»).

Ο εκκλησιαστικός έλεγχος στην πνευματική παραγωγή γίνεται ασφυκτικός. Το 1836, συνεστήθη από τον Γρηγόριο Στ΄ «Κεντρική Εκκλησιαστική και Πνευματική Επιτροπή», η οποία μελετούσε τα υπό έκδοσιν βιβλία, έδινε άδεια εκτύπωσης και στην συνέχεια αντιπαρέβαλε το τυπωμένο κείμενο με το αρχικό, δίνοντας άδεια πώλησης μόνο σε περίπτωση ταυτότητας των δυο κειμένων. Κανείς βιβλιοπώλης δεν μπορούσε να πάρει βιβλίο εκτός καταλόγου που είχε υπογράψει ο επίσκοπος που προήδρευε στην επιτροπή, για «να πωλώνται μόνον όσα βιβλία δεν εναντιούνται εις την θρησκείαν, εις την ηθικήν και εις την εξουσίαν» (Μ.Ι.Γεδεών «Η πνευματική κίνησις…». Υπογράφουν 17 μητροπολίτες). Ο Μ.Γεδεών, αναφέρει την εξέταση του δράματος «Βελισάριος», που υπεβλήθη για έγκριση το 1847 στον μητροπολίτη τ.Μεσημβρίας Σαμουήλ. Από τις μικρόνοες παρατηρήσεις του αναδύεται το σχολαστικό χωροφυλακίστικο πνεύμα του λογοκριτή. Ο ελεγχόμενος συγγραφέας, κατηγορεί όσους παρουσιάζουν τον Θεό «οργίλον», υποστηρίζει πως ο Θεός δεν χρειάζεται υπερασπιστές -«Πώς εποίησεν ο Μ.Κωνσταντίνος;» ερωτά τότε ο λογοκριτής-παρουσιάζει και εθνικούς (Αριστείδη, Μ.Αυρήλιο κλπ) προ του θρόνου του Θεού. Εντάξει, λέει ο ιεροκριτικός, αλλά ισότιμοι «μετά του Βελισαρίου εναρέτου ορθοδόξου και βαπτισμένου»; Και καταλήγει με την μόνιμη επωδό κάθε ανιχνευθέντος ατοπήματος: «Σκέψασθε».

Ο Ι.Φιλήμων, μαρτυρεί πως η τουρκική εξουσία προκάλεσε «εγκυκλίους παρά του Πατριάρχου… δι’ών αφωρίζωντι οι εν τη αλλοδαπή εκδίδοντες φιλελεύθερα συγγράμματα Έλληνες, εν οίς ωνομάζοντο ρητώς άλλοι τε και ο εν Παρισίοις Πίκκολος» [«Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελλ. Επαναστάσεως», τ.Α΄, Αθήνα 1859, σ.97. Ο αφορισμένος από το πατριαρχείο Νικόλαος Πίκκολος (1792-1865) ήταν γιατρός, φιλόλογος και καθηγητής της Φιλοσοφίας]. Ο Πίκκολος είχε δημοσιεύσει το 1820 στον «Λόγιο Ερμή» εθνεγερτήριο σάλπισμα με αναφορές στην αρχαία Ελλάδα και επίθεση κατά της Αμάθειας στην οποία καταγγέλει «το στίφος των τεράτων» της Εκκλησίας που διέλυσε το Φιλολογικό Γυμνάσιο της Σμύρνης. Αρχιλογοκριτής του πατριαρχικού τυπογραφείου ήταν ο αρχιμανδρίτης Ιλαρίων Σιναΐτης ο Κρής, «μοιχός της Εκκλησίας ιερεύς χρεώκοπος, με παντοίας ανοσιουργίας μολυσμένος…», στον οποίο ο πατριάρχης είχε τάξει επισκοπή (έγινε μητροπολίτης Τυρνόβου, της Βουλγαρίας), και ο οποίος όπως εξιστορεί ο Πίκκολος «εδαιμονίσθη και ύβρισεν άπειρα όλους τους εν Παρισίοις σπουδάζοντας. Εμένα δε μ’εφοβέρισε να με προδώση εις την Πόρταν (τον Σουλτάνο)… διορισθείς θυρωρός της τυπογραφίας… έδωκε γνώμην να παιδευθούν με ποινήν θανάτου πέντε εξ από τους θέλοντας να ενσπείρουν επανάστασιν… Ιδών … την λέξιν Ελευθερίαν εμάνη και είπεν ότι θέλει φέρει τον Κοραήν σιδεροδέσμιον… ο Άγιος Μουλαρίων ενήργησε να δοθή πατριαρχική προσταγή εις τους βιβλιοπώλας να μη πωλούν κανέν βιβλίον πριν το δείξωσιν εις την Πανοσιότητά του». Σε άλλο γράμμα κάποιου Σ.Π. που εμφανίζεται ως έμπορος από το Ιάσιο αναφέρεται η προηγούμενη δράση του Ιλαρίωνα που «κατηνάλωσεν ασώτως τα πουγγεία του Σινά όρους, τους ιδρώτας των πτωχών εις μεγαλοπρεπή δώρα προς τους ανθρώπους του Καπουδάν Πασά… προς δε τας κυρίας επρόσφερε σάλια και άλλα πολύτιμα δώρα δια να τας απολαμβάνη ευκολώτερα, εις χαρτοπαίγνια… εις τον πολυάριθμον χορόν υπηρετών, γραμματέων, κωπηλατών, μαγείρων, βαπτιστικών, κουμπάρων…». Ο Φ. Ηλιού που μελέτησε και ανέλυσε διεξοδικά τις επιστολές από το αρχείο του Θεόκλητου Φαρμακίδη, διαπιστώνει πως σε ένα τμήμα της ελληνικής διανόησης δημιουργήθηκε εκείνη την εποχή η ίσως υπερβολική βεβαιότητα πως «προκειμένου να εξουδετερώσει τους νεωτεριστές αντιπάλους του το πατριαρχείο ήταν αποφασισμένο να χρησιμοποιήσει και τα πιό ακραία μέσα; κλείσιμο σχολείων, αφορισμούς, λογοκρισία, κάψιμο βιβλίων, καταδόσεις στους Τούρκους, δολοφονίες» (Ηλιού: «Τύφλωσον…»). Υπερβολή ή όχι δείχνει ποιά γνώμη είχαν οι φωτισμένοι Έλληνες για το πατριαρχείο. Ο ίδιος αναφέρει πως ανώνυμο μαχητικό φυλλάδιο που εκδόθηκε το 1819, τιτλοφορούμενο «Στοχασμοί του Κρίτωνος», το οποίο ζητούσε να περιορισθεί το ιερατείο στα εκκλησιαστικά καθήκοντα «παραδόθηκε στις φλόγες δημοσίως μέσα εις την αυλήν του πατριαρχείου με σύμφωνη γνώμη του Γρηγορίου Ε΄». Ανώνυμο φυλλάδιο τιτλοφορούμενο «Επιστολή της νέας φιλοσοφίας στηλιτευτική» που φέρεται πως γράφτηκε το 1817 και που αποδίδεται στον εφημέριο της παροικίας της Λειψίας Ιγνάτιο Σκαλιώρα, επιτίθεται κατά του Κοραή, ψευδολογώντας πως είναι κλέφτης χρημάτων και ιδεών. Ο Καΐρης, διεκτραγωδεί πως το 1814, διορισμένος από τον Ι.Καποδίστρια δάσκαλος στην Αθήνα, ο «θηριώδης τοπάρχης και δεσπότης» Αθηνών Γρηγόριος, την ώρα που εδίδασκε «αριστοτελικήν λογικήν», έστειλε δυο «ραβδούχους Τουρκαλβανούς να ποιούν σωματικήν έρευναν εις το εισερχόμενον ακροατήριον», που «μετά το τέλος του πρώτου και τελευταίου μαθήματος, εφοβείτο πλέον να εξέλθη άνευ της ιδικής μου εμπροσθοφυλακής… με ανήρπασαν τέσσερεις χειροδύναμοι ραβδούχοι και τη επιβλέψει του δεσπότου με ανεβίβασαν εις ένα κάρρον… με επιβίβασαν εις ένα σαπιοκάραβο και με ωδήγησαν εις τα αμπάρια του…» και από εκεί στη Σμύρνη (Γ.Μουστάκης-Δαυλός, Αυγ.-2003).

Ακόμη και το 1839, ο μητροπολίτης Σμύρνης, κατεδίωκε τον φωτισμένο δάσκαλο Νεοκλή Παπάζογλου, αναγκάζοντας τους Σμυρνιούς να απευθύνουν έκκληση στον πατριάρχη που τους αποστόμωσε: «Άνθρωποι ευρωπαΐζοντες δεν φρονούν ορθώς, δια τούτο και αβελτέρους αυτούς αποκαλούμεν». Η προοδευτική «Αθηνά», σχολίασε πως ήταν καλύτερα να γράψουν στο Σουλτάνο, παρατηρώντας πως «Αμαθείς ως επί το πλείστον και οι άγιοί μας, είναι και οι πρώτοι διώκτες της παιδείας» (τ.587-23-1-’39). Ο πατριάρχης Κωνστάντιος Α΄ επιτέθηκε στον Κούμα αποκαλώντας τον «ηχώ του δοκόφρονος Κοραή», ο οποίος «εθελοκακία δουλεύων» κ.λ.π. και απαγόρευσε το 1833 να γίνει μνημόσυνο του Κοραή. Ο ίδιος, σύμφωνα με τον βιογράφο του Θ.Μ.Αριστοκλή (1866), «τρόμω συσχεσθείς», είχε τρέξει να κρυφτεί στην Πρίγκηπο όταν ξέσπασε η Επανάσταση.

Να ανοίξουμε μια παρένθεση για τους μικρούς Γαλιλαίους της ελληνορθόδοξης οθωμανικής Ανατολής. Ο ιερέας Βενιαμίν ο Λέσβιος κλήθηκε από το πατριαρχείο σε απολογία επειδή δίδασκε πως η Γη κινείται και εξέφραζε την θεωρία ότι ενδέχεται να υπάρχει ζωή και σε άλλους πλανήτες, ενώ υποστήριζε την δυνατότητα να κατασκευαστεί αερόπλοιο το οποίο θα μπορούσε να μεταφέρει γήινους σε άλλα ουράνια σώματα. (Αξίζει εδώ να σημειώσουμε πως και το τουρκικό ισλαμικό ιερατείο είχε φέρει εμπόδια σε προγενέστερες απόπειρες πτήσης με βάση τις σημειώσεις του Ντα Βίντσι κ.λπ.). Ο βιογράφος του Βενιαμίν Γ.Α.Αριστείδης (Αθ. 1880) σημειώνει: «Λέγεται ότι μοναχός τις Ιάκωβος, αμαθής και φαύλος τον βίον, κατήγγειλε τον Βενιαμίν εις τον τότε πατριάρχην Ιερεμίαν Δ΄ (1808-1813) ως διδάσκοντα την κίνησιν της γης… ως άθεον… Ο τότε Εφέσου έγραψε κεραυνοβόλον επιστολήν προς τον νέον Γαλιλαίον…». Γεγονός είναι πως από το 1805, ο απαίδευτος πατριάρχης Καλλίνικος ο Ε΄, ξεσηκωμένος από αναφορές των αγ.Αθανάσιου Πάριου, Μεγάλου Ιεροκήρυκα του θρόνου Δωρόθεου Βουλισμά και των μοναχών Σαμουήλ και Ιακώβου, συγκάλεσε Σύνοδο από 7 αρχιερείς, η οποία βασισμένη σε τετράδια μαθητών που υπεξαίρεσε ο Πάριος, σε γράμμα της προς τους κατοίκους των Κυδωνιών στην σχολή των οποίων δίδασκε ο Βενιαμίν, τον καλούσε να δηλώσει εγγράφως την πτώση του, απειλώντας τον με απομάκρυνση από την θέση του. Ανέθεσε επίσης στον Εφέσου Διονύσιο να συγκεντρώσει όλα τα τετράδια της «ψυχοφθόρου διδασκαλίας» (Γ.Μουστάκη «Ένας Έλληνας Γαλιλαίος», «Δαυλός»-τ.166). Όμως οι επιστολές στήριξης του Βενιαμίν που έστειλαν στη Σύνοδο οι Κυδωνιάτες, η ομολογία πίστεως και ο ελιγμός του κατηγορούμενου που απέφυγε να αναφερθεί στην συγκεκριμένη κατηγορία περί της κίνησης της Γης, έκλεισε την υπόθεση χωρίς συνέπειες, ενώ ο Βουλησμάς έπεσε σε δυσμένεια. Συγκεκριμένα ο Βενιαμίν, προσποιήθηκε πως αντιλήφθηκε την εναντίον του κατηγορία ως δογματισμό υπέρ των πορισμάτων της Φυσικής, πράγμα που απέρριψε εύκολα γράφοντας πως «άπασαι αι της Φυσικής έννοιαι… ουκ εισίν έτερον τι ει μή απλή πιθανολογία» (Α.Αγγέλου «Των Φώτων»). Ο Βενιαμίν, στα 60 του πήρε ενεργό μέρος στον ξεσηκωμό του ’21 και πέθανε το 1824 στο Ναύπλιο από τύφο.

Ο Αμβρόσιος Φιρμίνος Didot, που έζησε στις Κυδωνίες, αναφέρει πως οι ορθόδοξοι κληρικοί διέβαλαν τον Βενιαμίν στους Τούρκους πως δίδασκε επαναστατικές ιδέες, γι’αυτό και το 1806, διετάχθηκε το προσωρινό κλείσιμο της Σχολής. Ανάλογα έπαθε και ο επίσης κληρικός Νικηφόρος Θεοτόκης που το 1766 στην Φυσική του αναφέρει το σύστημα του Κοπέρνικου. Τo έσκασε νύχτα από το σχολείο του Ιασίου όπου δίδασκε, αλλά αργότερα μεταστράφηκε στην συντήρηση. Το 1781 ο διάκος Ιώσηπος Μοισιόδακας εκθέτει τις απόψεις του Ηλιοκεντρικού συστήματος, αλλά αποφεύγει να το υιοθετήσει, φοβούμενος τις αντιδράσεις. Ο Κοδρικάς που το 1794 μετέφρασε το «De la pluralite des mondes» του εκλαϊκευτή της Επιστήμης Fontenelle όπου ο συγγραφέας υπερασπίζεται τον Κοπέρνικο, είδε το βιβλίο του να καταδικάζεται από την Εκκλησία.

Το 1797 ο καθηγητής της πατριαρχικής Σχολής Σέργιος Μακραίος δημοσίευσε το βαρύγδουπο «Τρόπαιον της Ελλαδικής πανοπλίας κατά των οπαδών του Κοπέρνικου». Μέχρι τώρα η Ορθοδοξία δεν έχει βρει το θάρρος να ομολογήσει πως η Γη κινείται και δεν αποτελεί το κέντρο του Σύμπαντος. Ο γεωγράφος πατριάρχης Ιεροσολύμων Χρύσανθος Νοταράς, παρόλο που είχε σοβαρές αστρονομικές γνώσεις, υποτάσσει την αλήθεια στην θρησκευτική σκοπιμότητα, είτε συνειδητά είτε τυφλωμένος από την πίστη του και γράφει στην «Εισαγωγή εις τα Γεωγραφικά και Σφαιρικά»-Παρίσι 1716: «…η Γη είναι αληθινόν να είναι Κέντρον του Παντός […] χρεία είναι να αποδειχθή, ότι είναι και ακίνητος. Πως είναι και ακίνητος δείκνυται πρώτον από την Θείαν Γραφήν». Οπαδός του γεωκεντρικού συστήματος ήταν και ο λόγιος μητροπολίτης Μελέτιος, όπως προκύπτει από την ανέκδοτη «Επιτομή της Αστρονομίας» («η Γη… ουδεμίαν κίνησιν ποιείται») και την «Γεωγραφία» του (1728). Άλλωστε η Γραφή ήταν σαφής «Και γαρ εστερέωσε την οικουμένην ήτις ου σαλευθήσεται» (Ψαλμός 92,1). Ο θεολόγος και μαθηματικός Βικέντιος Δαμοδός, υποστηρίζει το σύστημα του Tycho Brahe, επειδή «συμφωνεί τη θεία γραφή». Ο αρχιεπίσκοπος Ευγένιος Βούλγαρις, αν και αντιλαμβάνεται ότι ο Κοπέρνικος έχει δίκιο, απορρίπτει το σύστημά του επειδή «αντίκειται ταις ιεραίς σελίσιν». “Στήτω ο Ήλιος κατά Γαβαών…”. Ο αγ.Αθανάσιος ο Πάριος, στην Αντιφώνησή του, γράφει πως οι επιστήμες είναι μάταιες, η «επιθυμία του μανθάνειν» είναι «τυραννική» αφού «αναγκάζει τον άνθρωπον να αναβή και είς τους πλανήτας». Ο Κύριλλος ο Πατρεύς, επιτίθεται στον Άνθιμο Γαζή που «τόσον ερρόφησε την αθεΐαν της πολυκοσμίας», ώστε τόλμησε να αναφέρει σε κάποια υποσημείωση της «Γραμματικής των Φιλοσοφικών Επιστημών», τους «νοήσαντας την ακινησίαν του ηλίου». (Γ.Καράς). Στον ιερέα Ι.Πέζαρο, οπαδό του ηλιοκεντρικού συστήματος, δάσκαλο στον Τύρναβο, απαγορεύτηκε από τον Λαρίσης Ραφαήλ το 1805, το κήρυγμα στον ναό.

Η Εκκλησία ως θεσμική, πολιτισμική και πολιτική τροχοπέδη στο Ελληνικό Κράτος


Ο παπάς Γιώργος Μεταλληνός, που προσφάτως αναχώρησε για το Υπερπέραν με την τιμητική συνοδεία πρωτοσέλιδων δημοσιευμάτων της εκλεκτότερης μερίδος του Τύπου («Ελεύθερη Ώρα», «Espresso», «Star», «Μακελειό»), είχε διατυπώσει μια παραδοξότητα για την «Τουρκοκρατία»: «Η δουλεία… δεν επέφερε την νέκρωση» του Ελληνισμού. Αντίθετα η απελευθέρωση απέδειξε ότι η ελευθερία μπορεί να φανεί καταστροφική, αν η ψυχή χάσει την αυτοσυνειδησία της…». Επικαλέστηκε τον αγράμματο αρχαιοκάπηλο, τοκογλύφο και πιθανότατα σχιζοφρενή Μακρυγιάννη, που είχε πει πως αν ξέραμε τι λευτεριά μας περίμενε, «θα περικαλούσαμεν τον Θεόν να μας αφήσει εις τους Τούρκους άλλα τόσα χρόνια, όσο να γνωρίσουν οι άνθρωποι τι θα ειπεί πατρίδα, τι θα ειπεί θρησκεία… φιλοτιμία… αρετή… τιμιότη». Η ιδεοληψία της «θείας φώτισης» της επενεργούσης στους εκλεκτούς σαλούς Μακρυγιάννηδες, μπορεί να αναγάγει την τελευταία σεληνιασμένη τρελόγρια της λαχαναγοράς σε προφήτισσα τροφοδοτώντας και μια στρατιά από πρόθυμους λόγιους που θα ερμηνεύουν τα θέσφατά της.

Αν στην Ελλάδα η κατάσταση του κλήρου ήταν άθλια, αθλιότερη ήταν στα υπόλοιπα οθωμανικά Βαλκάνια, που οι ιερείς ήταν υποχρεωμένοι από το ρωμέϊκο σουλτανικό πατριαρχείο να διαβάζουν στην εντελώς ακατάληπτη ελληνική, σαν αρχαίο μαγικό ξόρκι, με αποτέλεσμα ο λαός να αγνοεί απόλυτα το ευαγγελικό περιεχόμενο. Ο R.L.Wolff («The Balkans in our Time»), παραθέτει τις μαρτυρίες του Κροάτη αστρονόμου και μαθηματικού Ιησουϊτη Boscovic (1762), ενός πραγματικού πολυμαθή, και του Γάλλου διπλωμάτη Alexandre-Maurice Blanc de Lanautte. Ο πρώτος «είχε φρίξει με την κατάσταση του Ορθόδοξου κλήρου όταν ταξίδεψε στην Οθωμανική Βουλγαρία και περιγράφει την συνάντησή του με Βούλγαρο ιερέα που «διάβαζε την λειτουργία του στα Eλληνικά», αλλά και με τους πιστούς του «που δεν γνωρίζουν τίποτε για την θρησκεία τους εκτός από τις νηστείες… το σημείο του σταυρού… τη λατρεία μερικών εικόνων…». Ο δεύτερος μιλά με συμπάθεια για την αμάθεια του κλήρου και την «χοντροκοπιά» ενός λαού «χωρίς μόρφωση και Διαφωτισμό».

Υπήρξαν όμως και Αρχιερείς που το πλούσιο κομπόδεμα που αποθησαύρισαν από το επάγγελμα της παπαδικής, το διέθεταν και σε σχολεία είτε εν ζωή είτε μετά θάνατον, όπως ο Δοσίθεος μητροπολίτης Ουγγαροβλαχίας και υποστηρικτή των ελληνικών γραμμάτων. Πεθαίνοντας στη Ρωσία 104 ετών (1825) άφησε 25000 αγγλικές λίρες σε ευσεβή σχολεία. Στην ελεύθερη Ελλάδα, ιδρύθηκαν εκ των ενόντων σχολεία με ισχυρό θρησκευτικό προσανατολισμό, μερικά με την βοήθεια Αρχιερέων, σε πολλά από τα οποία δίδαξαν και κληρικοί με φτωχά συνήθως προσόντα. Η χώρα ήταν σε δυσχερή θέση και πορεύτηκε με αυτά που διέθετε καταφεύγοντας και στην αλληλοδιδακτική μέθοδο. Τα ταπεινά αυτά σχολεία είχαν ανάγκη στέγασης και οικονομικής στήριξης. Το 1829 οι κάτοικοι του Πλάτανου Κυνουρίας, δέχθηκαν να προσφέρουν στο νέο τους σχολείο τα εισοδήματα των κτημάτων του μονυδρίου Σέλλας. «Εύρον όμως αντιμετώπους τους μοναχούς της μονής Μαλεβής, ως πολλαχού αλλαχού της Ελλάδος συνέβη…».

Το 1824, «ο ηγούμενος της Μονής Αγίου Νικολάου (Ναυπλίας) ζητεί να μη γίνη η Μονή σχολείον, αλλά να μείνη ελευθέρα προς ωφέλειαν των χριστιανών» (Tρύφων Eυαγγελίδης, «H Παιδεία επί Tουρκοκρατίας» 1936). Το ράσο γενικά απεχθανόταν τη μόρφωση των απλών ανθρώπων. Η εφημερίδα «Aθηνά» [14 (ή 15)-11-1839), καταγγέλλει ότι «οι άγιοι… και την εγκαθίδρυσιν του Πανεπιστημίου… εθεώρησαν ως ασέβειαν, και αυτόν τον ευσεβέστατον ιεροκήρυκα Γερμανόν επέπληξαν διότι παρευρέθη… εις την τελετήν… Ο άγιος Οικονόμος (Κωνσταντίνος ο εξ Οικονόμων) μας εξηγήθη… ότι οι χριστιανοί και μάλιστα οι ιερείς δεν πρέπει να σπουδάζουν… να αφοσιωθούν εις την επιφοίτησιν του αγίου Πνεύματος…». Η ίδια εφημερίδα αποκαλύπτει πως «η κατά της παιδείας συμμορία… φροντίζει… ώστε και αυτά τα παρά της Κυβερνήσεως συσταθέντα σχολεία να παραλύη» με χαρακτηριστικότερη περίπτωση αυτήν του Γυμνασίου Ναυπλίου, από το οποίο απομακρύνθηκαν ο φιλόλογος Θ.Περγαμηνός, ο μαθηματικός Βαρνάρδος, ο φυσικοχημικός Ψύχας και ο φιλόλογος των Λατινικών Φαβρίκιος. Πολύ χειρότερη τύχη είχε όπως είδαμε ο Καΐρης. «Το γένος των Ελλήνων είναι άξιον περιφρονήσεως και ταλανισμού, όχι διότι του έλειψαν οι Ηράκλειτοι… οι Αριστοτέλεις και οι τοιούτοι άλλοι μετεωρολέσχαι, και όχι διατί δεν σεμνύνεται με Νεύθωνες… και άλλους τοιούτους… αλλά διότι έλειψαν οι Αθανάσιοι, οι Βασίλειοι και οι Κύριλλοι». Αυτά διακήρυττε το 1802 στην «Αντιφώνησή» του ο αγ.Αθανάσιος ο Πάριος, ο διώκτης του Βενιαμίν του Λέσβιου και κάθε διαφωτιστή, αυτός που κατά τον Κούμα, πίστευε πως «ός τις επάτει την Ευρώπην, ήτο… άθεος. Η Μαθηματική κατ’ αυτόν ήτο πηγή της αθεΐας…» («Ιστ. Ανθρωπίνων πράξεων», τ.12, σ.575. Βιέννη 1832. Ανατ. Καραβία) Αυτό το κατά τον Κοραή «αρσενικόν γραΐδιον» («Ιστ. Ανθρωπίνων πράξεων», τ.12, σ.575. Βιέννη 1832). Η Πολιτεία διδάσκει στην νεολαία ως εκπρόσωπο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού! (στα «Κείμενα Νεοελλ.Λογοτεχνίας», Γ΄Γυμν.-2000).

Ο αγράμματος στρατηγός Μακρυγιάννης, που εμφανίζεται να ασχημονεί σε βάρος των ξένων «αιρετικών», γέροντας άρρωστος και παραγκωνισμένος, ξεπέφτει στην εξιστόρηση επαναλαμβανόμενων ασυνάρτητων οραμάτων στα οποία «συνομιλούσε» με την Παναγία και τους αγίους και προβάλλεται ακόμη και σήμερα ως πρότυπο λαϊκής ευσέβειας. Όμως ευτυχώς, η «αποκαθήλωση» του μύθου του πρώτου παραγωγού των ιδεοληψιών της ρωμέικης Ορθοδοξίας είναι «εύκολη δουλειά», αφού «είχε βάλει την κουτάλα του στη χύτρα με τις πολιτικές αμαρτίες μέχρι τη λαβή» (Ε.Αρανίτσης-Ελευθεροτυπία-30.1.2004).

Ο Παπουλάκος ήταν ένας αγράμματος καλόγερος, πρώην χασάπης, γεννημένος στα 1790 στην επαρχία Καλαβρύτων, που δίδασκε πως «Τα άθεα γράμματα είναι η ρίζα κάθε συμφοράς». Η Σύνοδος του έδωσε άδεια ιεροκήρυκα αυτός όμως μεθυσμένος από την λαϊκή απήχηση, αποθρασύνθηκε και στράφηκε κατά της ετερόδοξης μοναρχίας, και των καινοτομιών της Εκκλησίας, προωθώντας τις απόψεις της ρωσόφιλης «Φιλορθόδοξης Εταιρείας», (που σχεδίαζε την Πρωτοχρονιά του 1840 να απαγάγει τον Όθωνα και να τον υποχρεώσει να βαπτιστεί) και του κήρυκα Κοσμά Φλαμιάτου, ο οποίος απέδιδε στην «λουθηροκαλβινική» Αγγλία και στην Δύση, συνωμοσία κατά της Ορθοδοξίας, της Ρωσίας και της Ελλάδας. Στην συνωμοσία αυτή είχαν κατά τον Φλαμιάτο επιστρατευθεί ο Διαφωτισμός, η ελευθερία, η μασονία, η Γαλλική Επανάσταση, ο Νεύτωνας, ο Βάκων, ο Ρουσσώ, ο Κοραής, ο Καΐρης, ο Φαρμακίδης, ο Τρικούπης, όλοι αυτοί μαζί «μίασμα ολέθριον και αποτρόπαιος δυσωδία… βδελύγματα της διαφθοράς και της πλάνης». Ο Κων.Οικονόμος επικρότησε τη δράση του «θεοφιλή και πολύαθλου» Φλαμιάτου, το ίδιο και ο πατριάρχης Γρηγόριος ο Στ΄ (Α. Λιάκου «Η διάθλαση των επαναστατικών ιδεών στον ελληνικό χώρο 1830-1850»-1983).

Η κατάληξη αυτού του φανατικού που έκανε το μοιραίο λάθος να καλεί σε εξέγερση, ήταν ο θάνατος στις φυλακές των Πατρών το 1850. Ο Παπουλάκος, απέκτησε χιλιάδες οπαδούς έτοιμους να στασιάσουν σ’ ένα του νεύμα. Παριστάνοντας με τα φτηνά κόλπα του λαοπλάνου τον προφήτη, έπεισε τον όχλο πως είναι θεόσταλτος. Το 1852 συνελήφθη από το στρατό, ύστερα από προδοσία του Μακαρίου επισκόπου Ασήνης, στον οποίο ο Παπουλάκης είχε τάξει ελλαδικό πατριαρχείο και με την εξαγορά του πρωτοπαλίκαρού του παπα-Βασίλαρου, που στο τέλος δεν χάρηκε τα αργύρια της προδοσίας του, επειδή δολοφονήθηκε από νεαρό που του είχε βιάσει την αδελφή. Ο Παπουλάκος καταδικάσθηκε από την Σύνοδο σε ισόβια στην μονή Παναχράντου της Άνδρου.

Το νησί έγινε τόπος πανελλαδικού προσκυνήματος, από ένα πρόστυχο πλήθος που πίστευε πως ακόμη και τα βότσαλα των Σπετσών πάνω στα οποία είχε πατήσει ο τσαρλατάνος ήταν θαυματουργά. Ο δεσπότης Άνδρου Μητροφάνης, συγγραφέας του συγγράμματος «Περί προσόντων των επισκόπων» έδειξε τα δικά του προσόντα. Έβρισε τον αιχμάλωτό του και τον χτύπησε με την πατερίτσα του φυλακισμένο σε κελί. Οι κακουχίες οδήγησαν τον δεσμώτη στον θάνατο. Έναν αιώνα μετά, ο τσαρλατάνος προβάλλεται ως πρότυπο από τον παπά Γιώργο Μεταλληνό και κάνει εμφάνιση στον ύπνο του κ.. Μουλατσιώτη («Ιός» της «Κ.Ελευθεροτυπίας», 24-3-2001), ο οποίος κινείται δραστήρια με την βοήθεια μητροπολιτών για την αγιοποίησή του, παίρνοντας την σκυτάλη από τον υπέργηρο Καντιώτη που πρώτος το 1953 ξέθαψε στην «Σπίθα» του την αγιοσύνη του Παπουλάκου.

Ένας κληρικός που δεν θα επισκεφθεί το ενύπνιον Μουλατσιώτη, είναι ο Θεόφιλος Καΐρης. Ύψωσε την επαναστατική σημαία στην πατρίδα του Άνδρο, περιόδευσε την χώρα ξεσηκώνοντας τον κόσμο, πολέμησε και πληγώθηκε σοβαρά. Πνεύμα ελεύθερο και ακραιφνώς δημοκρατικό, αρνήθηκε το 1835 να παραλάβει από τα χέρια του Όθωνα τον Χρυσό Σταυρό του Σωτήρα, στέλνοντάς του ένα θαρραλέο γράμμα στο οποίο κάνει αναφορά στους «συνταγματικούς εκείνους θεσμούς» τους «οποίους κανείς ατιμωρητί δεν δύναται να υπερβή». Στάση που καμιά δεν είχε σχέση με τον υπόλοιπο κλήρο που δυο χρόνια πριν υποδέχτηκε στο Ανάπλι τον ξένο τύραννο με πολυχρονισμούς και ποταπές κολακείες από τον άμβωνα του Αη Γιώργη: «Αι επερχόμεναι γενεαί θα αναφέρουν με σέβας το λαμπρόν όνομά σου, παραπεμπόμενον απ’αιώνος εις αιώνα με τα ονόματα των αρχαίων της Γερμανίας και της Ελλάδος Ηρώων». Ο Καΐρης υποδεχόμενος τον Καποδίστρια στην Αίγινα, αναφέρθηκε στο «θαυμασιώτερον», στο ότι το έθνος «εσυλλογίσθη και εδυνήθη να συντάξη Πολιτικόν Σύνταγμα… το οποίον με το αίμα του απεφάσισε να υπερασπίζεται». Αποποιήθηκε θέση καθηγητή της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο, και ίδρυσε στο νησί του πρότυπο ορφανοτροφείο, στο οποίο δίδασκε ο ίδιος φιλοσοφία, ρητορική, αστρονομία, μαθηματικά, χημεία και για πρώτη φορά στην Ελλάδα πειραματική φυσική σε υπερεξακόσιους μαθητές. Ο Γερμανός καθηγητής Α.Brandis, απεσταλμένος από τον Όθωνα να κατασκοπεύσει, ανέφερε στο αφεντικό του πως «εάν μίαν ακόμη τριετίαν διδάξη ο Καϊρης, ο βασιλεύς Όθων θα φύγη από την Ελλάδα». Το 1839, «φρικώδες άκουσμα έφθασε μέχρι των ώτων» της Συνόδου για τον Καΐρη που «αποπλανηθείς εις το χάος της ελεεινοτάτης απάτης, αρνείται την Αγίαν Τριάδα… την θεοπνευστίαν των Γραφών… την μεσιτείαν τω Αγίων, τας νηστείας… εισάγει… και ύπαρξιν ανθρώπων και εις τους λοιπούς πλανήτας». Με ανάλογη γλώσσα περιέλουσε αργότερα ξανά «τον υπηρέτην μοχθηράς γνώμης του διαβόλου» «Απόκοντα» παρατηρεί ο Δ.Φωτιάδης («Όθωνας, η μοναρχία») κι ο Γρηγόριος Στ΄, που ονομάζει το ορφανοτροφείο «φθορείον ψυχών» και τα μαθήματα «ψυχοβλαβών φρονήματα φαρμακευμένα με τον ιόν του αντιχρίστου Θεοσεβισμού». Στο φθορείον» αυτό όμως, φοίτησαν ο πρωθυπουργός Δηλιγιάννης, οι καθηγητές του Πανεπιστημίου Κυζικηνός και Αναγνωστάκης, δυο μητροπολίτες, ο Βούλγαρος επίσκοπος Τυρνάβου, ο αγαθός βαλής Θεσσαλονίκης Αχμέτ Ρεσίμ πασάς και ο Ανδρέας Συγγρός.

Η Σύνοδος κατηγόρησε τον Καΐρη επειδή κήρυττε την «αίρεση» της «Θεοσέβειας», μία δική του, μάλλον αφελή παρέκκλιση από την γραμμή της Ορθοδοξίας που θέσπιζε και δικό της Ημερολόγιο. Δικάστηκε με πρόεδρο τον Κυνουρίας Διονύσιο, που είχε υπογράψει πάνω στην αγ.Τράπεζα τον αφορισμό του «1821». Η Εκκλησία δεν αρκέστηκε στην δικαιολογημένη δυνατότητα που είχε να τον αποκόψει από το σώμα της, αλλά έστρεψε εναντίον του την κρατική καταστολή. Αρνούμενο να προδώσει την συνείδησή του, τον φυλάκισε σε μονή και παραδόθηκε στα βασανιστήρια των καλόγερων με την πληγή που είχε από το πεδίο της μάχης να πυορροεί. Ξεσηκώθηκε σάλος από απλούς ανθρώπους και από κορυφαίους του πνεύματος, με αποτέλεσμα να φυλακιστεί κάτω από καλύτερες συνθήκες στη Σαντορίνη. Μετά ενάμιση χρόνο το 1842 τον εξόρισαν στην Ευρώπη, απ’ όπου επέστρεψε το 1844. Ο δεσπότης Άνδρου Δανιήλ, υπέβαλε το 1848 αναφορά στην Σύνοδο καταγγέλοντας πως κανείς συγγενής του Καΐρη δεν εκκλησιάζεται. Το 1852 ο Καΐρης παραπέμπεται ξανά σε δίκη μαζί με τρεις μαθητές του με την κατηγορία του προσηλυτισμού έχοντας για υπερασπιστή του τον Ν. Σαρίπολο. Παρά την ηλικία και την βαρυμένη υγεία του καταδικάστηκε σε φυλάκιση και πέθανε λίγες μέρες μετά τον εγκλεισμό του. Η σορός του δεν δόθηκε στους συγγενείς του, θάφτηκε λαθραία στο λοιμοκαθαρτήριο και συλήθηκε την επομένη, οπότε ανασκάφτηκε ο τάφος, ανοίχτηκε η κοιλιά του νεκρού και χύθηκε μέσα ασβέστης. Από τον πολεμικό χορό των αμαθών γύρω από τον Καΐρη, δεν μπορούσε να λείψει και ο οραματιστής Μακρυγιάννης: «ο σοφός Καΐρης και άλλοι τοιούτοι δίνουν τζιβαϊρικόν πολυτίμητον και παίρνουν ασκιά με αγέρα…».

Μια άλλη πληθωρική προσωπικότητα, λιγότερο γνωστή από τον Καΐρη, είναι ο φεμινιστής Παναγιώτης Σοφιανόπουλος που σπούδασε Iατρική στην Iταλία και έζησε σε Παρίσι, Bιέννη και Λονδίνο, παίρνοντας αργότερα μέρος στην Επανάσταση του ’21. Θα τον βρούμε στη Γαστούνη να διακωμωδεί το «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου», βασανίζοντας τον ιεροδιάκονο Ιωακείμ κρεμασμένο από ένα δοκάρι για να του αποκαλύψει που βρισκόταν ο θησαυρός του ζάπλουτου και τυραννικού προεστώτα Σισίνη. Το 1831 μέσα από τις στήλες της αθηναϊκής εφημερίδας “Xρόνος”, επιτέθηκε στην πολιτική του Φαναρίου για το λεγόμενο “εθνικό ζήτημα”. Το 1836 εξέδωσε το περιοδικό “Πρόοδος”, στο οποίο συνεργάστηκε με τον «Σαινσιμονιστή» Φρ.Πυλαρινό, που πίστευε πως η κοινωνία θα πρέπει να ξεπεράσει έθνη και κράτη και να πάρει μια παγκόσμια μορφή. Το 1838 εξέδιδε το περιοδικό “Σωκράτης”. Αργότερα εξέδωσε τα Άπαντα του Iσοκράτη, και το έργο του Iταλού διαφωτιστή Tζέζαρε Mπεκαρία “Περί αδικημάτων και ποινών”, στο οποίο υποστηριζόταν πως για τα εγκλήματα φταίνε οι κοινωνικές συνθήκες. Η Σύνοδος τον αφόρισε για τον «Ευαγγελισμό της Προόδου». Για τις ιδέες του φυλακίστηκε πολλές φορές και είδε τα έντυπά του να κατάσχονται. Ο αδελφός του Νικολέττος είχε απαγάγει με εντολή του Κωλέττη τον Π. Πατρών Γερμανό από την μονή Χρυσοποδαρίτισσας στα Νεζεροχώρια όπου κρυβόταν στην διάρκεια του εμφύλιου και τον περιέφερε πεζό χωρίς τα διακριτικά του στη Γαστούνη. Ο δεσπότης τον καταράστηκε και ο θάνατός του από εσωτερική αιμορραγία αποδόθηκε στην κατάρα.

Τον Ιούνιο του 1835, κάποιος Ε.Φ. κάτοικος Μονάχου γράφει στον Κ.Θ. κάτοικο Σερρών («Περί του Ελληνικού Σχολείου Σερρών». Αναστατικές εκδ. Διον. Νότη Καραβία, Βιβλ.Ιστ.Μελετών): Πολλοί πρόκριτοι της πόλης κραυγάζουν «τα εδικά μας παιδιά δεν θέλομεν να μάθουν γράμματα», ωθούμενοι από τον Σερρών Άνθιμο που «συνετέλεσε το πλείστον εις την διάλυσιν του Σχολείου μας… τοσούτον άσπονδον μίσος έδειξε κατά του Σχολείου και του σεβαστού μας Διδασκάλου Αργυρίου… ώστε ούτος ο πραότατος… ηναγκάσθη… να μεταβή είς την πατρίδα του… ο κ.Άνθιμος δεν έπαυσε… διεγείρων τους μαθητάς κατά των διδασκάλων, σπείρων ζιζάνια μεταξύ των πολιτών… Τας άλλας αθεμίτους κακουργίας, οίον σιμωνίας… προδοσίας του κακοδαίμονος τούτου ανθρωπίσκου αποσιωπώμεν, […] σεβόμενοι το ιερόν της Αρχιερωσύνης αξίωμα…». Ο επιστολογράφος θεωρεί ότι όλα αυτά είναι εν αγνοία του πατριαρχείου, που όμως προήγαγε τον Άνθιμο σε μητροπολίτη Προύσης.

Το 1851 ο Σ.Κουμανούδης δημοσιεύει αυτολογοκριμένους 1030 στίχους του ποιήματος «Στράτης Καλοπίχειρος», για να προστατευθεί από τις επιθέσεις της Εκκλησίας. Στην τρίτη μεταθανάτια έκδοση που έγινε από τον γιό του Πέτρο το 1901 αποκαλύφθηκε το σύνολο του έργου που περιλάμβανε και 2640 λογοκριμένους στίχους. Όπως σημειώνεται στα «Προλεγόμενα» στην Συναγωγή Νέων Λέξεων του Σ.Α. Κουμανούδη «Θα έλεγε κανείς ότι ο στιχουργός του 1851, επερίμενε μισό αιώνα, και να λείψει από αυτόν τον κόσμο για να αποκαλύψει ακέρια την σκέψη του, την βιοθεωρία του την βολταιρική». Από τον Κ.Μυρτίλο Αποστολίδη μαρτυρείται στο περιοδικό «Θρακικά», πως «Η Εκκλησία επετέθη δριμέως» κατά του ποιήματος, χωρίς όμως να αναφέρεται η χρονολογία. Προφανώς ο Κουμανούδης δεν άντεχε να έχει την τύχη του Λασκαράτου (Μητσού Μαριλίζα: «Στέφανου Α. Κουμανούδη, Στράτης Καλοπίχειρος, Μορφ. Ίδρ. Εθ.Τραπέζης..» 2005).

Οι καμπάνες σήμαιναν νεκρικά, τη στιγμή που ο κλήρος της Κεφαλονιάς αφόρισε «Τα μυστήρια της Κεφαλονιάς» και τον συγγραφέα του, «το βδέλυγμα της ερημώσεως», Λασκαράτο, καλώντας παράλληλα το ποίμνιο να καίει το βιβλίο. Ο συγγραφέας προκειμένου να αποφύγει τους προπηλακισμούς, έφυγε το 1856 στην Ζάκυνθο, όπου και ο εκεί δεσπότης εξαπέλυσε τους κεραυνούς των αναθεμάτων του εξαναγκάζοντάς τον να καταφύγει στην Αγγλία. Λίγο πριν πεθάνει, ήρθη ο αφορισμός, από τον θαυμαστή του δεσπότη Δόριζα, ένα σπινθηροβόλο πνεύμα, που κατηγορήθηκε από τους φανατικούς για αθεΐα. Το 1868, η τουρκική κυβέρνηση υποκύπτοντας σε παραστάσεις του πατριάρχη, κατέσχεσε 30 αντίτυπα της «Απόκρισης» του Λασκαράτου που είχαν αποσταλεί σε συγκεκριμένους συνδρομητές.

Ένα άλλο ανήσυχο πνεύμα ο σύγχρονος και επίσης Κεφαλλονίτης ποιητής Μικέλης Άβλιχος, που καυτηρίασε την θρησκοληψία και την παπαδοκρατία έγινε αποδέκτης της οργής του κλήρου που ξεσήκωσε εναντίον του τον όχλο. Μικρό δείγμα της ποίησης ενός ανθρώπου που δεν βρήκε την αναγνώριση που του άξιζε και που συνειδητά επέλεξε το περιθώριο, είναι και το παρακάτω απόσπασμα από τα «Χριστούγεννα»:

«…Διάκοι του Βάαλ, δεν είναι δικός σας
αυτός της φάτνης ο φτωχός Χριστός,
που εκήρυξε για νόμο του τη χάρη.
Εσάς τιμή σας μόνη το στιχάρι.
Πομπές, θεοπομπές το ιδανικό σας,
κι είν’ ο Θεός σας, σαν κι εσάς, μιαρός!».

Το 1866, η Σύνοδος κατήγγειλε το βιβλίο του Ροΐδη «Η Πάπισσα Ιωάννα» στο υπουργείο «όπως ενεργηθώσι κατ’αυτού και του συγγραφέως τα υπό του νόμου οριζόμενα». Επειδή και η κυβέρνηση αγνόησε τις εντολές της, ο Καρυστίας Μακάριος, εξαπέλυσε μύδρους κατά της κυβερνήσεως, εγκαλώντας την για την αναλγησία της «προκειμένου περί… ανατροπής των καθεστώτων, περί ανασκάψεως εκ βάθρου της κοινωνίας…», ζητώντας παράλληλα την «παραδειγματικήν τιμωρίαν του κακούργου συγγραφέως, την παντοτεινήν παύσιν» του εισαγγελέα που παράκουσε τις προτροπές της και την καταδίωξη των «ασεβών βιβλιοπωλών». Ο Ροΐδης υπενθύμισε τα λόγια του Ιλάριου επίσκοπου Πικταβίου, πως ακόμα κι αν η κοσμική εξουσία ήθελε να επαναφέρει βίαια στην εκκλησία τους πλανηθέντες, οι επίσκοποι ωφείλουν να την σταματήσουν «κράζοντες ενί στόματι: Ο Ιησούς δεν ζητεί να αναγνωρίσωσιν αυτόν δια της βίας».

Ο καθηγητής και πρύτανης του νεοσύστατου Πανεπιστημίου Θ. Μανούσης ταλαιπωρήθηκε με εκκλησιαστικές ανακρίσεις, επειδή καταγγέλθηκε το 1848 από τον Γιαννιώτη φοιτητή ιερομόναχο Παΐσιο και από σπουδαστές της Ριζαρείου που ζητούσαν την απόλυσή του, επειδή αμφισβήτησε την θαυματουργική διάβαση της Ερυθράς θάλασσας και επειδή μίλησε στους φοιτητές του για τον Ρενάν. Τον Οκτώβρη του 1859, δικάζεται στο Κακουργιοδικείο ο Αθηναίος ποιητής Παναγιώτης Συνοδινός για προσβολή της θρησκείας. Στη «Συνταγή χωριάτικη», διακωμωδούνταν οι βυζαντινές «αξίες» του Ρωμιού: «στους μεγάλους του χωριού σου κύτταξε μή θαρρευθής, του Θεού και του χεριού σου μοναχά να ΄μπιστευθής,… κύτταξε στο θηλυκό σου γράμματα πολλά μή μάθης μην ευρής τον διάβολό σου και τ’ αγιάτρευτα μήν πάθης». Αιτία της δίκης ήταν τα «Εθνικά δάκρυα και Νεκρικά άνθη Δημοτικής Ποιήσεως Συλλογή τρίτη-Άθήνησι τύποις και βιβλιοπωλείω Π. Α. Σακελλαρίου-1859». Κάποια ποιήματα ενόχλησαν ως προσβλητικά για τα θεία. Η απόφαση της δίκης ήταν αθωωτική με το επίτηδες απαξιωτικό σκεπτικό της διανοητικής κατάστασης του συγγραφέα, όμως τα ποιήματα απαγορεύτηκαν.

ΔΕΣ:

Ορθοδοξία και η άλλη άποψη έως την Άλωση – Ποια είναι ιστορικά η σχέση της Ανατολικής Εκκλησίας με την άλλη άποψη, ιδιαίτερα την φιλοσοφική, θεολογική και επιστημονική μέχρι το 1453

Η παιδεία στο Βυζάντιο και το εκκλησιαστικό κατεστημένο

Εκκλησία και Διαφωτισμός: Όπως λέμε «καμμία σχέση»


Η τεχνολογία και το Βυζάντιο – Η ελληνιστική επανάσταση στην τεχνολογία και η ύφεσή της

Τα σκοτεινά μυστικά του Βυζαντίου

Οι εκκλησιαστικές απολογητικές κωλοτούμπες επί της επίπεδης, ακίνητης και ηλικίας 7.500 ετών γης

Ιουλιανό και γρηγοριανό ημερολόγιο

Είναι το Σύμπαν σχεδιασμένο;

Επιστήμη και Θρησκεία

Μπορεί η θρησκεία να αποτελέσει «επιστημονική υπόθεση»;

Ελληνικότητα και Βυζάντιο

Χριστιανισμός και επιστήμη

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου