Κυριακή 5 Μαρτίου 2023

Παν. Κανελλόπουλος: Έθνος και φυλή, εθνικισμός και πατριωτισμός

Είναι το έθνος πραγματικότης ή μήπως είναι μόνον ιδέα;

Το ότι η λέξις «εθνικισμός» προέρχεται εκ της λέξεως «έθνος» είναι η πρώτη μεγάλη δυσκολία, επί της οποίας προσκρούει η κατανόησις του εθνικισμού. Εάν θέλωμεν να συλλάβωμεν την έννοιαν του εθνικισμού, ορμώμενοι εκ της έννοιας του έθνους και σχηματίζοντες δια θετικής επεκτάσεως της τελευταίας ταύτης την έννοιαν του εθνικισμού, θα περιπέσωμεν εξ αρχής εις σφάλματα ικανά, όπως συσκοτίσουν πλήρως την ερευνάν μας. Τον σχηματισμόν των λέξεων διέπει πολλάκις μοίρα τις κακή, σύμπτωσις πονηρά, η οποία υπάρχει και προβάλλει δια να εμποδίζη τον άνθρωπον από του να επικοινωνήση με την αλήθειαν. Εις τας περιπτώσεις αυτάς η αλήθεια δεν είναι δυνατόν να ανευρεθή ει μη μόνον εάν αποκαλυφθεί η βαθεία πλάνη, από της οποίας επήγασεν η κακώς συγκροτηθείσα λέξις, ο κακώς σχηματισθείς όρος. Οιαδήποτε και αν είναι η σχέσις της λέξεως «Εθνικισμός» προς την λέξιν «έθνος», η έννοια του εθνικισμού δεν ευρίσκεται, ως θα ίδωμεν, ειμή εις ελαχίστην σχέσιν προς την έννοιαν του έθνους.

Πρωτίστως δέον να τονισθή, ότι έθνος και εθνικισμός είναι δύο φαινόμενα, απέναντι των οποίων η γνώσις, η επιστήμη -εν τω προκειμένω η κοινωνιολογία- δεν είναι δυνατόν να τηρήση στάσιν ομοιόμορφον και την αυτήν. Ο εθνικισμός είναι φαινόμενον, του οποίου τα συστατικά στοιχεία είναι ως επί το πλείστον λογικά. Τα νοήματα, τα όποια προσδιορίζουν το φαινόμενον του εθνικισμού και ανάγουν τούτο εις φαινόμενον ιστορικόν, είναι νοήματα όχι απλώς συνειδητά, αλλά και πάντοτε σχεδόν σκόπιμα. Τα νοήματα αντιθέτως, τα οποία ανάγουν το έθνος εις φαινόμενον ιστορικόν, είναι ως επί το πλείστον νοήματα άλογα, είναι νοήματα, τα όποια δεν είναι δυνατόν να κριθούν και ταξινομηθούν επί τη βάσει λογικού κριτηρίου, επί τη βάσει αυστηρώς επιστημονικής αρχής. Όπως δεν είναι δυνατόν δια της επιστήμης μόνον να νοηθή το καλλιτέχνημα, το ποίημα ή συμφωνία τις μουσική, κατά τον αυτόν ακριβώς τρόπον δεν είναι δυνατόν να νοηθή απλώς και μόνον δια της επιστήμης το φαινόμενον του έθνους. Η επιστήμη έχει κατ’ αρχήν τα όριά της. Μόνον εκείνος, όστις ορμάται εκ της πλήρους και ακριβούς γνώσεως των ορίων, δηλαδή του περιωρισμένου χαρακτήρος της επιστήμης, είναι δυνατόν να καταλήξη εις γνώσιν αληθή. Μόνον αυτός έχει συνήθως το δικαίωμα και την δύναμιν να υπερπηδήση τα όρια ταύτα, απαλλασσόμενος- όταν προστάζη τούτο η εσωτερική ανάγκη- της στενής ιδιότητος του ως επιστήμονος.

Ερωτάται όμως: Είναι το άλογον κατ’ αρχήν αδύνατον να συλληφθή λογικώς, δηλαδή επιστημονικώς; Δια να δοθή εις το ερώτημα τούτο η ορθή απάντησις, πρέπει να προβώμεν εις διάκρισιν του άλογου εκείνου, το όποιον, αν και δρα εν τη ιστορία, κείται υπό τον λόγον (και κείται υπό τον λόγον, διότι είναι κατ’ άρχην εστερημένον νοήματος, δηλαδή είναι απλή φύσις), από του άλογου, το όποιον οφείλει την ύπαρξίν του εις την υπερνίκησιν του λόγου, δηλαδή ευρίσκεται υπεράνω του λόγου. Το πρώτον, αν και άλογον, συλλαμβάνεται επιστημονικώς, όπως εν γένει παν το απλώς φυσικόν, και εξηγείται εν συνδυασμώ προς αυτήν ταύτην την πεπληρωμένην υπό νοημάτων ιστορίαν βιολογικώς, ανθρωπολογικώς, ψυχολογικώς. Το δεύτερον, δηλαδή το εκ της υπερνικήσεως του λόγου προκύπτον δεν είναι δυνατόν να συλληφθή επιστημονικώς, διότι η επιστήμη, χρησιμοποιούσα μόνον την λογικήν, δεν είναι δυνατόν να συλλάβη και να νοήση ό,τι γεννάται καθ’ υπέρβασιν αύτης. Το άλογον λοιπόν του ανωτέρου τούτου τύπου αποτελεί εξ ίσου όριον και φραγμόν της γνώσεως, όπως και το μόνον δια καλλιτεχνικής διαισθήσεως συλλαμβανόμενον ή μάλλον ανα- δημιουργούμενον απολύτως ατομικόν. Δεν θα εξετάσωμεν ενταύθα, εάν συμπίπτη το εκ της υπερνικήσεως του λόγου προκύπτον άλογον προς το απολύτως ατομικόν.

Ποία είναι τα στοιχεία, τα οποία συνιστούν την ύπαρξίν του έθνους; Είναι το έθνος πραγματικότης ή μήπως είναι μόνον ιδέα;

Το έθνος —και τούτο δέον αμέσως εξ αρχής να τονισθή— δεν είναι πραγματικότης φυσική. Το ότι δεν είναι πραγματικότης φυσική, τούτο διακρίνει το έθνος από της συναγωνιζομένης εν πολλοίς την έννοιάν του έννοιας της φυλής. Εάν το έθνος εμφανίζεται κοινωνιολογικώς ως έννοια ευρυτέρα της οικογενείας, η φυλή—και τούτο έχει σημασίαν μεγίστην—εμφανίζεται ουχί κοινωνιολογικώς, αλλά μόνον ανθρωπολογικώς ως έννοια ευρυτέρα της οικογενείας. Προς θεμελίωσιν της τελευταίας ταύτης παρατηρήσεως αναγκαίον θεωρούμεν, όπως είπωμεν γενικά τινα περί της έννοιας της φυλής.

Είναι γνωστόν, ότι περί το πρόβλημα της φυλής έχουν έγερθη τόσαι διαφωνίαι, ώστε αμφισβητείται υπό πολλών η ύπαρξις αυτής ταύτης της εννοίας της. Πάντως το σημείον, εις το όποιον συμφωνούν πάντες οι σοβαρώς ερευνήσαντες το πρόβλημα της φυλής, είναι τούτο: ότι τα κριτήρια, επί τη βάσει των όποιων δέον να βαίνη τις εις την πιστοποίησιν της υπάρξεως της φυλής, είναι απλώς φυσικά. Η έννοια ταύτης είναι έννοια φυσική, συγκεκριμένως δε ανθρωπολογική και όχι ιστορική. Εις την πιστοποίησιν της υπάρξεώς της οδηγεί ημάς ουχί η μελέτη νοημάτων τεθειμένων υπό της ιστορίας, αλλ’ η μελέτη βιολογικών και φυσικών όρων προϋποτιθεμένων υπό της ιστορίας. Πάντα τα επιχειρηθέντα μέχρι τούδε συστήματα κατατάξεως των φυλών, εις ας διαιρείται το γένος του homo sapiens -συστήματα, ων γνωστότερον το του Blumenbach, συμφώνως προς το όποιον το ανθρώπινον γένος διαιρείται εις την καυκασίαν, την μογγολικήν, την αιθιοπικήν, την αμερικανικήν και την μαλαϊκην φυλήν– επεχειρήθησαν επί τη βάσει κριτηρίων καθαρώς φυσικών, επί τη βάσει στοιχείων ανθρωπολογικών και εστερημένων νοήματος ιστορικού. Το ότι η περί τας φυλάς έρευνα ωδήγησε και προς ωρισμένον τρόπον παρατήρησεως της ιστορίας και δη προς ωρισμένην φιλοσοφίαν της ιστορίας, δι’ ης ερευνηταί τίνες -ως π.χ. κατ’ εξοχήν ο κόμης Gobineau- ηθέλησαν να εμφανίσουν την κοινωνικην τάξιν ή τον λαόν, εις τον όποιον άνηκον, ως αμέσως καταγόμενον εκ της ευγενεστέρας των φυλών, τούτο και πάσαι εν γένει αι παρόμοιαι προσπάθειαι δεν βασίζονται επί αρχών αναιρουσών τα ανωτέρω υφ’ ημών λεχθέντα. Η ψευδοεπιστημονική αύτη εκμετάλλευσις του προβλήματος των φυλών, εις ην διέπρεψε και ο Houston Stuart Chamberlain, ο όποιος μάλιστα, εστερημένος του πνεύματος του Gobineau, δεν κατώρθωσε καν να κάλυψη τας προσωπικός του αδυναμίας υπό το πρόσχημα τουλάχιστον της αντικειμενικότητος, ορμάται ωσαύτως εκ της ανθρωπολογικώς και απλώς φυσικοεπιστημονικώς νοουμένης έννοιας της φυλής. Κριτήρια φυσικά και ανθρωπολογικά, ως το χρώμα της επιδερμίδος, το μέγεθος του αναστήματος και το σχήμα του κρανίου, είναι εκείνα, τα οποία ωδήγησαν τους ερευνητάς εις την κατάταξιν της ανθρωπότητος εις φυλάς.

Σήμερον βεβαίως η επιστήμη απέδειξεν, ότι πολλά αυτών τούτων των απλώς φυσικών κριτηρίων, από των οποίων ωρμήθησαν οι παλαιότεροι ανθρωπολόγοι, είναι άχρηστα. Ήδη αυτός ούτος ο Frielrich Ratzel, ο ιδρυτής της λεγομένης «Ανθρωπογεωγραφίας», τόνισε π. χ., ότι η κρανιολογία δεν είναι δυνατόν να χρησιμεύση ως μέθοδος κατατάξεως των φυλών. Πάντα η βάσις, αφ’ ης ορμάται η θεωρία των φυλών, μένει ουσιαστικώς η αύτη. Τα γνωρίσματα, τα όποια χαρακτηρίζουν την φυλήν και τα όποια κατά τινας (ούτω π.χ. κατά τον Ηοernes), μεταβιβαζόμενα κληρονομικώς, δεν είναι καν δυνατόν να μεταβληθούν υπό της ιστορίας, είναι καθαρώς βιολογικά και φυσικά. Και από της απόψεως των Δαρβινιστών εάν ορμηθώμεν, κατά τους οποίους η εν αύτη ταύτη τη ιστορία σημειουμένη φυσική επιλογή γεννά, μεταβάλλει και καταστρέφει φυλάς, η αρχή, την οποίαν εθέσαμεν ανωτέρω, δεν πρόκειται να αναιρεθή. Και εάν ακόμη δρα εν τη ιστορία -ή μάλλον: και εάν ακόμη εξακολουθεί να δρα και εν τω πλαισίω ταύτης- είδος τι επιλογής, η επιλογή αύτη είναι -εφ’ όσον άφορά τον ανθρωπολογικόν διαφορισμόν της άνθρωπότητος εις φυλάς- απλώς και μόνον φυσική, δηλαδή βασίζεται επί καθαρώς φυσικών, βιολογικών ιδιοτήτων και δυνάμεων.

Η έννοια του έθνους

Το έθνος αποτελεί ακριβώς τον αντίποδα της φυλής. Εάν η έννοια ταύτης βασίζεται επί γνωρισμάτων απλώς φυσικών και ανθρωπολογικών, η έννοια του έθνους βασίζεται αντιθέτως επί κριτηρίων, τα όποια, πεπληρωμένα υπό νοημάτων ανθρωπίνων, εμφανίζονται μάλιστα εν τη ιστορία αμφισβητούντα πολλάκις την ισχύν των ανθρωπολογικών κριτηρίων της φυλής, δηλαδή εμφανίζονται ενούντα και συνδέοντα ψυχικώς ανθρώπους, τους οποίους η ανθρωπολογία θα κατέτασσεν εις αντιθέτους προς αλλήλας φυλάς.

Από του τέλους του παρελθόντος αιώνος εξεδηλώθησαν τάσεις τίνες, αι οποίαι απέβλεψαν εις το να στερήσουν την ιδέαν του έθνους παντός πνευματικού περιεχομένου, συγχέουσαι ταύτην πρός την έννοιαν της φυλής. Διασπασθέντος και ευρυνθέντος αφ’ ενός του περιωρισμένου, αλλά και καθαρώς πνευματικού πλαισίου, εντός του οποίου εκινείτο η ιδέα του έθνους, περιορισθείσης δε αφ’ ετέρου της ευρυτάτης εννοίας της φυλής, εδημιουργήθησαν αι κινήσεις εκείναι του Πανσλαυϊσμού, του Παγγερμανισμού, του Παναμερικανισμού, του Πανισλαμισμού και άλλων συγγενών ιδεολογιών λατινικού, ινδικού και σιωνιστικού περιεχομένου, αι οποίαι, φερόμεναι υπό μυστικοπαθούς, αλλά και ξένης ως επί το πλείστον προς πάσαν οργανικότητα και πνευματικότητα συνειδήσεως, προεκάλεσαν συν τοις άλλοις και πλήρη σύγχυσιν μεταξύ της εννοίας του έθνους και της έννοιας της φυλής. Ούτε όμως η ιδέα του έθνους, ούτε η ιδέα της φυλής υπήρξεν η προσδιορίσασα την συνείδησιν, η οποία εχρησίμευσε και χρησιμεύει ακόμη ως φορεύς των κινήσεων τούτων. Προς τας κινήσεις ταύτας ωδήγησεν η παραμόρφωσις υγιών ίσως εν μέρει ιδανικών, παραμόρφωσις οφειλομένη εις το ότι εν τη συνειδήσει των φορέων των ιδανικών τούτων ηνώθη εις αθέμιτον γάμον η ιδέα του έθνους μετά της εννοίας της φυλής, δηλαδή επήλθε σύγχυσις μεταξύ τούτων. Απαραίτητον λοιπόν είναι, όπως επιχειρηθή η πλήρης διάκρισις των δύο τούτων εννοιών απ’ αλλήλων.

Αντιθέτως προς την έννοιαν της φυλής, η ιδέα του έθνους είναι καθαρώς πνευματικού περιεχομένου, είναι δημιούργημα της ιστορίας. Η ιδέα του έθνους δεν προϋποτίθεται υπό της ιστορίας -όπως προϋποτίθεται η έννοια της φυλής- αλλ’ ετέθη υπό της ιστορίας, εδημιουργήθη υπό του ιστορικώς δράσαντος ανθρώπου και δεν αποτελεί στοιχείον της απλώς φυσικής αυτού οντότητος. Συγκεκριμένως μάλιστα η ιδέα του έθνους είναι προϊόν της νεωτέρας ιστορίας της ανθρωπότητος. Η αναζήτησις της πηγής, από της όποιας εξεπήδησεν αύτη, δεν πρόκειται να απομακρύνη ημάς από του παρόντος ει μη κατά δύο εκατονταετηρίδας.

Ο Alfred Weber, όστις, μελετών εις το μνημονευθέν ήδη επανειλημμένως έργον του, την κρίσιν της νεωτέρας πολιτείας, θίγει και το πρόβλημα της ιδέας του έθνους, ανάγει ορθώς την γένεσιν ταύτης εις δύο αντιθέτους προς αλλήλας πηγάς: εις την λογοκρατίαν του ΙΗ’ αιώνος και εις τον γερμανικόν ρωμαντισμόν του παρελθόντος αιώνος. Η δυτικοευρωπαϊκή, ιδίως δε η γαλλική λογοκρατία είχεν ανάγκην, προς ιδεολογικήν θεμελίωσιν του φιλελευθερισμού, συγκεκριμένως δε της αρχής της πλειοψηφίας, να προϋποθέση την ύπαρξιν οργανικού τίνος ομοιογενούς όλου. Η απολυταρχική εξουσία αντλεί ιδεολογικώς την ισχύν και την δικαιωσίν της από της μυστικής και ανεξιχνιάστου καταγωγής της από του Θεού ή -αν δεν πρόκειται περί κληρονομικώς μεταβιβαζόμενης εξουσίας- από χαρίσματος συνδεομένου προς ωρισμένον και υπό πάντων ατομικώς αναγνωριζόμενον πρόσωπον. Όταν όμως η εξουσία ούτε κληρονομική είναι ούτε χαρισματική, όταν η εξουσία είναι λαϊκή και δημοκρατική, πόθεν δέον να θεωρηθή αύτη αντλούσα ιδεολογικώς την δικαιωσίν της; Εάν ήτο πραγματοποιήσιμος η ουτοπία των πρώτων ακραιφνών φορέων του Φιλελευθερισμού, η ουτοπία της ομοφωνίας πάντων των πολιτών ως αναγκαίου όρου εκδηλώσεως της πολιτειακής βουλήσεως, το πράγμα θα ήτο απλούν. Αποκλεισμένης όμως της πιθανότητος της ομοφωνίας -(και είδομεν εις την εισαγωγήν ποίας τραγικάς αντινομίας γεννά εις την συνείδησιν του φιλελευθέρου πολίτου ο αποκλεισμός της πιθανότητος αύτης)- πώς είναι δυνατόν ιδεολογικώς να στηριχθή και να τύχη δικαιώσεως η επί τη βάσει της αρχής της πλειονοψηφίας σχηματιζόμενη βούλησις της πολιτείας και κατ’ ακολουθίαν η επί της αρχής ταύτης βασιζομένη εξουσία;

Εις το σημείον τούτο οι θεωρητικοί αντιπρόσωποι των φιλελευθέρων ιδεών ευρέθησαν εις την ανάγκην να εφεύρουν καθαρώς λογικώς ό,τι η ζωή ηρνείτο να αποκαλύψη εις αυτούς καθαρώς οργανικώς. Και εφεύρον την έννοιαν του έθνους. Η αρχή της πλειονοψηφίας δεν νοείται ειμή μόνον υπό την προϋπόθεσιν της υπάρξεως ομοιογενούς ολότητος. Μόνον όταν υπάρχη η ομοιογένεια του έθνους, δέχεται τις εν ανάγκη (ή πάντως υποτίθεται, ότι δέχεται αφ’ εαυτού) να θυσιάση τη ιδίαν αυτού θέλησιν και να υποταγή εις την θέλησιν της πλειονό- τητος δια να μη κλονισθή η αδιάσπαστος ύπαρξις της εθνικής ολότητος. Εις τον βωμόν του έθνους θυσιάζει ο μειοψηφών την γνώμην του, δικαιολογουμένης τοιουτοτρόπως ηθικώς της αρχής της πλειονοψηφίας. Εις το προηγούμενον κεφάλαιον είδομεν, ότι αι αντινομίαι, τας οποίας δημιουργεί η αρχή της πλειονοψηφίας, εύρηνται αλλού. Είδομεν, ότι η επί τη βάσει της αρχής της πλειονοψηφίας σχηματιζόμενη και εκδηλουμένη βούλησις ούτε καν προς την βούλησιν εκάστου των απαρτιζόντων αύτην ταύτην την πλειονότητα είναι δυνατόν να ταυτισθή. Πάντως εν τω προκειμένω δεν ενδιαφέρει ημάς τούτο. Αρκεί εις ημάς ενταύθα η πιστοποίησις του γεγονότος, ότι οι θεωρητικοί αντιπρόσωποι του Φιλελευθερισμού, οι όποιοι ήσαν ταυτοχρόνως και οι φορείς της δυτικοευρωπαϊκής λογοκρατίας, κατέφυγαν εις την ιδέαν του έθνους δια να στηρίξουν απλώς ιδεολογικώς την αρχήν της πλειονοψηφίας, η οποία αποτελεί το κύριον γνώρισμα του φιλελευθέρου κράτους. Τούτο αρκεί δια να εμφανίση τον τρόπον, καθ’ ον συνελήφθη η ιδέα του έθνους, ως εσφαλμένον. Η σύλληψις της Ιδέας του έθνους εις τους κύκλους των λογοκρατών προηλθεν ουχί εξ εσωτερικής ανάγκης, εξ αισθηματικής και μυστικής τίνος απαιτήσεως, αλλ’ εκ σκοπιμότητος, εκ λογικού υπολογισμού, δηλαδή προήλθεν εκ της υπέρ το δέον ξηράς και λελογισμένης ανάγκης, όπως στηριχθή ιδεολογικώς το νέον πολιτικόν σύστημα, το όποιον ευηγγελίζοντο. Εις την συνείδησιν των λογοκρατών δεν εγεννήθη οργανικώς, δεν εξεπήδησεν ως αληθής και θερμή ζωή, αλλά κατεσκευάσθη απλώς και κατεσκευάσθη επί τη βάσει ακριβούς προϋπολογισμού των αναγκαίων διαστάσεών της, επί τη βάσει ωρισμένου σχεδίου η ιδέα του έθνους. Τούτο όμως ήτο και επόμενον. Εκτός του ότι η αληθής σύλληψις της ιδέας του έθνους δεν ήτο δυνατόν να εμφανισθή ως προϊόν λογοκριτικής κατευθύνσεως -(και δεν ήτο δυνατόν να εμφανίσθη ως τοιούτον προϊόν, διότι η λογοκρατία αδυνατεί να νοήση φαινόμενα, ως το έθνος, φαινόμενα εστερημένα λογικώς συγκεκροτημένων γνωρισμάτων)- εκτός τούτου, η σύλληψις της ιδέας του έθνους δεν ήτο δυνατόν να επιχειρηθή επιτυχώς εις χώρας, ως η Αγγλία και Γαλλία (ιδία ως η τελευταία αύτη), χώρας, αι οποίαι κατά τύχην αγαθήν εγνώρισαν την κρατικήν αυτών οντότητα ταυτιζομένην προς την εθνικήν αυτών υπόστασιν και ακεραιότητα. Ο λαός ως στοιχείον της πολιτείας, ως στοιχείον του γαλλικού κράτους, ενεφανίσθη -όταν ήρξατο αποκρυσταλλούμενον κατά τα τέλη του ΙΗ’ αιώνος το αίσθημα της εθνικής αλληλεγγύης- ως έννοια καλύπτουσα σχεδόν πλήρως την έννοιαν του γαλλικού έθνους. Δεν είναι λοιπόν παράδοξον, ότι εις την συνείδησιν του Γάλλου συγχέεται και σήμερον ακόμη εν πολλοίς η έννοια του έθνους προς την έννοιαν του επί τη βάσει τεχνικών απλώς κριτηρίων οριζομένου «πολιτειακού λαού», δηλαδή προς την έννοιαν του λαού ως στοιχείου της πολιτείας. Ο Γάλλος δεν εγνώρισε τον αγώνα, όστις διεξήχθη μεταξύ κράτους και έθνους, αγώνα, περί του οποίου θα ομιλήσωμεν ιδιαιτέρως κατωτέρω, η μάλλον: και εάν εγνώρισεν εν μέρει τον αγώνα τούτον, δεν υπέστη πάντως τας δοκιμασίας, εις τας όποιας ωδήγησεν ο αγών ούτος άλλους λαούς. Εις την συνείδησιν λοιπόν του Γάλλου έθνος και λαός ως στοιχείον της πολιτείας δεν ήτο δυνατόν να διακριθούν πλήρως. Ως εκ τούτου ο Γάλλος εξακολουθεί εν πολλοίς και σήμερον ακόμη χρησιμοποιών προς σύλληψιν της έννοιας του έθνους τα αυτά στενώς λογικά και τεχνικά κριτήρια, επί τη βάσει των οποίων συλλαμβάνεται η έννοια του λαού εν τη ειδική σημασία τούτου ως στοιχείου της πολιτείας. Περί αυτού μαρτυρεί και η περίφημος περί του έθνους πραγματεία του Renan. Το ότι το έθνος — και όταν ακόμη καλύπτεται κατά τύχην υπό της εννοίας του λαού ως του συνόλου των υπηκόων ωρισμένης πολιτείας— δεν ταυτίζεται ουσιαστικώς προς τον λαόν, το ότι τα κριτήρια, επί τη βάσει των οποίων συλλαμβάνονται αι έννοιαι του έθνους και του λαού, είναι διάφορα προς αλλήλα (του λαού ως του συνόλου των υπηκόων ωρισμένου κράτους χαρακτηριζομένου υπό γνωρισμάτων καθαρώς τεχνικών), τούτο δεν ήτο δυνατόν να αντιληφθούν ει μη οι ιδεολογικοί φορείς εθνικής συνειδήσεως ταλαιπωρηθείσης και δοκιμα- σθείσης, δηλαδή οι θεωρητικοί αντιπρόσωποι έθνους, του όποιου η ιδέα κατεπολεμήθη υπό της ιδέας του κράτους, έθνους, το όποιον δεν είχε την τύχην να αισθανθή εαυτό πλήρως ή και επαρκώς καλυπτόμενον υπό της έννοιας του λαού ως του στοιχείου μιας και ωρισμένης πολιτείας.

Ο πατριωτισμός

Δεν πρέπει λοιπόν να θεωρηθή ως τυχαίον το ότι η πρώτη αληθής σύλληψις και πλήρης θεωρητική συγκρότησις της ιδέας του έθνους οφείλεται εις τους θεωρητικούς αντιπροσώπους του γερμανικού ρωμαντισμού. Η ιδέα του έθνους έχει ανάγκην της διασποράς δια να τραφή και γιγαντωθή. Η αλήθεια, την οποίαν εκφράζει η παρατήρησις αύτη, επικυρούται και υπό της νεωτέρας ελληνικής ιστορίας. Λαοί, τους οποίους ο IB’ αιών εγνώρισεν εν διασπορά ή υποδουλώσει, συνέλαβον την ιδέαν του έθνους καθαρώτερον και πληρέστερον εκείνων, οι όποιοι είσηλθον κρατικώς συγκεκροτημένοι εις τον παρελθόντα αιώνα. Εκείνο π. χ., το όποιον εμπνέει τον Γάλλον, δεν είναι τόσον η ιδέα του έθνους, όσον η ιδέα της πατρίδος. Ο πατριωτισμός όμως, ο όποιος χαρακτηρίζει αναντιρρήτως τον γαλλικόν λαόν εξαιρέτως, είναι αίσθημα διάφορον του εθνικού αισθηματος. Ο πατριωτισμός είναι άρρηκτως συνδεδεμένος προς την γην, προς ωρισμένην γην. Υπάρχουν περιπτώσεις εις την ιστορίαν, κατά τας οποίας ο πατριωτισμός εμφανίζεται αντιστρατευόμενος το γενικώτερον εθνικόν αίσθημα. Και αντιστρόφως! Η ιδέα του έθνους επιβάλλει πολλάκις εις τον φορέα της να εγκαταλείψη την ιδέαν της πατρίδος. Τα τραγικώτερα παραδείγματα ανταγωνισμού μεταξύ εθνικού και πατριωτικού αισθήματος παρέχει η τύχη των πληθυσμών εκείνων, οι όποιοι, κάμνοντες χρήσιν του δικαιώματος της εθελουσίας ανταλλαγής, θυσιάζουν το πατριωτικόν των αίσθημα εις τον βωμόν του εθνικού των αισθήματος. Ο Έλλην ηναγκάσθη επανειλημμένως κατά τας τελευταίας δεκαετηρίδας να εκλέξη μεταξύ έθνους και πατρίδος. Εις βάρος του μάλιστα επραγματοποιήθη και η μόνη εις την ιστορίαν περίπτωσις αναγκαστικής συμβατικής εγκαταλείψεως των πατρικών εστιών.

Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Η κοινωνία της εποχής μας (1923)

1 σχόλιο :

  1. ΜΗΤΡΟΣ ΤΕ ΚΑΙ ΠΑΤΡΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΠΡΟΓΟΝΩΝ ΑΠΑΝΤΩΝ ΤΙΜΙΩΤΕΡΟΝ ΕΣΤΙΝ Η ΠΑΤΡΙΣ ΚΑΙ ΣΕΜΝΟΤΕΡΟΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΤΕΡΟΝ ΚΑΙ ΕΝ ΜΕΙΖΟΝΙ ΜΟΙΡΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑ ΘΕΟΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡ' ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΤΟΙΣ ΝΟΥΝ ΕΧΟΥΣΙ .
    ΣΩΚΡΑΤΗΣ
    ΟΥΔΕΝ ΑΡ' ΗΝ ΦΙΛΤΕΡΟΝ ΑΛΛΟ ΠΑΤΡΙΣ
    ΘΕΟΓΝΙΣ
    ΕΙΣ ΟΙΩΝΟΣ ΑΡΙΣΤΟΣ, ΑΜΥΝΕΣΘΑΙ ΠΕΡΙ ΠΑΤΡΗΣ
    ΟΜΗΡΟΣ

    ΑπάντησηΔιαγραφή