Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2021

ΠΟΙΗΣΙΣ ΚΑΙ ΠΡΑΞΙΣ ΣΤΑ ΗΘΙΚΑ ΝΙΚΟΜΑΧΕΙΑ: ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΦΙΛΙΑΣ

Μί­α νέ­α προ­σέγ­γι­ση τοῦ δι­α­χω­ρι­σμοῦ τῶν μορ­φῶν τῆς φι­λί­ας στά Ἠ­θι­κά Νι­κο­μά­χει­α (ΗΝ), ὑ­πο­στη­ρί­ζον­τας ὅτι ἡ δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα στήν τέ­λει­α φι­λί­αν καί στίς φι­λί­ες κα­τά τό ἡ­δύ καί τό χρή­σι­μο­ν[2] θε­με­λι­ώ­νε­ται στήν πα­ρα­τή­ρη­ση ὅτι οἱ δεύ­τε­ρες με­τα­τρέ­πουν τή φι­λί­αν σέ ἕνα εἶ­δος ποι­ή­σε­ως/τέ­χνης, κα­ταρ­γών­τας ἔτσι τό ἠ­θι­κό της πε­ρι­ε­χό­με­νο.

I

Ἡ­δη ἀ­πό τίς πρῶ­τες γραμ­μές τῶν ΗΝ εἰ­σά­γε­ται μι­ά κα­θο­ρι­στι­κή δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα στήν ἐ­νέρ­γει­αν καί σέ ἐ­κεῖ­νες τίς ἀν­θρώ­πι­νες δρα­στη­ρι­ό­τη­τες πού ἔ­χουν τό τέ­λος τους, δη­λα­δή τόν σκο­πό τους, ἔξω ἀ­πό τήν ἴδια τήν πρᾶ­ξιν, πα­ρά τάς πρά­ξεις (1094a 4-5). Αὐτή ἡ ἀν­τί­θε­ση κο­ρυ­φώ­νε­ται στόν ἀν­τι­θετι­κό ὁ­ρι­σμό τῆς τέ­χνης καί τῆς φρο­νή­σε­ως. Ἡ πρώ­τη συ­νί­στα­ται σέ δρα­στη­ρι­ό­τη­τες τό ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῶν ὁ­ποίων φα­νε­ρώ­νε­ται ὅταν ἡ ἴ­δια ἡ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα ἔ­χει ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ. Τό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό­τε­ρο ἀ­ρι­στο­τε­λι­κό πα­ρά­δειγ­μα εἶ­ναι αὐτό τῆς οἰ­κο­δο­μι­κῆς τέ­χνης: τό οἰ­κο­δο­μεῖν ἔ­χει ὡς στό­χο του τό ἴδιο τό σπί­τι τό ὁποῖο, ἅ­παξ ἐμ­φα­νι­στεῖ, ση­μα­το­δο­τεῖ τήν ὁ­λο­κλή­ρω­ση τῆς ὁλης δρα­στη­ρι­ό­τη­τας (Φυ­σι­κά, 201b 10-11). Τό πα­ρά δέν ἔ­χει ὡ­στό­σο μό­νον χρο­νι­κή δι­ά­στα­ση. Ἡ ἑ­τε­ρό­τη­τα (ἕ­τε­ρον, 1140b 5) ἀ­νά­με­σα στό ποι­εῖν καί τό ποι­η­τόν εἶ­ναι καί ὀν­το­λο­γι­κή: τό πρῶ­το ἀν­τι­στοι­χεῖ στό ὑ­πο­κεί­με­νο ἐ­νῶ τό δεύ­τε­ρο, ἐφ’ ὅ­σον πα­ρα­χθεῖ, οὔ­τε βρί­σκε­ται πλέ­ον μέ­σα στόν πράττον­τα (ὅπως ἦ­ταν ἡ ἀρ­χή τῆς ποι­ή­σε­ως ὡς ἰ­δέ­α, 1140a 13-15) οὔτε καί ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πό αὐτόν. Ἀν­τί­θε­τα, στήν πε­ρι­ο­χή τῆς ἠ­θι­κῆς πρά­ξε­ως, τό τέ­λος βρί­σκε­ται ἐν­τός της ἴδιας τῆς πρά­ξε­ως καί χρο­νι­κά καί ὀν­το­λο­γι­κά, ἀφοῦ τό τέ­λος δέν εἶ­ναι πα­ρά ἡ πρᾶ­ξις ὡς εὐ­πρα­ξί­α (1140b 6). To συμ­πέ­ρα­σμα αὐ­τῆς τῆς σύν­το­μης ἀ­νά­λυ­σης τῶν ΗΝ δι­α­τυ­πώ­νε­ται μέ τρό­πο ἀ­πό­λυ­το: πρᾶ­ξις καί ποί­η­σις ἀ­νή­κουν σέ δι­α­φο­ρε­τι­κά γέ­νη: οὔτε γάρ ἡ πρᾶ­ξις ποί­η­σις οὔτε ἡ ποί­η­σις πρᾶ­ξις ἔ­στιν (1140a 7-8). Αὐ­τή ἡ ἀ­μοι­βαί­α ἐ­ξαί­ρε­ση δεί­χνει ὅτι ἐ­δῶ ἀ­πει­κο­νί­ζε­ται μί­α ὀν­το­λο­γι­κή δι­α­φο­ρά ἡ ὁ­ποί­α δέν ἐ­πι­δέ­χε­ται δι­α­βαθ­μί­σεις καί ἐ­πι­κα­λύ­ψεις. Ἄλ­λω­στε δι­α­πλέ­κε­ται μέ μι­ά σει­ρά ἀν­τι­θε­τι­κῶν ζευ­γῶν πού παί­ζουν πρω­ταρ­χι­κό ρό­λο στήν ἀ­ρι­στο­τε­λι­κή ὀν­το­λο­γί­α. Πρό­κει­ται γιά τά ζεύ­γη κί­νη­σις - ἐ­νέρ­γει­α, δύνα­μις - ἐ­νέρ­γει­α, αἱ­ρε­τό καθ’ ἑ­αυ­τό - αἱ­ρε­τό ἄλ­λου ἕνεκα. Τό πῶς τά τε­λευ­ταῖ­α πλου­τί­ζουν κά­θε φορά τό νό­η­μα τῆς δι­ά­κρι­σης ἀ­νά­με­σα στήν τέ­χνην καί τή φρό­νη­σιν θά τό δοῦ­με στή συ­νέ­χει­α.

Τό πρό­βλη­μα συ­νί­στα­ται στό ὅτι ἀ­πό τήν ἀ­συμ­βα­τό­τη­τα τῆς τέ­χνης μέ τή φρό­νη­σιν ἐκ­κι­νεῖ μι­ά σει­ρά ἑρ­μη­νευ­τι­κῶν ἀ­πο­ρι­ῶν πού θέ­τουν σέ κίν­δυ­νο τήν ἐ­σω­τε­ρι­κή συ­νέ­πει­α τῆς ἀ­ρι­στο­τε­λι­κῆς ἠ­θι­κῆς. Καί τοῦ­το στό μέ­τρο πού ἡ φρό­νη­σις ἐμ­φα­νί­ζε­ται νά εἶ­ναι ἐ­νί­ο­τε οὐ­σι­α­στι­κά ὑ­πό­λο­γη στό πρό­τυ­πο τῆς τέ­χνης. Σέ αὐτό τό πλαί­σι­ο ἀ­να­πτύσ­σον­ται μι­ά σει­ρά ἀ­πό ἑρ­μη­νεῖ­ες πού προ­σπα­θοῦν νά δι­α­σφα­λί­σουν τήν αὐ­το­τέ­λει­α τῆς φρο­νή­σε­ως, δι­ευ­κρι­νί­ζον­τας ὅτι ἡ τε­λευ­ταί­α α) οὔ­τε πα­ρα­μέ­νει στό ἐ­πί­πε­δο τῶν μέ­σων, β) οὔτε νο­εῖ τό μέ­σον μέ τόν τρό­πο πού τό κά­νει ἡ τέ­χνη, οὔτε μπο­ρεῖ νά μεί­νει ἀ­μέ­το­χη στόν κα­θο­ρι­σμό τῶν στό­χων τοῦ εὖ ζῆν ὁ­λως.[3]

Ἐγ­γρά­φου­με τή δι­κή μας προ­σέγ­γι­ση στήν πα­ρα­πά­νω ἑρ­μη­νευ­τι­κή πα­ρά­δο­ση.[4] Ὡ­στό­σο, ἡ ἀ­συ­νέ­πει­α πού χα­ρα­κτη­ρί­ζει τήν ἀ­ρι­στο­τε­λι­κή χρή­ση τῆς ἐν λό­γω δι­ά­κρι­ση­ς[5] μᾶς κά­νει νά ἐ­πι­ζη­τοῦ­με μι­ά νέ­α προ­σέγ­γι­ση τοῦ ζη­τή­μα­τος πού θά ἄ­ρει τήν κα­τη­γο­ρί­α τῆς ἀ­συ­νέ­πει­ας, του­λά­χι­στον σέ ὁ­ρι­σμέ­να ση­μεῖ­α. Ἐκ­κι­νοῦ­με ἀ­πό τήν ἁ­πλή δι­α­πί­στω­ση ὅτι κά­θε φορά πού ἡ δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα στήν τέ­χνην καί τή φρό­νη­σιν νο­εῖ­ται ὡς δι­ά­κρι­ση ὀν­το­λο­γι­κή, ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἐ­πι­κά­λυ­ψή τους γί­νε­ται ἀ­δύ­να­τη καί, ὅταν ὑ­πο­δή­λω­νεταί, ὁ­δη­γεῖ ἀ­ναγ­κα­στι­κά σέ ἀν­τί­φα­ση. Δέν μπο­ρεῖ ἡ πρᾶ­ξις νά ἀλ­λά­ζει, ὀν­το­λο­γι­κό τρό­πο. Δέν μπο­ρεῖ νά γί­νει τέ­χνη ὅπως δέν μπο­ρεῖ νά γί­νει ἐ­πι­στή­μη. Τό νά νο­ῶ τό πρα­κτόν ὡς ποι­η­τόν θά ἦ­ταν ἐξ ἴ­σου πα­ρά­λο­γο μέ τήν ὑ­πό­θε­ση ὅτι τό πρα­κτόν μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­κτᾶ ἐ­νί­ο­τε τόν τρό­πο τῶν αἰ­ώ­νι­ων ὄν­των.

Ποιά εἶ­ναι ὅμως ἡ θέ­ση μιᾶς ὀν­το­λο­γι­κῆς δι­ά­κρι­σης στό ἐ­σω­τε­ρι­κό της ἀ­ρι­στο­τε­λι­κῆς ἠθικῆς; Εἶ­ναι βέ­βαι­α ἐμ­φα­νές ὅτι αὐ­τή ἡ ἠθική εἶ­ναι ἀν­θρω­πο­λο­γι­κή, δη­λα­δή ἐ­πι­ζη­τεῖ τήν κα­τα­νό­η­ση τοῦ ὑ­πο­κει­μέ­νου ὡς ἠ­θι­κοῦ πράττον­τος. Εἶ­ναι ὅμως ἐξ ἴ­σου γνω­στό ὅτι, σύμ­φω­να μέ τήν ἠθική με­θο­δο­λο­γί­α, σκο­πός τῆς ἠθικῆς καί σκο­πός τῆς φρο­νή­σε­ως δέν μπο­ρεῖ νά εἶναι ἡ γνώ­ση κα­θε­αυ­τή ἀλ­λά μό­νον ἡ ὀρ­θή πρᾶ­ξις, μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἡ πρα­κτι­κή στο­χο­θεσί­α νά ἀ­να­στέλ­λει τήν ἴ­δια τή θε­ω­ρη­τι­κή ἀ­να­ζή­τη­ση καί νά ἀρ­κεῖ­ται σέ ὁ,­τι ἔ­χει πρα­κτι­κό (ἠθικό) πε­ρι­ε­χό­με­νο: ἐ­πεί οὖν ἡ πα­ροῦ­σα πραγ­μα­τεί­α οὐ θε­ω­ρί­ας ἕνε­κά ἐσ­τιν ὥ­σπερ αἱ ἀλ­λαι... ἀ­ναγ­καῖ­ον ἐ­πι­σκέ­ψα­σθαι τά πε­ρί τάς πρά­ξεις, πῶς πρα­κτέ­ον αὐ­τάς (1103b 26-32). Κά­θε φορά λοι­πόν πού ὁ Ἀριστοτέλης προ­βαί­νει σέ ἕνα θε­ω­ρη­τι­κό ἀ­πο­κλει­σμό ὅσων δέν συγ­κα­τα­λέ­γον­ται στά πρα­κτά, ὑ­πο­νο­εῖ ταυ­τό­χρο­να, ἔ­χον­τας μά­λι­στα αὐ­τό ὡς πρω­ταρ­χι­κό του στό­χο, ὅτι θά πρέ­πει ἡ πρᾶ­ξις αὐτή κα­θε­αυ­τή νά λαμ­βά­νει ὑ­πό­ψη της τούς πα­ρα­πά­νω προσ­δι­ο­ρι­σμούς. Γιά πα­ρά­δειγ­μα, ἡ ἐ­ξέ­τα­ση τῆς σο­φί­ας δέν δεί­χνει ἁ­πλῶς ὅτι ἡ φρό­νη­σις δέν ἕνα­σχο­λεῖ­ται μέ τό ἀ­εί ὄν ἀλ­λά ὅτι δέν πρέ­πει νά ἀν­τι­με­τω­πί­ζου­με τά ἠθικά ζη­τή­μα­τα σάν νά ἐ­πι­δέ­χον­ταν κα­θο­λι­κούς κα­νό­νες ἤ σάν νά δι­α­κρί­νον­ταν ἀ­πό τόν αἰ­ώ­νι­ο χαρακτήρα τῶν ἀ­εί ὄν­των. Ἡ ἐ­πι­μο­νή στό ἐ­πί μέ­ρους δέν κι­νεῖ­ται μό­νον ἀ­πό τήν ἀ­νάγ­κη μιᾶς ὀν­το­λο­γι­κῆς δι­ά­κρι­σης ἀ­πέ­ναν­τι στή σο­φί­αν ἀλ­λά ἀ­πό τήν ἀνάγκη νά προσδι­ο­ρι­σθεῖ ἡ ἴδια ἡ ἀρετή, ὁ τύ­πος τοῦ φρο­νί­μου.

Μπο­ρεῖ ἡ τέ­χνη νά ἔ­χει, ἀ­νά­λο­γα, ἠθικό πε­ρι­ε­χό­με­νο; Ὡς πρός τήν ὀν­το­λο­γι­κή της σύ­στα­ση αὐτό εἶναι ἀ­δύ­να­το. Ἡ τέ­χνη δέν μπο­ρεῖ νά κρι­θεῖ μέ κρι­τή­ρι­α ἠθικά. Ὑ­πάρ­χει ὡ­στό­σο μι­ά ἄλ­λη ἑρ­μη­νευ­τι­κή ὁ­δός πού φω­τί­ζει μέ νέ­ο φῶς τήν ἐ­πι­κά­λυ­ψη τέ­χνης καί ποι­ή­σε­ως. Τό νά κρί­νω τήν πρᾶ­ξιν σύμ­φω­να μέ τό μον­τέ­λο τῆς τέ­χνης θά μπο­ροῦ­σε νά ση­μαί­νει ὄ­χι ἕνα γνω­στι­κό ὀ­λί­σθη­μα, ἕνα κα­τη­γο­ρι­κό λά­θος, ἀλ­λά μι­ά κρί­ση μέ ἠθικό βά­ρος. Μπο­ρῶ νά πράτ­τω συ­νει­δη­το­ποι­ών­τας τήν ἴ­δια μου τήν πρᾶ­ξιν ὄ­χι ὡς τέ­τοια, ὄ­χι σάν μι­ά ἐ­νέρ­γει­αν πού φέ­ρει μέ­σα τῆς τόν ἴ­διο της τόν στό­χο, ἀλλά σάν μι­ά μορ­φή τέ­χνης, ποι­ή­σε­ως, καί τό ἀ­πο­τέ­λε­σμά της σάν κά­τι ἀ­νε­ξάρ­τη­το, σάν ἕνα ποι­η­τι­κό ἔρ­γο. Τό νά συλ­λαμ­βά­νω, ὅμως, τήν πρᾶ­ξιν μου ὡς ποί­η­σιν, προσ­δι­ο­ρί­ζει τήν ἴ­δια τήν ποι­ό­τη­τά μου ὡς ἠ­θι­κοῦ πράτ­τον­τος, γιά τόν ἁ­πλού­στα­το λό­γο ὅτι ἡ ἀ­ρι­στο­τε­λι­κή ἀρετή προϋ­πο­θέ­τει τή φρό­νη­σιν, δη­λα­δή τήν κα­τα­νό­η­ση τῶν ἀρχῶν πού δι­έ­πουν τά πρα­κτά, τήν κα­τα­νό­η­ση τῆς ἰ­δι­αί­τε­ρης φύ­σης τῶν ἠθικῶν προ­βλη­μά­των. Μέ τό νά ἀν­τι­με­τω­πί­ζω τό πρα­κτόν ὡς ποι­η­τόν προ­δί­δω τε­λεί­α ἀ­που­σί­α φρο­νή­σε­ως, δη­λα­δή ἠθικῆς αἴ­σθη­σης τῶν πραγ­μά­των καί τε­λι­κά ἀ­φαι­ρῶ τρό­πον τι­νά, ἐξ ἀρ­χῆς, ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε χαρακτήρα ἠ­θι­κό­τη­τας ἀ­πό τήν πρᾶ­ξιν ἤ ἀλ­λοι­ώ­νω ἀ­νε­πα­νόρ­θω­τα τόν προ­σα­να­το­λι­σμό της.[6] Ἀ­πό ἄλ­λη ὀ­πτι­κή γω­νί­α, ἡ ἀ­δυ­να­τό­τη­τα δι­ά­κρι­σης ἀ­νάμε­σα στήν πρᾶ­ξιν καί τήν ποί­η­σιν θά μπο­ροῦ­σε νά ση­μαί­νει ἀ­δυ­να­τό­τη­τα κα­τα­νό­η­σης τῶν πρά­ξε­ών μου στήν προ­ο­πτι­κή τοῦ εὖ ζῆν ὅλως, τή μό­νη πού μπο­ρεῖ νά τούς προσ­δώ­σει ἠθικό πε­ρι­ε­χό­με­νο.[7] Ὁ­ταν λοι­πόν ἡ πρᾶξις γί­νε­ται τέ­χνη δέν προ­κύ­πτει (ὀν­το­λο­γι­κή) ἀν­τί­φα­ση ἀλλά κα­κή πρᾶξις. Αὐτό θά σή­μαι­νε τε­λι­κά ὅτι ἡ δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα στήν πρᾶ­ξιν καί τήν ποί­η­σιν παύ­ει νά εἶ­ναι μό­νον ὀν­το­λο­γι­κή καί ἀ­πο­κτᾶ, στό πλαί­σι­ο τῆς ἠθικῆς, καί ἀ­ξι­ο­λο­γι­κή (ἠθική) δι­ά­στα­ση.

Τό νό­η­μα αὐτῆς τῆς ὑ­πό­θε­σης ἐρ­γα­σί­ας πα­ρα­μέ­νει ἀ­κό­μη ἀ­σα­φές. Θά ἐκ­πυ­χθεῖ ἐ­παρ­κῶς στή συ­νέ­χει­α μέ­σα ἀ­πό τό ἴδιο τό πα­ρά­δειγ­μα τῆς φι­λί­ας καί τήν κα­τά­δει­ξη τῆς ὑ­φέρ­που­σας ἀρ­χῆς πού θέ­λει κά­θε 'κα­κή’ μορ­φή φι­λί­ας νά ἀ­νά­γε­ται σέ μι­ά φι­λί­αν πού κα­τα­νο­εῖ τόν ἑ­αυ­τό της ὡς ἕνα εἶ­δος ποι­ή­σε­ως/τέ­χνης καί ὄ­χι ὡς πρᾶ­ξιν, πό­σο μᾶλ­λον ὡς εὐ­πρα­ξί­α.

II

Ἄς θυ­μή­σου­με ἐ­δῶ ὅτι ἡ ἀρετή της φι­λί­ας ἔ­χει τήν πρω­το­κα­θε­δρί­α σέ ὅ,τι ἀ­φο­ρᾶ στή σχέ­ση μας μέ τόν ἄλ­λον, ἀ­κό­μα καί ἔ­ναν­τι τῆς ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κῆς ἀρετῆς τῆς δι­και­ο­σύ­νης. Ἀ­παν­τών­τας δέ στήν ἀρ­χι­κή ἀ­μη­χα­νί­α[8] πού προκα­λεῖ­ται ἀ­πό τήν αἰφ­νί­δι­α ἀ­να­φο­ρά μας στή φι­λί­αν, ἄς ὑ­πο­γραμ­μί­σου­με τρί­α στοι­χεῖ­α πού ἀ­πο­δει­κνύ­ουν για­τί ἡ φι­λί­α εἶ­ναι ὁ κατ’ ἐ­ξο­χήν πρό­σφο­ρος τό­πος γιά τή δι­ε­ρεύ­νη­ση τῆς θέ­σης τοῦ πα­ρά στόν χῶ­ρο τῆς ἠθικῆς πρά­ξε­ως.[9]

α) Ἡ φι­λί­α συγ­κα­τα­λέ­γε­ται σέ αὐτό πού ὁ Ἀριστοτέλης ὀ­νο­μά­ζει ἐ­ξω­τε­ρι­κά ἀγαθά καί ὡς τέ­τοια ὑ­πό­κει­ται σέ ἕναν ὁ­ρι­α­κό κίν­δυ­νο. Μπο­ρεῖ ἐξ ὁ­ρι­σμοῦ νά ἰ­δω­θεῖ ὡς ἕνα ἁπλό μέ­σο γιά τήν ἐ­ξυ­πη­ρέ­τη­ση κά­ποιου σκο­ποῦ. Θυ­μί­ζου­με λοιπ­δν πώς τά ἐ­ξω­τε­ρι­κά ἀγαθά χω­ρί­ζον­ται σέ ἀ­ναγ­καῖ­α γιά τήν ἀν­θρώ­πι­νη εὐ­δαι­μο­νί­α καί σέ ἄλλα πού δέν ἀ­πο­τε­λοῦν πα­ρά χρή­σι­μα σύ­νερ­γα, ὄρ­γα­να (1099b 27-28). Οἱ φί­λοι συγ­κα­τα­λέ­γον­ται καί στίς δύ­ο πα­ρα­πά­νω κα­τη­γο­ρί­ες, ἄν καί θά πρέ­πει μᾶλ­λον νά ἐν­νο­ή­σου­με ὅτι μό­νο κα­τα­χρη­στι­κά μπο­ροῦ­με νά μι­λή­σου­με γιά φι­λί­αν στή δεύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση. Τό βι­βλί­ο I τῶν ΗΝ ἐ­ξι­σώ­νει μέν ρη­τά τούς φί­λους μέ ἕνα εἶ­δος ὀρ­γά­νου (1099b 1), τό βι­βλί­ο IX, ὡ­στό­σο, δι­ευ­κρι­νί­ζει ὅτι ἡ φι­λί­α εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τη γιά τήν εὐ­δαι­μο­νί­α, ἀ­κό­μα καί στήν πε­ρί­πτω­ση τοῦ αὐ­ταρ­κέ­στε­ρου στά ἀν­θρώ­πι­να μέ­τρα ἀ­γα­θοῦ. Εἶ­ναι δέ γνω­στό ὅτι τά δύ­ο βι­βλί­α πού ἐ­ξε­τά­ζουν τή φι­λί­αν, ἐν­το­πί­ζον­τας τήν κυ­ρι­ο­λε­κτι­κή της ἔννοι­α, δέν ἐ­πι­τρέ­πουν σέ καμμι­ά πε­ρί­πτω­ση τήν ταύ­τι­σή της μέ μέ­σον. Εἶ­ναι ἀ­κό­μα ση­μαν­τι­κό­τε­ρο ὅτι καί ἡ ἐ­ξέ­τα­ση τῶν κα­τώ­τε­ρων μορ­φῶν φι­λί­ας (φι­λί­α κα­τά τό ἡ­δύ καί κα­τά τό χρή­σι­μον) δέν ἐ­ξαν­τλεῖ­ται στήν ταύ­τι­σή τους μέ ἕνα ἁπλό σύ­νερ­γο. Σέ μι­ά τέ­τοια πε­ρί­πτω­ση δέν θά μπο­ροῦ­σε νά γί­νει κἄν λό­γος γιά φι­λί­αν, ὅπως δι­α­φαί­νε­ται ἀ­πό τή σχέ­ση τῆς φι­λί­ας μέ τήν τυ­ραν­νί­α: ἐν οἶς γάρ μη­δέν κοι­νόν ἐ­στι τῷ ἀρ­χόν­τι καί ἀρ­χο­μέ­νῳ, οὐ­δέ φι­λί­α (1161a 33-34). Καί κα­τα­λή­γει τό κεί­με­νο: τό δέ ὄργα­νον ἄ­ψυ­χος δοῦ­λος. ᾞ μέν οὖν δοῦ­λος, οὐκ ἔ­στι φι­λί­α πρός αὐ­τόν (1161b 5-6).

β) Ἡ φι­λί­α προ­σφέ­ρε­ται γιά τήν ἀ­νά­λυ­ση τοῦ πα­ρά στό μέ­τρο ἀ­κριβῶς πού εἶ­ναι πρός ἕ­τε­ρον. Ἡ δι­πο­λι­κό­τη­τα τοῦ φι­λεῖν καί τοῦ φι­λεῖ­σθαι καί ἡ ἐμ­φά­νι­ση μιᾶς πρά­ξε­ως πού ὑ­περ­βαί­νει τόν κύ­κλο τοῦ ἐ­γώ κα­θι­στοῦν ἰ­δι­αί­τε­ρα ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα τήν ἐ­φαρ­μο­γή τοῦ κρι­τη­ρί­ου τοῦ πα­ρά, δη­λα­δή τῆς δι­ά­κρι­σης ποι­ή­σε­ως/πρά­ξε­ως. Ἄρ­κεῖ νά συλ­λο­γι­σθοῦ­με ὅτι ἡ πρᾶ­ξις μπορεῖ νά ὁ­ρι­σθεῖ ὡς «ἐμ­μέ­νου­σα ἐ­νέρ­γει­α» (βλ. τή γαλ­λι­κή ἀ­πό­δο­ση 'activite immanente’), γιά νά κα­τα­νο­ή­σου­με τήν ἀ­πο­ρί­α πού δη­μι­ουρ­γεῖ­ται ἐ­νώ­πι­ον μιᾶς πρά­ξε­ως πού εἶναι ἐξ ὁ­ρι­σμοῦ μή ἐμ­με­νής, κα­θώς γί­νε­ται ἕνεκα τοῦ ἄλ­λου ἀνθρώπου, προ­σα­να­το­λί­ζε­ται πρός τόν ἄλ­λον. Δέν πρό­κει­ται ἐ­δῶ γιά τή θύ­ρα­θεν εἰ­σα­γω­γή μιᾶς σύγ­χρο­νης προ­βλη­μα­τι­κῆς. Ὁ ἴδιος ὁ ὁ­ρι­σμός τῆς φι­λί­ας προ­βλέ­πει αὐτή τήν ἀ­να­φο­ρά: τῷ δέ φί­λῳ φα­σί δεῖν βού­λε­σθαι τἀ­γα­θά ἐ­κεί­νου ἕνεκα [(1155b 31-32), βλ. ἐ­πί­σης 1157b 33,1159a 10, 1380b 36- 1381a 3].[10] Ἰ­δού τό δι­κό μας ἐ­ρώ­τη­μα: δέν θά πρέ­πει νά ἐ­ξε­τά­σου­με τό ἐνδε­χό­με­νο ἡ ἀρετή τῆς φι­λί­ας ὡς πρά­ξε­ως ἕνεκα τοῦ φί­λου νά δι­α­σπᾶ τήν ἐμ­μέ­νει­α τῆς ἴδιας τῆς πρά­ξε­ως ὡς ἐ­νερ­γεί­ας; Ἤ, του­λά­χι­στον, δέν πα­ρέ­χει ἡ φι­λί­α τό ἰ­δα­νι­κό­τε­ρο πλαί­σι­ο ἐ­ξέ­τα­σης τῆς ὑ­πα­γω­γῆς τῆς ἠθικῆς πρά­ξε­ως στό κρι­τή­ρι­ο τοῦ πα­ρά;

γ) Ὑ­πο­στη­ρί­ζον­τας ὅτι ἡ τέ­λει­α φι­λί­α εἶ­ναι τέ­τοια στό μέ­τρο πού ὁ­ρί­ζε­ται ὡς πρᾶ­ξις, δη­λα­δή ὡς ἐ­νέρ­γει­α, δέν θέ­λου­με νά ἀ­γνο­ή­σου­με τό ὅτι ὁ­ρί­ζε­ται ταυ­τό­χρο­να ὡς ἀρετή ἤ τέ­λος πάν­των ὡς κά­τι πού ἔ­χει νά κά­νει μέ τήν ἀρετή (ἀ­ρε­τή τις ἤ μέτ’ ἀ­ρε­τῆς, 1155a 4) καί συ­νε­πῶς ὅτι σχε­τί­ζε­ται οὐ­σι­ω­δῶς μέ τήν ἕξιν. Καί μά­λι­στα, ὁ ἴδι­ος ὁ Ἀριστοτέλης δι­α­κρί­νει ρη­τά τή φι­λί­α ὡς ἕξιν καί ὡς ἐ­νέρ­γει­αν: ὥ­σπερ δ’ ἐ­πί τῶν ἀ­ρε­τῶν οἱ μέν καθ’ ἕξιν οἱ δέ κατ’ ἐ­νέρ­γει­αν ἀ­γα­θοί λέ­γον­ται, οὕ­τω καί ἐ­πί τῆς φι­λί­ας (1157b 6-8). Ὡ­στό­σο, εἶ­ναι προ­φα­νές ὅτι τά βι­βλί­α τῶν ΗΝ πού ἀ­να­λύ­ουν τό πρό­βλη­μα τῆς φι­λί­ας το­νί­ζουν τήν ἐκ­δή­λω­σή της ὡς ἐνέργειας. Πρός ἀ­πο­φυ­γή κά­θε πα­ρερ­μη­νεί­ας, ἄς στα­θοῦ­με στίς πα­ρα­κά­τω κοι­νῶς ἀ­πο­δεκτές θέ­σεις: α) ὁ Ἀριστοτέλης ἀ­να­λύ­ει τή φι­λί­αν κυ­ρί­ως ὡς μι­ά μορ­φή τοῦ φι­λεῖν, δη­λα­δή ἐνεργείας. Γιά αὐτό καί ἡ ἀ­ναί­ρε­ση τοῦ στοι­χεί­ου τῆς ἐ­νεργεί­ας, χω­ρίς νά κα­τα­λύ­ει αὐ­τό­μα­τα καί τή φι­λί­αν, τήν ναρ­κο­θε­τεῖ καί τήν κα­τα­δι­κά­ζει σι­γά-σι­γά στή λή­θη (1157b 10-12). Στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἐ­άν ἡ φι­λί­α ὡς ἐ­νέρ­γει­α, δη­λα­δή γιά πα­ρά­δειγ­μα ὡς συζῆν τῶν δύ­ο φί­λων, παύ­σει νά ὑ­φί­στα­ται, δέν ὑπάρχει πλέ­ον ἀ­λη­θι­νή φι­λί­α, β) ἡ τέ­λει­α φι­λί­α με­γι­στο­ποι­εῖ αὐτό τό συ­στα­τι­κό του φι­λεῖν (βλ. πα­ρα­κά­τω). Συ­νε­πῶς ἡ πε­ρι­πέ­τει­α τῆς φι­λί­ας ὡς ἐνεργείας εἶ­ναι ταυ­τό­χρο­να καί ἡ μοίρα τῆς φι­λί­ας κα­θε­αυ­τῆς.

ΙΙΙ

Ὑπεν­θυ­μί­ζου­με τό ζη­τού­με­νο: τό στοι­χεῖ­ο τοῦ πα­ρά ἔ­χει ἠθικό πε­ρι­ε­χό­με­νο, μπο­ρεῖ δη­λα­δή νά πε­ρι­γρά­φει τήν ἠ­θι­κή ποι­ό­τη­τα μιᾶς πρά­ξε­ως. Στό ἐ­πί­πε­δο τῆς φι­λί­ας, ἡ δο­μή τοῦ πα­ρά ἀ­πο­τε­λεῖ τό τε­λι­κό κρι­τή­ρι­ο δι­ά­κρι­σης τῆς φι­λί­ας κάτ’ ἀ­ρε­τήν ἀ­πό αὐ­τές κα­τά συμβεβηκός (τίς κα­τά τό ἡδύ καί τό χρή­σι­μον). Θά δει­χθεῖ ὅτι οἱ δύ­ο τε­λευ­ταῖ­ες φι­λί­ες ὡς ἠ­θι­κές συμ­πε­ρι­φο­ρές ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ται ἀ­πό τήν ἀρετή καί τήν εὐ­πρα­ξί­αν, στό μέ­τρο πού αὐ­τοσ­υνει­δη­το­ποι­οῦ­νται ὡς ἕνα εἶ­δος ποι­ή­σε­ως.

1. α) [αἱ φι­λί­αι κα­τά τό ἡ­δύ καί τό χρή­σι­μον] κα­τά συμ­βε­βη­κός εἰ­σιν. Οὐ γάρ ᾖ ἐ­στίν οἷ­ό­σπερ ἐ­στιν ὁ φι­λού­με­νος, ταύ­τῃ φι­λεῖ­ται, ἀλλ’ ᾖ πο­ρί­ζου­σιν οἱ μέν ἀ­γα­θόν τι οἱ δ’ ἡ­δο­νήν (1156a 20)·

β) ἐ­πί το­σοῦ­τον γάρ εἰ­σιν ἡ­δεῖς ἐφ’ ὅσον ἐλ­πί­δας ἔ­χου­σιν ἀ­γα­θοῦ (1156a 30-31)·

γ) ἐ­κεί­νων γάρ ἦσαν φί­λοι. Ὧν ἀ­πο­λι­πόν­των εὔ­λο­γον τό μή φι­λεῖν (1156b 4-5)·

δ) δι­ά ταῦτα γάρ τῆς φι­λί­ας οὔ­σης δι­ά­λυ­σις γί­νε­ται, ἐ­πει­δάν μή γί­νηται ὧν ἕνεκα ἐ­φί­λουν (1164a 9-11)·

ε) οἱ χρή­σι­μοι δέ καί οἱ ἡ­δεῖς ἐ­πί πλει­ον δι­α­μέ­νου­σιν. Ἕ­ως γάρ ἄν πορί­ζον­σιν ἡ­δο­νάς ἤ ὠ­φέ­λει­ας ἀλ­λή­λοις (1159b 12).

Ἡ βα­σι­κή ἀ­ρι­στο­τε­λι­κή ἰ­δέ­α εἶ­ναι ὅτι αὐ­τές οἱ φι­λί­ες δέν ἔ­χουν « χαρακτήρα, δέν ἔχουν τή μο­νι­μό­τη­τα ἐ­κεί­νη πού ἀ­πο­τε­λεῖ στα­θε­ρό στοι­χεῖ­ο τῆς εὐ­δαι­μο­νί­ας. Ὁ­λες οἱ πα­ρα­πά­νω πα­ρα­πομ­πές φέρ­νουν, ὅμως, εἰ­δι­κό­τε­ρα στήν ἐ­πι­φά­νει­α τόν τρό­πο παύ­σης μιᾶς φι­λί­ας κα­τά τό ἡ­δύ ἤ τό χρή­σι­μον. Πρό­κει­ται γιά τήν ἁ­πλή πα­ρα­τή­ρη­ση ὅτι αὐ­τες οἱ φι­λί­ες ἔ­χουν ἕνα χρο­νι­κό τέ­λος πού κα­θο­ρί­ζε­ται ἀ­πό τή λή­ξη τοῦ κοι­νοῦ συμ­φέ­ρον­τος, στή βά­ση τοῦ ὁ­ποί­ου καί εἶ­χαν δη­μι­ουρ­γη­θεῖ. Συ­νή­θως αὐτές οἱ προ­τά­σεις νο­οῦν­ται ἀρ­νη­τι­κά, μέ τήν ἔν­νοι­α ὅτι τό στοι­χεῖ­ο τοῦ συμ­φέ­ρον­τος ἔ­χει ἀ­πο­λε­σθεῖ καί ὅτι συ­νε­πῶς ἡ φι­λί­α κα­τα­στρέ­φε­ται ἐξ αἰ­τί­ας τῆς ἔλ­λει­ψης ὁ­ποι­ου­δή­πο­τε ὀ­φέ­λους.

Ἡ θε­τι­κή τους, ὡ­στό­σο, ἀ­νά­γνω­ση (ὅπως τήν ὑ­πο­νο­οῦν ὅλα καί τήν ἐ­πε­ξη­γοῦν τά δύ­ο τε­λευ­ταί­α ἀ­πο­σπά­σμα­τα) θά ἦ­ταν πι­ό γό­νι­μη. Οἱ φι­λί­ες αὐτές παύ­ουν ἅ­παξ τό ἔρ­γο τους ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ, δη­λα­δή ὅταν τό συγ­κε­κρι­μέ­νο ὄ­φε­λος πού ἀ­να­με­νό­ταν, ὁ λό­γος πού τίς συν­τη­ροῦ­σε, γί­νει πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Μό­λις ἐ­πι­τευ­χθεῖ ὁ στό­χος, δη­λα­δή τό συμ­φέ­ρον, ἡ ἴ­δια ἡ πρᾶ­ξις (φι­λί­α) πε­ρα­τώ­νε­ται. Ὑ­πό αὐτήν τήν ἔν­νοι­α τό εὐ­με­τά­βο­λο δέν προ­κύ­πτει κατ’ ἀ­νάγ­κη ἀ­πό τή δι­ά­λυ­ση ἀ­πο­τυ­χη­μέ­νων φι­λι­κῶν σχέ­σε­ων ἀλλά δη­λώ­νει ὅτι αὐτή ἡ φι­λί­α δέν ἔ­χει μέ­σα της τό τέ­λος τῆς κι­νή­σε­ώς της, στο­χεύ­ον­τας κά­θε φορά σέ ἕνα ἐ­ξω­τε­ρι­κό τέ­λος, στούς κα­νό­νες τοῦ ὁ­ποί­ου καί ὑ­πό­κει­ται. Κα­θώς αὐτό τό τέ­λος, τό χρή­σι­μον, εἶ­ναι ἀ­πό τή φύ­ση του ἀ­στα­θές καί σχε­τι­κό (1156a 22), ἀ­στα­θής εἶ­ναι καί ἡ φι­λί­α.

Μπο­ροῦ­με νά πε­ρι­γρά­φου­με τό ἴδιο πράγμα μέ ἕναν ἄλ­λον τρό­πο. Τό τέ­λος τῆς φι­λί­ας κα­τά τό χρή­σι­μον δέν εἶ­ναι μό­νον ἕνα χρο­νι­κό τέ­λος ἀλλά συ­νι­στᾶ στήν οὐ­σί­α καί τή στιγ­μή τῆς ὁ­λο­κλή­ρω­σής της. Δη­λα­δή, πρίν τήν ἐ­πί­τευ­ξη τοῦ κοι­νοῦ συμ­φέ­ρον­τος δέν ἔ­χει ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ ἡ ἐν λό­γω φι­λί­α, δέν ἔ­χει ἀ­πο­δει­χθεῖ. Ἐ­άν κά­ποιος ἀ­πό τους φί­λους δέν ἀ­πο­κτή­σει αὐτό πού περί­με­νε ἀ­πό τή φι­λι­κή σχέ­ση, τό­τε μπο­ρεῖ νά ἰ­σχυ­ρι­σθεῖ ὅτι ἡ τε­λευ­ταί­α δέν ὑ­πῆρ­ξε πο­τέ. Μέ ἀλλά λό­γι­α, ἡ φι­λί­α προ­σμε­τρᾶ­ται μέ βά­ση τήν ἴ­δια τήν πα­ρα­γω­γή τοῦ στό­χου καί δέν ὑπάρχει πα­ρά μό­νο ἐ­άν αὐτός ὑ­λο­ποι­η­θεῖ. Αὐτό δη­λώ­νε­ται ἤδη στίς δι­α­τυ­πώ­σεις πού πε­ρι­γρά­φουν τίς κα­τώ­τε­ρες μορ­φές φι­λί­ας: αὐτές οἱ φι­λί­ες ὑ­φί­σταν­ται ᾖ πο­ρί­ζου­σιν οἱ μέν ἀ­γα­θόν τι οἱ δ’ ἡ­δο­νήν (1156a 11-20). Τό τέ­λος πού πε­ρα­τώ­νει τή φι­λί­α αὐτή εἶ­ναι καί ἐ­κεῖ­νο πού γιά πρώ­τη φο­ρά τήν ὁ­λο­κλη­ρώ­νει, πού ἀ­πο­τε­λεῖ τό μέ­τρο τῆς ἐμ­φἀ­νι­σής της.[11]

Ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα θά κά­νει σα­φέ­στε­ρη αὐ­τή τήν κα­τώ­τε­ρη μορ­φή φι­λί­ας. Ἄς ὑ­πο­θέ­σου­με ὅτι ἀ­να­πτύσ­σε­ται μί­α φι­λί­α ἀ­νά­με­σα σέ ἕναν δά­σκα­λο καί τόν μα­θη­τή του βα­σι­σμέ­νη στό χρή­σι­μον, δη­λα­δή στήν ἀρ­χή ὅτι ἡ χρη­σι­μό­τη­τα καί τό ἀ­γα­θόν εἶ­ναι ταυ­τό­ση­μα. Ἄς ὑ­πο­θέ­σου­με ἐ­πί­σης ὅτι αὐτή ἡ φι­λί­α εἶ­ναι εἰ­λι­κρι­νής, ὑ­πό τήν ἔν­νοι­α ὅτι καί οἱ δύ­ο φί­λοι δέν εἶ­ναι φει­δω­λοί ὡς πρός τό φι­λεῖν καί ὅτι δέν ὑ­πό­σχον­ται νά προ­σφέ­ρουν κά­τι πού εἶ­ναι ἀ­νί­κα­νοι νά πα­ρά­σχουν. Στό ἀρ­χαι­ο-ἑλ­λη­νι­κό πλαί­σι­ο, ὁ δά­σκα­λος προ­σφέ­ρει στόν μα­θη­τή γνώ­ση καί ὁ μα­θη­τής, ὁ ὁποῖος κα­τα­νο­εῖ τή γνώ­ση ὡς κά­τι χρή­σι­μο, ἀν­τι­προ­σφέ­ρει στόν δά­σκα­λο ἡ­δο­νή. Αὐτό τό κλασ­σι­κό πα­ρά­δειγ­μα ὡ­στό­σο πε­ρι­γρά­φει, μέ ἀ­ρι­στο­τε­λι­κούς ὅρους, μί­α κα­τώ­τε­ρη μορ­φή φι­λί­ας. Ἀ­πό τήν ὀ­πτι­κή του τέ­λους της, τοῦ­το ση­μαί­νει: α) ὅταν ὁ μα­θη­τής ἐ­κτι­μή­σει ὅτι ὁ δά­σκα­λός του δέν ἔ­χει τί­πο­τε πε­ρισ­σό­τε­ρο νά τοῦ δι­δά­ξει, θά εἶ­ναι ‘ἠ­θι­κά’ ἐ­λεύ­θε­ρος νά δι­α­κό­ψει τή φι­λί­α τους, β) αὐτή ἡ ἀ­πό­φα­ση (τό τέ­λος) δι­και­ο­λο­γεῖ­ται πα­ρά τό γε­γο­νός ὅτι ὁ ἴδιος ὁ δά­σκα­λος δέν ἄλλα­ξε καί πα­ρά τό ὅτι συ­νε­χί­ζει νά προ­σφέ­ρει ὅ,τι ὑ­πο­σχέ­θη­κε, γ) τό χρο­νι­κό ση­μεῖ­ο τῆς παύ­σης τῆς φι­λί­ας ἀ­πο­τε­λεῖ καί τήν πρώ­τη στιγ­μή πού ὁ μα­θη­τής εἶ­ναι σέ θέ­ση νά συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει ἀ­να­δρο­μι­κά τήν ποι­ό­τη­τα καί τό βά­θος τῆς φι­λί­ας, δη­λα­δή τήν ἔ­κτα­ση τῆς χρη­σι­μό­τη­τας καί τῆς ὑ­λο­ποί­η­σής της.

Μά αὐτός ἀ­κρι­βῶς εἶ­ναι ὁ ὁ­ρι­σμός τῆς κι­νή­σε­ως στό βι­βλί­ο X τῶν ΗΝ: ἐν χρόνῳ γάρ πᾶ­σα κί­νη­σις καί τέ­λους τι­νός, οἷ­ον ἡ οἰ­κο­δο­μι­κή, καί τε­λεί­α ὅταν ποι­ή­σῃ οὗ ἐ­φί­ε­ται (1174a 19-21). Ὁ ὁ­ρι­σμός αὐτός ἔχει ὡς στό­χο του τόν κα­θο­ρι­σμό τῆς εὐ­δαι­μο­νί­ας ὡς ἐνεργείας. Ἡ δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα στήν κίνη­σιν/τέ­χνην καί τήν ἐ­νέρ­γει­αν/πρᾶ­ξιν ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει τήν ἀ­νά­λυ­ση τῶν Με­τά τά Φυ­σι­κά (1048b). Κά­θε πρᾶ­ξις εἶ­ναι ἐ­νέρ­γει­α καί ἡ εὐ­δαι­μο­νί­α, ὡς τέ­λος τῆς πρά­ξε­ως, ὑ­φί­στα­ται καί αὐτή ὡς ἐ­νέρ­γει­α. Οἱ κα­τώ­τε­ρες λοι­πόν φι­λί­ες ἔχουν τή δο­μή πού ἔ­χει ἡ κί­νη­σις καί ὄ­χι αὐ­τή τῆς ἐνεργείας, δέν μπο­ροῦν ὡς ἐκ τού­του νά ἀ­ξι­ώ­σουν ὅτι ἀ­πο­τε­λοῦν ἠθική πρᾶ­ξιν, δη­λα­δή ἐ­νέρ­γει­αν, στή γνή­σι­α μορ­φή της.

Ὑ­πό αὐτήν τήν ὀ­πτι­κή, τό γε­γο­νός ὅτι ἡ πρᾶ­ξις τε­λει­ώ­νει μό­λις ἐ­πι­τευ­χθεῖ ὁ στό­χος της (τέ­λος) δεί­χνει ὅτι βρι­σκό­μα­στε στό ἐ­πί­πε­δό της ποι­ήσε­ως, ὅπου ἡ πρᾶ­ξις παύ­ει νά ὑ­φί­στα­ται ἀ­πό τή στιγ­μή (ἅ­μα) πού τό ἔργο πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ (Φυ­σι­κά, 201b 11). Ἡ φι­λί­α νο­εῖ­ται δη­λα­δή ἐ­δῶ ὡς μί­α τέ­χνη πού «οἰ­κο­δο­μεῖ» τό κοι­νό συμ­φέ­ρον καί ἔ­χει ὡς τέ­λος της τό ἴδιο τό οἰ­κο­δό­μη­μα ἐ­νερ­γείᾳ. Νο­εῖ­ται καί ὡς κί­νη­σις ἄν ἰ­δω­θεῖ ὡς πρός τόν χρό­νο τῆς τε­λει­ο­ποί­η­σής της.

Ἡ ἀπόδειξη, συ­νε­πῶς, τῆς κα­τω­τε­ρό­τη­τας αὐτῶν τῶν φι­λι­ῶν μπο­ρεῖ νά θε­με­λι­ω­θεῖ στή βά­ση δύ­ο ξε­χω­ρι­στῶν προ­κει­μέ­νων, ἀ­πό τή μί­α πλευ­ρά στήν πα­ρα­τή­ρη­ση τῶν φαι­νο­μέ­νων καί ἐν­δό­ξων σχε­τι­κά μέ τή συμ­πε­ρι­φο­ρά ὅσων προ­σμέ­νουν ἀ­πό τή φι­λί­α ἕνα συγ­κε­κρι­μέ­νο κέρ­δος, καί ἀ­πό τήν ἄλ­λη, στή θε­με­λι­ώ­δη δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα στά ζεύ­γη: ποί­η­σις/κί­νη­σις καί πρᾶ­ξις/ἐ­νέρ­γει­α. Στό μέ­τρο πού οἱ πα­ρα­πά­νω φι­λί­ες δεί­χθη­καν νά ἀ­νή­κουν μορ­φι­κά στήν κα­τη­γο­ρί­α τῆς ποι­ή­σε­ως, ἡ ἴδια ἡ ἠθική τους ποι­ό­τη­τα ἔ­χει ἤδη ἀ­πο­φα­σι­σθεῖ.

Τε­λεί­ως δι­α­φο­ρε­τι­κή εἶ­ναι ἡ πε­ρί­πτω­ση παύ­σης τῆς φι­λί­ας κατ’ ἀ­ρε­τή. Ὁ Ἀριστοτέλης δέν ὑ­πο­πί­πτει στό ὀ­λί­σθη­μα νά θε­ω­ρή­σει ἀ­δύ­να­τη μι­ά τέ­τοια παύ­ση, ὅπως ἴσως προ­δι­α­θέ­τει ἡ ἐ­πι­μο­νή στή μο­νι­μό­τη­τα τῆς φι­λί­ας αὐτῆς. Τό βι­βλί­ο IX, iii, πού ἀ­να­πτύσ­σει τήν ἀ­πο­ρί­α πε­ρί τῆς δυ­να­τό­τη­τας δι­ά­λυ­σης μιᾶς τέ­λει­ας φι­λί­ας, δεί­χνει κα­θα­ρά ὅτι ἡ δι­ά­λυ­ση σέ αὐτήν τήν πε­ρί­πτω­ση δέν ση­μαί­νει ταυ­τό­χρο­να καί τήν ὁ­λο­κλή­ρω­ση τῆς ἐν λό­γω φι­λί­ας. Στήν πραγ­μα­τι­κή φι­λί­αν ἰ­σχύ­ει λοι­πόν ὅ,τι καί γιά κά­θε ἐ­νέρ­γει­αν: ζεῖ κα­νείς τή φι­λί­αν ἐ­νερ­γείᾳ καί τήν ἔ­χει ἤδη ζή­σει (βλ. 1048b). Ἡ δι­ά­λυ­ση δέν ὀ­φεί­λε­ται στήν ἐ­πί­τευ­ξη ἐνος στό­χου ἔ­ξω ἀ­πό τήν ἴ­δια τήν πρᾶ­ξιν ἀλλά στήν ἀλ­λοί­ω­ση τῆς ποι­ό­τη­τας τῆς ἴ­διας της πρά­ξε­ως, τῆς φι­λι­κῆς σχέ­σης. Ὅ­ταν, γιά πα­ρά­δειγ­μα, ὁ φί­λος κα­ταν­τᾶ, μο­χθη­ρός σέ τέ­τοιο βαθ­μό πού εἶναι ἀ­δύ­να­τη ἡ ἴ­α­σή του, τό­τε δι­και­ού­μα­στε νά ἀ­πο­μα­κρυν­θοῦ­με ἀ­πό αὐτόν: οὐ γάρ τᾦ τοι­ού­τῳ φί­λος ἦν. Ἀλ­λοι­ω­θέν­τα οὖν ἀ­δυ­να­τῶν ἀ­να­σῶ­σαι ἀ­φί­σταται (1165b 22-23). Τό ρῆ­μα ἀ­φί­στα­ται δεί­χνει ὅτι ἡ δι­α­κο­πή εἶ­ναι τρό­πον τι­νά βί­αι­η, ὅπως συμ­βαί­νει καί μέ τήν ἴ­δια τήν εὐ­δαι­μο­νί­α ὅταν δι­α­κό­πτε­ται συγ­κρου­ό­με­νη μέ τήν τύ­χη, ἐ­ναρ­γές πα­ρά­δειγ­μα τῆς ὁ­ποί­ας εἶ­ναι ἡ ἀ­πώλει­α τῶν φί­λων (1099b). Τό ἄ­δο­ξο αὐτό τέ­λος δέν κα­τα­στρέ­φει, ἄλ­λω­στε, τήν ἀ­ξία τῆς φι­λί­ας πού ὑ­πῆρ­ξε, ὡς ἐ­άν ἡ τε­λευ­ταί­α νά ἔ­μει­νε ἀ­νο­λο­κλήρω­τη, ἐν­δεήης. Γιά αὐτό καί δέν πρέ­πει, συ­νε­χί­ζει ὁ Ἀριστοτέλης, νά συμπε­ρι­φε­ρό­μα­στε στούς πρώ­ην φί­λους σάν νά μήν ὑ­πῆρ­ξαν πο­τέ φί­λοι μας (1665b 30-35).

2. α) [ἡ φι­λί­α καθ’ ἑ­αυ­τήν] δο­κεῖ δ’ ἐν τᾦ φι­λεῖν μᾶλ­λον ἤ ἐν τᾦ φι­λεῖ­σθαι εἶναι (1159a 27)·

β) φι­λη­τι­κός δέ ὁ ἐν τῷ φι­λεῖν χαί­ρων μᾶλ­λον ἤ τῷ φι­λεῖ­σθαι, ἐ­κεῖ­νος δέ φι­λού­με­νος μᾶλ­λον, [γιά τόν φι­λη­τι­κό ἰ­σχύ­ει ὅτι] ἔ­νε­στι γάρ ἀ­νάγ­κη ἐ­νερ­γοῦν­τι. Τό μέν γάρ φι­λεῖ­σθαι συμ­βε­βη­κός (1239a 28-32)·

γ) οἱ πολ­λοί δέ δο­κοῦ­σι δι­ά φι­λο­τι­μί­αν βού­λε­σθ­αι φι­λεῖ­σθαι μᾶλ­λον ἤ φι­λεῖν, δι­ό φι­λο­κό­λα­κες οἱ πολ­λοί (1159a 12-15).

Ἀρ­χι­κά ὁ Ἀριστοτέλης φαί­νε­ται νά ἀ­να­φέ­ρε­ται σέ κά­θε εἶ­δος φι­λί­ας καί νά ἐ­πι­ση­μαί­νει ὅτι ἡ φι­λί­α ὡς τέ­τοια συ­νί­στα­ται στήν ἐ­νέρ­γει­αν τοῦ φι­λεῖν. Καί πράγ­μα­τι μί­α τέ­τοια το­πο­θέ­τη­ση θά συν­ταί­ρι­α­ζε μέ τή βα­σι­κή ἀρ­χή πού θέ­λει τή φι­λί­αν νά ὑ­πάρ­χει τοῦ φί­λου ἕνεκα. Στήν ἴδια συ­νά­φει­α ἀ­νή­κει καί ἡ προϋ­πό­θε­ση τοῦ συ­ζῆν, τῆς ἄ­με­σης ἐ­πα­φῆς τῶν φί­λων, ἀφοῦ καί αὐτή ἐ­ξα­σφα­λί­ζει στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τό φι­λεῖν ὡς ἐ­νέρ­γει­αν καί ὄ­χι ὡς ἁ­πλή δι­ά­θε­ση. Γιά αὐτό καί ἡ ἀ­προ­ση­γο­ρί­α κα­τα­στρέ­φει τή φι­λί­αν, ἀφοῦ τήν ἀ­δρανο­ποι­εῖ ὡς ἐ­νέρ­γει­αν (1157b 10-15). Πα­ράλ­λη­λα, οἱ κα­τώ­τε­ρες φι­λί­ες προ­σκολ­λῶν­ται στό φι­λεῖ­σθαι καί κα­τη­γο­ρι­ο­ποι­οῦν­ται ὡς συμ­βε­βη­κός. Ἐξ ἄλ­λου πα­ρα­πέμ­πουν στήν κο­λα­κεί­α, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­χε, ἤδη στό δεύ­τε­ρο βι­βλί­ο τῶν ΗΝ, ὁ­ρι­σθεῖ ὡς τό κα­τώ­τε­ρο ἄ­κρο, ὡς ἔλ­λει­ψη τῆς φι­λί­ας. Τοῦ­το ση­μαί­νει ὅτι κά­θε φορά πού ἡ φι­λί­α βα­σί­ζε­ται στό φι­λεῖν ὑ­πο­βι­βά­ζε­ται ὡς φι­λί­α καί τε­λι­κά ὡς ἠθική πρᾶ­ξις. Κα­τα­δι­κά­ζε­ται ἐκ τῶν προ­τέ­ρων ὡς κα­κί­α.

Εἶ­ναι, βέ­βαι­α, προ­φα­νές ὅτι ἡ ταύ­τι­ση τῆς φι­λί­ας μέ τήν ἐ­νέρ­γει­αν τοῦ φι­λεῖν κυ­ρι­ο­λε­κτεῖ μό­νον στήν τέ­λει­α φι­λί­αν. Ἐ­δῶ, μά­λι­στα, δέν πρέ­πει νά γί­νε­ται λό­γος γιά φι­λεῖν καί φι­λεῖ­σθαι. Αὐτή ἡ δι­χο­τό­μη­ση ἀ­νά­με­σα σέ μι­ά ἐ­νέρ­γει­αν καί σέ ἕνα πά­σχειν θά ἦ­ταν ἤδη ὕ­πο­πτη. Στή φι­λί­αν κατ’ ἀ­ρε­τή ἰ­δι­ά­ζει μό­νον τό ζεῦ­γος φί­λη­σις-ἀν­τι­φί­λη­σις, πού ἐ­ξα­σφα­λί­ζει τό ὅτι ἡ φι­λι­κή σχέ­ση ἀ­να­πτύσ­σε­ται σέ ὅλο της τό φά­σμα στό ἐ­πί­πε­δό της ἐνεργείας.

Εἶ­ναι ἄλ­λο­ο­στε πρό­δη­λο, πα­ρά τήν ἔλ­λει­ψη μιᾶς σα­φοῦς δι­α­τύ­πω­σης τοῦ Ἀ­ρι­στο­τέ­λη, ὅτι οἱ κα­τώ­τε­ρες φι­λί­ες δί­δουν προ­τε­ραι­ό­τη­τα στό φι­λεῖ­σθαι, κα­θώς ἐ­πι­κεν­τρώ­νουν τήν προ­σο­χή τους στό ὄ­φε­λος πού θά προ­κύ­ψει. Εἴ­δα­με μά­λι­στα ὅτι, ὅταν τό ἀ­να­με­νό­με­νο ὄ­φε­λος δέν ἀ­πο­κτη­θεῖ ἤ ἀν­τι­θέ­τως ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ, αὐτές οἱ φι­λί­ες δι­α­λύ­ον­ται. Καί ἡ γνω­στή δι­α­τύ­πω­ση πού συ­νο­δεύ­ει σέ ὅλα τά ΗΝ αὐτές τίς φι­λί­ες ([ὁ φί­λος] ᾖ ἡδ­ύς ἤ χρή­σι­μος) τό ἴ­διο πράγμα ἐν­νο­οῦ­σε. Αὐτές οἱ ποι­ό­τη­τες ἀ­φο­ροῦν τό φι­λεῖ­σθαι ὡς ὄφε­λος πού λαμ­βά­νε­ται (1156a 10). Στήν οὐσία, αὐτή ἡ προ­σέγ­γι­ση ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει τήν προ­η­γού­με­νη πα­ρα­τή­ρη­ση σχε­τι­κά μέ τή φι­λί­α ὡς ποί­η­σιν. Τό ὅτι ἡ φι­λί­α αὐτή πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται μό­νον ἐ­άν ὑ­λο­ποι­η­θεῖ τό κοι­νό συμ­φέ­ρον ση­μαί­νει ὅτι πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται μό­νον ὅταν ἱ­κα­νο­ποι­η­θεῖ τό φι­λεῖ­σθαι, τό πο­ρί­ζε­σθαι κά­τι ὠ­φέ­λι­μο. Τό πρό­σθε­το στοι­χεῖ­ο εἶ­ναι ὅτι αὐτό τό ἔρ­γο, ἡ ὑ­λο­ποί­η­ση κά­τι χρή­σι­μου, με­τα­θέ­τει τό νό­η­μα τῆς φι­λί­ας στό φι­λεῖ­σθαι, στό εὖ πά­σχειν.

2.2. ἡ φι­λί­α ἡ πρώ­τη... τό ἔρ­γον αὐ­τῆς ἐ­νέρ­γει­α, αὕ­τη δ’ οὐκ ἔ­ξω ἀλλ’ ἐν αὐ­τῷ τῷ φι­λοῦ­ντι. Δυ­νά­με­ως δέ πά­σης ἔ­ξω, ἤ γάρ ἐν ἑ­τέρῳ ἤ ᾗ ἕ­τε­ρον... τό μέν γάρ φι­λεῖ­σθαι οὐ τόν φι­λη­τόν ἐ­νέρ­γει­α (Ἠ­θι­κά Ἐν­δή­μει­α [HE], 1237a 35-38).

Ἡ τέ­λει­α φι­λί­α ταυ­τί­ζε­ται μέ ἐ­νέρ­γει­αν καί ἀν­τι­τί­θε­ται στήν ἔν­νοι­α τῆς δυνά­με­ως. Ταυ­τό­χρο­να, ἡ ἐ­νέρ­γει­α ταυ­τί­ζε­ται μέ τό φι­λεῖν, καί τό φι­λεῖ­σθαι ὁ­ρί­ζε­ται ὡς τό ἐ­νάν­τιο τῆς ἐνεργείας καί συ­νε­πῶς φαί­νε­ται νά ταυ­τί­ζε­ται μέ τήν ἔν­νοι­α τῆς δυνά­με­ως. Ἡ σα­φῶς ἀ­πο­κλει­στι­κή ἀ­να­φο­ρά στήν πρώ­τη φι­λί­αν κα­θώς καί ὁ συλ­λο­γι­σμός πού ἀ­να­πτύ­ξα­με προ­η­γου­μέ­νως μᾶς ὁ­δη­γοῦν στίς ἑ­νό­τη­τες: πρώ­τη φι­λί­α/φι­λεῖν/ἐ­νέρ­γει­α, κα­τώ­τε­ραι φι­λί­αι / φι­λεῖ­σθαι/δύ­να­μις. Ὅ­μως, μι­ά τέ­τοια θέ­ση μᾶς ἐ­πα­να­φέ­ρει στήν ὁ­δό τῆς ἀρ­χι­κῆς μας ὑ­πό­θε­σης. Τό ἐμ­πει­ρι­κό δε­δο­μέ­νο (φαι­νό­με­νο) (σύμ­φω­να μέ τό ὁποῖο ὁ φί­λος κατ’ ἀρετή ἑ­στι­ά­ζει τή συμ­πε­ρι­φο­ρά του στό φι­λεῖν ἐ­νῶ οἱ ὑ­πό­λοιπες φι­λί­ες στό τί θά καρ­πω­θοῦν) λαμ­βά­νει ἕνα ξε­χω­ρι­στό ἠ­θι­κό πε­ρι­ε­χό­με­νο, κα­θώς δεί­χνει ὅτι ἡ προ­τε­ραι­ό­τη­τα τοῦ φι­λεῖ­σθαι, ὅταν παρ’ ἐλ­πί­δα πα­ρα­τη­ρεῖ­ται, ὑ­πο­νο­μεύ­ει τήν ἴδια τήν ἠθική ποι­ό­τη­τα τῆς φι­λί­ας ὡς ἐνεργείας. Ὑ­πό μί­α ἔν­νοι­α, αὐτή ἡ προ­τε­ραι­ό­τη­τα τοῦ φι­λεῖν κα­τα­δι­κά­ζει ἐκ προ­οι­μί­ου καί κά­θε φι­λί­α πού πε­ρι­λαμ­βά­νει τό στοι­χεῖ­ο τῆς ὑ­πε­ρο­χῆς κά­ποιου ἐκ τῶν δύ­ο φί­λων (καθ’ ὑ­πε­ρο­χήν). Τό ὅτι ἐ­δῶ δέν πρό­κει­ται γιά μι­ά πραγ­μα­τι­κή φι­λί­αν, δη­λα­δή τό ὅτι τό κρι­τή­ρι­ο δέν εἶ­ναι ἡ ἴδια ἡ ἠθική ἀ­ξί­α τῶν φί­λων, φαί­νε­ται καί ἀ­πό τό γε­γο­νός ὅτι ἡ βα­ρύ­τη­τα δέν δί­νε­ται πλέ­ον στό φι­λεῖν, ὅπως ται­ριά­ζει σέ κά­θε τέ­λει­α φι­λί­αν, ἀλλά στό φι­λεῖ­σθαι,, κα­θώς ὁ ὑ­πε­ρέ­χων δι­και­οῦ­ται νά ἀ­ξι­ώ­νει πε­ρισ­σό­τε­ρη φι­λί­αν ἀ­πό ὅ,­τι προ­σφέ­ρει (11581) 25-26).

Τί θά σή­μαι­νε, ὅμως, τό νά ὁ­ρί­σει κά­ποιος τή φι­λί­αν ὡς δύ­να­μιν;

Πρίν ἀ­παν­τή­σου­με στό ἐ­ρώ­τη­μα, ἄς ὑ­πεν­θυ­μί­σου­με ὅτι ἡ ὅλη κλι­μά­κω­ση τῆς φι­λί­ας πρός τήν τέ­λει­α ἀρετή πα­ρα­κο­λου­θεῖ τήν ταύ­τι­σή της μέ τήν ἐ­νέρ­γει­αν. Εἰ­δι­κό­τε­ρα, στήν ἀ­πο­ρί­α γιά τό ἐ­άν ὁ αὐ­τάρ­κης ἄν­θρω­πος χρει­ά­ζε­ται φί­λους, ἡ τε­λι­κή ἀ­ρι­στο­τε­λι­κή ἀ­πάν­τη­ση στη­ρι­ζό­ταν στό ἐ­πι­χεί­ρη­μα ὅτι ἡ φι­λί­α ὡς τέ­τοια ἐ­ξα­σφα­λί­ζει τό ἐ­νερ­γείᾳ τῆς εὐ­δαι­μο­νί­ας. Ὅ­ταν κά­ποιος δι­ά­γει τόν βί­ο του δί­πλα σέ φί­λους, ἡ ὅποι­α του πρᾶ­ξις γί­νε­ται εὐ­κο­λό­τε­ρη κα­θώς οὐ γάρ ῥᾴ­δι­ον καθ’ αὐ­τόν ἐ­νερ­γεῖν συ­νε­χῶς (1170a 7). Ἡ ἐμ­μέ­νειαά τῆς πρά­ξε­ως, πού θά κο­ρυ­φω­θεῖ στήν αὐ­το­συ­νει­δη­σί­α της (: αἰσθα­νό­με­νον ὅτι ἐ­στι, 1170a 31), δέν θί­γε­ται ἀ­πό τό γε­γο­νός ὅτι ἡ φι­λί­α ὡς τέ­τοια ἀ­να­φέ­ρε­ται σέ κά­ποιον ἄλ­λον καί δέν νο­εῖ­ται δί­χως τήν ἀν­τι­φί­λη­σιν. Ἀ­κό­μα καί ὡς πρός τόν ἄλ­λον, ἡ φι­λι­κή σχέ­ση εἶ­ναι μι­ά ἐ­νέρ­γει­α. Ὁ ἄλ­λος δέν προ­σφέ­ρει τήν ἀν­τι­φί­λη­σιν ὡς ἕνα εἶ­δος ἀν­ταλ­λάγ­μα­τος, οὔ­τε ἔ­χει νό­η­μα νά μι­λᾶ­με ἐ­δῶ γιά τό φι­λεῖ­σθαι ὡς κάρ­πω­ση κά­ποιας ὠ­φέ­λει­ας, ἀφοῦ εἴ­μα­στε στό ἐ­πί­πε­δό της αὐ­τάρ­κει­ας. Ἐ­άν ὁ φί­λος συ­νι­στᾶ μι­ά 'πη­γή εὐ­δαι­μο­νί­ας’,[12] εἶ­ναι στό μέ­τρο πού μᾶς προ­σφέ­ρει τό θέ­α­μα τῆς ἴδιας τῆς ἐνεργείας (θε­ω­ρεῖν δέ μᾶλ­λον τούς πέ­λας δυνά­με­θα ἤ ἑ­αυ­τούς, 1169b 34-35), στό μέ­τρο πού προ­σαυ­ξά­νει τή δι­κή μας αἴ­σθη­ση τῆς ἐνεργείας (συναι­σθά­νε­σθαι ἄ­ρα δ­εῖ καί τοῦ φί­λου ὅτι ἔστιν, 1170b 11). Ἡ φι­λί­α εἶναι ἡ ὑ­πέρ­βα­ση τῆς ἐμ­μενεί­ας τοῦ ὑ­πο­κει­μέ­νου καί ὁ Ἀριστοτέλης γνω­ρί­ζει ὅτι αὐτή ἡ προϋ­πό­θε­ση εἶναι ὑ­πο­χρε­ω­τι­κή καί δέν ἀ­ναι­ρεῖ τήν ἐμ­μέ­νει­α τῆς ἐνεργείας κα­θε­αυ­τήν.

Τώ­ρα γί­νε­ται σα­φές τό προ­η­γού­με­νο ἐ­ρώ­τη­μα. Ἡ φι­λί­α ὡς δύ­να­μις κα­ταρ­γεῖ τήν ἴδια τή φι­λί­αν ὡς ἠθική πρᾶ­ξιν, δη­λα­δή ὡς ἐ­νέρ­γει­αν, στό μέ­τρο πού τήν ἐν­δι­α­φέ­ρει τό ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς φι­λί­ας, ἔ­τσι ὅπως αὐτό συγ­κε­κρι­με­νο­ποι­εῖ­ται στό φι­λεῖ­σθαι. Τήν ἐν­δι­α­φέ­ρει ποιά με­τα­βο­λή θά πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ στόν ἄλ­λον, ὡς πρός τή χρη­σι­μό­τη­τα καί τό κέρ­δος, ἤ στόν ἴδιον χά­ρη στόν ἄλ­λον. Αὐτό πού ἐ­ξο­ρί­ζε­ται δέν εἶναι βέ­βαι­α ἡ ἴδια ἡ χρη­σι­μό­τη­τα, ἀφοῦ καί ἡ τέ­λει­α φι­λί­α εἶναι καί ἡ­δεί­α καί χρή­σι­μη. Ἐ­ξο­ρί­ζε­ται ἡ χρη­σι­μό­τη­τα ὡς δύ­να­μις, ὡς κά­τι πού θά ὑ­λο­ποι­η­θεῖ μέ­σα σέ κά­τι ἄλ­λο, ὡς κά­τι πού δι­α­χω­ρί­ζει τή φι­λι­κή σχέ­ση σέ ποί­η­σιν καί ἐ­ξω­τε­ρι­κό ἀ­πο­τέ­λε­σμα (1046b 3-5). Γιά αὐτό καί ὁ Ἀριστοτέλης το­νί­ζει ὅτι στίς κα­τώ­τε­ρες φι­λί­ες οἱ φί­λοι δί­δουν καί λαμ­βά­νουν ἡ­δο­νές δι­α­φο­ρε­τι­κῆς ποι­ό­τη­τας (1157a). Γιά αὐτό καί ἐ­πι­μέ­νει ὅτι ἡ χρη­σι­μό­τη­τα καί ἡ ἡ­δο­νή δέν προϋ­πο­θέ­τουν τό συ­ζῆν, δη­λα­δή καί πά­λι τό συναι­σθά­νε­σθαι. Γιά αὐτό καί ὁ,­τι πο­ρί­ζει ὁ φί­λος δέν ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­ναγ­κα­στι­κά καί πη­γή εὐ­χα­ρί­στη­σης, δη­λα­δή ἐνεργείας, γιά τόν ἴδιον (1157b). Παν­τοῦ ἀ­να­δύ­ε­ται τό στοι­χεῖ­ο τῆς ἀ­συ­νέ­χει­ας, στοι­χεῖ­ο δι­α­με­τρι­κά ἀν­τί­θε­το πρός τήν ὀν­το­λο­γι­κή σύ­στα­ση τῆς ἐνεργείας.

Ἀ­νά­γον­τας λοι­πόν τή φι­λί­α κα­τά τό χρή­σι­μον στό φι­λεῖ­σθαι, ὁ Ἀριστοτέλης ἔ­χει δεί­ξει πῶς αὐτό τό 'φαι­νό­με­νο’ τῆς ἀ­φαι­ρεῖ κά­θε ἠθική ση­μα­σί­α στό μέ­τρο πού τήν ταυ­τί­ζει μέ δύ­να­μιν, δη­λα­δή μέ μι­ά ποι­η­τι­κή ἄρ­χη με­τα­βο­λῆς.

2.3. ἀμ­φι­σβή­τη­σιν δ’ ἔ­χει πό­τε­ρα δεῖ τῇ τοῦ π­α­θόν­τος ὠ­φέ­λει­α με­τρεῖν καί πρός ταύ­την ποι­εῖ­σθαι τήν ἀν­τα­πό­δο­σιν, ἤ τῇ τοῦ δρά­σαν­τος εὐ­ερ­γε­σίᾳα ἆρ’ οὖν δι­ά μέν τό χρή­σι­μόν τῆς φι­λί­ας οὔ­σης ἡ τοῦ πα­θόν­τος ὠ­φέ­λει­α μέ­τρον ἐ­στίν... ἐν δέ ταῖς κατ’ ἀ­ρε­τήν ἐγ­κλή­μα­τα μέν οὐκ ἔ­στιν, μέ­τρῳ δ’ ἔ­οι­κεν ἡ τοῦ δρά­σαν­τος προ­αί­ρε­σις (1163a 10-23).

Τό χω­ρί­ο ἀ­να­λύ­ει τήν πε­ρί­πτω­ση τῶν ἄ­νι­σων φι­λι­ῶν καί τή δυ­να­τό­τη­τα νά ἐ­πέλ­θει ἡ ἐ­πι­δι­ω­κό­με­νη ἰ­σό­τη­τα (ἰ­σά­ζειν). Τό κρι­τή­ρι­ο αὐτό εἶναι δι­α­φο­ρε­τι­κό γιά τήν τέ­λει­α φι­λί­αν καί τή φι­λί­αν μέ βά­ση τή χρη­σι­μό­τη­τα. Στήν πρώ­τη, κρι­τή­ρι­ο εἶναι ἡ προ­αί­ρε­ση καί κατ’ ἀ­κο­λου­θί­α ἡ ἴδια ἡ πρᾶ­ξις, δη­λα­δή ἡ ἐ­νέρ­γει­α. Στή δεύ­τε­ρη, κρι­τή­ρι­ο εἶναι ὁ ἴδιος ὁ πα­θών. Τοῦ­το ση­μαί­νει, ὡ­στό­σο, ὅτι ἡ δεύ­τε­ρη νο­εῖ­ται ἀ­ναγ­κα­στι­κά ὡς κί­νη­σις: ἡ φι­λί­α, δη­λα­δή ἡ σχέ­ση φι­λεῖν-φι­λεῖ­σθ­αι, ἑρ­μη­νεύ­ε­ται ὡς πά­σχειν, καί δέν ἀν­τι­με­τωπί­ζε­ται πλέ­ον ὡς ἐ­νέρ­γει­α. Στήν οὐ­σί­α ἡ σχέ­ση φι­λεῖν-φι­λεῖ­σθαι γί­νε­ται ἀ­νάλο­γη μέ τίς κι­νή­σεις τοῦ τύ­που δι­δά­σκειν-μαν­θά­νειν. Ὅ­πως ἐ­ξη­γοῦν τά Φυσι­κά, πρό­κει­ται γιά κι­νή­σεις ὅ­που τό πά­σχειν δι­α­τη­ρεῖ ἀ­κέ­ραι­α τήν πρω­το­κα­θε­δρί­α. Σέ κά­θε κί­νη­σιν ἰ­σχύ­ουν τά ἑξῆς (202a 10 κ.ε.): α) ἐ­στίν ἡ κί­νησις ἐν τῷ κι­νη­τῷ, δη­λα­δή ἡ κί­νη­σις δέν εἶναι ἡ ἐ­νέρ­γει­α αὐ­τοῦ πού κι­νεῖ ἀλ­λά ἡ ἐν­τε­λέ­χει­α τοῦ ἴ­διου τοῦ κι­νη­τοῦ ὡς τέ­τοιου, β) ἡ κί­νη­σις δέν εἶναι μι­ά σχέ­ση δι­πλῆς κα­τεύ­θυν­σης ἀ­νά­με­σα στό κι­νοῦν καί τό κι­νη­τό, ἀλλά μι­ά σχέ­ση ὅ­που ἡ ποί­η­σις ὑ­πά­γε­ται οὐ­σι­α­στι­κά στό πά­σχειν, δέν εἶ­ναι πα­ρά πρός ἐ­ξυ­πη­ρέ­τη­σή του.[13] Κα­τα­νο­οῦ­με λοι­πόν για­τί τό πά­σχειν ὡς κρι­τή­ρι­ο τῆς φι­λί­ας τήν ταυ­τί­ζει αὐ­τό­χρη­μα μέ μι­ά μορ­φή κι­νή­σε­ως, ὅτι αὐ­τή ἡ ταύ­τι­ση κα­ταρ­γεῖ τήν ἴ­δια τή φι­λί­αν ὡς ἰ­σό­τι­μη σχέ­ση τῶν φί­λων, με­τα­τρέ­πει τό φι­λεῖν σέ πρᾶ­ξιν ὑ­πό­λο­γη πρός τό φι­λεῖ­σθ­αι (πού εἶναι ἐκ φύ­σε­ως, δη­λα­δή ὡς πά­σχειν, συμ­βε­βη­κός). Γί­νε­ται τώ­ρα σα­φές τί ση­μαί­νει ἡ πρω­ταρ­χι­κό­τα­τα τοῦ φι­λεῖ­σθαι καί πῶς ὑ­πο­τάσ­σε­ται σέ αὐτήν τό φι­λεῖν ὡς ἐ­νέρ­γει­α. Καί δι­α­σα­φη­νί­ζε­ται πα­ράλ­λη­λα ἡ ἀρ­χι­κή θέ­ση ὅτι οἱ κα­τώ­τε­ρες φι­λί­ες δέν ὁ­λο­κλη­ρώ­νον­ται πα­ρά μό­νον ἐ­άν πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ τό χρή­σι­μον ὡς τέ­τοιο, δη­λα­δή καί πά­λι τό φι­λεῖ­σθαι ὡς εὖ πά­σχειν. Συ­νά­γε­ται, λοι­πόν, γιά ἄλ­λη μι­ά φο­ρά ὅτι ἡ ἐ­πι­μο­νή στήν ἀ­νά­λυ­ση τῶν φαι­νο­μέ­νων ὑ­πο­κρύ­πτει μι­ά θε­ω­ρη­τι­κή στρα­τη­γι­κή: κά­θε φορά πού κα­τα­δι­κά­ζε­ται μι­ά μορ­φή φι­λί­ας, ἐ­ξο­μοι­ώ­νε­ται μέ μι­ά μορ­φή κι­νή­σε­ως/δυ­νά­με­ως.

3.3. οἱ δ’ εὖ πε­ποι­η­κό­τες φι­λοῦ­σι καί ἀ­γα­πῶ­σι τούς εὖ πε­πον­θό­τας... ὅπερ καί ἐ­πί τῶν τε­χνι­τῶν συμ­βέ­βη­κεν. Πᾶς γάρ τό οἰ­κεῖ­ον ἔρ­γον ἀ­γα­πᾶ μᾶλ­λον ἤ ἀ­γα­πη­θεί­η ἄν ὑ­πό τοῦ ἔρ­γου ἐμ­ψύ­χου γε­νο­μέ­νου... τοι­ού­τῳ δή ἔ­οι­κε καί τό τῶν εὐ­ερ­γε­τῶν. Τό γάρ εὖ πε­πον­θός ἔρ­γον ἐ­στίν αὐ­τῶν. Τοῦ­το δή ἀ­γα­πῶ­σι μᾶλ­λον ἤ τό ἔρ­γον τόν ποι­ή­σαν­τα... ἐ­νερ­γείᾳ δέ ὁ ποι­ή­σας τό ἔργον ἔ­στι πώς. στέρ­γει δή τό ἔρ­γον, δι­ό­τι καί τό εἶ­ναι... καί ἡ μέν φί­λη­σις ποι­ή­σει ἔ­οι­κεν, τό φι­λεῖ­σθαι δέ τῶ πά­σχειν (1167b 30-1168a 20).

Αὐτό τό χω­ρί­ο λαμ­βά­νε­ται συ­νή­θως ὡς αὐ­το­νό­η­το καί χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ἐν γέ­νει ὡς ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κό της ἀ­ρι­στο­τε­λι­κῆς θε­ω­ρί­ας γιά τή φι­λί­αν, χω­ρίς κα­νέ­ναν μά­λι­στα δι­σταγ­μό. Οἱ σχο­λι­α­στές ἐ­πι­κεν­τρώ­νουν τό ἐν­δι­α­φέ­ρον τους στήν ταύ­τι­ση τῆς φι­λί­ας μέ τό φι­λεῖν καί τήν ἐ­νέρ­γει­αν καί πα­ρα­γνω­ρί­ζουν τή σκο­τει­νή πλευ­ρά του πού εἶναι ἡ ἐ­ξο­μοί­ω­ση τῆς φι­λί­ας μέ τήν ποί­η­σιν. Κι ὅμως θά ἔ­πρε­πε νά μᾶς βά­λει σέ ἀ­πο­ρί­α τό γε­γο­νός ὅτι ἡ φι­λί­α ὡς ἠθική ἀρετή ταυ­τί­ζε­ται ἐ­δῶ μέ­ τό ἀ­κρι­βές ἀν­τί­θε­το κά­θε πρά­ξε­ως πού εἶναι ἡ ποί­η­σις![14]

Καί πράγ­μα­τι, τό πα­ρα­πά­νω χω­ρί­ο συ­νι­στᾶ γιά τή δι­κή μας ἑρ­μη­νεί­α ἕνα ξαφ­νι­κό ἐμ­πό­δι­ο πού δέν μπο­ροῦ­με νά πα­ρα­κάμ­ψου­με, θε­ω­ρών­τας το ἁ­πλῶς σάν μι­ά με­τα­φο­ρι­κή δι­α­τύ­πω­ση. Ἀν­τί­θε­τα, σπεύ­δου­με νά ση­μει­ώ­σου­με ὅτι ἡ ταύ­τι­ση τοῦ φί­λου μέ τό ἔρ­γο τῆς ποι­ή­σε­ως δέν μπο­ρεῖ νά εὐ­στα­θεῖ στό μέ­τρο πού ἐ­ξα­νε­μί­ζε­ται ἡ ἴδια ἡ ἀν­τι­φί­λη­σις (μι­ά δη­λα­δή ἀ­πό τίς οὐ­σι­ώ­δεις προϋ­πο­θέ­σεις τῆς φι­λί­ας), ὅπως ὑ­πο­νο­εῖ καί ὁ ἴδιος ὁ Ἀριστοτέλης, καί τό κυ­ρι­ό­τε­ρο, στό μέ­τρο πού προ­δι­α­γρά­φε­ται γιά τή φι­λί­αν ἕνα ἐ­ξω­τε­ρι­κό τέ­λος, ἡ ὑ­λο­ποί­η­ση τοῦ «ἔρ­γου» της.

Ἄς πα­ρα­κάμ­ψου­με τίς πα­ρα­πά­νω πα­ρα­τη­ρή­σεις καί τή θε­με­λι­ώ­δη δι­ά­κρι­ση πρά­ξε­ως/ποι­ή­σε­ως, κα­θώς μπο­ρεῖ νά κα­τη­γο­ρη­θοῦ­με γιά λή­ψη τοῦ ζη­του­μέ­νου. Στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, αὐτό τό χω­ρί­ο με­τα­τρέ­πει τήν ἴδια τήν ἔν­νοι­α τῆς ποι­ή­σε­ως καί τοῦ­το μέ δύ­ο τρό­πους. Ἀ­πό τή μι­ά πλευ­ρά, ἡ ποί­ησις δέν ἐ­πι­κεν­τρώ­νε­ται πλέ­ον στήν ὑ­λο­ποί­η­ση τοῦ ἔρ­γου ἀλλά στή δι­α­δι­κα­σί­α αὐτή κα­θε­αυ­τήν, τήν πρᾶ­ξιν τοῦ ποι­οῦν­τος. Ἀ­πό τήν ἄλ­λη, ἡ ποί­η­σις φαί­νε­ται, τρό­πον τι­νά, νά συ­νε­χί­ζε­ται καί με­τά τήν πραγ­μά­τω­ση τοῦ ἔρ­γου ὡς ἀ­γά­πη καί στορ­γή γιά τό ἔρ­γο (ἀ­γα­πῶ­σιν, στέρ­γει), ὡς ἱ­κα­νο­ποί­η­ση πού προ­σφέ­ρει ἡ θέ­α τοῦ ἔρ­γου ὡς ἐ­νερ­γείᾳ ὄντός.[15] Καί οἱ δύ­ο αὐτές δι­α­φο­ρο­ποι­ή­σεις τεί­νουν νά κα­τα­νο­ή­σουν τήν ποί­η­σιν ὄχί ἁ­πλά ὡς πα­ρα­γω­γή ἔρ­γου ἀλλά καί ὡς ἐ­νέρ­γει­αν ἐν ἑ­αυ­τῇ αἱ­ρε­τή καί συ­νε­πῶς ὡς πρᾶ­ξιν (ἡ πα­ρα­γνώ­ρι­ση αὐτῆς της δι­ά­στα­σης ἀ­πο­τε­λεῖ μει­ο­νέ­κτη­μα τῆς ὀρ­θό­δο­ξης ἀ­ρι­στο­τε­λι­κῆς σύλ­λη­ψης τῆς ποι­ή­σε­ως).

Καί αὐτή ἡ ἐ­πε­ξή­γη­ση τοῦ χω­ρί­ου δέν ἱ­κα­νο­ποι­εῖ, ὡ­στό­σο, τή βα­θύ­τε­ρη πρό­θε­σή μας: πρέ­πει, νο­μί­ζου­με, νά συ­νει­δη­το­ποι­η­θεῖ ὅτι ἡ πα­ροῦ­σα συ­ζή­τη­ση δέν ἀ­φο­ρᾶ στήν ἴδια τή φι­λί­αν ἤ του­λά­χι­στον τήν τέ­λει­α φι­λί­αν ἀλλά ἁ­πλῶς καί μό­νο μι­άν ἀρετή πού τῆς μοιά­ζει. Πράγ­μα­τι, τό χω­ρί­ο ἀφορᾶ τήν εὐ­ερ­γε­σί­αν, ἡ ὁ­ποί­α οὐ­δό­λως ὑ­πά­γε­ται στήν ἀρετή της φι­λί­ας.[16] Τοῦ­το ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται, κατ’ ἀρ­χάς, ἀ­πό τή θέ­ση τοῦ χω­ρί­ου: ἕ­πε­ται τῶν πα­ρα­γρά­φων πού ἀ­πα­σχο­λοῦν τήν εὔ­νοι­α καί τήν ὁ­μό­νοι­α ὡς κά­τι πού φι­λι­κῷ ἔ­οι­κεν (1166b 30), χω­ρίς νά συ­νι­στᾶ ὅμως καί μορ­φή φι­λί­ας. Κα­τά δεύ­τε­ρο λό­γο, εἶ­ναι προ­φα­νές ὅτι ἡ εὐ­ερ­γε­σί­α ἐμ­πί­πτει στόν χῶ­ρο τῆς ἐ­λευ­θε­ρι­ό­τη­τος (IV, I), ὅπου καί ἀ­να­φέ­ρε­ται ρη­τά (1120a 35), στή συ­νά­φει­α τῆς ἠθικῆς ἀ­ξί­ας τοῦ εὖ ποι­εῖν σέ σχέ­ση μέ τό εὖ πά­σχειν (1120a 12). Ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται δέ ἀ­πό τή φι­λί­α ὅσο καί ἡ εὔ­νοι­α, στό μέ­τρο δη­λα­δή πού δέν πε­ρι­λαμ­βά­νει στό ἐ­σω­τε­ρι­κό της τήν ἀ­νάγ­κη της ἀν­τι­φι­λή­σε­ως ἤ ἀ­κό­μα καί τῆς προ­σω­πι­κῆς σχέ­σης μέ τόν ἄλ­λον (1155b 33).

Εἴ­μα­στε πλέ­ον σέ θέ­ση νά κα­τα­νο­ή­σου­με, πί­σω ἀ­πό τό γράμ­μα τοῦ κειμέ­νου, τίς οὐ­σι­ώ­δεις σχέ­σεις πού ἔρ­χον­ται στήν ἐ­πι­φά­νει­α. Τά δύ­ο δε­δο­μέ­να πού φω­τί­σα­με (πρῶ­τον, τό ὅτι ἐ­δῶ ἡ φι­λί­α τεί­νει νά ταυ­τι­σθεῖ μέ τήν ποί­ησιν καί, δεύ­τε­ρον, ὅτι ἐ­δῶ δέν πρό­κει­ται πα­ρά γιά μί­α φι­λί­αν στήν ὁ­ποί­α ἔ­χει ἀ­φαι­ρε­θεῖ ἡ ἀν­τι­φί­λη­σις) πρέ­πει νά ἰ­δω­θοῦν στήν ἑ­νό­τη­τά τους. Καί τό­τε προ­κύ­πτει τό ἑξῆς συμ­πέ­ρα­σμα: κά­θε φορά πού ἡ φι­λί­α χά­νει τήν ἀ­να­φο­ρά της στόν ἄλ­λον, τεί­νει νά χά­σει καί τό ἠ­θι­κό της πε­ρι­ε­χό­με­νο, δη­λα­δή τήν οὐ­σία της ὡς πρᾶ­ξις, ἀφοῦ με­τα­τρέ­πε­ται σέ ποί­η­σιν. Καί ἡ ἀ­να­φο­ρά στόν ἄλ­λον αἴ­ρε­ται ὅταν ὁ τε­λευ­ταῖ­ος νο­εῖ­ται ὡς πα­ρα­χθέν ἔργον, ὡς ποι­η­τόν. Δι­ό­τι τό­τε ὁ ἄλ­λος παύ­ει νά ἀ­πο­τε­λεῖ πη­γή εὐ­δαι­μο­νί­ας καί με­τα­τρέ­πε­ται σέ ἀ­να­πα­ρα­γω­γή τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας. Δέν εἶ­ναι τυ­χαῖ­ο ὅτι ἡ ἀ­νά­λυ­ση τῆς αὐ­τάρκει­ας ὡς πρός τή φι­λί­α ἀ­πέ­φυ­γε οἱ­ο­δή­πο­τε ἐ­πι­χεί­ρη­μα πού νά ὑ­πο­στη­ρί­ζει ὅτι ὁ αὐ­τάρ­κης ἀ­να­γνω­ρί­ζει στόν φί­λο ἕνα ἔρ­γο του. Καί τοῦ­το δι­ό­τι ἔ­πρε­πε νά δι­α­φυ­λα­χθεῖ, πά­σῃ θυ­σίᾳ, ἡ ἑ­τε­ρό­τη­τα τοῦ φί­λου.[17] Ἡ πι­ό εὔ­στο­χη δι­α­τύ­πω­ση γιά τήν ἐ­ξα­σφά­λι­ση μιᾶς τέ­τοιας προϋ­πό­θε­σης εἶ­ναι ἐ­κεί­νη τῶν HE: ὥ­σπερ αὐ­τός δι­αι­ρε­τός εἶ­ναι ὁ φί­λος (1245a 34-35). Τό ἀν­τί­θε­το αὐτῆς τῆς ἑ­τε­ρό­τη­τας φα­νε­ρώ­νε­ται μέ­σα ἀ­πό τή με­τα­φο­ρά τοῦ χω­ρί­ου τῶν ΝΕ, στό ση­μεῖ­ο πού τό ἔρ­γο πα­ρο­μοι­ά­ζε­ται μέ τέ­κνο (ὥ­σπερ τέ­κνα, 1168a 2-3), ὑ­πό τό νό­η­μα ὅτι τό ἔρ­γο ἤ ὁ εὐ­ερ­γε­τη­θείς εἶ­ναι μέ­ρος τοῦ ἴ­διου τοῦ ποι­οῦν­τος.

IV

Συμ­πέ­ρα­σμα: Ἡ δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα σέ πρᾶ­ξιν καί ποί­η­σιν δέν ἐ­νέ­χει μό­νο ὀν­το­λο­γι­κή ἀλλά καί ἠθική-ἀ­ξι­ο­λο­γι­κή βα­ρύ­τη­τα, πράγμα πού δι­α­φαί­νε­ται στήν ἀ­ρι­στο­τε­λι­κή ἀ­νά­λυ­ση τῆς φι­λί­ας, κα­θώς οἱ μορ­φές της ἀν­τα­να­κλοῦν ὅλες τίς πτυ­χές τῆς δι­ά­κρι­σης ἀ­νά­με­σα στά ἐ­πί­πε­δα τῆς πρά­ξε­ως/ἐ­νερ­γεί­ας καί τῆς ποι­ή­σε­ως/κι­νή­σε­ως. Οἱ κα­τώ­τε­ρες μορ­φές φι­λί­ας ἀ­πο­δει­κνύ­ον­ται ὡς τέ­τοιες στό μέ­τρο πού πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ὡς 'ποι­η­τι­κές’.

Ἡ γο­νι­μό­τη­τα τῆς πα­ρα­πά­νω θέ­σης, ἐφ’ ὅ­σον εὐ­στα­θεῖ, θά κρι­θεῖ σέ δύ­ο ἐ­πί­πε­δα. Πρῶ­τον, τό κα­τά πό­σο ἡ ἀ­ρι­στο­τε­λι­κή ἠθική, φαι­νο­με­νι­κά πε­ρι­γρα­φι­κή καί ὑ­πό­λο­γη στά ἔν­δο­ξα, βα­σί­ζε­ται σέ μί­α κρυ­φή θε­ω­ρη­τι­κή δι­ά­κρι­ση, σέ ἕνα προ-ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νο κρι­τή­ρι­ο, αὐτό τῆς δι­ά­κρι­σης ἀ­νά­με­σα στήν πρᾶ­ξιν καί τήν ποί­η­σιν. Δεύ­τε­ρον, τό κα­τά πό­σον ἡ σύν­δε­ση τῆς φι­λί­ας μέ τήν πρᾶ­ξιν καί ἡ 'ἠθική κα­τα­δί­κη της’ ὅταν ταυ­τί­ζε­ται μέ τήν ποί­η­σιν ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται στό σύγ­χρο­νο αἴ­τη­μα τῆς ἐ­ξω­τε­ρι­κό­τη­τας του ἄλ­λου, δη­λα­δή τῆς ἀ­πε­ξάρ­τη­σής του ἀ­πό τήν 'πα­ρα­γω­γή’ καί τήν ἐ­πι­βο­λή τοῦ ἐ­γώ, καί τε­λι­κά στό αἴ­τη­μα τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας του. Ἀρ­κού­μα­στε γιά τήν ὥ­ρα στήν ἐν­τύ­πω­ση ὅτι ἡ πα­ρα­πά­νω ἀ­νά­λυ­ση συ­νι­στᾶ ἕναν πι­θα­νό ὁ­δη­γη­τι­κό μί­το πρός τή δι­πλή αὐτή προ­ο­πτι­κή.
----------------------------------
[2] Ὅ­λοι οἱ ἀ­ρι­στο­τε­λι­κοί ὅροι πα­ρα­τί­θεν­ται μέ πλά­γι­α γράμ­μα­τα.

[3] Βλ. ἀν­τι­στοί­χως: Pierre Aubenque, La prudence chez Aristole, PUF, Paris 1963, Hans-Georg Gadamer, Wahrheit und Methode, Mohr, Tubingen 1960.

[4] Ὅ τρό­πος πού ἀν­τι­με­τω­πί­ζου­με ἐ­δῶ τή δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα στήν ποί­η­σιν καί τήν πρᾶ­ξιν πα­ρα­πέμ­πει ἐμ­φα­νῶς σέ μι­ά συγ­κε­κρι­μέ­νη πα­ρά­δο­ση ἑρ­μη­νεί­ας τῆς ἀ­ρι­στο­τε­λι­κῆς ἠ­θι­κῆς, αὐ­τήν τῆς ἑρ­μη­νευ­τι­κῆς-φαι­νο­με­νο­λο­γι­κῆς φι­λο­σο­φί­ας. Γιά αὐτό τόν λό­γο θε­ω­ρή­σα­με ἐ­πι­κίν­δυ­νους τους συ­σχε­τι­σμούς μέ ἄλ­λες ἑρ­μη­νεῖ­ες τῆς δι­ά­κρι­σης αὐ­τῆς καί εἰ­δι­κό­τε­ρα μέ αὐ­τήν τοῦ David Charles: Aristotle’s Philosophy of Action, Duckworth, London 1984.

[5] «Εἶ­ναι κρί­μα πού ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης συ­νέ­χε­ε συ­χνά τήν τε­χνι­κή πρᾶ­ξιν μέ τήν ἠ­θι­κή πρᾶ­ξιν καί σκε­πτό­ταν τήν πρᾶ­ξιν σύμ­φω­να μέ τδ μον­τέ­λο τῆς ποι­ή­σε­ως» (Aubenque, ὅ.π., σ. 175).

[6] Ἡ συ­νει­σφο­ρά τῆς Μ. Nussbaum [The Fragility of Goodness, Cambridge University Press, Cambridge 1986) συ­νί­στα­ται ἀ­κρι­βῶς σέ μι­ά τέ­τοια ἑρ­μη­νεί­α τῆς ἀ­ρι­στο­τε­λι­κῆς ἠθικῆς. Ἔ­δει­ξε ὅτι ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης ἀ­ναί­ρε­σε τήν ἔν­νοι­α τῆς ἠθικῆς πρά­ξε­ως πού βα­σι­ζό­ταν στόν πλα­τω­νι­κό πα­ραλ­λη­λι­σμό μέ τήν τέ­χνην. Ἀ­πό τή δι­κή μας ὀ­πτι­κή γω­νί­α, ἡ ἑρ­μη­νεί­α της μπο­ρεῖ νά νο­η­θεῖ ὡς ἑξῆς: ἡ ὀν­το­λο­γι­κή δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα στήν ποί­η­σιν καί τήν πρᾶ­ξιν δέν ἐν­δι­α­φέ­ρει τήν ἠ­θι­κή. Αὐτό πού τήν ἐν­δι­α­φέ­ρει εἶ­ναι τό νά μήν πράτ­τω καί νά μήν ἀ­ξι­ο­λο­γῶ τήν πρᾶ­ξιν μέ κρι­τή­ρι­α πού τήν με­τα­τρέ­πουν σέ ἕ­να εἶ­δος τέ­χνης.

[7] Ἔ­τσι κα­τα­νο­οῦ­με τήν ἑρ­μη­νεί­α τῆς Τ. Engberg-Pedersen, Aristotle’s Theory of Moral Insight, Clarendon Press, Oxford 1984, σ. 198-99.

[8] Δέν εἶ­ναι τυ­χαῖ­ο ὅτι ἡ πε­ρί­πτω­ση τῆς φι­λί­ας ἐ­χει χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ καί πρός ἀ­πόδει­ξη τοῦ ἀ­κρι­βῶς ἀν­τί­θε­του ἐ­πι­χει­ρή­μα­τος ἀ­πό τό δι­κό μας, αὐ­τοῦ πού ἐν­νο­ε­ΐ τήν ἀ­ρε­τή ὡς ἕ­να εἶ­δος τέ­χνης. Βλ. C. D. C. Reeve, Practices of Reason, Clarendon Press, Oxford 1995, σ. 173-183.

[9] Μέ με­γά­λη ἔκ­πλη­ξη ἀ­να­κά­λυ­ψα τε­λευ­ταῖ­α ὅτι αὐτό τό ὅλο ἐγ­χεί­ρη­μα ἔ­χει προτα­θεῖ (ἐν πα­ρόδφ) ὡς ὑ­πό­θε­ση, χω­ρίς ὡ­στό­σο καί νά ἀ­να­λυ­θεῖ ἡ νά ἐ­πα­λη­θευ­θεῖ, στό βι­βλί­ο τῆς S. Stern-Gillet, Aristotle’s Philosophy of Friendship, State University of New York Press, Albany 1995, σ. 43.

[10] Βλ. John Μ. Cooper, «Aristotle on the Forms of Friendship», Review of Metaphysics 30/4 (1977), 619-648.

[11] Αὐ­τη ἡ μορ­φή φι­λί­ας φαί­νε­ται νά ἀν­τι­φά­σκει πρός τήν ἀ­ρι­στο­τε­λι­κή ἔν­νοι­α τῆς ἡ­δο­νῆς ὡς ἄ­πει­ρης, κλη­ρο­νο­μι­ά τοῦ πλα­τω­νι­κοῦ Φι­λή­βου (53c-55c). Πράγ­μα­τι, ἡ φι­λί­α κα­τά τό ἡδύ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει τό ἀν­τί­θε­το: αὐτές οἱ φι­λί­ες ὑ­φί­σταν­ται καθ’ ὅσον χρό­νο πα­ρέ­χουν ἡδονή. Κι ὅμως δέν ὑ­πάρ­χει ἀν­τί­θε­ση ἀ­νά­με­σα στίς δύ­ο θέ­σεις, δη­λα­δή τό ἄ­πει­ρό τῆς ἡδονῆς καί τόν πε­πε­ρα­σμέ­νο χαρακτήρα τῆς φι­λί­ας κα­τά τό ἡδύ. Ἡ φι­λί­α αὐ­τή, μέ τό νά πε­ρα­τώ­νε­ται κά­θε φορά ἀ­νά­λο­γα μέ τήν ἐ­πί­τευ­ξη συγ­κε­κρι­μέ­νων στό­χων, πα­ρου­σι­ά­ζε­ται σάν μι­ά ἄ­πει­ρη δι­α­δο­χή φι­λι­κῶν σχέ­σε­ων, οἱ ὁ­ποῖες ὡ­στό­σο κα­τα­κερ­μα­τί­ζουν τήν ταυ­τό­τη­τα τοῦ ὑ­πο­κεί­με­νου: τό ὅτι ὁ φί­λος πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ᾖ ἡδύς ἤ χρή­σι­μος δέν ση­μαί­νει ἁ­πλῶς ὅ­τι κα­τα­νο­εῖ τήν ταυ­τό­τη­τά του σύμ­φω­να μέ τά κρι­τή­ρι­α τῆς χρη­σι­μό­τη­τας ἀλ­λά, ἐ­πί πλέ­ον, ὅτι γί­νε­ται κά­θε φορά καί ἕ­νας ἄλ­λος ἀ­νά­λο­γα μέ τήν ἡδονή ἤ τή χρη­σι­μό­τη­τα στήν ὁ­ποί­α κά­θε φορά στο­χεύ­ει. Ἡ ἀ­πει­ρό­τη­τα τῆς φι­λί­ας κα­τά τό ἡδύ ἀν­τα­να­κλᾶ­ται στό ὅτι μπο­ρῶ νά ἔ­χω ταυ­τό­χρο­να πολ­λούς φί­λους, δεί­χνον­τας στόν κα­θέ­να καί ἕ­να δι­α­φο­ρε­τι­κό πρό­σω­πο, δί­χως νά ἔ­χω μι­άν ὁ­ρι­σμέ­νη 'ἠ­θι­κή ποι­ό­τη­τα’. Ὁ πε­πε­ρα­σμέ­νος χρο­νι­κός χαρακτήρας τῶν ἐ­πί μέ­ρους φι­λι­κῶν σχέ­σε­ων στήν οὐ­σί­α ἐ­πιτεί­νει τά πα­ρα­πά­νω στοι­χεῖ­α.

[12] Terence Η. Irwin, Aristotle’s First Principles, Clarendon Press, Oxford 1978, σ. 394,614.

[13] Walter Broker, Aristoteles, V. Klostermann, Frankfurt a.M. 1964, σ. 51-87.

[14] Δέν εἶ­ναι τυ­χαῖ­ο ὅτι ἡ Hanna Arendt πρό­σε­ξε τή δυ­σκο­λί­α αὐ­τοῦ τοῦ χω­ρί­ου καί τή ρι­ζι­κή ὅσο καί ἀ­θέ­μι­τη ταύ­τι­ση τῆς πρά­ξε­ως μέ τήν ποί­η­σιν πού ἐ­πι­βάλ­λει ἡ πε­ρί­πτω­ση τῆς εὐ­ερ­γε­σί­ας. Βλ. Ἡ ἀν­θρώ­πι­νη κα­τά­στα­ση, μτφρ. Στ. Ρο­ζά­νης - Γέρ. Λυ­κι­αρ­δό­που­λος, Γνώ­ση 1986, σ. 268-269.

[15] Ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης ταυ­τί­ζει αὐ­τήν τήν ἀν­τί­λη­ψη (perceptio) μέ τήν ἡδονή. Βλ. David Bostock, «Pleasure and Activity in Aristotle’s Ethics», Phronesis 32/3 (1988), 251-272.

[16] Βλ. Max Solomon Schellens, Das sittliche Verhalten zum Mitmenschen im Anschluss an Aristoteles, Felix Meiner Verlag, Hambourg 1958, σ. 30-48.

[17] Ἡ ἑρ­μη­νεί­α μας ἔρ­χε­ται σέ κά­θε­τη ἀν­τί­θε­ση μέ αὐ­τή τῶν: C. D. G. Reeve (δ.π., σ. 181) καί Ε. Millgram, «Aristotle on Making Other Selves», Canadian Journal of Philosophy 17 (1987), 361-376. Οἱ πα­ρα­πά­νω ἑρ­μη­νεῖ­ες κα­τα­λή­γουν στήν οὐ­σί­α νά ταυ­τί­ζουν τήν πρᾶ­ξιν καί τήν ποί­η­σιν.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου