Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2016

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΕΖΙΚΟΥ (ΜΕΡΟΣ Α')

Ο ΤΑΚΤΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Η ιστορία του Ελληνικού Στρατού συνδέεται άρρηκτα με την ιστορία του Ελληνικού Έθνους και καλύπτει αποκλειστικά, διεξοδικά και επιστημονικά τεκμηριωμένα την ιστορία του Ελληνικού Στρατού. Η ιδέα, αλλά και η ανάγκη, συγκροτήσεως Τακτικού Στρατού, δημιουργήθηκε αμέσως μετά την κήρυξη της Ελληνικής Επαναστάσεως το 1821. Μέχρι τότε ο αγώνας διεξαγόταν από άτακτα σώματα, συγκροτημένα στην πλειονότητα τους από αφοσιωμένους στην ιδέα της ελευθερίας πατριώτες, που στερούνταν στρατιωτικής εκπαιδεύσεως και πειθαρχίας και δύσκολα μπορούσαν να συνεργαστούν για τον κοινό σκοπό. Αυτός ήταν και ο βασικός λόγος, που παρά τις αρχικές σημαντικές πολεμικές επιτυχίες τους, ώθησαν τις επαναστατικές αρχές και κυβερνήσεις προς τη βαθμιαία οργάνωση Τακτικού Στρατού. Στην προσπάθεια αυτή μεγάλη βοήθεια προσέφεραν οι Ελληνικής καταγωγής αξιωματικοί, που υπηρετούσαν σε διάφορους Ευρωπαϊκούς στρατούς, καθώς και πολλοί ξένοι στρατιωτικοί, οι οποίοι ήρθαν εθελοντικά στην Ελλάδα, για να συμμετάσχουν στην απελευθέρωση της...

Τον Ιούνιο του 1821 έφτασε στην Πελοπόννησο ο Δημήτριος Υψηλάντης με μια μικρή ομάδα ομογενών και φιλελλήνων και αμέσως άρχισε, κατά το πρότυπο του αδελφού του Αλεξάνδρου, να συγκροτεί στην Καλαμάτα ένα τακτικό σώμα, με σκοπό να συμμετάσχει στον Αγώνα. Στις 9 Ιανουαρίου 1822 συνήλθε στην Επίδαυρο η Α' Εθνική Συνέλευση, η οποία δύο μήνες αργότερα εξέλεξε ως πρόεδρο της πρώτης Ελληνικής Κυβερνήσεως τον αγωνιστή της Επαναστάσεως και πολιτικό Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Ο Μαυροκορδάτος, θεωρώντας αναγκαία την οργάνωση Τακτικού Στρατού, πρότεινε στο Βουλευτικό Σχέδιο Νόμου «Περί Οργανώσεως του Στρατού».

Το σχέδιο αυτό ψηφίστηκε την 1η Απριλίου 1822 και αποτέλεσε τη βάση όλης της μετέπειτα στρατιωτικής νομοθεσίας. Ειδικότερα, με το νόμο αυτό θεσπιζόταν η σύσταση Τακτικού Στρατού, ο οποίος θα αποτελούνταν από βαρύ και ελαφρό πεζικό, βαρύ και ελαφρό ιππικό, πυροβολικό πολιορκίας και πεδινό, καθώς και ένα τμήμα μηχανικού. Συστήθηκαν δηλαδή τα πρώτα Όπλα στον υπό συγκρότηση Ελληνικό Στρατό, δηλαδή του Πεζικού, Ιππικού, Πυροβολικού και Μηχανικού. Σύμφωνα με τα παραπάνω, τον Απρίλιο του 1822 συγκροτήθηκε το πρώτο σύνταγμα Πεζικού με διοικητή τον Ιταλό Συνταγματάρχη Pietro Tarella (Ταρέλλα). Το Πυροβολικό συγκροτήθηκε από το τμήμα των δύο πυροβόλων του Συνταγματάρχη Βουτιέ.

Καθώς όμως η Κυβέρνηση αδυνατούσε να διαθέσει τα απαραίτητα για τη συντήρηση του μέσα, το σύνταγμα διατηρήθηκε για λίγο καιρό συντηρούμενο από επιτόπιους πόρους και στη συνέχεια αυτοδιαλύθηκε. Οι άνδρες του, μετά από την εξέλιξη αυτή, εντάχθηκαν στα άτακτα σώματα. Σε όλη τη διάρκεια του έτους 1823. δεν έγινε δυνατή η ανασυγκρότηση του Τακτικού Στρατού, για καθαρά οικονομικούς λόγους. Μόνο τον Ιούλιο του 1824, με τη συνομολόγηση δανείου από την Αγγλία, ξεπεράστηκαν τα εμπόδια και η Κυβέρνηση προέβη στην ανασύσταση του Τακτικού Στρατού. Σταδιακά και με την κατάταξη εθελοντών σχηματίστηκε ένα τάγμα, περίπου 500 ανδρών, αποτελούμενο από τέσσερις λόχους Πεζικού, ένα λόχο Ευζώνων και έναν Επίλεκτων.

Διοικητής του τοποθετήθηκε ο Δωδεκανήσιος Συνταγματάρχης Παναγιώτης Ρόδιος. Παράλληλα, συστήθηκε ένα τμήμα Πυροβολικού από περίπου 100 άνδρες, υπό τις διαταγές του Συνταγματάρχη Βουτιέ, με κύρια αποστολή το χειρισμό των πυροβόλων του φρουρίου του Ναυπλίου. Η Προσωρινή Διοίκηση της Ελλάδας, διαπιστώνοντας από τις επιχειρήσεις κατά του Ιμπραήμ τα πλεονεκτήματα του Τακτικού Στρατού έναντι των άτακτων, αποφάσισε την περαιτέρω ενίσχυση του. Για το σκοπό αυτό, στις 10 Μαΐου 1825, κατήρτισε Νόμο «Περί Απογραφικής Στρατολογίας», σύμφωνα με τον οποίο θα γινόταν απογραφή και στη συνέχεια στρατολόγηση σε όλη την επικράτεια.

Επίσης, διόρισε επικεφαλής των τακτικών στρατευμάτων το φιλέλληνα Γάλλο Συνταγματάρχη Charles Fabvier (Φαβιέρο). Ο Φαβιέρος ανέλαβε τη διοίκηση του τάγματος από το Συνταγματάρχη Ρόδιο στις 30 Ιουλίου 1825. Με τους νέους στρατολογημένους, πολλούς Έλληνες του εξωτερικού που έσπευσαν να υπηρετήσουν την πατρίδα και πολλούς φιλέλληνες, η δύναμη του Τακτικού Στρατού αυξήθηκε και επέτρεψε τη συγκρότηση, δύο ταγμάτων δυνάμεως περίπου 400 ανδρών το καθένα με έδρα το Ναύπλιο. Στις μονάδες αυτές ενσωματώθηκε και μια μικρή δύναμη Ιππικού υπό το φιλέλληνα Γάλλο Επίλαρχο Regnault (Ρενιώ) και τμήμα Μουσικής, ενώ το τμήμα Πυροβολικού οργανώθηκε σε πυροβολαρχία των τεσσάρων πυροβόλων.

Στα τάγματα ξαναδόθηκαν οι σημαίες των πρώτων ταγμάτων που είχαν απονεμηθεί το 1822. Η άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο στις 6 Ιανουαρίου 1828, ως Κυβερνήτη της Ελλάδος, έδωσε νέα πνοή στην μέχρι τότε τελματώδη κατάσταση οργανώσεως των τακτικών και ατάκτων στρατιωτικών δυνάμεων. Ο Καποδίστριας έδειξε αμέριστο ενδιαφέρον για την οργάνωση του στρατού, γιατί γρήγορα αντιλήφθηκε την αναγκαιότητά του στους απελευθερωτικούς αγώνες, που εκαλείτο να επιχειρήσει για την απελευθέρωση της υπολοίπου Ελλάδος.

Παράλληλα, συνειδητοποίησε ότι για την επιβολή της ευταξίας, είναι ανάγκη η αναστατωμένη χώρα να στηριχθεί στον στρατό της, αλλά ένα στρατό που να είναι αφοσιωμένο και συνειδητό όργανο του κράτους και όχι των φιλόδοξων οπλαρχηγών και πολιτικών, όπως ήταν μέχρι τότε. Και επειδή ο άτακτος στρατός ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερος από τον πολύ μικρό τακτικό που επομένως ήταν ο εθνικός στρατός των Ελλήνων, αναγκαστικά προς αυτόν έπρεπε να στραφεί ο Καποδίστριας, εάν ήθελε να δημιουργήσει στρατό στήριγμα του κράτους.

Έτσι, συγχρόνως με το τεράστιο πολιτικό έργο, που ανέλαβε να φέρει σε πέρας ο Καποδίστριας σχετικά με την οργάνωση του κράτους, προστέθηκε και η μεγάλη προσπάθειά του για την στρατιωτική ανασύνταξη του κράτους. Λίγες ημέρες μετά την άφιξή του, συγκρότησε Πολεμικό Συμβούλιο υπό την προεδρεία του για να ρυθμίζει τα ζητήματα του στρατού και του στόλου. Κατόπιν, ανέθεσε την οργάνωση του άτακτου στρατού στον Δ. Υψηλάντη, τον οποίον ονόμασε Στρατάρχη. Είναι ο πρώτος στρατάρχης της νεωτέρας Ελλάδος. Το βαρύτατο έργο ανατέθηκε σε αυτό το πρόσωπο, γιατί γνώριζε άριστα τα Ελληνικά στρατιωτικά ζητήματα, είχε ακέραιο χαρακτήρα και τον απαιτούμενο ζήλο για εκπλήρωση του έργου αυτού.


Εξέδωσε λοιπόν ο Καποδίστριας διάταγμα στις 15 Φεβρουαρίου 1828 περί Οργανισμού των Χιλιαρχιών, σύμφωνα με το οποίο τα μέχρι τώρα άτακτα σώματα μετονομάσθηκαν σε αεικίνητα στρατιωτικά σώματα, με σύνολο δυνάμεως 8 χιλιαρχιών των 1.125 ανδρών εκάστη. Η στρατιωτική ιεραρχία των χιλιαρχιών ήταν γνωστή στους Έλληνες από τον πρώτο κιόλας χρόνο, λίγες ημέρες πριν την άλωση της Τριπολιτσάς. Τότε, ο ίδιος ο Δ. Υψηλάντης είχε καταστρώσει μια πρόχειρη στρατιωτική ιεραρχία, με ανώτατους βαθμούς του Αρχιστρατήγου, Σωματάρχη, Στρατηγού, Ταγματάρχη και κατόπιν του Χιλίαρχου. Η οργάνωση των ατάκτων ήταν για τον Καποδίστρια το δυσκολότερο πρόβλημα μετά το οικονομικό.

Είναι προς τιμή της διορατικότητάς του ότι δεν απέλυσε όλους τους άτακτους, αλλά μόνο τους Πελοποννησίους, γιατί η οργάνωσή τους δεν ήταν εξαιρετικά αναγκαία. Άλλωστε, οι περισσότεροι Πελοποννήσιοι ήταν γεωργοί και βοσκοί και μετά την αποχώρηση του Ιμπραήμ από την Πελοπόννησο, είχαν αρχίσει να γυρίζουν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους και στα χωράφια τους. Με τον νέο Οργανισμό των Χιλιαρχιών ήταν φυσικό να αποκλεισθούν οι ηλικιωμένοι αρχηγοί, γιατί συνηθισμένοι στον βαθμό του στρατηγού ήταν αδύνατο να ικανοποιηθούν με τον βαθμό του χιλίαρχου.

Οι γνώσεις τους για την σύγχρονη Ευρωπαϊκή τακτική ήταν μηδαμινές και επιπλέον, πρόθεση του Υψηλάντη ήταν να παραδώσει την διοίκηση των στρατιωτικών μονάδων, σε νεαρούς Αξιωματικούς που ήταν εύκαμπτοι και πιο ευάγωγοι στην πειθαρχία. Ο Καποδίστριας προκειμένου να ικανοποιήσει τους ηλικιωμένους αρχηγούς, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει αρκετούς από αυτούς ως συμβούλους του. Υπήρχε μεγάλος αριθμός Στρατηγών και ανωτέρων Αξιωματικών εξαιτίας της αφειδούς απονομής βαθμών από τις διάφορες Κυβερνήσεις, για να προσεταιρισθούν τα στρατιωτικά στελέχη.

Κατά την συγκρότηση των χιλιαρχιών, ελήφθη φροντίδα ώστε να κατάγονται οι ανήκοντες στην ίδια χιλιαρχία άνδρες από διαφορετικά μέρη, για να εκλείψει το τοπικιστικό πνεύμα από τα σώματα αυτά και ιδίως η άμεση εξάρτηση των στρατιωτών από τον αρχηγό τους. Καθ’ όλο το διάστημα της επαναστάσεως οι αρχηγοί στρατολογούσαν τους αγωνιστές τους, η δε διοίκηση κατέβαλε σε αυτούς για την συντήρηση των ανδρών τους τα αναγκαία χρήματα. Για τον λόγο αυτό οι στρατιώτες κανέναν άλλο δεν αναγνώριζαν παρά μόνο τον καπετάνιο τους, ο οποίος και τους πλήρωνε. Πολλές φορές σημειώνονταν και φαινόμενα αυθαιρεσιών από τους αρχηγούς, λόγω της μεγάλης δύναμης που διέθεταν.

Ένα άλλο πρόβλημα που αντιμετώπισε ο Καποδίστριας ήταν η κατάργηση του θεσμού των ψυχογιών. Εκατοντάδες παιδιά που λόγω των συμφορών του αγώνα ήσαν ορφανά, χρησιμοποιούντο ως υπηρέτες και μαθητευόμενα παλικάρια στους οπλαρχηγούς. Με υπεράνθρωπες προσπάθειες και με απειλές ακόμα κατόρθωσε ο Καποδίστριας, να αποσπάσει από τα νύχια της διαφθοράς την Ελληνική αυτή νεότητα και να την συγκεντρώσει στο ορφανοτροφείο, που άνοιξε στην Αίγινα. Παράλληλα, για την καλύτερη συγκρότηση των χιλιαρχιών οργανώθηκε στρατόπεδο στην Τροιζήνα και επιμελητήριο ανεφοδιασμού στον Πόρο. Προβλέπονταν για κάθε Χιλιαρχία αντίστοιχοι Αξιωματικοί και Υπαξιωματικοί, όπως και ιερέας, ιατρός, υπασπιστής, σημαιοφόρος, σαλπιγκτής, ταμίας και φροντιστής.

Ο ίδιος ο Καποδίστριας μετέβη στο στρατόπεδο και παρουσία των αξιωματικών των ξένων στόλων παρέδωσε στους χιλίαρχους τις σημαίες των. Μέρος των χιλιαρχιών ετάχθη υπό τις διαταγές του Δ. Υψηλάντη με εντολή την εκκαθάριση από τους Τούρκους της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδος, μέρος δε υπό τον Άγγλο στρατηγό George προοριζόμενο για την εκστρατεία της Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Για να διεξάγεται η στρατολογία κανονικά σε όλες της επαρχίες (ένας στρατεύσιμος ανά 100 κατοίκους), εδόθη εντολή στις δημογεροντίες να ενεργήσουν λεπτομερή απογραφή των κατοίκων. Ένα άλλο θέμα που απασχόλησε έντονα τον Καποδίστρια ήταν η επιμελητεία του στρατού.

Πίστευε ότι δεν χρειαζόταν μόνο η επιμελητειακή οργάνωση αλλά ακόμα η εξασφάλιση της τάξεως και ακρίβειας στις διανομές και τους λογαριασμούς, η αμείλικτη πάταξη των καταχρήσεων και η καθιέρωση έντιμης διαχείρισης. Παρατηρούμε ότι ο Καποδίστριας από εκείνη την εποχή είχε καταλάβει την σημασία και την σπουδαιότητα της επιμελητείας, Διοικητική Μέριμνα με τον σύγχρονο όρο, ενός παράγοντα καθοριστικού για την ύπαρξη αξιόμαχου και ετοιμοπόλεμου στρατού, παράγοντα που ισχύει και σήμερα με μεγαλύτερη συμβολή. Αλλά και για την εκπαίδευση και την μόρφωση των νέων στελεχών του στρατού μερίμνησε ο Καποδίστριας, ιδρύοντας στις 15 Ιουνίου του 1828 τον Λόχο Προγυμναστών.

Ο οποίος στις 21 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, με εγκριτικό διάταγμα, μετονομάσθηκε σε Λόχο των Ευελπίδων. Ύστερα από ολιγόμηνη κακή διοίκηση από τον πρώτο διοικητή της σχολής Ιταλό αξιωματικό Salteli, τη διοίκηση παρέλαβε ο δραστήριος Γάλλος Λοχαγός του Πυροβολικού Pauzie, που μετατάχθηκε προσωρινά στον Ελληνικό στρατό με τον βαθμό του Αντισυνταγματάρχη. Με νεώτερο διάταγμα στις 12 Ιανουαρίου 1829 ονομάσθηκε σε Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο και τον Ιούλιο του 1831 απεφοίτησαν οι πρώτοι 8 μαθητές με τον βαθμό του Ανθυπολοχαγού. Όταν ο Καποδίστριας αποφάσισε την σύσταση του σχολείου, προσκάλεσε τους επιφανέστερους αρχηγούς του αγώνος να στείλουν τα παιδιά τους, αλλά ελάχιστοι ανταποκρίθηκαν.

Οι περισσότεροι έβλεπαν με αντιπάθεια τον τακτικό στρατό, του οποίου τα στελέχη ήταν κυρίως ξένοι Αξιωματικοί φιλέλληνες. Η κατάταξη των Ευελπίδων γινόταν κατόπιν προτάσεως του Βαυαρού Συνταγματάρχη Heideck και εγκρίσεως του Καποδίστρια. Οι πρώτοι Ευέλπιδες που κατατάχθηκαν, 43 τον αριθμό, αποτελούσαν ένα περίεργο μωσαϊκό ηλικίας και γνώσεων, ακατάλληλο για στρατιωτικό σχολείο. Στην ίδια τάξη εκπαιδεύονταν παιδιά 12 ετών με άνδρες 25 ετών. Οι περισσότεροι ήσαν αγράμματοι. Πολλοί δε μάλιστα Ευέλπιδες έβλεπαν την φοίτηση σαν βιοποριστικό επάγγελμα. Με το σιτηρέσιο που έπαιρναν κάθε ημέρα και τον μισθό τους, 4 δίστηλα τον μήνα, βοηθούσαν σημαντικά την οικογένειά τους.

Το ενδιαφέρον του Καποδίστρια για το σχολείο ήταν τόσο έντονο, που πολλές φορές προσωπικά το επισκεπτόταν για να βεβαιωθεί για την ορθή λειτουργία του. Μάλιστα, κατά την αποφοίτηση των πρώτων Αξιωματικών, ο Καποδίστριας σε λαμπρή τελετή φόρεσε ο ίδιος τις επωμίδες στους νέους Αξιωματικούς. Αλλά και για τον τακτικό στρατό έδειξε ενδιαφέρον ο Καποδίστριας, με σειρά συγκεκριμένων μέτρων. Έτσι, με διάταγμα της 17 Αυγούστου 1828, συγκροτήθηκε Τάγμα Πυροβολικού με 6 Λόχους υπό τον Pauzie, ο δε Λοχαγός Garnot ανέλαβε την συγκρότηση του σώματος των ''Οχυρωματοποιών και Μηχαοποιών'' όπως λέγονταν τότε το Μηχανικό.


Επίσης, πέτυχε την έγκριση της Γαλλικής Κυβερνήσεως για κατάταξη στον Ελληνικό στρατό, ως εκπαιδευτών αριθμού Αξιωματικών και Υπαξιωματικών του Γαλλικού στρατού κατοχής των φρουρίων της Πελοποννήσου. Η εκπαίδευση γινόταν σύμφωνα με τους Γαλλικούς κανονισμούς και για την βελτίωση της εκπαίδευσης οργανώθηκε το πρώτο στρατόπεδο εκπαιδεύσεως στα Μέγαρα. Οι Γάλλοι Αξιωματικοί και Υπαξιωματικοί, εισήγαγαν στον Ελληνικό στρατό την Γαλλική στρατιωτική εκπαίδευση και νοοτροπία, με αποτέλεσμα να αποτυπωθεί έντονα σε αυτόν η φημισμένη παράδοση του Γαλλικού στρατιωτικού πνεύματος. Η δύναμη του τακτικού στρατού τον Απρίλιο του 1828 ήταν 1.102 άνδρες, με έδρα τα Μέθανα.

Την ίδια εποχή, ο αρχηγός του τακτικού στρατού Fabvier πρότεινε στον Καποδίστρια ορισμένα μέτρα ενισχύσεως που δεν έγιναν δεκτά από τον Κυβερνήτη, με αποτέλεσμα την παραίτηση του και την κατάληψη της θέσης του, από τον Βαυαρό Συνταγματάρχη Karl Wihelm von Heideck, ο οποίος μετέφερε την έδρα του σώματος από τα Μέθανα στο Ναύπλιο. Ο Fabvier εισηγήθηκε στον Καποδίστρια ένα σχέδιο που αναφέρονταν στην οργάνωση του τακτικού στρατού. Συγκεκριμένα, πρότεινε την κατάταξη των ανδρών με κλήρο και την απαγόρευση ένταξης σε άνδρες χωρίς μάχιμη προϋπηρεσία, με στόχο την απορρόφηση εμπειροπόλεμων ανδρών και συγχρόνως την εξασθένιση των ατάκτων.

Όμως, ο Καποδίστριας αρνήθηκε να δεχθεί την εισήγηση του Fabvier λόγω δυσπιστίας έναντι αυτού (ο Fabvier ήταν στενός φίλος του Μαυροκορδάτου), αλλά κυρίως γιατί είχε ήδη προσανατολισθεί στην λύση στρατιωτικού ζητήματος, με τον σχηματισμό ημιτακτικών σωμάτων. Ο Heideck έπεισε τον Καποδίστρια για την ασύμφορη διάλυση του τακτικού σώματος και εργαζόμενος με ζήλο για διάστημα ενός έτους, κατόρθωσε να μεταμορφώσει τα ημιδιαλυμένα τμήματα σε αξιόμαχα στρατιωτικά σώματα, με τριπλάσια περίπου αριθμητική δύναμη. Οργάνωσε άνετους στρατώνες στο Ναύπλιο, όπλισε τους άνδρες με Γαλλικό οπλισμό και τους έντυσε με ομοιόμορφη Φράγκικη στολή.

Πολλοί στρατιώτες φορούσαν για πρώτη φορά στολή και στην αρχή παρουσίαζαν όψη κωμική. Ο Heideck στα απομνημονεύματά του γράφει ότι κατά την πρώτη επιθεώρηση που έκανε, οι νεοσύλλεκτοι φορούσαν τα κράνη πάνω από τα φέσια, φορούσαν την περισκελίδα πάνω από την φουστανέλα και πολλές φορές το άνοιγμα της περισκελίδας προς τα πίσω. Ο Heideck τον Αύγουστο του 1829 παραιτήθηκε για λόγους υγείας και τον διαδέχθηκε ο Γάλλος Συνταγματάρχης Trezel, ο οποίος προήχθη σε στρατηγό. Μετά την μάχη της Πέτρας (Ιούλιος 1829) η οποία απετέλεσε κατά κάποιο τρόπο τον επίλογο του αγώνα κατά των Τούρκων, ο Καποδίστριας διέλυσε τις χιλιαρχίες και συγκρότησε 13 ελαφρά Τάγματα, τα οποία θα χρησίμευαν για την φύλαξη των συνόρων.

Τους Αξιωματικούς που περίσσευσαν από αυτή την αναδιοργάνωση κατέταξε, μαζί με άλλους που παρέμειναν εκτός σώματος παλαιούς οπλαρχηγούς, σ’ ένα ενιαίο σώμα καλούμενο ''Ταξιαρχικόν''. Οι υπηρετούντες σε αυτό ελάμβαναν τον μισθό του βαθμού τους, χωρίς όμως να αναλαμβάνουν ενεργό υπηρεσία. Πρωταγωνιστής στην ίδρυση των ελαφρών Ταγμάτων, υπήρξε ο αδελφός του Κυβερνήτη Αυγουστίνος Καποδίστριας, μια προσωπικότητα που εισέβαλε στα πολιτικά και στρατιωτικά δρώμενα της χώρας, ως αποτέλεσμα ενός παρατεταμένου κλίματος δυσπιστίας, που μια σειρά γεγονότων είχε επιβάλει στον Καποδίστρια.

Μέσα από την οργάνωση των ελαφρών Ταγμάτων ο Αυγουστίνος, προσπάθησε και πέτυχε τον παραγκωνισμό του Υψηλάντη, υποθάλποντας συγχρόνως νέα έξαψη παθών και ανασύροντας στην επιφάνεια αντιθέσεις που με τόση δυσκολία κατόρθωσε ως τότε να χαλιναγωγήσει ο Κυβερνήτης. Τον Ιούλιο του 1830, λόγω της μεταπολιτεύσεως στην Γαλλία, ανακλήθηκαν οι Γάλλοι αξιωματικοί που υπηρετούσαν στην Ελλάδα, περιλαμβανομένου και του στρατηγού Trezel, τον οποίον αντικατέστησε ο απόστρατος Γάλλος Συνταγματάρχης Gerard. Αυτός παρέμεινε ως αρχηγός μέχρι τον Νοέμβριο του 1831, οπότε και παραιτήθηκε λόγω της αναρχίας που επικράτησε μετά την δολοφονία του Καποδίστρια.

Η δολοφονία του Καποδίστρια στις 27 Σεπτεμβρίου 1831, σήμανε ουσιαστικά και την διακοπή λειτουργίας τόσο των τακτικών όσο και των ημιτακτικών σωμάτων, δεδομένου ότι μετά την δολοφονία επικράτησε πλήρης αναρχία και οι άνδρες των ένοπλων σωμάτων μετεβλήθησαν σε ένοπλα στίφη. Μελετώντας την περίοδο διακυβέρνησης του Καποδίστρια, βλέπουμε ότι στην Ελλάδα δεν αναγνωριζόταν σε ικανοποιητικό βαθμό ο όρος της νομιμότητας της Πολιτικής εξουσίας και ο στρατιωτικός επαγγελματισμός, ήταν ανύπαρκτος.

Οι πολεμικές συνθήκες της περιόδου 1821 - 1827, η ανυπαρξία αποδεκτής πολιτικής εξουσίας, δυσχέραιναν σε μεγάλο βαθμό τα σχέδια και τις προοπτικές του Καποδίστρια και των συνεργατών του, στην προσπάθεια για την συγκρότηση εθνικού στρατού. Ο Καποδίστριας θέλησε να οικοδομήσει ένα κράτος αστικού τύπου σε μια προαστιακή κοινωνία. Επιχείρησε δηλαδή, να αντιπαραθέσει στους τοπικούς παράγοντες πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ισχύος ένα ομοιογενές συγκεντρωτικό κράτος. Και επειδή δεν είχε την δυνατότητα να στηριχθεί σε μία τάξη, υποχρεώθηκε να καταφύγει στην λύση ενός νομιμόφρονα στρατού, τον οποίο και χρησιμοποίησε εναντίον των τοπαρχών όταν οι πολιτικές λύσεις έπαυαν να είναι αποτελεσματικές.

Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΞΗΡΑΣ

ΓΕΝΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΣΤΟ ΣΤΡΑΤΟ

Ο Στρατός Ξηράς ή επίσης Ελληνικός Στρατός (Ε.Σ.) είναι οι επίγειες στρατιωτικές δυνάμεις που διαθέτει η Ελλάδα, οι οποίες διοικούνται από το Γενικό Επιτελείο Στρατού (Γ.Ε.Σ.). Για την εκπλήρωση της αποστολής του ο Στρατός Ξηράς χωρίζεται σε Όπλα και Σώματατα οποία καλύπτουν επιμέρους αποστολές. Ο Ελληνικός Στρατός αποτελείται από:
  • Τον Ενεργό Στρατό
  • Την Εθνοφυλακή 
  • Την Εφεδρεία

ΟΠΛΑ ΚΑΙ ΣΩΜΑΤΑ

Όπλα

Τα όπλα είναι έξι:
  • Το Πεζικό, το οποίο αποτελεί τη βάση του Σ.Ξ. και διακρίνεται σε απλό και μηχανοκίνητο, αν και το πρώτο τείνει να καταργηθεί. Οι μονάδες των ειδικών δυνάμεων (καταδρομείς, αλεξιπτωτιστές, πεζοναύτες) θεωρούνται μονάδες πεζικού, αν και έχουν ξεχωριστή διεύθυνση στο Γ.Ε.Σ..
  • Τα Τεθωρακισμένα, τα οποία αποτελούν εξέλιξη του ιππικού.
  • Το Πυροβολικό, το οποίο έχει κρίσιμο ρόλο. Αποστολή του είναι να κάνει ευκολότερη τη λειτουργία των δύο πρώτων και ορισμένες φορές να δρα ανεξάρτητα, επιφέροντας συντριπτικά πλήγματα από μεγάλη απόσταση. Το Πυροβολικό είναι το όπλο που έχει αναδείξει τους περισσότερους αρχηγούς Γ.Ε.Σ.
  • Το Μηχανικό διευκολύνει όλα τα παραπάνω σε θέματα οδοποιίας, γεφυροποιίας, ναρκοπεδίων και καταστροφών, κατασκευής οχυρωματικών έργων, παραλλαγής κ.λπ.
  • Οι Διαβιβάσεις - Ηλεκτρονικός Πόλεμος αναλαμβάνουν το ζωτικής σημασίας πρόβλημα της επικοινωνίας μεταξύ των διαφόρων κλιμακίων και μονάδων του Σ.Ξ., αλλά και των υπολοίπων Ενόπλων Δυνάμεων.
  • · Η Αεροπορία Στρατού προσφάτως (1998) έγινε αυτοτελές όπλο. Έως τότε επανδρωνόταν με προσωπικό από όλα τα όπλα και σώματα του Σ.Ξ. Η αποστολή της είναι τόσο επιθετική όσο και υποστηρικτική σε θέματα αερομεταφοράς και εναέριας παρατήρησης.
Τα τρία πρώτα όπλα (Πεζικό, Τεθωρακισμένα και Πυροβολικό) ονομάζονται όπλα μάχης ενώ τα υπόλοιπα όπλα υποστήριξης μάχης.

Σώματα

Ως σώματα ορίζονται τα στοιχεία του Σ.Ξ. τα οποία υποστηρίζουν τα όπλα, διαθέτουν Μονάδες εκστρατείας και προσφέρουν υποστήριξη Διοικητικής Μέριμνας. Τα παρακάτω σώματα διαθέτουν μονάδες εκστρατείας.
  • Το Τεχνικό αναλαμβάνει τα διάφορα κλιμάκια επισκευής του υλικού του Σ.Ξ., πέραν του 1ου και 2ου που ανήκει στην εκάστοτε μονάδα.
  • Το Σώμα Εφοδιασμού Μεταφορών ασχολείται με τον εφοδιασμό των μονάδων με τρόφιμα και καύσιμα και με τη μεταφορά αυτών.
  • Το Σώμα Υλικού Πολέμου ασχολείται με τον εφοδιασμό των μονάδων με πολεμοφόδια, ιματισμό και υλικά.
  • Το Υγειονομικό προσφέρει υγειονομική υποστήριξη στον Σ.Ξ.
Τα υπόλοιπα σώματα, τα οποία δε διαθέτουν μονάδες εκστρατείας, είναι το Σώμα Έρευνας - Πληροφορικής, το Οικονομικό, το Γεωγραφικό, το Ελεγκτικό, το Σώμα Στρατιωτικών Γραμματέων, το Ταχυδρομικό, το Μουσικό, το Σώμα Φροντιστών, το Σώμα Αρχιτεχνιτών Όπλων και το Σώμα Αρχιτεχνιτών Σωμάτων. Τέλος, τέσσερα σώματα, όντας κοινά και για τους τρεις κλάδους των ενόπλων δυνάμεων, εξυπηρετούν και τον Σ.Ξ. Πρόκειται για το Σώμα Στρατολογικό - Στρατιωτικών Νομικών Συμβούλων, το Σώμα Στρατιωτικών Δικαστικών Γραμματέων, το Σώμα Στρατιωτικών Ιερέων (τέως Θρησκευτικό) και το Σώμα Διοικητικών Στρατολογικού.

Το Δικαστικό Σώμα των Ενόπλων Δυνάμεων δεν αποτελεί στοιχείο των ενόπλων δυνάμεων, καθώς ανήκει στην προσωπικά και λειτουργικά ανεξάρτητη δικαστική εξουσία.

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ

Από την άποψη του τρόπου εισόδου τους στο Στρατό, οι Στρατιωτικοί διακρίνονται σε:
  • Μόνιμους
  • Εθελοντές 
  • Στρατευμένους
Μόνιμοι Στρατιωτικοί 

Είναι εκείνοι που κατατάχθηκαν στο Στρατό για να σταδιοδρομήσουν σ’ αυτόν. Αυτοί προέρχονται από τις παραγωγικές Στρατιωτικές Σχολές ή από αρχική κατάταξη ή από μονιμοποίηση. Οι στρατιωτικοί ειδικής μονιμότητας καθώς και οι προερχόμενοι από ανακατάταξη, σ’ ό,τι αφορά στην εφαρμογή των διατάξεων αυτού του κανονισμού, θεωρούνται σαν μόνιμοι Στρατιώτικοί.

Εθελοντές Στρατιωτικοί 

Είναι εκείνοι που κατατάχθηκαν με τη θέληση τους στο Στρατό και ανέλαβαν την υποχρέωση να υπηρετήσουν σ’ αυτόν για ορισμένο χρόνο. Αυτοί διατηρούν την ιδιότητα του εθελοντού και μετά τη λήξη της αρχικής υποχρεώσεως τους, εφόσον εξακολουθούν να υπηρετούν στο Στρατό.

Στρατευμένοι Στρατιωτικοί 

Είναι:

α) Όσοι κατατάχθηκαν με πρόσκληση στις τάξεις του Στρατού σύμφωνα με το Νόμο περί Στρατολογίας και υπηρετούν τη θητεία τους. Από αυτούς οι οπλίτες λέγονται «κληρωτοί» ή «κληρωτοί πρότακτοι» και οι αξιωματικοί «έφεδροι εν ενεργεία». Αυτοί, εάν μετά την εκπλήρωση της θητείας τους τηρηθούν στα όπλα, λέγονται «κληρωτοί σε παρατεταμένη θητεία» και «έφεδροι σε παρατεταμένη θητεία».

β) Όσοι ανακαλούνται από την εφεδρεία στην ενεργό υπηρεσία ή (όσοι) επιστρατεύονται. Ανάλογα με την κατηγορία που προέρχονται αυτοί λέγονται:
  • Μόνιμοι εξ εφεδρείας
  • Έφεδροι εξ εφεδρείας 
  • Κληρωτοί εξ εφεδρείας
Οι Μαθητές των Στρατιωτικών παραγωγικών Σχολών, θεωρούνται στρατιωτικοί, που ακολουθούν όμως ιδιαίτερο στρατιωτικό καθεστώς, το οποίο καθορίζεται από τους Οργανισμούς των αντίστοιχων Σχολών. Αυτοί υπάγονται στις διατάξεις αυτού του Κανονισμού μόνο εάν αυτές δεν είναι αντίθετες με τις ανάλογες των Οργανισμών των Σχολών.


ΓΕΝΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΣΤΡΑΤΟΥ

Ο Στρατός είναι οργανωμένος σε:
  • Μονάδες
  • Συγκροτήματα
  • Σχηματισμούς
Οι Μονάδες, τα Συγκροτήματα και οι Σχηματισμοί είναι Στρατιωτικές Αρχές με διοικητική διοικητική αυτοτέλεια, διαθέτουν επίσημη σφραγίδα και δικό τους πρωτόκολλο αλληλογραφίας.

ΜΟΝΑΔΕΣ

Μονάδα είναι στρατιωτική οργάνωση Όπλου ή Σώματος, που η ίδρυση της και η οργανική της σύνθεση σε προσωπικό και υλικό καθορίζεται από την αρμόδια Αρχή, σύμφωνα με τους Νόμους που ισχύουν. Είναι το κατώτερο κλιμάκιο, που έχει διοικητική αυτοτέλεια.

Μονάδες Όπλων

Για τα Όπλα βασική Μονάδα είναι το Τάγμα (για το Πεζικό, το Μηχανικό και τις Διαβιβάσεις), η Επιλαρχία {για το Ιππικό - Τεθωρακισμένα) και η Μοίρα (για το Πυροβολικό). Τα στοιχεία από τα οποία αποτελείται η Μονάδα, λέγονται Υπομονάδες. Για τα Όπλα βασική Υπομονάδα είναι ο Λόχος (για το Πεζικό, Μηχανικό και τις Διαβιβάσεις), η Ίλη (για το Ιππικό - Τεθωρακισμένα) και η Πυροβολαρχία (για το Πυροβολικό). Οι Υπομονάδες Όπλων υποδιαιρούνται ακόμη σε Διμοιρίες (για το Πεζικό, το Μηχανικό και τις Διαβιβάσεις) και σε Ουλαμούς (γιο το Ιππικό - Τεθωρακισμένα και το Πυροβολικό).

Η Διμοιρία και ο Ουλαμός είναι τα κατώτερα κλιμάκια, που σε κανονικές συνθήκες διοικούνται από αξιωματικό ή ανθυπασπιστή. Οι Διμοιρίες και οι Ουλαμοί επί πλέον υποδιαιρούνται σε Ομάδες (για όλα τα Όπλα, εκτός από το Πυροβολικό) και σε Στοιχεία (για το Πυροβολικό). Η Ομάδα και το Στοιχείο διοικούνται, σε κανονικές συνθήκες, από υπαξιωματικό και αποτελούν τα βασικά στοιχεία για την οργάνωση του Στρατού.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑΤΑ

Το Συγκρότημα είναι σύνολο Μονάδων του ίδιου Όπλου ή Σώματος οι οποίες υπάγονται σε ενιαία διοίκηση. Βασικό Συγκρότημα είναι το Σύνταγμα (για το Πεζικό και τις Ειδικές Δυνάμεις). η Διοίκηση Πυροβολικού και η Ομάδα Πυροβολικοί) (για το Πυροβολικό).

Τακτικό Συγκρότημα

Για επιχειρησιακούς σκοπούς είναι δυνατό να υπαχθούν Μονάδες, Υπομονάδες ή Διμοιρίες Όυλαμοί διαφόρων Όπλων και Σωμάτων στη διοίκηση Συντάγματος ή μικρότερου κλιμακίου Πεζικού ή Τεθωρακισμένων. Η οργάνωση αυτή ονομάζεται Τακτικό Συγκρότημα.

ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ

Ο Σχηματισμός είναι Μεγάλη Μονάδα που διοικείται από ανώτατο αξιωματικό και αποτελείται από στοιχεία διαφόρων Όπλων και Σωμάτων. Υπάρχουν τέσσερις βαθμίδες Σχηματισμών:
  • Η Ταξιαρχία είναι σύνολο Μονάδων διαφόρων Όπλων και Σωμάτων με ενιαία διοίκηση, κατά κανόνα Ταξιάρχου.
  • Η Μεραρχία είναι σύνολο Συγκροτημάτων και Μονάδων διαφόρων Όπλων και Σωμάτων με ενιαία διοίκηση, κατά κανόνα Υποστρατήγου. Δυνατόν όμως Μεραρχία να περιλάβει και αριθμό Ταξιαρχιών. Οι Στρατιωτικές Διοικήσεις ανάλογα με την κατηγορία τους είναι ισοδύναμες με Ταξιαρχία, Μεραρχία ή Σώμα Στρατού.
  • Το Σώμα Στρατού περιλαμβάνει μεταβλητό αριθμό Μεραρχιών και Μονάδων Υποστηρίξεως Μάχης και Διοικητικής Μέριμνας και οργανώνεται για την εκτέλεση συγκεκριμένων τακτικών επιχειρήσεων με ενιαία διοίκηση, κατά κανόνα Aντιστρατήγου. Περιλαμβάνει Μονάδες απ’ όλα τα Όπλα και Σώματα και είναι δυνατό ν περιλαμβάνει και ανεξάρτητες Ταξιαρχίες.
  • Η Στρατιά είναι σύνολο Σωμάτων Στρατού καθώς και Συγκροτημάτων Μονάδων διαφόρων Όπλων και Σωμάτων με ενιαία διοίκηση Αντιστράτηγου. Είναι δυνατό να περιλαμβάνει και ανεξάρτητες Μεραρχίες ή Ταξιαρχίες.
Για σκοπούς επιχειρήσεων είναι δυνατό να συγκροτηθούν και άλλοι Σχηματισμό όπως η Ομάδα Μεραρχιών και το Τμήμα Στρατιάς.

ΕΠΙΤΕΛΕΙΑ

Οι αξιωματικοί, που βοηθούν το Διοικητή στην άσκηση της διοικήσεως αποτελούν το επιτελείο του. Στις Μονάδες και το Συγκροτήματα το επιτελείο υπάγεται κατ’ ευθείαν ο Διοικητή και στους Σχηματισμούς στον Επιτελάρχη.

ΜΟΝΑΔΕΣ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑΣ - ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ

Μονάδες εκστρατείας ονομάζονται εκείνες που είναι οργανωμένες, εξοπλισμένες και εκπαιδευμένες, ώστε να παίρνουν μέρος στη μάχη ή να υποστηρίζουν από κοντά Στρατεύματα που μάχονται και μετακινούνται μαζί μ’ αυτά. Αυτές ευρίσκονται κανονικά μέσα στη ζώνη μάχης. Μονάδες εσωτερικού είναι Μονάδες που έχουν σαν κύρια αποστολή:

α) Την εσωτερική ασφάλεια ορισμένης εδαφικής περιοχής.

β) Την εκπαίδευση.
γ) Την υποστήριξη του Στρατού σαν σύνολο.

Αναλογικά με τις Μονάδες ορίζονται και τα Συγκροτήματα και οι Σχηματισμοί σε εκστρατείας ή εσωτερικού.


ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΕΖΙΚΟΥ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ - ΓΕΝΙΚΑ

Πεζικό ονομάζεται το όπλο (οργάνωση) του στρατού που μάχεται πάντοτε πεζή, οπλισμένο είτε με ομοιόμορφο οπλισμό ή μη, ανάλογα της εποχής, και που δύναται να διεξαγάγει αγώνα «εκηβόλο» και «αγχέμαχο». Πολλοί ακόμα και σύγχρονοι στρατιωτικοί θεωρητικοί δεν κατατάσσουν το πεζικό όμοια με τα άλλα όπλα που έχουν συγκεκριμένο και θεμελιώδες μέσον κίνησης ή εξοπλισμό, π.χ. το πυροβόλο του πυροβολικού, ή ο ίππος του ιππικού, ή το άρμα μάχης των τεθωρακισμένων, ή το πολεμικό αεροσκάφος της πολεμικής αεροπορίας, ή το πολεμικό πλοίο του πολεμικού ναυτικού. Έτσι αντίθετα από τα άλλα όπλα, ιδιαίτερα για το πεζικό θεμελιώδης βάση του είναι ο ίδιος ο στρατιώτης, ο άνθρωπος.

Συνεπώς η αξία του οποιουδήποτε πεζικού εξαρτάται κατά το πλείστον από τον ίδιο το λαό από τον οποίο στρατολογείται και συγκροτείται. Συγκεκριμένα, στο σημείο αυτό ο Γάλλος στρατηγός De Maud Huy σημείωνε στο σχετικό σύγγραμμά του "Πεζικό" ("Infanterie" 1911), κατά μετάφραση εποχής: «Μόνον οι λαοί οι έχοντες καλόν πεζικόν έχουσι μονίμους επιτυχίας. Οι αρχαίοι Έλληνες, λαός ελεύθερος, αγέρωχος, έχων συνείδησιν της υπεροχής του εν τω πολιτισμώ και θεωρών τους άλλους βαρβάρους είχον εξαίρετον πεζικόν, όπερ τοις διέσωσε την ελευθερίαν των και τοις έδωσε την κυριαρχίαν της Ασίας».

Το πεζικό υπήρξε ανέκαθεν ένα από τα σπουδαία όπλα του στρατού και το αρχαιότερο. Σήμερα αποτελεί ένα από τα πέντε όπλα των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων και όχι μόνο. Οι αξιωματικοί του όπλου αυτού χαρακτηρίζονται με το βαθμό τους ακολουθούμενου προς διάκριση με τον όρο "πεζικού", οι δε στρατιώτες ονομάζονται επίσημα με τον αρχαίο ελληνικό όρο "οπλίτες" και κοινώς "πεζικάριοι", ή "φαντάροι", και πολλοί μαζί "φανταρία", εκ του αντίστοιχου Γαλλικού όρου.

Αποστολή

Αποστολή του Πεζικού είναι να μάχεται εκ του συστάδην, σε οποιοδήποτε έδαφος, κάτω από οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες, ημέρα ή νύχτα, να κατακτά έδαφος, να καταστρέφει ή να αιχμαλωτίζει τον εχθρό, να τον καταδιώκει από τις θέσεις του και να εξασφαλίζει τη διατήρηση του αποκτηθέντος εδάφους.

Το Έμβλημα του Πεζικού και η Σημασία του

α) Συμβολισμός Εμβλήματος
  • Κόκκινο Χρώμα Το αίμα των ανδρών του Πεζικού, που θυσιάστηκαν στους ιερούς αγώνες του έθνους.
  • Τυφέκιο - Σπάθη Τα βασικά όπλα του Πεζικού, που θεσπίστηκαν με το Βασιλικό Διάταγμα της 2ας Μαρτίου 1833.
  • Λυχνία Σύμβολο εκδήλωσης τιμής στους νεκρούς.
β) Σημασία Εμβλήματος

Το έμβλημα, που το συνθέτουν το τυφέκιο, η σπάθη και η λυχνία, σε συνδυασμό με το επιγραφόμενο σ’ αυτό αρχαίο γνωμικό «ΔΙΩΚΕ ΔΟΞΑΝ ΚΑΙ ΑΡΕΤΗΝ», το οποίο αποδίδεται στο φιλόσοφο Μένανδρο (342 - 292 π. Χ.) μέσα από το έργο του «ΜΕΝΑΝΔΡΟΥ ΓΝΩΜΑΙ», όπου η πλήρης απόδοσή του είναι «ΔΙΩΚΕ ΔΟΞΑΝ ΚΑΙ ΑΡΕΤΗΝ, ΦΕΥΓΕ ΨΟΓΟΝ», που σημαίνει: «Να επιδιώκεις τη δόξα και την αρετή, απόφυγε την αλαζονεία», δεν αποτελεί έναν απλό συμβολισμό, αλλά έχει άμεση σχέση με το έργο και την αποστολή του Πεζικού, καθώς:
  • Η Δόξα αποκτάται με την αυτοθυσία και την τόλμη, κερδίζε- ται με το τυφέκιο και τη σπάθη από αυτούς που έχουν αναπτύξει στο έπακρο τις ηθικές τους δυνάμεις κι έχουν αποκτήσει τις απαραίτητες γνώσεις με τη μελέτη και την άσκηση. Εδραιώνεται με το αίμα της στρατιάς των νεκρών του Πεζικού, που συμβολίζεται στο έμβλημα με το κόκκινο φόντο.
  • Η Αρετή αποτελεί το κόσμημα των γενναίων. Εκδηλώνεται με την ηθική, το δίκαιο, την τιμιότητα, την καλοσύνη και το σεβασμό των αντιπάλων και ολοκληρώνεται με την υλοποίηση του συμβολισμού της λυχνίας, δηλαδή την πίστη στον Θεό και την απόδοση τιμής στους νεκρούς.
ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ TOY ΠΕΖΙΚΟΥ

ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΠΕΖΙΚΟΥ

Χαρακτηριστικά

Το Πεζικό, είναι το κατεξοχήν Όπλο του εκ του συστάδην αγώνα. Τα κύρια χαρακτηριστικά του είναι η ευκαμψία, η συνοχή και η ικανότητα να μάχεται επί παντοδαπού εδάφους, για μεγάλο χρονικό διάστημα, μέρα και νύχτα. Εκπληρώνει την αποστολή του με συνδυασμό του πυρός, της κίνησης και του ψυχικού κλονισμού του αντιπάλου, ο οποίος επιφέρεται με την κρούση του. Στην ανάληψη πρωτοβουλίας, κατά την επίθεση, ο αγώνας του Πεζικού χαρακτηρίζεται από την τολμηρή κίνηση σε συνδυασμό με τη σωστή χρησιμοποίηση του πυρός, του εδάφους και του ελιγμού, διότι:

1) Με τη χρησιμοποίηση του πυρός επιφέρει απώλειες στον εχθρό, τον καθηλώνει στις θέσεις του και μειώνει την αποτελεσματικότητα των πυρών του.

2) Με την κίνηση εκμεταλλεύεται τα αποτελέσματα των πυρών του, για να προσεγγίσει τον εχθρό και να πετύχει την καταστροφή του.

3) Με το συνδυασμό του πυρός και της κρούσεως, η οποία επιφέρει τη φυσική προσέγγιση των τμημάτων εφόδου στις εχθρικές θέσεις, επιτυγχάνεται η καταστροφή του εχθρού και η κάμψη της θέλησής του για άμυνα.

4) Με την κατάλληλη χρησιμοποίηση του εδάφους, μειώνει τα αποτελέσματα των εχθρικών πυρών.

Κατά την άμυνα, το Πεζικό, χρησιμοποιεί το έδαφος σε συνδυασμό με το πυρ, τα κωλύματα και την έγκαιρη και τολμηρή αντεπίθεση, για να πετύχει την απόκρουση της επίθεσης του εχθρού ή την καταστροφή του. Υπό πυρηνικές συνθήκες, το Πεζικό, χρησιμοποιεί το έδαφος όχι ως σκοπό, αλλά ως μέσο για την εφαρμογή του ελιγμού. Η άμυνα δε διαφέρει καθόλου από την επίθεση, από πλευράς κινητικότητας και ενεργητικότητας. Δεν προσκολλάται στο έδαφος, αλλά επιζητά τη διατήρησή του με τον ελιγμό και την καταστροφή του αντιπάλου. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές είναι απαραίτητη η υποστήριξή του με άρματα και τεθωρακισμένα οχήματα μάχης (ΤΟΜΑ).


Ο πεζός στρατιώτης είναι αυτός που έρχεται σε άμεση επαφή με τον εχθρό και ακάλυπτος, συνήθως, δίνει τη μάχη για την εξασφάλιση ή την κατάληψη των εδαφών. Για το λόγο αυτό, το Πεζικό είχε τις περισσότερες απώλειες σε έμψυχο δυναμικό, γεγονός το οποίο αποδεικνύεται ιστορικά.  Σήμερα, είναι το κυριότερο και βασικότερο από τα Όπλα του Στρατού Ξηράς (ΤΘ, ΠΒ, ΜΧ, ΔΒ, ΑΣ). Το Πεζικό δοκιμάζεται περισσότερο από όλα τα Όπλα, ψυχικά και σωματικά, από τις κακουχίες του πολέμου και το άγχος της μάχης. Επίσης, ο κίνδυνος για το στρατιώτη του Πεζικού είναι αμεσότερος και μεγαλύτερος από ότι στους στρατιώτες των υπόλοιπων Όπλων. Κι αυτό γιατί:

1) Μόνο ο στρατιώτης του Πεζικού βρίσκεται συνεχώς κάτω από μόνιμη απειλή για τη ζωή του. Παραμένει στο πεδίο της μάχης, αγρυπνώντας μέρα και νύχτα, πάντα σε υπερδιέγερση, αναγκασμένος να κάνει ευρεία χρήση της πρωτοβουλίας του και τελικά να είναι ο αφανής ήρωας, ο άγνωστος στρατιώτης.

2) Ο στρατιώτης του Πεζικού ζει και μάχεται κάτω από δυσμενείς συνθήκες καιρού και εδάφους. Υπομένει όλων των ειδών τις στερήσεις και τους κόπους και υφίσταται την ισχύ του πυρός και τη φρίκη του πολέμου.

3) Το Πεζικό, στο πεδίο της μάχης, έχει τη δυσκολότερη, αλλά συγχρόνως και την ενδοξότερη αποστολή, από όλα τα Όπλα. Για την άριστη εκτέλεση της αποστολής του, ο στρατιώτης του Πεζικού πρέπει να είναι ευέλικτος, να γνωρίζει να χρησιμοποιεί το μέγιστο της απόδοσης των μέσων πυρός του, να είναι άριστα εκπαιδευμένος στη χρησιμοποίηση του εδάφους. Πρωτίστως, όμως, πρέπει να έχει αρετές, οι οποίες είναι: H ανδρεία, η καρτερία, η επιμονή και η συναίσθηση του καθήκοντος. Είναι ο βασιλιάς της μάχης και σε αυτό ανήκει το μεγαλύτερο μέρος της δόξας.

4) Ο στρατιώτης του Πεζικού, πρέπει να είναι υπερήφανος για την αποστολή του, διότι είναι αυτός που έρχεται σε άμεση επαφή με τον εχθρό και υπόκειται στις κακουχίες του πεδίου της μάχης λόγω του εδάφους και των καιρικών συνθηκών. Είναι αυτός που, αν και βλέπει δίπλα του την απώλεια συμπολεμιστών και φίλων του, συνεχίζει να μάχεται υπέρ «βωμών και εστιών», επιδιώκοντας την τελική νίκη. Ο ηγήτορας του Πεζικού καλείται σε ένα πεδίο, το οποίο κυριαρχείται από το πυρ και από τον όλεθρο της μάχης, να αντιμετωπίσει κρίσιμες καταστάσεις επιλύοντας σοβαρά τακτικά προβλήματα, σε πολύ σύντομο χρόνο, με πλήρη πνευματική διαύγεια, ψυχική ηρεμία και αυτοκυριαρχία και να οδηγήσει τον πεζό στρατιώτη στη νίκη .

Άπαντες, οι γύρω από τον ηγήτορα του Πεζικού συνάδελφοι των λοιπών όπλων, είναι σύμβουλοί του και υποστηρίζοντες τον ελιγμό του. Μια επιχείρηση θεωρείται ότι έχει ολοκληρωθεί, μόνο με την επίτευξη του αντικειμενικού σκοπού (ΑΝΣΚ), από το Πεζικό. Το πνεύμα του Πεζικού, το οποίο απορρέει από την αποστολή του, είναι το πνεύμα της θυσίας, το οποίο και του δίνει κυρίαρχη θέση έναντι των άλλων όπλων. Η κυριαρχία, όμως, αυτή της θέσης του δεν ανάγεται στη σφαίρα των υλιστικών επιδιώξεων ή ατομικών συμφερόντων, αλλά στο ρόλο, τον οποίο διαδραματίζει το Πεζικό στο πεδίο της μάχης.

Δυνατότητες

Το Πεζικό δύναται:

α) Να κατακτά και να διατηρεί το έδαφος, καταδιώκοντας τον εχθρό, με αγώνα εκ του συστάδην.

β) Να ελίσσεται στο έδαφος, ενδεχομένως χωρίς να μπορούν τα υπόλοιπα όπλα να το πλησιάσουν.

γ) Να αναπτύσσεται σε λεπτούς και αθέατους σχηματισμούς, προς εκμετάλλευση και της ελάχιστης πτυχής του εδάφους, για να προσεγγίσει και να προσβάλει τον εχθρό, αιφνιδιαστικά, στις θέσεις του.

δ) Να διαθέτει σημαντική τακτική ευκινησία, πολύ απαραίτητη σε πυρηνικές συνθήκες, προικοδοτούμενο με ανάλογα μέσα.

ε) Να διαθέτει ισχυρή αντιαρματική (Α-Τ) άμυνα σε μικρές, μεσαίες και μεγάλες αποστάσεις.

Περιορισμοί

Όταν το Πεζικό δε μάχεται ως μηχανοκίνητο τότε:

1) Η ταχυκινησία του, κατά τον αγώνα, περιορίζεται στην ταχύτητα του πεζού.

2) Η ικανότητα αντιμετώπισης ταχυκίνητου εχθρού είναι περιορισμένη.

Παρόλα αυτά, δεν μπορεί να ενεργεί μόνο του. Για να πετύχει αποφασιστικά αποτελέσματα, πρέπει να ενισχυθεί και υποστηριχθεί επαρκώς από μονάδες των άλλων Όπλων (Πυροβολικό, Τεθωρακισμένα, Μηχανικό και ενδεχομένως από Αεροπορία και Ναυτικό). Η μαχητική ικανότητα του Πεζικού ελαττώνεται σημαντικά όταν ενεργεί συνεχώς και για μεγάλο χρονικό διάστημα σε δύσκολο έδαφος και κάτω από δύσκολες καιρικές συνθήκες. Το Πεζικό, είναι ευπρόσβλητο στις επιθέσεις από αέρα και στις πυρηνικές προσβολές και ως εκ τούτου πρέπει να περιορίζει τις συνέπειες των επιθέσεων αυτών με τη διασπορά, την απόκρυψη, την παραλλαγή και την οργάνωση του εδάφους.

Τα ατομικά ορύγματα, υπό πυρηνικές συνθήκες, αποκτούν ιδιαίτερη αξία για την προστασία του Πεζικού.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΞΗΣ ΤΟΥ ΠΕΖΙΚΟΥ

ΤΟ ΠΕΖΙΚΟ ΣΤΗ ΜΥΚΗΝΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ

1. Γενικά

Από αρχαιοτάτων χρόνων το Πεζικό αποτελούσε τη βάση του στρατού κάθε οργανωμένης κοινωνίας, καθόσον η συγκρότηση, ο εξοπλισμός και η συντήρηση δυνάμεων Πεζικού κόστιζε λιγότερο από τον εξοπλισμό και τη συντήρηση ιππικού. Η συντήρηση ιππικού αποτελούσε διαχρονικά προνόμιο μόνο των πλουσίων (ατόμων, φεουδαρχών, βασιλέων, κλπ) και οι περισσότερες οργανωμένες κοινωνίες δεν μπορούσαν να διατηρούν ιππικές δυνάμεις σε αριθμούς ικανούς για την επιβολή της θελήσεώς τους στον δυνητικό αντίπαλο. Το Πεζικό ήταν η κύρια δύναμη κρούσης του κάθε αντιπάλου, οπλισμένο με αμυντικά και επιθετικά όπλα διεξήγαγε τον αγώνα με την κίνηση και την ισχυρή κρούση.

Γι’ αυτόν το λόγο συγκροτούσε πολύ πυκνούς και μαζικούς σχηματισμούς, ώστε να διαθέτει ισχυρή δύναμη κρούσης. Τον κύριο όγκο των μονάδων κρούσης αποτελούσε το βαριά οπλισμένο Πεζικό, που τασσόταν συνήθως σε αρκετά βαθείς σχηματισμούς και στο κέντρο της παράταξης. Το ελαφρύ Πεζικό τασσόταν πριν από την εµπλοκή, στο μέτωπο ή στα πλευρά και, όταν άρχιζε η μάχη, επεδίωκε να επιφέρει όσο το δυνατό μεγαλύτερες απώλειες στον εχθρό και σε όλη τη διάρκεια της μάχης εξακολουθούσε να παρενοχλεί τον εχθρό µε τα μέσα που διέθετε.


2. Το Πεζικό Συγκροτημένο σε Τακτική Μονάδα

Στη Μυκηναϊκή εποχή η έκβαση του πολέμου εξαρτιόνταν περισσότερο από τον ηρωισμό και τη δεξιότητα των αρχηγών των αντιμαχομένων, των «ηρώων». Οι στρατιώτες που επάνδρωναν τα τμήματα που ακολουθούσαν τους αρχηγούς, ούτε με ρυθμό, ούτε με τάξη «στοιχηδόν» κινούνταν, με αποτέλεσμα να μάχονται χωρίς τάξη, «φύρδην» και ελάχιστα να συντελούν στην έκβαση της μάχης. Γι αυτό και σε αυτή την περίοδο δεν αναφέρονται γενικές συμπλοκές αλλά μόνο οι συμπλοκές των αρχηγών. Ο ήρωας (αρχηγός) έφερε ως αμυντικά όπλα, περικεφαλαία, ασπίδα, θώρακα και κνημίδες, ενώ ως επιθετικά όπλα, δύο δόρατα, ένα για να ρίχνει από μακριά και ένα για να πλήττει από κοντά, μακρύ ξίφος και μαχαίρι.

Επιτίθονταν δε κατά του εχθρού, επιβαίνοντας σε άρμα που το έσερναν δύο άλογα και μπορούσαν να επιβιβασθούν και δύο ακόμη άνδρες, ο κυρίως αγωνιστής και ο ηνίοχος. Ενίοτε αγωνίζονταν και πεζός, αλλά έχοντας κοντά του το άρμα, για να καταδιώξει τον εχθρό που θα υποχωρούσε ή να υποχωρήσει ο ίδιος αν το απαιτούσε η τακτική κατάσταση. Οι Μυκηναίοι είχαν αναπτύξει σημαντική μεταλλουργία και κατά συνέπεια κατασκεύαζαν εξαιρετικής ποιότητας και τέχνης όπλα αμυντικά και επιθετικά. Βλέπουμε σε διάφορες παραστάσεις εκτός από την οκτόσχημη ασπίδα και την ημικυλινδρική, που σκέπαζε ολόκληρο το σώμα του πεζού και καθιστούσε μη απαραίτητο το θώρακα, κάνοντας πιο ευέλικτο τον οπλίτη.

Οι πανοπλίες στο τέλος των μέσων Μυκηναϊκών χρόνων είχαν γίνει πολύ βαριές και σκέπαζαν σχεδόν όλο το σώμα. Οι στρατιώτες ήταν πάντοτε πεζοί, ονομάζονταν «πρυλέες» και έφεραν όπλα όμοια με του ήρωα, αλλά, όχι τόσο πολυτελή. Οι τοξότες μεταξύ των πεζών, ήταν ολιγάριθμοι. Τα όπλα κατασκευάζονταν από χαλκό και στο τέλος της περιόδου από σίδηρο. Την περίοδο αυτή, οι πόλεις ήταν συνήθως κτισμένες σε απόκρημνες περιοχές και οχυρωμένες, οπότε, οι επιτιθέμενοι έπρεπε να επιλύσουν και το πρόβλημα της εκπόρθησης, είτε με αποκλεισμό, είτε με εξαπάτηση, λόγω μη ύπαρξης πολιορκητικών μηχανών. Ο Τρωικός πόλεμος είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, της οργάνωσης και χρησιμοποίησης του Πεζικού αυτής της περιόδου.

3. Η Φάλαγγα

Ανεξάρτητα από την καταλυτική ή όχι συμμετοχή των πεζών σε μια μάχη, αυτοί συμμετείχαν ομαδικά σε αυτή και αποτελούσαν ομοιογενείς μονάδες στα πλαίσια της συνολικής παράταξης των αντιμαχομένων. Στον Όμηρο απαντάται για πρώτη φορά η λέξη φάλαγγα, με την έννοια του στρατιωτικού σχημα- τισμού, τάξης, στρατού παρατεταγμένου για μάχη, «φάλαγγες Τρώων» στίχος Γ77, «φάλαγγες ανδρών» στίχος Τ158. Ο Όμηρος πάλι μας δίνει και το επίρρημα «φαλαγγηδόν» στίχος Ο360, προς υποδήλωση ανδρών παρατεταγμένων σε σχήμα φάλαγγας.

Το κατ’ εξοχήν πολεμικό έπος η «Ιλιάδα», όπως φαίνεται από τα παραπάνω, προσδίδει στη λέξη τη σημασία της οργανικής στρατιωτικής μονάδας, που έχει κάποιο σχηματισμό. Ο σχηματισμός προϋποθέτει εκπαίδευση και διοίκηση από κάποιον υπεύθυνο αρχηγό.

ΤΟ ΠΕΖΙΚΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΠΟΛΕΩΝ (1100 έως 336 π. X.)

1. Η Τέχνη του Πολέμου στην Ξηρά

Η μορφή του στρατού ξηράς στη διάρκεια αυτής της μεγάλης περιόδου, παρουσιάζει διαφορές, τόσο από περιοχή σε περιοχή, όσο και από περίοδο σε περίοδο, που οφείλονταν στο έδαφος, στις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες κάθε εποχής, στους πολιτικούς θεσμούς, στο μέγεθος των κρατών και στην επινοητικότητα των πολιτών τους. Οι κυριότερες μεταβολές του στρατού, αφορούσαν στη διαμόρφωση της φάλαγγας των οπλιτών και την κυριαρχία της για πολλούς αιώνες, στη δημιουργία νέων ελαφρών σωμάτων Πεζικού και κυρίως στη διαμόρφωση της Μακεδονικής φάλαγγας.

α) Φάλαγγα Οπλιτών

Η φάλαγγα αποτέλεσε τη βασική στρατιωτική δύναμη των Ελληνικών πόλεων και ήταν ένας πυκνός, συμπαγής, τακτικός σχηματισμός θωρακισμένων οπλιτών, που συμπαρατάσσονταν σε αλλεπάλληλους ζυγούς, με ανάπτυξη τόσο σε έκταση, όσο και σε βάθος. Ήταν υποταγμένοι στην αυστηρή πειθαρχία των ζυγών και των στοίχων και αποτελούσε, με τον ομοιόμορφο οπλισμό της και την επιτήδεια συγκρότησή της, ισχυρότατο σώμα κρούσης, που μάχονταν εκ του συστάδην και έκρινε κατά κανόνα την έκβαση της μάχης.

Η εφαρμογή της αντιλαβής στην ασπίδα, συνέβαλε αποφασιστικά στη διαμόρφωση της φάλαγγας, αφού έκανε την ασπίδα σταθερότερη στην κάλυψη του δεξιού πλευρού του σώματος, του συμπαραστάτη στα αριστερά του ίδιου ζυγού και έδινε τη δυνατότητα για συμπαγή συγκρότηση της φάλαγγας. Ουσιαστικά, η «αντιλαβή» μαζί με την «πόρπακα» (διπλή λαβή της ασπίδας) ήταν η καθοριστική τεχνική βελτίωση, η οποία μετέτρεψε τη φάλαγγα οπλιτών σε τακτική μονάδα. Ο βασικότερος λόγος ανάπτυξης της φάλαγγας ήταν αφενός η οικονομική ανάπτυξη των γεωργών, οι οποίοι απέκτησαν τη δυνατότητα προμήθειας του εξοπλισμού τους, άρα απέκτησαν το δικαίωμα να υπερασπίζονται και αυτοί την πόλη τους και να συμμετέχουν στα κοινά.

Όπως έλεγε ο Αριστοτέλης, οι αρχές της «πολιτείας των οπλιτών» απέρρεαν από τη συγκρότηση της φάλαγγας οπλιτών. Ο ατομικός οπλισμός των οπλιτών της φάλαγγας περιελάμβανε τα αμυντικά (η ασπίδα, το κράνος, ο θώρακας και οι κνημίδες) για την προστασία τους και τα επιθετικά (το δόρυ και το ξίφος) όπλα, κατάλληλα για όλες τις φάσεις του εκ του συστάδην αγώνα. Η επικράτηση της φάλαγγας άλλαξε και τα ήθη του πολέμου. Ο ατομικός αγώνας και η επιδίωξη προσωπικής αριστείας, καθώς και το μένος του μαχητή, αντικαταστάθηκαν από την ομαδική απρόσωπη πολεμική δράση, την τάξη και τη σωφροσύνη. Από τακτικής πλευράς, η φάλαγγα των οπλιτών εισήγαγε την κίνηση των πεζών σε σχηματισμό.

Σε γενικές γραμμές, η Ελληνική φάλαγγα είχε σχήμα επιμήκους «πλινθίου». Κατά τη μάχη, το σύνολο της φάλαγγας χωριζόταν σε δύο μέρη: Το «δεξιόν κέρας» και το «ευώνυμον κέρας». Το μέσον της παρατάξεως λεγόταν ομφαλός ή στόμα ή αραρός (από το ρήμα αραρίσκω = σχηματίζω, συγκροτώ). Υπό ιδανικές συνθήκες είχε βάθος 16 ζυγών. Συνήθως, αποτελούνταν από 8-12 ζυγούς και είχε την ικανότητα να ελίσσεται στο πεδίο της μάχης ως συμπαγής όγκος πολεμιστών, χωρίς να διασπάται και να εφαρμόζει την τεχνική του «ωθισμού» που ήταν ακαταγώνιστη και μπορούσε να ηττηθεί μόνο από όμοια και ισχυρότερη φάλαγγα. Ο βασικός νεωτερισμός, λοιπόν, ήταν η κίνηση των πεζών σε σχηματισμό, που επέτρεπε στους διοικητές τον ελιγμό στην εξέλιξη της μάχης.

Πλάγια φάλαγγα λεγόταν αυτή που το μήκος της παρατάξεως ήταν μεγαλύτερο του βάθους. Όταν το βάθος γινόταν μικρότερο από τους 16 ζυγούς, η παράταξη λεγόταν «εν λεπτισμώ». Όταν, όμως, το βάθος ήταν πολλαπλάσιο του μετώπου τότε η φάλαγγα λεγόταν ορθή ή ορθία και αυτό γινόταν συνήθως όταν το στράτευμα κινούνταν σε πορεία. Ενδιαφέρον έχει η αμφίστομος φάλαγγα, δηλαδή ο σχηματισμός που έπαιρναν τα δύο αυτής τμήματα (αντίνωτα), όταν δεχόταν επίθεση κατά μέτωπο και κατά το δεξιό και το αριστερό κέρας. Τέλος, αντίστομος λεγόταν η φάλαγγα που δεχόταν επίθεση και από το μέτωπο και από τα νώτα.


Η Ελληνική φάλαγγα στην κλασική της μορφή αποτελείτο από τέσσερα μέρη, για αυτό και λεγόταν τετραφαλαγγία με συνολική δύναμη (υπό ιδανικές συνθήκες) 16.384 ανδρών. Η τετραφαλαγγία χωριζόταν σε δύο διφαλαγγαρχίες (8.192 άνδρες). Η διφαλαγγαρχία, με την σειρά της, χωριζόταν σε δύο φαλαγγαρχίες (δύναμη 4.000 περίπου ανδρών) και περιελάμβανε δύο μεραρχίες. Κάθε μεραρχία σχηματιζόταν από δύο χιλιαρχίες. Ο διοικητής της μεραρχίας λεγόταν μεράρχης και της χιλιαρχίας χιλιάρχης. Τα μειονεκτήματα της φάλαγγας ήταν ότι μπορούσε να πολεμήσει μόνο σε αναπεπταμένα εδάφη χωρίς διαμερισματώσεις, όχι ορεινά και οι αποστολές της, εξαρτιόνταν από τον οπλισμό των οπλιτών και το είδος τους.

Σε κάθε περίπτωση, η φάλαγγα οπλιτών αποτέλεσε ισχυρότατο πολεμικό όργανο και συνέβαλε αποφασιστικά στην ήττα των Περσών, κατά τους Μηδικούς πολέμους.

β) Ελαφρύ Πεζικό

Άλλοι πεζοί στρατιώτες που ήταν ελαφρά οπλισμένοι ονομάζονταν «ψιλοί» και ήταν ακοντιστές, τοξότες ή σφενδονήτες, ανάλογα με το όπλο που έφεραν. Οι οπλίτες αυτοί αποτελούσαν τους στρατούς των Ελληνικών πόλεων κυρίως την περίοδο από τον 10ο αιώνα έως τον 8ο αιώνα και προέρχονταν από τους φτωχούς πολίτες της πόλης και τα όπλα τους, ήταν αυτά που χρησιμοποιούσαν κυρίως στο κυνήγι. Δε διέθεταν αμυντικά όπλα, καθώς η αποστολή τους ήταν να παρενοχλούν τον εχθρό από μακριά και να μην εμπλέκονται μαζί του σε αγώνα εκ του συστάδην. Σπάνια, είχαν μικρό ξίφος ως επικουρικό, σε περίπτωση που αναγκάζονταν να εμπλακούν σε αγώνα σώμα με σώμα και ακόμα σπανιότερα ασπίδα, συνήθως μικρή και στρογγυλή.

Είχαν σοβαρότερη συμμετοχή στον πόλεμο μέχρι το 700 π.Χ., οπότε εμφανίστηκε η φάλαγγα των οπλιτών, αλλά και μετά από αυτήν αποτελούσαν την κύρια δύναμη ορεινών περιοχών της Ελλάδος, όπου η φάλαγγα ούτε μπορούσε να συγκροτηθεί λόγω κόστους ούτε να πολεμήσει λόγω χώρου. Παρά ταύτα, συνήθως στρατεύονταν οι πολίτες ως ακοντιστές, ενώ τμήματα τοξοτών και σφενδονητών στρατεύονταν σπανιότερα, καθόσον τα δύο τελευταία όπλα απαιτούσαν μακρόχρονη εξάσκηση, η οποία δεν γίνονταν γιατί, είτε οι φτωχοί πολίτες δεν είχαν χρόνο, είτε οι πόλεις τους δεν επιθυμούσαν να έχουν μεγάλη εξοικείωση με τα όπλα οι πολίτες τους. Έτσι συνήθως προσελάμβαναν ειδικούς μισθοφόρους όταν τους χρειάζονταν.

Ήταν ξακουστοί οι Κρήτες τοξότες, ενώ εξαιρετικής ικανότητας ακοντιστές ήταν οι Θεσσαλοί, οι Αρκάδες και οι Θράκες. Γενικά τα σώματα του ελαφρού Πεζικού δεν είχαν αξιόλογη δράση από τον 7ο αι. έως του Μηδικούς πολέμους, καθόσον δεν θεωρούνταν αποτελεσματικά στην μάχη εκ παρατάξεως. Αργότερα και ειδικότερα κατά τον 5ο αιώνα, αυξήθηκαν αριθμητικά και μετείχαν στις πολεμικές επιχειρήσεις σε ευρύτερη κλίμακα. Οι Αθηναίοι, δημιούργησαν μόνιμο σώμα 1.200 τοξοτών κατά τα μέσα του 5ου αιώνα και στις παραμονές του πελοποννησιακού πολέμου διέθεταν 1.600 τοξότες, ενώ στην εκστρατεία στη Σικελία (415 π.Χ.) περιλαμβάνονταν και σώμα 700 Ροδίων σφενδονητών.

Η αξία των ελαφρών πεζικών τμημάτων αναγνωρίστηκε στον 4ο αιώνα και συμμετείχαν στην οργάνωση του στρατού των πόλεων.

γ) Πελταστές

Ενδιάμεσο στρατιωτικό σώμα Πεζικού ανάμεσα στους ψιλούς και τους οπλίτες, ήταν το σώμα των πελταστών, όπως διαμορφώθηκε από τον Αθηναίο στρατηγό Ιφικράτη στις αρχές του 4ου αιώνα. Ήταν αρχικά Θράκες μισθοφόροι αλλά και πολίτες των Ελληνικών πόλεων, οπλισμένοι με ακόντιο και μικρή ασπίδα η οποία τους επέτρεπε να το ρίχνουν με επιδεξιότητα. Το όνομά τους προήλθε από τη μικρή ασπίδα «πέλτη» (λέξη Θρακικής προέλευσης) που θα είχε γύρο «ίτυ», και ήταν μικρού βάρους. Χρησιμοποιήθηκαν από Βοιωτούς και Αθηναίους ήδη από τον 5ο αιώνα στη μάχη του Δηλίου (425 π.Χ.) επί συνόλου 18.500 Βοιωτών, οι 500 ήταν πελταστές.

Ο Ιφικράτης, θέλοντας να δημιουργήσει νέο σώμα Πεζικού το οποίο θα διέθετε, κατά το δυνατόν, την ισχύ των οπλιτών και την ευελιξία των ψιλών, δημιούργησε στις αρχές του 4ου αιώνα μόνιμο, αριθμητικά αξιόλογο σώμα πελταστών από επαγγελματίες πολεμιστές. Αύξησε το μήκος του ακοντίου, οπότε μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και ως δόρυ με εξαιρετική απόδοση στον αγώνα εκ του συστάδην, καθώς ήταν μακρύτερο από το δόρυ των οπλιτών. Αύξησε το μήκος του ξίφους και τους εφοδίασε με ειδικά ψηλά υποδήματα, τις «Ιφικρατίδες», που προστάτευαν τις κνήμες, και με ελαφρό θώρακα από δέρμα και λινό.

Με τη συστηματική εκπαίδευση το σώμα των πελταστών ήταν ικανό να προχωρά και να αποσύρεται σε οποιοδήποτε έδαφος, καθιστάμενο ικανό να κινείται παντού και να επιτυγχάνει τον αιφνιδιασμό. Με τις νίκες του κατά των Σπαρτιατών απέκτησε μεγάλη φήμη και σύντομα και οι άλλες Ελληνικές πόλεις προχώρησαν στη συγκρότηση ανάλογων τμημάτων.

δ) Τακτική Χρησιμοποίηση Μονάδων Πεζικού

Στην περίοδο από τον 11ο αιώνα έως και τα μέσα του 7ου αιώνα, οι βαριά οπλισμένοι πολεμιστές και οι ελαφρά οπλισμένοι πολεμιστές μάχονται ανάμικτοι. Οι ίδιοι χρησιμοποιούν και αγχέμαχα και εκηβόλα όπλα, κάποτε και πέτρες. Οι βαριά οπλισμένοι, είχαν ως επιθετικό οπλισμό, δόρυ και ξίφος ή μόνο ξίφος ή μόνο δόρυ. Οι ίδιο είχαν ως αμυντικό οπλισμό, άλλοι θώρακα και ασπίδα και άλλοι μόνο θώρακα ή μόνο ασπίδα, άλλοι φορούσαν μεταλλικό κράνος και άλλοι όχι. Είχαν δε κρεμασμένη την ασπίδα από τους ώμους, για να έχουν και τα δύο χέρια ελεύθερα με τα οποία κρατούσαν δύο η ακόμα και τρία ακόντια. Οι μάχες αποτελούσαν συχνά, σειρά μεμονωμένων συμπλοκών.

Η πολύ πυκνή φάλαγγα, αποτελεί τη βασική τακτική χρησιμοποίησής της στον αμυντικό αγώνα. Στην περίοδο από τα μέσα του 7ου αιώνα μέχρι το 479 π.Χ., το Πεζικό είναι πιο οργανωμένο. Ο οπλισμός τυποποιείται, η ασπίδα κρατιέται σταθερά στο αριστερό χέρι και ένα δόρυ στο δεξιό (από τα ευρήματα φαίνεται ότι ένα ακόμη δόρυ ήταν αναρτημένο στο αριστερό). Η φάλαγγα οπλιτών έχει τον κυρίαρχο ρόλο στον αγώνα και παρατάσσεται ξεχωριστά από το ελαφρύ Πεζικό και το ιππικό όπου υπάρχει, με τα οποία έχει διαφορετικές και διακριτές αποστολές. Η διεξαγωγή της μάχης έχει κανόνες σεβαστούς από τους αντιμαχόμενους.

Η φάλαγγα αυτή την περίοδο παρατάσσεται με τους άνδρες σε στοίχους βάθους 8 ανδρών, βαριά και ομοιόμορφα οπλισμένους, σε κανονισμένη σταθερή απόσταση. Η απόσταση ήταν 1μ από τον διπλανό μετρούμενη από το αριστερό χέρι καθενός, στο αριστερό χέρι του «συμπαραστάτη» του και 1μ από τον μπροστά μετρούμενη από το στήθος καθενός. Το διάστημα αυτό ήταν μικρότερο από τη διάμετρο της ασπίδας, γεγονός που προήγαγε τους δεσμούς μεταξύ των οπλιτών, αφού κάθε ένας, προστάτευε με την ασπίδα του τον συμπαραστάτη του. Στην περίοδο από το 479 π.Χ. έως το 336 π.Χ., η τακτική εμφανίζεται πιο σύνθετη, επηρεασμένη από την προηγμένη τεχνική. Η στρατηγική και η τακτική, παίζουν καθοριστικό ρόλο στο πεδίο της μάχης.


Το ιππικό και το ελαφρύ Πεζικό, αποκτούν μεγαλύτερη σημασία στη μάχη και ιδιαίτερα το νέο σώμα των πελταστών, εις βάρος της φάλαγγας οπλιτών. Η φάλαγγα εξακολουθεί όμως να είναι ο βασικός στρατιωτικός σχηματισμός και να κυριαρχεί στα πεδία των μαχών. Παράλληλα αναπτύσσεται η πολιορκητική και η οχυρωτική. Προς το τέλος της περιόδου παρουσιάζονται νέα σπουδαιότατα στοιχεία πολεμικής τέχνης, με τη μακεδονική φάλαγγα, το βαρύ ιππικό και κυρίως την ανώτερη οργάνωση του μακεδονικού στρατού.

ε) Το Πεζικό στο Στρατό της Σπάρτης

Οι νέοι Σπαρτιάτες λάμβαναν δημόσια στρατιωτική αγωγή από το 7ο έτος της ηλικίας τους. Από το 18ο έτος έως και το 60ό έτος της ηλικίας τους βρίσκονταν σε διαρκή επιστράτευση, προκειμένου να αντιμετωπίσουν είτε εξωτερικούς εχθρούς είτε να μην επιτρέψουν την επανάσταση των ειλώτων. Η ζωή κάθε νέου ήταν αφιερωμένη στη γυμναστική και στη στρατιωτική άσκηση. Με αυτόν τον τρόπο η Σπάρτη, κατάφερε να αποκτήσει έναν στρατό μοναδικό για τις στρατιωτικές του αρετές, τη σιδηρά πειθαρχία, την αντοχή και τη μαχητική ικανότητα. Τη βασική δύναμη του στρατού των Σπαρτιατών αποτελούσαν οι οπλίτες, το βαρύ Πεζικό, διαιρεμένο σε μονάδες, ανάλογα με τις φυλές αρχικά και ανάλογα με τις κώμες της Σπάρτης αργότερα.

Το σύνολο των Σπαρτιατών και μετά το 464 π.Χ. και των περίοικων, χωρίς καμία εξαίρεση, ήταν υποχρεωμένοι στην αναγκαστική στρατολόγηση. Οι περίοικοι υπηρετούσαν σε μικτές μονάδες στις οποίες οι Σπαρτιάτες ήταν οι επίλεκτοι μαχητές και οι βαθμοφόροι. Ένα χαρακτηριστικό του σπαρτιατικού στρατού ήταν ότι περιελάμβανε τμήμα επίλεκτων πολεμιστών, τους «ιππείς», οι οποίοι όμως ήταν πεζοί και αποτελούσαν τη φρουρά του βασιλιά. Η ανώτερη στρατιωτική μονάδα, αρχικά καλούνταν λόχος και υπήρχαν 5 λόχοι, ένας από κάθε κώμη της Σπάρτης (οι οποίοι στη συνέχεια έγιναν 6). Αργότερα, ο στρατός αναδιοργανώθηκε και η βασική μονάδα λεγόταν «μόρα».

Η κάθε «μόρα» διαιρούνταν σε 4 λόχους, κάθε λόχος σε 4 πεντηκοστύες και κάθε πεντηκοστύς σε 4 ενωμοτίες των 32 οπλιτών, οι οποίοι παρατάσσονταν σε μέτωπο 4 και βάθος 8 ανδρών. Οι διοικητές των ανάλογων τμημάτων καλούνταν, πολέμαρχος, λοχαγός, πεντηκόνταρχος και ενωματάρχης, αντίστοιχα. Ο διοικητής της ενομωτίας στέκοταν στην κορυφή του στοίχου και λεγόταν πρωτοστάτης ενώ ο τελευταίος άνδρας λεγόταν ουραγός. Όταν η φάλαγγα έκανε μεταβολή, ο ουραγός γινόταν πρωτοστάτης, γι΄ αυτό και οι δύο άνδρες ήταν εξαιρετικής μαχητικής αξίας.

Μια ακόμα στρατιωτική μονάδα Πεζικού στη Σπάρτη, ήταν οι Σκιρίτες. Μονάδα 600 πεζών από την περιοχή της Αρκαδίας η οποία ήταν μονάδα ειδικών αποστολών. Αυτοί αποτελούσαν την εμπροσθοφυλακή κατά την πορεία, ανελάμβαναν τη νυκτοφυλακή, την ανίχνευση του εδάφους και πρώτοι αυτοί άρχιζαν την επίθεση. Ο οπλισμός του Πεζικού των αρχαίων Σπαρτιατών περιελάμβανε θώρακα, κράνος και ασπίδα (αμυντικός οπλισμός), μακρύ δόρυ (3 - 4 μ) και κοντό ξίφος (επιθετικός οπλισμός). Οι Σπαρτιάτες στις μάχες φορούσαν κόκκινο μανδύα «φοινικίδα» για να μη φαίνεται το αίμα όταν τραυματίζονταν. Επίσης, πάνω στην περικεφαλαία έφεραν λοφίο, που τους έκανε πιο εντυπωσιακούς.

Η Λακωνική ασπίδα έφερε στην εξωτερική της πλευρά ένα τεράστιο Λ. Ο στρατός τους αποτελούνταν, αρχικά, από Πεζικό και μόνο κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο (425 π.Χ.) φαίνεται ότι ενισχύθηκε και από σχετική δύναμη Ιππικού (400 ιππείς). Η σπαρτιάτικη φάλαγγα ήταν μια συμπαγής σιδηροφορεμένη μάζα, σε σχήμα ορθογωνίου παραλληλογράμμου, που βάδιζε με ρυθμικό βήμα στη μάχη υπό τον ήχο αυλών ή άλλων οργάνων.

στ) Το Πεζικό στο Στρατό της Αθήνας

Στην αρχαία Αθήνα, η στράτευση των πολιτών ήταν συνδεδεμένη με τα πολιτικά τους δικαιώματα. Υπόχρεοι ήταν όλοι οι άρρενες πολίτες, πλην βουλευτών και κρατικών υπαλλήλων. Η υποχρέωση διαρκούσε από το 18ο έως το 60ό έτος της ηλικίας τους. Από το 18ο έως το 20ό έτος γινόταν η στρατιωτική εκπαίδευση αλλά και η διαμόρφωσή τους ως Αθηναίων πολιτών. Από το 18ο - 20ό έτος και από το 51ο έως το 60ό επάνδρωναν ένα είδος εθνοφρουράς και επιστρατεύονταν για την άμυνα της Αττικής. Η στρατολόγηση των Αθηναίων γίνονταν από τις φυλές. Κάθε φυλή συγκροτούσε μια μονάδα που ονομαζόταν «τάξις» και τη διοικούσε ο στρατηγός της φυλής. Κάθε τάξη είχε 10 λόχους, που τους διοικούσαν οι λοχαγοί.

Υποδιαίρεση του λόχου, ήταν οι δεκάδες και οι πεντάδες. Το σύστημα αυτό στρατολόγησης αφορούσε το βαρύ Πεζικό, τη φάλαγγα οπλιτών, που αποτελούσε την κύρια δύναμη του στρατού των Αθηναίων. Σε αυτή στρατεύονταν οι Αθηναίοι των ανωτέρων τάξεων που μπορούσαν να προμηθευτούν το δαπανηρό οπλισμό του οπλίτη. Οι θήτες στρατεύονταν σπάνια ως ψιλοί και συνήθως υπηρετούσαν στο στόλο. Στα μέσα του 5ου αιώνα οργάνωσαν και το ελαφρύ Πεζικό με 1.200 τοξότες. Ύστερα όμως από τις βαριές απώλειες που είχε κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο αντικαταστάθηκε από μισθοφόρους. Στις αρχές του 4ου αιώνα, ο Ιφικράτης οργάνωσε το νέο σώμα των πελταστών.

Ο στρατός των Αθηναίων αποτελούνταν από Πεζικό και μόνο μετά από τους Μηδικούς πολέμους συγκρότησαν αρχικά μια δύναμη 360 ιππέων και το 440 π.Χ. έφτασε τους 1.000 ιππείς. Το Πεζικό των Αθηναίων ήταν εξοπλισμένο, με κράνος, θώρακα, ασπίδα, δόρυ (με σιδερένια ή χαλύβδινη αιχμή) και ξίφος. Το δόρυ ήταν μήκους 2 μέτρων και ήταν ελαφρύ και εύκολο στο χειρισμό. Την Αθηναϊκή παράταξη αποτελούσαν λόχοι συμπαραταγμένοι, οι οποίοι σχημάτιζαν φάλαγγα δέκα αλλεπάλληλων ζυγών, με διάστημα και βάθος από άνδρα σε άνδρα, ενός βήματος.

Ο Μιλτιάδης επινόησε το «βήµα εφόδου», που συνδυαζόταν µε την «πολεμική κραυγή», δηλαδή οι Αθηναίοι εκτελούσαν επίθεση κραυγάζοντας πολεμικές ιαχές, όπως «αλαλά, ελελεύ» κ.λπ. Η Μάχη του Μαραθώνα 490 π.Χ. αποτελεί ένα μνημείο εφαρμογής νέων τακτικών Πεζικού (της φάλαγγας οπλιτών), στο πεδίο της μάχης μετά από σωστή εκτίμηση της καταστάσεως. Ειδικότερα, ο Μιλτιάδης δε διατήρησε το ίδιο βάθος ζυγών σε όλο το μέτωπο, (οικονομία δυνάμεων και συγκέντρωση σε επιλεγμένο σημείο), έκανε κατανομή των αποστολών και κάθε τμήμα της παράταξης έλαβε διαφορετική αποστολή. Εισήγαγε την κίνηση τμημάτων της φάλαγγας σε περισσότερες της μιας κατευθύνσεις.


Η Αθηναϊκή φάλαγγα σε αυτή τη μάχη, δε βασίζεται στην αρχή της πυκνότητας αλλά στην αρχή της ευκαμψίας και της δυνατότητας ελιγμών. Τα Ελληνικά άκρα απώθησαν τα περσικά, ενώ το κέντρο υποχωρούσε ελάχιστα, ώστε να σχηματισθεί ένα είδος ηλάγρας (τανάλιας), που μέσα στις δαγκάνες της (διπλής υπερκέρασης), έκλεισε τον Περσικό στρατό. Ο ελιγμός αυτός θα βρει αργότερα πολλούς μιμητές. Θα τον επαναλάβει ο Αννίβας στις Κάννες, ο Μπλύχερ στο Βατερλό, ο Μόλτκε στο Σεντάν, ο Λούντεντορφ στις Μαντζουριανές λίμνες, ο Αϊζενχάουερ στη Μάχη της Γαλλίας.

ζ) Το Πεζικό στο Στρατό της Θήβας

Μετά την παρακμή της Αθήνας και της Σπάρτης, η Θήβα αναλαμβάνει την ηγεμονία των Ελληνικών πόλεων, το πρώτο μισό του 4ου αιώνα, χάρη στη στρατιωτική της ισχύ, δημιούργημα των περίφημων στρατηγών Επαμεινώνδα και Πελοπίδα. Στη Μάχη των Λεύκτρων ο Επαμεινώνδας καινοτόμησε εφαρμόζοντας νέα τακτική διάταξη, την περίφημη «Λοξή Φάλαγγα», η οποία πήρε το όνομά της από το γεγονός ότι η παράταξη των Θηβαίων δεν ήταν παράλληλη με την εχθρική, όπως συνηθιζόταν μέχρι τότε, αλλά είχε λοξή θέση απέναντι από αυτή

Ο Επαμεινώνδας συνέλαβε, πρώτος στην ιστορία, τη σημασία της αρχής της οικονομίας των δυνάμεων, του τακτικού δόγματος και της κατανομής των αποστολών, με σκοπό την επιτυχία του επιδιωκόμενου σκοπού στο πεδίο της μάχης. Αυτή ακριβώς ήταν η μέθοδος, με την οποία αριθμητικά μικρότεροι, αλλά καλά διοικούμενοι στρατοί κατόρθωσαν να νικήσουν στρατούς, οι οποίοι υπερείχαν αριθμητικά, αλλά ήταν άσχημα οργανωμένοι ή κακώς διοικούμενοι. Στο πεδίο της μάχης των Λεύκτρων, ο εφάρμοσε τη λοξή φάλαγγα η οποία θα εξελιχθεί αργότερα από το Φίλιππο. Η τακτική της λοξής φάλαγγας συνίσταται στην πύκνωση - ενίσχυση του ενός κέρατος της παράταξης, με εκλεκτά τμήματα και εξαπόλυση επιθέσεως σαν σφήνα, προς το ασθενέστερο σημείο του αντιπάλου.

Πύκνωσε δηλαδή το αριστερό κέρας (του έδωσε βάθος 50 ανδρών, ενώ οι Σπαρτιάτες διατήρησαν την ισοπαχή διάταξη των 8 ανδρών σε όλη την έκταση του μετώπου) και του έδωσε κατά την επίθεση τη μορφή σφήνας. Έτσι βέβαια αδυνάτιζε το δεξιό. Για την προστασία του χρησιμοποίησε το εκλεκτό Βοιωτικό ιππικό που και σ’ αυτό έδωσε επιθετική αποστολή. Ωστόσο, την κύρια αποστολή είχε το αριστερό κέρας, που όσο προχωρούσε στις γραμμές των Σπαρτιατών, από λοξή η φάλαγγα γινόταν λοξότερη, έτσι που να συντελείται μια πλήρης μετάθεση του κέντρου βάρους της μάχης.

Αφού δημιουργούσε ρήγμα στο αριστερό, ο Επαμεινώνδας έστρεψε προς το κέντρο τη φάλαγγα και έθεσε, όπως έπραξε και στη Μαντίνεια (362 π.Χ.) τους Σπαρτιάτες μεταξύ σφύρας και άκμονος. Στη μάχη αυτή σκοτώθηκε ο Επαμεινώνδας.

ΤΟ ΠΕΖΙΚΟ ΤΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ

Οι Μακεδόνες µετά τη Μάχη της Χαιρώνειας (338 π.Χ.) ανέλαβαν την ηγεµονία των Ελληνικών Πόλεων. Ο Φίλιππος ήταν ο πρώτος αναδιοργανωτής και θεµελιωτής του Μακεδονικού Στρατού. Ειδικότερα:
  • Επέβαλε την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία. 
  • Μόρφωσε τα στελέχη. 
  • Θέσπισε σύστηµα προαγωγών, στηριζόµενο στην προσωπική αξία και στην ευδόκιµη υπηρεσία των στελεχών. 
  • Συγκρότησε την περίφηµη Μακεδονική Φάλλαγγα. 
  • Οργάνωσε Υπηρεσία Επιµελητείας και Μεταφορών. 
Με αυτό τον τρόπο ο Φίλιππος υπήρξε ο πρόδροµος όλων των στρατιωτικών οργανωτών και έθεσε τις βάσεις, επί των οποίων δύναται να οργανωθεί ένας Εθνικός Στρατός. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Μακεδονικής Φάλλαγγας ήταν ο ατοµικός οπλισµός και η διάταξη µάχης. Οι Φαλλαγγίτες ήταν βαρύτερα οπλισµένοι. Εφεραν κράνος, θώρακα βαρύτερο και ασπίδα που κάλυπτε τον µαχητή, ως αµυντικό οπλισµό. Ο επιθετικός οπλισµός περιλάµβανε τη σάρισσα (δόρυ, µήκους 4,20 - 4,80 µ.) και το βραχύ Ελληνικό ξίφος. Οι Φαλλαγγίτες τάσσονταν επί 16 ζυγών, σε τρόπο, ώστε οι σάρισσες των πρώτων 5 ζυγών να υπερβαίνουν το µέτωπο της φάλλαγγος και σχηµάτιζαν τείχος αδιαπέραστο.

Εκτός από τους Φαλλαγίτες, το Μακεδονικό Πεζικό περιλάµβανε και το σώµα των "υπασπιστών", µε κύριο έργο κατά τη µάχη την αντιµετώπιση εκτάκτων καταστάσεων.

1. Το Πεζικό την Περίοδο του Φιλίππου Β'

Πριν από το Φίλιππο, οι προκάτοχοί του χρησιμοποιούσαν κυρίως το ιππικό, είχαν παραμελήσει το Πεζικό και επιστράτευαν μικρό αριθμό, από τους άνδρες που είχαν την ηλικία, τις ικανότητες και τα κοινωνικά προσόντα για αν υπηρετήσουν ως «οπλίτες» ή ως «ψιλοί». Ο Φίλιππος επιδόθηκε στην αναδιοργάνωση του Μακεδονικού στρατού και από απαρχαιωμένο πολεμικό όργανο το κατέστησε πραγματικά πρωτοποριακό. Οι Μακεδόνες ευγενείς ήταν οι φίλοι του βασιλιά, οι «εταίροι» και απάρτιζαν στο στρατό την επίλεκτη μονάδα θωρακισμένων ιππέων. Οι μικρογαιοκτήμονες Μακεδόνες που υπηρετούσαν, στο πεζικό πήραν την χαρακτηριστική ονομασία «πεζέταιροι».

Άγνωστο πότε καθιερώθηκε αυτός ο όρος. Στην περίοδο όμως της βασιλείας του Φιλίππου Β' όταν εξασφαλίσθηκαν οι πλούσιες πηγές των ορυχείων της Θράκης, δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για τη συγκρότηση των μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων σε τακτικές στρατιωτικές μονάδες Πεζικού. Αυτοί αποτελούσαν το βαρύ Πεζικό «πεζέταιροι». Φορούσαν κράνος είτε Αττικού τύπου με μικρό λοφίο, είτε Μακεδονικού τύπου με μεγάλο λοφίο και γύρο, που λεγόταν «καυσία» και ίσως ελαφρό θώρακα και περικνημίδες.

Κρατούσαν ασπίδα από ορείχαλκο πολύ κυρτή, πολύ μικρή (διάμετρο 0,60μ περίπου) και ελαφριά και χειρίζονταν ένα δόρυ τη «σάρισα», μήκους 12 - 16 πήχεων (5,32 - 7,10μ), καθώς και μια σπάθη με κοντή και πλατιά λεπίδα, που κατέληγε σε οξεία αιχμή. Η μεγαλύτερη μονάδα των πεζεταίρων λεγόταν τάξη και αποτελούνταν από 1.000-1.500 άνδρες κατανεμημένους σε λόχους. Επιπλέον, συγκροτήθηκε και το σώμα των Υπασπιστών, ελαφρύ Πεζικό με ακόντιο και ασπίδα και εκτελούσαν αποστολές όμοιες με των πελταστών της εποχής του Ιφικράτη.


2. Δημιουργία Τακτικού Στρατού

Ο Φίλιππος κατόρθωσε, οργανώνοντας το λαό με την υποχρεωτική στρατιωτική υπηρεσία σε ενιαίο στρατό, να εξουδετερώσει ομαλά -χωρίς να έρθει σε σύγκρουση με τους ευγενείς και να προκαλέσει την εξέγερσή τους- τις αποκεντρωτικές τάσεις των ευγενών και να κάνει τη Μακεδονία ένα πρόπλασμα εθνικού κράτους. Για την οργάνωση της στρατολόγησης ο Φίλιππος χώρισε τη Μακεδονία σε 12 στρατολογικές περιφέρειες και οι στρατιωτικές μονάδες αντιστοιχούσαν σε αυτή τη διαίρεση. Οι μεγαλύτερες μονάδες των εταίρων λέγονταν ίλες, των πεζεταίρων τάξεις και των υπασπιστών χιλιαρχίες. Υπήρχαν και δύο εκλεκτά τάγματα, τα αγήματα (ένα από εταίρους και ένα από υπασπιστές), τα οποία λειτουργούσαν ως σχολεία εφαρμογής για τα στελέχη του στρατού.

Το σύστημα στελέχωσης του στρατού του Φιλίππου προέβλεπε την εκπαίδευση των ευγενών από νεαρή ηλικία, όταν γίνονταν «βασιλικοί παίδες», και την ανάθεση σε αυτούς των καθηκόντων του διοικητή ίλης (ίλαρχος), τάξεως (ταξίαρχος), χιλιαρχίας (χιλίαρχος), και το βαθμό του στρατηγού. Οι κατώτεροι μέχρι το βαθμό του Λοχαγού προέρχονταν από το στράτευμα. Οι τοποθετήσεις και οι προαγωγές ανήκαν στη δικαιοδοσία του βασιλιά. Επίσης, εγκαινίασε τη διαδικασία της επιστράτευσης σε καιρό ειρήνης για την εκπαίδευση των οπλιτών.

Ένας ακόμη νεωτερισμός του Φιλίππου ήταν ότι ενίσχυε, όπως και οι Θηβαίοι, ένα από τα άκρα της παρατάξεως και ανέθετε σε ένα τμήμα του στρατού του να επιφέρει το αποφασιστικό πλήγμα εναντίον του εχθρού, με τη διαφορά ότι αυτός μετέθεσε αυτή την αποστολή από το Πεζικό στο βαρύ ιππικό.  Αυτό τον ελιγμό εφάρμοσε και στη μάχη στη Χαιρώνεια (338 π.Χ.), όπου νίκησε τον ενωμένο στρατό των Αθηναίων, Θηβαίων, Κορινθίων κ.λπ., και ανέλαβε την ηγεμονία των Ελληνικών πόλεων.

3. Μακεδονική Φάλαγγα

Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Μακεδονικής φάλαγγας συνίσταται στον ατομικό οπλισμό του φαλαγγίτη και στη διάταξη μάχης της φάλαγγας όπως περιγράφηκε στις προηγούμενες παραγράφους. Οι φαλαγγίτες τάσσονταν σε βάθος 16 ζυγών και σε τάξη αραιότερη. Είχαν μεταξύ τους απόσταση 1μ στην επίθεση και 0,50μ στην άμυνα. Οι πρώτοι πέντε ζυγοί κρατούσαν τις σάρισες προτεταμένες με αποτέλεσμα ο εχθρός να προσκρούει σε ένα αδιαπέραστο τοίχος από σάρισες 4,5μ. μακριά από τους πρώτους άνδρες της φάλαγγας. Οι πίσω ζυγοί κρατούσαν τη σάρισα όρθια αλλά με κλίση προς τα εμπρός, στηρίζοντάς την στον ώμο του προπορευόμενου, με αποτέλεσμα και πάνω από τη φάλαγγα να δημιουργείται ένα δάσος από αιχμές.

Όταν σκοτωνόταν ή πληγωνόταν στρατιώτης από τις πρώτες γραμμές, τότε τη θέση του, με προτεταμένη τη σάρισα, έπαιρνε ο όπισθεν αυτού ερχόμενος στρατιώτης. Έτσι, στις πέντε πρώτες γραμμές δεν υπήρχε σε ώρα μάχης κανένα κενό. Κατά τη διάρκεια της μάχης, δεν στηρίζονταν μόνο στην ορμητική πρώτη προσβολή και τον «ωθισμό», όπως η φάλαγγα οπλιτών, αλλά στη συνεχή κίνηση προς τα εμπρός που εξασφάλιζε ο «κινούμενος φράχτης» αιχμών, συντρίβοντας τον αντίπαλο. Παράλληλα, η έλλειψη αμυντικού οπλισμού (θώρακας, μεγάλη ασπίδα) δεν αποτελούσε μειονέκτημα για τη Μακεδονική φάλαγγα, καθόσον οι αντίπαλοι δεν έφταναν ποτέ σε απόσταση προσβολής από τους Μακεδόνες.

Πρόσθετος παράγοντας ευκαμψίας των πεζεταίρων, ήταν η κατανομή τους σε λόχους και τάξεις, γεγονός που επέτρεπε εύκολα τη διάσπαση της φάλαγγας σε επιμέρους τμήματα αυτής, τα οποία θα πολεμούσαν ανεξάρτητα. Οι πεζέταιροι συνεργάζονταν και με τα άλλα τμήματα του Μακεδονικού στρατού (εταίροι, υπασπιστές), ώστε να επιτευχθεί το αποφασιστικό αποτέλεσμα. Παρά ταύτα, η φύση αυτή καθεαυτή της φάλαγγας (πυκνοί σχηματισμοί, κίνηση «στοιχηδόν», πειθαρχία, ομαδική προσπάθεια), ήταν το βασικό μειονέκτημά της, δεν μπορούσε να πολεμήσει σε ορεινά εδάφη. Το οποιοδήποτε εμπόδιο που διασπούσε τη συνοχή της, μείωνε δραστικά τη μαχητική της απόδοση.

Ο Φίλιππος τάσσονταν πάντα επικεφαλής των πεζεταίρων, των οποίων η διοίκηση στη μάχη απαιτούσε ιδιαίτερες ικανότητες, καθόσον έπρεπε στην εξέλιξη της μάχης να αλλάζει συνεχώς μεθόδους και αποστολή, ανάλογα με τις κινήσεις του εχθρού. Το βασικότερα μειονέκτημα της Μακεδονικής φάλαγγας ήταν ότι απαιτούσε συνεχή εκπαίδευση των στρατιωτών, ώστε να μπορούν ταχύτατα να αλλάζουν μέτωπο σηκώνοντας τη σάρισα κατακόρυφα, αλλαγή μετώπου και πρόταξη της σάρισας και πάλι.

4. Το Πεζικό την Περίοδο του Αλεξάνδρου

Ο Αλέξανδρος παρέλαβε από τον πατέρα του ένα πολύ καλά οργανωμένο, πειθαρχημένο, καλά εκπαιδευμένο και με υψηλό ηθικό στρατό, ο οποίος στελεχώνονταν από εμπειροπόλεμους αξ/κούς. Και την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου οι δύο τύποι του βαρέως και ελαφρού Πεζικού, «φαλαγγίτες» και «υπασπιστές», αποτελούσαν το Πεζικό. Για την οργάνωση όμως της εκστρατείας, ο Αλέξανδρος συγκρότησε και άλλα σώματα και υπηρεσίες, για την υποστήριξη των επιχειρήσεων, όπως το μηχανικό, υπηρεσία πληροφοριών και τοπογράφων, επιμελητεία, διαβιβάσεις, μεταφορές και υγειονομική υπηρεσία.

Στην παραπάνω οργάνωση του στρατού μπήκε επιπλέον η σφραγίδα της μεγαλοφυΐας του Μεγάλου Αλεξάνδρου, κατά τη διάρκεια της μεγάλης εκστρατείας με την τακτική συγκρότηση και χρησιμοποίηση των δυνάμεών του. Τα κύρια χαρακτηριστικά του στρατού του ήταν η ευκινησία και ο συνδυασμός των προσπαθειών Πεζικού και Ιππικού το οποίο ήταν σε ασυνήθιστα υψηλή αναλογία (Ιππικό προς Πεζικό, 1:6) για την εποχή. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της μάχης στο Γρανικό ποταμό (334 π.Χ.) όπου ο Μ. Αλέξανδρος επικεφαλής του βαρέως ιππικού και ελαφρού Πεζικού, κίνησε τη φάλαγγα μέσα στο ποτάμι λοξά αριστερά και προσέβαλε το ασθενές κέντρο της παράταξης των Περσών, ενώ ταυτόχρονα απασχολούσε με ιππικό το ισχυρό αριστερό τους.

Μετά την περίοδο του Μ. Αλεξάνδρου τα Ελληνιστικά βασίλεια που προέκυψαν διατήρησαν την οργάνωση και την τακτική του Μακεδονικού στρατού. Διατήρησαν δηλαδή τη Μακεδονική φάλαγγα στην οποία υπηρετούσαν κατά το δυνατόν Μακεδόνες στην καταγωγή, οι οποίοι οπλίζονταν και εκπαιδεύονταν όπως οι πρόγονοί τους, καθώς και τα τμήματα υπασπιστών και εταίρων. Με την πάροδο των ετών η συμμετοχή Μακεδόνων οπλιτών στη φάλαγγα, έβαινε συνεχώς φθίνουσα όπως βέβαια και η απόδοση της φάλαγγας στη μάχη (γινόταν δυσκίνητη και με μειωμένη απόδοση του ελαφρού Πεζικού και ιππικού που προστάτευε τα πλευρά της), με αποτέλεσμα να ηττηθεί τελικά από τη Ρωμαϊκή λεγεώνα.


5. Το Τέλος της Οπλιτικής Φάλαγγας

Μετά την ήττα των Ελληνιστικών βασιλείων από τους Ρωμαίους, παύει και η χρήση της οπλιτικής φάλαγγας ως σχηματισμού μάχης του Πεζικού, μετά την επί 12 αιώνες τουλάχιστον χρησιμοποίησή του και δίνει τη θέση του στη λεγεώνα. Ειδικότερα, στον αγώνα κατά των μακεδονικών φαλάγγων, οι Ρωμαίοι μετά τις πρώτες ήττες τους άλλαξαν τακτική και επεδίωκαν, με μικρά τμήματα ελαφρώς οπλισμένων και ευκίνητων λεγεωνάριων, να διεισδύουν στα διάκενα που είχαν προκύψει από τη διάσπαση της συνοχής της μακεδονικής φάλαγγας σε ημιορεινά εδάφη και να προσβάλλουν τα τμήματα από τα πλευρά.

ΤΟ ΡΩΜΑΪΚΟ ΠΕΖΙΚΟ

Οι αρχαίοι Ρωµαίοι, µε την περίφηµη "Στρατιωτική Οργάνωσή" τους και την εισαγωγή της γνωστής "Ρωµαϊκής Λεγεώνας", δηµιούργησαν νέα εποχή στην όλη εξέλιξη της Πολεµικής Τέχνης. Στην Αρχαία Ρώµη η στρατιωτική θητεία ήταν υποχρεωτική και είχε διάρκεια από το 17o έως το 50o έτος. Μετά την ηλικία αυτή ο Ρωµαίος πολίτης γραφόταν σε Εκατονταρχία εφέδρων και εκεί παρέµενε µέχρι το 60o έτος. Η στρατιωτική αγωγή του νέου αστού ήταν αντικείµενο που απαιτούσε τις πλέον επίµονες φροντίδες. Τα αµυντικά όπλα του λεγεωναρίου, δηλαδή του πεζού στρατιώτη, ήταν: η περικεφαλαία, η ασπίδα, ο θώρακας και η κνηµίδα του δεξιού ποδιού, γιά να το προφυλάσσει στον αγώνα µε το ξίφος.

Επιθετικά ήταν το δόρυ, ο υσσός (ακόντιο βραχύ µήκους 1,30 µ.), το ξίφος και ο πέλεκυς. Η Ρωµαϊκή Τακτική, παραδεχόταν τρεις διάφορους σχηµατισµούς:
  • Τη "∆ιάταξη Αγώνα", ανοικτή ή ανεπτυγµένη, όπου οι στοίχοι και οι ζυγοί κατέχουν διάσταση 1,80 µ. 
  • Τη "∆ιάταξη Ελιγµού", παρελάσεως ή επιθεωρήσεως, όπου οι διαστάσεις είναι µειωµένες στο µισό.
  • Την "εν Μάζη διάταξη", όπου οι διαστάσεις είναι µειωµένες στο τέταρτο.
1. Γενικά

Ο Ρωμαϊκός στρατός αποτελούνταν αρχικά από στρατολογούμενους πολίτες της Αυτοκρατορίας, οι οποίοι παρέμεναν υπό τα όπλα, για όσο διαρκούσε μια επιχείρηση και στη συνέχεια επέστρεφαν στις ασχολίες τους. Αυτοί οι πολίτες ανάλογα με την προέλευσή τους, Ρωμαίοι ή μη Ρωμαίοι, υπηρετούσαν αντίστοιχα, στις λεγεώνες (legions) και τα συμμαχικά σώματα (auxilia). Το ιππικό, οι τοξότες, οι σφενδονήτες και οι τακτικές μονάδες Πεζικού, συγκροτούνταν κυρίως από μη Ρωμαίους πολίτες, αλλά ήταν ιδιαίτερα αξιόμαχα τμήματα. Κάθε Ρωμαίος πολίτης ήταν υποχρεωμένος να υπηρετεί στο Ρωμαϊκό στρατό και να συμμετάσχει μέχρι το 46ο έτος της ηλικίας του σε 20 εκστρατείες.

Κάτι που δεν σημαίνει κατά ανάγκη μόνο 20 χρόνια υπηρεσίας, αφού κάποιες εκστρατείες ήταν μακροχρόνιες. Η διάρκεια της θητείας αναπροσαρμόσθηκε πολλές φορές από τα 16 έως και 25 χρόνια. Οι Ρωμαίοι στρατιώτες ήδη από το 400 π.Χ. λάμβαναν και μισθό για τις στρατιωτικές τους υπηρεσίες.

2. Η Λεγεώνα

Η λεγεώνα ήταν μια μονάδα Πεζικού στα πρότυπα της φάλαγγας. Αρχικά, απαρτίζονταν από τάξεις ανάλογα με την ηλικία και την ικανότητα των στρατιωτών που επιστρατεύονταν. Οι πλουσιότεροι εντάσσονταν στο ιππικό, και οι φτωχότεροι στο Πεζικό «ψιλοί» και λεγόταν «γροσφομάχοι». Οι υπόλοιποι άνδρες της λεγεώνας διαιρούνταν σε τρεις ηλικίες. Οι νεότεροι σε ηλικία ονομάζονταν «άστατοι», συγκροτούσαν 10 τάξεις (ή σπείρες, ή σημαίες) της λεγεώνας και τάσσονταν μπροστά. Οι αμέσως γηραιότεροι συγκροτούσαν επίσης 10 τάξεις, ονομάζονταν «πρίγκιπες» και τάσσονταν αμέσως πίσω από τους άστατους. Πίσω από τους πρίγκιπες τάσσονταν οι «τριάριοι» (βετεράνοι στρατιώτες) οι οποίοι επίσης συγκροτούσαν 10 τάξεις.

Κάθε τάξη άστατων και πριγκίπων αποτελούνταν από 120 άνδρες, ενώ κάθε τάξη τριαρίων από 60 άνδρες και διοικούνταν από ταξίαρχο ή εκατόνταρχο, ή κεντυρίωνα. Η δύναμη της λεγεώνας έφτανε 4.200 πεζούς άνδρες και 300 ιππείς. Η λεγεώνα παρατάσσονταν, με τις τάξεις σε σχήμα άβακα (σκάκι). Κάθε τάξη τασσόταν σε μέτωπο 20 ανδρών και βάθος 6, αφήνοντας μεταξύ τους κενό χώρο, ίσο με το μέτωπό τους. Στη δεύτερη σειρά και με ίδια διάταξη και αποστάσεις, αλλά με τρόπο ώστε να έχουν εμπρός τους, τα μεταξύ των τάξεων των άστατων διάκενα, τάσσονταν η επόμενη τάξη (πρίγκιπες).

Στην τρίτη σειρά και με ίδια διάταξη και αποστάσεις, αλλά με τρόπο ώστε, να έχουν εμπρός τους τα μεταξύ των τάξεων των πριγκίπων διάκενα (επομένως έχοντας εμπρός τους τις τάξεις των αστάτων), τάσσονταν οι τριάριοι. Μπροστά από όλη τη λεγεώνα τάσσονταν οι γροσφομάχοι, που άνοιγαν τη μάχη. Περεταίρω, οι τάξεις υποδιαιρούνταν σε αριστερό και δεξιό λόχο. Στη δύναμη της λεγεώνας πρέπει να προστεθεί και το ιππικό της λεγεώνας το οποίο όμως ήταν μικρό σε αριθμό (300 ιππείς κατανεμημένοι σε 10 ίλες των 30).

Σκοπός της διάταξης αυτής ήταν, η ευελιξία στη μάχη (τα κενά τετράγωνα παρείχαν ευχέρεια κινήσεων και πολλαπλών μετασχηματισμών, τριγώνου, κύκλου, κ.λπ.) και η διευκόλυνση της προχώρησης ή της υποχώρησης κάθε τμήματος ανάλογα με την εξέλιξη, ενώ έδινε στη λεγεώνα, οπτικά διπλάσιο όγκο από ότι αν είχε πυκνή διάταξη. Η οργάνωση, η συγκρότηση, ο εξοπλισμός και η σύνθεση της λεγεώνας υπέστη πολλές μεταβολές κατά τη διάρκεια του βίου της Αυτοκρατορίας, οι οποίες όμως δεν αλλάζουν ούτε τη βασική δομή, ούτε την τακτική της χρησιμοποίηση. Βλέπουμε δηλαδή στο 2ο αιώνα μ.Χ. η κάθε λεγεώνα να αποτελείται πλέον όχι από τάξεις, αλλά 10 κοόρτεις (στις οποίες στρατεύονται μόνο Ρωμαίοι πολίτες).

Κάθε μια από τις από τις οποίες αποτελείται από 6 εκατονταρχίες των 80 - 100 ανδρών. Κάθε λεγεώνα διοικείται από τον ταξίαρχο. Υφιστάμενοι του ταξιάρχου ήταν 6 χιλίαρχοι προερχόμενοι κυρίως από συγκλητικούς με μηδενική η ελάχιστη πολεμική πείρα. Ουσιαστικά, τις λεγεώνες διοικούσαν οι εκατόνταρχοι, 60 ανά λεγεώνα, οι οποίοι προέρχονταν από το στράτευμα με μακρά πολεμική πείρα. Ο αρχαιότερος εξ αυτών διοικούσε την κοορτή. Ιεραρχικά κατώτεροι των εκατόνταρχων ήταν οι «διάγγελοι», οι οποίοι αποτελούσαν τους αντικαταστάτες του και προέρχονταν από απλούς στρατιώτες. Τα συμμαχικά σώματα (μη Ρωμαίοι πολίτες) αποτελούνταν από Πεζικό, που ήταν οργανωμένο σε σπείρες και ιππικό που ήταν οργανωμένο σε ίλες ή ιππαρχίες.


Κάθε κοορτή συμμαχικών σωμάτων, περιελάμβανε 500 άνδρες που κάποιες φορές έφθανε και τους 1000. Τα συμμαχικά σώματα οργανώθηκαν από τους Ρωμαίους σε «Τακτικά Συγκροτήματα» όπως θα λέγαμε σήμερα, με βάση το Πεζικό. Αποτελούνταν δηλαδή κατά τα 3 4 από Πεζικό και 1 4 από ιππικό και ονομάζονταν ιππικές σπείρες, με χρόνο υπηρεσίας των στρατιωτών σε αυτές τουλάχιστον τα 25 χρόνια. Στην περίοδο του Αυτοκράτορα Γαΐου Μάριου μια σημαντική καινοτομία που εισήχθη στη λεγεώνα ήταν η καθιέρωση του αετού, ως ενιαίου συμβόλου του στρατού της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

3. Οπλισμός

Ο οπλισμός των λεγεωνάριων περιελάμβανε:

α) Το κράνος, το οποίο ήταν ορειχάλκινο, σχήματος ημισφαίριου με παραγναθίδες, αργότερα γίνεται κωνικό χωρίς παραγναθίδες, ενώ προστέθηκε και μικρό γείσο. Οι «γροσφομάχοι» αντί κράνους έφεραν τη «λυκεία», κάλυμμα κεφαλής από γούνα λύκου.

β) Την ασπίδα (θυρεός - scutum), η οποία έφερε τα διακριτικά της λεγεώνας. Αρχικά, είχε σχήμα ορθογώνιο πλάτους 0,75 μ και μήκος 1,20 μ. Την κρατούσαν από μια μόνο λαβή σε αντίθεση με τις ελληνικές ασπίδες, ώστε να μην εμποδίζει τις κινήσεις τους. Οι γροσφομάχοι ήταν οπλισμένοι με την parma (μια στρογγυλή ασπίδα).

γ) Το θώρακα, μεταλλικές πλάκες, οι οποίες κάλυπταν την καρδιά (καρδιοφύλακας ή στηθαίο) και την κοιλιά, ώστε να προστατεύονται από κτυπήματα.

δ) Τον υσσό, ένα είδος ακοντίου μήκους 1,80 μ., το οποίο κατά τα 60 εκατοστά ήταν μεταλλικό με οξεία και αγκιστρωτή αιχμή και το υπόλοιπο ήταν τετραγωνικής ξύλινης διατομής. Υπήρχε και ένας δεύτερος τύπος υσσού, ελαφρύτερος και έμοιαζε με τα κυνηγετικά ακόντια. Οι ελαφροί υσσοί ρίχνονταν εναντίον του εχθρού και ήταν ικανοί να διαπεράσουν τόσο την ασπίδα, όσο και το θώρακα, ενώ ο βαρύτερος χρησιμοποιούνταν ως αγχέμαχο όπλο. Κάθε άστατος ή πρίγκιπας έφερε θυρεό και δύο υσσούς. Μετά το κάρφωμά του στην ασπίδα, λύγιζε με το βάρος του τον μεταλλικό βραχίονα και δεν επέτρεπε να αφαιρεθεί εύκολα. Η αδυναμία αφαίρεσης του υσσού καθιστούσε τον θυρεό εξαιρετικά βαρύ, με τελικό αποτέλεσμα να αχρηστεύεται.

ε) Το ξίφος, το οποίο ήταν κατασκευασμένο από σφυρηλατημένο σίδηρο, με λεπίδα 50 εκατοστών, ήταν Ιβηρικού τύπου. Ήταν το κύριο όπλο, με το οποίο διεξαγόταν η μάχη.

στ) Το δόρυ (hasta), μήκους ενός μέτρου για εκτόξευση ή για στατική άμυνα και τον πέλεκυ.

ΤΟ ΠΕΖΙΚΟ ΣΤΟΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΡΩΜΑΪΚΟ (ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ) ΣΤΡΑΤΟ

Αρχικά το στρατό τον αποτελούσαν κυρίως Βάρβαροι µισθοφόροι κατά το Ρωµαϊκό πρότυπο. Σταδιακά όµως, το µισθοφορικό σύστηµα άρχισε να εγκαταλείπεται και να δηµιουργούνται Εθνικές ∆υνάµεις. Η ολοκλήρωση του θεσµού του "Εθνικού Βυζαντινού Στρατού" πραγµατοποιήθηκε επί Λέοντος Γ' (717 µ.Χ. - 740 µ.Χ.) και συνέπεσε µε την καθιέρωση της νέας διοικητικής διάρθρωσης των "Θεµάτων". Η ιδέα ενός µόνιµου επαγγελµατικού Στρατού στην ειρήνη, ενισχυµένου µε ισχυρές εφεδρείες στον πόλεµο, γεγονός που αποτελεί τη βάση της οργανώσεως και των σηµερινών Στρατών, είναι ιδέα καθαρά Βυζαντινή.

Το Τάγµα αποτελεί αυτοτελή διοικητική και τακτική Μονάδα, η οποία διαθέτει ανάλογα βαριά και ελαφρά οπλισµένο προσωπικό, που έχει τη δυνατότητα ν'αναλαµβάνει την εκτέλεση ειδικών αποστολών και να επιτυγχάνει την άµεση ασφάλειά του µε τα δικά του µέσα. Η καινοτοµία αυτή των Βυζαντινών παρέµεινε µέχρι σήµερα αµετάβλητη. Το Τάγµα ήταν δύναµης 200 - 400 ανδρών, το αποτελούσαν 16 στοίχοι ανδρών σε παράταξη 16 ζυγών. Η Βυζαντινή διάταξη µάχης δεν έχει το γραµµικό χαρακτήρα της αρχαίας Τακτικής. Είναι διάταξη σε βάθος και ανταποκρίνεται µάλλον στις σηµερινές αντιλήψεις της διάταξης "ολόπλευρης µάχης". Η διάταξη αυτή περιλάµβανε:
  • Τη Γραµµή Μάχης. Αυτή την αποτελούσε αριθµός που περιλάµβανε τα 2/3 του συνολικού αριθµού των Ταγµάτων και ήταν παράταξη προς ορισµένη κατεύθυνση.
  • Τη Γραµµή της Εφεδρείας. Αυτή την αποτελούσε το 1/3 του συνολικού αριθµού των Ταγµάτων. Ήταν παράταξη σε απόσταση 1.000 περίπου µέτρων πίσω από τη γραµµή µάχης, µε διαστήµατα 250 µέτρων µεταξύ των Ταγµάτων.
  • Την Οπισθοφυλακή. Αυτή την αποτελούσαν δύο Τάγµατα που ήταν παραταγµένα σε απόσταση 250 µέτρων, πίσω από το δεξιό και το αριστερό της γραµµής της εφεδρείας. 
Τα επιθετικά όπλα του Βυζαντινού Στρατού ήταν: δόρυ, ακόντιο, σπάθη, πέλεκυς, κορίννη, τόξα (βαριά και ελαφρά),σφενδόνη, ενώ ο αµυντικός οπλισµός περιλάµβανε ασπίδα, περικεφαλαία, θώρακα, χειρίδες, κνηµίδες.

1. Γενικά

Ο Βυζαντινός στρατός, στο πέρασμα των αιώνων του βίου της Αυτοκρατορίας, γνώρισε πολλές οργανωτικές αλλαγές. Αρχικά, το στρατό τον αποτελούσαν, κυρίως μισθοφόροι, οργανωμένοι κατά το Ρωμαϊκό πρότυπο. Σταδιακά όμως, το μισθοφορικό σύστημα άρχιζε να εγκαταλείπεται και να δημιουργούνται εθνικές δυνάμεις από τη στρατολόγηση των αγροτών πολιτών της Αυτοκρατορίας, «εθνικός στρατός», σύστημα με το οποίο η αυτοκρατορία μεγαλούργησε και στη συνέχεια σταδιακά εγκαταλείφθηκε και άρχισε πάλι η πρόσληψη μισθοφόρων, οι οποίοι τελικά στράφηκαν εναντίον της Αυτοκρατορίας.

Από την εποχή του Διοκλητιανού, την άμυνα της χώρας είχαν αναλάβει δύο σώματα, οι λιμιτανέοι (συνοριακοί), στους οποίους είχαν παραχωρηθεί κρατικές γαίες για να τις καλλιεργούν και να ζουν, με αντάλλαγμα την προστασία των συνόρων από βαρβαρικές επιδρομές και οι κομητατήσιοι (τακτικός στρατός). Από τον 5ο αιώνα, σταδιακά ο θεσμός αποδυναμώνεται και ιδιαίτερα στην ανατολή. Επικεφαλής των δυνάμεων αυτών ήταν οι «στρατηλάται των πεζών» και οι «στρατηλάται του ίππου». Πλέον των ανωτέρω, είχαν οργανωθεί και μονάδες βαρέως ιππικού στην πρωτεύουσα, οι Σχολές και οι Εξκουβίτορες.


Περί τα μέσα του 4ου αιώνα ο Βυζαντινός στρατός αποτελούνταν κυρίως από Πεζικό, βαρύ Πεζικό, το οποίο παρατάσσονταν στη κύρια γραμμή άμυνας, σε συνδυασμό με ελαφρύ πεζικό (σφενδονήτες, τοξότες, ακοντιστές). Το ιππικό ενεργούσε συμπληρωματικά, σε ρόλους αναγνώρισης, πλαγιοφυλακής, οπισθοφυλακής και με ετοιμότητα να εκμεταλλευτεί τυχόν αδυναμία του εχθρού. Από τον 5ο αιώνα αυξάνει σταδιακά η σημασία του ιππικού, χωρίς όμως να χρησιμοποιείται ως αποφασιστικός παράγων στη μάχη. Ταυτόχρονα, το Πεζικό αφήνει τους βαρείς ελασματικούς θώρακες και εξοπλίζεται με αλυσιδωτούς και φολιδωτούς που είναι ελαφρύτεροι, προκειμένου να γίνουν πιο ευκίνητες οι Μονάδες του.

Το ιππικό αποκτά μεγαλύτερη σημασία στο Βυζαντινό στρατό, προκειμένου να αντιμετωπίσει το ιππικό των Περσών και κυρίως του Πέρσες ιπποτοξότες, ενώ ταυτόχρονα η πειθαρχία του Πεζικού έχει αρχίσει να μειώνεται, λόγω των χαμηλών μισθών και δύσκολων συνθηκών, χωρίς όμως να πάψει να έχει σημαντικό ρόλο στη μάχη. Από το 6ο έως τον 10ο αιώνα, το βασικό χαρακτηριστικό του Βυζαντινού στρατού ήταν ότι αποτελούνταν κυρίως από ιππικό, το οποίο είχε και το βασικό ρόλο στις μάχες. Η εκστρατεία του Ηρακλείου 622 - 626 μ.Χ., είναι χαρακτηριστική του κεντρικού ρόλου που αναλάμβανε το ιππικό.

Ωστόσο το Πεζικό δεν μπορούσε να λείπει από την οργάνωση του στρατού μιας τέτοιας Αυτοκρατορίας, καθόσον επιχειρήσεις στα Βαλκάνια όπου το έδαφος ήταν ορεινό, επιχειρήσεις εναντίων πολυάριθμων περσικών στρατευμάτων, καθώς και η φύλαξη φρουρίων, πόλεων και περασμάτων, απαιτούσαν δυνάμεις Πεζικού. Η σημασία όμως του Πεζικού φαίνεται και από τις αναφορές μαχών όπου ιππείς αφίππευαν και πολεμούσαν πεζοί, όταν το απαιτούσε η τακτική κατάσταση, προκειμένου να επιτευχθεί το αποφασιστικό αποτέλεσμα σε εκστρατείες όπου συμμετείχε μόνο ιππικό ή τουλάχιστον όχι αρκετό Πεζικό.

Το 10ο αιώνα, αναπτύχθηκε από τον Νικηφόρο Φωκά και το βαρύ θωρακισμένο ιππικό, «οι κατάφρακτοι» αλλά και το Πεζικό βελτιώνεται. Κονταράτοι, οπλισμένοι με δόρατα, σφενδονήτες και ακοντιστές, αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σημασία στο Βυζαντινό στρατό, εξαιτίας της αποτελεσματικότητάς τους, στην αντιμετώπιση του εχθρικού Ιππικού σε ορεινά και ανώμαλα εδάφη, αλλά και λόγω του χαμηλού κόστους στον εξοπλισμό και τη συντήρησή τους. Μετά τον 7ο αιώνα, στο Βυζάντιο υπάρχουν δύο κατηγορίες στρατιωτικών σωμάτων, τα τάγματα στην πρωτεύουσα και τα θέματα στις επαρχίες.

Τα τάγματα ήταν σώματα μισθοφόρων, Βυζαντινών ή ξένων, της ανακτορικής φρουράς (ιππικό) που διοικούνταν από δομέστικους ή δρουγγάριους και τα οποία εξελίχθησαν σε τακτικό στρατό.

2. Το Θέμα ως Στρατιωτικό Σώμα

Ο όρος «θέμα» εμφανίζεται για πρώτη φορά στην εποχή του Αυτοκράτορα Ηρακλείου, αλλά γίνεται καλύτερα γνωστός ως θεσμός, τον 9ο και 10ο αιώνα, όπου αναφέρονταν στη στρατιωτική, διοικητική, αλλά και τη γεωγραφική οργάνωση του κράτους. Το θέμα συνήθως υποδιαιρούνταν, σε 3 «τούρμες» που διοικούνταν από τους τουρμάρχες. Κάθε τούρμα, υποδιαιρούνταν σε «δρούγγους» που διοικούνταν από τους δρουγγάριους και οι δρούγγοι, υποδιαιρούνταν σε «βάνδα» τα οποία διοικούνταν από τους κόμητες. Τα βάνδα είχαν δύναμη 400 στρατιωτών. Επικεφαλής του θέματος είναι ο στρατηγός, με απεριόριστη εξουσία και εκπρόσωπος του Αυτοκράτορα. Ο θεματικός στρατός αποτελείται σε σημαντικό ποσοστό από Πεζικό.

Στις εκστρατείες το Πεζικό, «Αυτοκρατορικό» και «θεματικό» οργανώνεται σε μονάδες των 1.000 ανδρών, τις «τάξεις» που διοικούνται από ταξίαρχο και υπάγονται στη γενική διοίκηση του «οπλιτάρχη» ή «αρχηγέτη», δηλαδή του γενικού αρχηγού των δυνάμεων Πεζικού. Οι στρατιώτες των θεμάτων ήταν κυρίως ντόπιοι χωρικοί οι οποίοι ονομάζονταν «στρατιώται». Το σύστημα επιστράτευσής τους γινόταν με βάση τα κτήματα που κατείχαν και απαλλάσσονταν από τη φορολογία με την υποχρέωση να συντηρούν ένα άλογο και τον οπλισμό τους και να συμμετέχουν στις εκστρατείες όποτε κρίνονταν απαραίτητο για την προστασία της επαρχίας και μια φορά κάθε τέσσερα χρόνια σε μια μακρινή εκστρατεία.

Για τη συμμετοχή τους στην εκστρατεία δεν πληρώνονταν. Σε περίπτωση αδυναμίας συμμετοχής τους στην εκστρατεία πλήρωναν 4 - 6 χρυσά νομίσματα στο κράτος για την πρόσληψη μισθοφόρου στη θέση τους. Εάν κάποιος είχε σοβαρές οικονομικές δυσκολίες, τον απάλλασσε από το φόρο, αλλά τον υποχρέωνε να στρατευθεί στους ελαφρά οπλισμένους πεζούς, τους «απελάτες». Επιπλέον των παραπάνω μονάδων, υπήρχαν στα θέματα και μικρότερες μονάδες οι «κλεισούρες», οι οποίες έλεγχαν ένα η περισσότερα ορεινά περάσματα με επικεφαλής τον κλεισουράρχη. Με αυτές είναι συνδεδεμένοι οι γνωστοί ακρίτες. Σιγά σιγά οι κλεισούρες εξελίχθηκαν σε θέματα και έπαψαν να αναφέρονται.

Γύρω στο 940 - 950 μ.Χ., εμφανίζεται ένας νέος τύπος μικρού θέματος γύρω από μια πόλη ή ένα κάστρο και το οποίο αποτελούνταν σχετικά από μικρό αριθμό πεζών στρατιωτών και μεγάλο σχετικά αριθμό αξ/κών. Όπως το θέμα του Χαρπεζικίου στο οποίο επί συνόλου 700 πεζών οι 69 ήταν Τουρμάρχες. Από τον 10ο αιώνα αρχίζει σταδιακά η αντικατάσταση του εθνικού στρατού από μισθοφορικό, ενώ παράλληλα το 1072 μ.Χ. συγκροτείται ένα νέο σώμα ιππικού, το τάγμα των αθανάτων με επίλεκτους Βυζαντινούς πατριώτες για να αντισταθμίσει την επιρροή των ξένων μισθοφόρων.

3. Ο οπλισμός του Βυζαντινού Πεζού

Ως αμυντικό εξοπλισμό είχε την ασπίδα (σκουτάρι), σε διάφορα σχήματα και μεγέθη και η οποία την εξωτερική της επιφάνεια έφερε παραστάσεις και χρώματα που δήλωναν τη μονάδα όπου ανήκε ο στρατιώτης που την έφερε. Η πανοπλία, που περιλάμβανε το σιδερένιο κράνος (κασσίδιον ή κόρυς), τον σιδερένιο, αλυσιδωτό ή φολιδωτό θώρακα (λωρίκιον), και τα ειδικά προστατευτικά των χεριών (χειρόψελλα ή μανικέλλια) και των ποδιών (ποδόψελλα ή χαλκότουβα), φτιαγμένα από μέταλλο, δέρμα ή ξύλο. Επειδή η πανοπλία γενικά ήταν πολύ ακριβή και πολλοί στρατιώτες δεν είχαν τα μέσα να την αποκτήσουν, κατέφευγαν σε απλούστερες λύσεις.

Εναλλακτικές λύσεις ήταν τα υφασμάτινα κράνη (καμελαύκια) και τα ενδύματα από δέρματα ή σκληρά υφάσματα (καββάδια) ως υποκατάστατα του θώρακα. Ορισμένες φορές τα ενδύματα κάτω από το θώρακα ήταν από μετάξι, καθώς οι πυκνοπλεγμένες ίνες του προστάτευαν ιδανικά από τα βέλη. Ως επιθετικό εξοπλισμό διέθετε αγχέμαχα, όπλα και εκηβόλα. Το ξίφος (σπαθίον), το κατ’ εξοχήν επιθετικό όπλο των Βυζαντινών, που κρεμόταν από ιμάντα και φυλασσόταν σε θηκάρι. Η λόγχη (κοντάριον) ήταν από τα σημαντικότερα όπλα που είχαν στη διάθεσή τους οι μονάδες του Πεζικού.


Το ρόπαλο (βαρδούκιον), από σιδερένια ράβδο ή από γερό ξύλο, πάνω στα οποία ήταν στερεωμένα σιδερένια καρφιά, ήταν όπλο που το χρησιμοποιούσε το βαριά οπλισμένο ιππικό. Το τσεκούρι (πέλεκυς) είχε μία ή δύο κόψεις και, όταν είχε μία κόψη, ονομαζόταν τζικούριον. Οι πολεμιστές μετέφεραν τα τσεκούρια μέσα σε θήκες ζωσμένες γύρω στη μέση τους. Το τόξο (δοξάριον) ήταν το πιο σπουδαίο εκηβόλο όπλο. Ήταν κατασκευασμένο από ξύλο, κέρατο ή κόκαλο και τένοντες ζώων, ενώ η χορδή του φτιαχνόταν από νεύρα ή εντόσθια ζώων ή ακόμα και από φυτικές ίνες. Το μήκος του έφτανε τα 117 - 125 εκ. και οι δύο του άκρες ήταν καμπυλωμένες.

Τα βέλη (σαγίτες) είχαν μήκος 70 εκ. και ήταν από λεπτό ξύλο ή καλάμι που κατέληγε σε αιχμή από μέταλλο, γυαλί, κόκαλο ή ξύλο. Τα βέλη τοποθετούνταν ανά 30 - 60 στις φαρέτρες (κούκουρα), που κρέμονταν στην πλάτη των πεζικάριων ή στη ζώνη των ιππέων. Ένα τόξο μικρού μεγέθους ήταν το σωληνάριον, που έριχνε μικρά βέλη, τις μυίες. Ένα ιδιαίτερα φονικό όπλο ήταν η τζάγγρα, ένα κοντό πολύ ισχυρό τόξο, που εκτόξευε μικρότερου μεγέθους και πιο χοντρά από τα κανονικά βέλη για τη διάτρηση της θωράκισης των εχθρών. Μία άλλη σημαντική κατηγορία όπλων ήταν τα τειχομαχικά, όσα δηλαδή χρησιμοποιούνταν στις πολιορκίες κάστρων.

Στις πολιορκητικές μηχανές που είχαν στη διάθεσή τους οι πολιορκητές, εκτός από τις σκάλες και τις ξύλινες γέφυρες, ανήκει ο κριός, με τον οποίον γκρέμιζαν ευπαθή τμήματα των τειχών, όπως για παράδειγμα τις πύλες. Τον κριό αποτελούσε μια μεγάλη δοκός από σκληρό ξύλο, που στην άκρη της έφερε συμπαγές μέταλλο σε σχήμα κεφαλής κριού. Ο κριός μεταφερόταν με τη βοήθεια στρατιωτών πάνω σε τροχοφόρο σκαλωσιά, από την οποία κρεμιόταν με αλυσίδα για να κατευθύνεται ελεύθερα στο στόχο. Το πετροβόλον ήταν όπλο που εκσφενδόνιζε μεγάλες πέτρες, ώστε να δημιουργούνται ρήγματα στα τείχη.

Από τις πιο γνωστές πολιορκητικές μηχανές ήταν οι ελεπόλεις, ξύλινοι τροχοφόροι πύργοι, αρκετά ψηλοί ώστε να φτάνουν στην κορυφή των τειχών. Από την υψηλότερη εξέδρα, οι στρατιώτες μπορούσαν να πολεμήσουν τους υπερασπιστές του τείχους στο ίδιο περίπου ύψος. Οι πολυώροφοι αυτοί πύργοι συχνά μετέφεραν εκηβόλα μηχανήματα, καθώς και τον κριό στο χαμηλότερο επίπεδο. Η χελώνη ήταν μηχανή με υπόστεγο πάνω σε ρόδες, η οποία παρείχε κάλυψη στους επιτιθέμενους πολεμιστές. Μ’ αυτήν οι στρατιώτες πλησίαζαν τα τείχη, έπλητταν τη λιθοδομή τους ή έσκαβαν το έδαφος δημιουργώντας σήραγγες από κάτω τους.

4. H Τακτική Χρησιμοποίηση του Πεζικού

Είναι σαφές από τα μέχρι τώρα αναφερθέντα, ότι οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες, είχαν αναθέσει τη συντήρηση του στρατού, μέσω του συστήματος στρατολόγησης, στους πολίτες της Αυτοκρατορίας. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, να είναι οικονομικά συμφέρουσα η διατήρηση υπό τα όπλα, μεγάλου αριθμού ιππέων οι οποίοι είχαν τον κύριο ρόλο στις μάχες εκ παρατάξεως στα πεδινά εδάφη της Αυτοκρατορίας. Επιπλέον, η ανάγκη συντήρησης μεγάλου αριθμού ιππέων κατέστη αναγκαία γιατί ο Βυζαντινός στρατός είχε να αντιμετωπίσει τις πολυάριθμες ιππικές δυνάμεις Περσών, Αράβων και άλλων λαών που περιστοίχιζαν την αυτοκρατορία, ιδιαίτερα στις ανατολικές περιοχές όπου τα εδάφη ήταν αναπεπταμένα.

Είναι χαρακτηριστική η μάχη στο Δάρας (530 μ.Χ.) όπου το σύνολο σχεδόν του Βυζαντινού στρατού αποτελούνταν από ιππικό. Από τακτικής άποψης ο στρατηλάτης της Ανατολής Βελισάριος εφήρμοσε ένα ευφυές σχέδιο για να υπερισχύσει και να καταστρέψει τον αντίπαλο, ο οποίος είχε συντριπτική υπεροπλία. Ειδικότερα, κατασκεύασε μια τεθλασμένη τάφρο για να εξασφαλίσει την επιμήκυνση του μετώπου του, ενώ στις δύο όχθες της τάφρου παρέταξε μικτά τμήματα Πεζικού και Ιππικού εναλλάξ. Ενίσχυσε τα δύο κέρατα της παρατάξεως του με ιππικό και πέτυχε μια παράξενη για την τακτική νικηφόρα επίθεση από το κέντρο εναντίον των άκρων της παρατάξεως.

Η χρήση όμως πολλών από τους ιππείς, ως πεζών την ώρα της μάχης, αλλά και η δυσκολία ελιγμών του ιππικού σε ορεινά εδάφη καταδεικνύει ότι οι μονάδες πεζών στρατιωτών, πρέπει να αποτελούν τη σπονδυλική στήλη ενός στρατού. Οι Βυζαντινοί το αντιλήφθηκαν τον 10ο αιώνα, και δημιούργησαν περισσότερες μονάδες Πεζικού, χωρίς βέβαια να υποβαθμίζουν το ιππικό τους το οποίο ενίσχυσαν με μονάδες θωρακισμένων ιππέων.

ΤΟ ΠΕΖΙΚΟ ΚΑΤΑ ΤΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

Κατά το Μεσαίωνα το Πεζικό, περιφρονούµενο από τους Ιππότες, µπαίνει σε δεύτερη µοίρα και τάσσεται πίσω από το Ιππικό. Οι Άγγλοι όµως γρήγορα καταννόησαν αυτό το σφάλµα και έδωσαν κατά τον εκατονταετή Πόλεµο (1447 - 1453) την πρέπουσα θέση στο Πεζικό, που παραµένει πάντα ο Βασιλιάς των Όπλων.

1. Η Φυσιογνωμία της Μάχης το Μεσαίωνα

Οι μάχες εκ παρατάξεως το Μεσαίωνα δεν ήταν ο κανόνας, αλλά η εξαίρεση. Ο στρατιωτικός διοικητής τις απέφευγε, αφού αποτελούσαν γι’ αυτόν την ύστατη λύση, στην οποία κατέφευγε μόνο αφού είχε εξαντλήσει όλες τις εναλλακτικές (ανταρτοπόλεμο, πολιορκία, κλπ). Η εμπλοκή σε τέτοια μάχη γινόταν μόνο αν και οι δύο αντίπαλοι διοικητές ήταν σίγουροι για την νίκη και εφόσον, αυτή η νίκη μπορούσε να επιφέρει αποφασιστικό αποτέλεσμα στον πόλεμο. Επίσης, σε αυτό τον τρόπο πολέμου, ζωτικό ρόλο είχαν οι αναγνωριστικές επιχειρήσεις, οι οποίες ήταν πάγια πρακτική από τον 11ο αιώνα. Γι΄ αυτό το σώμα που κυριαρχεί στα πεδία του Μεσαιωνικού πολέμου δεν είναι το Πεζικό, αλλά το ιππικό, το οποίο φαίνεται ότι κατέχει κεντρικό ρόλο στους στρατούς της εποχής.

Ο κυριότερος λόγος βέβαια, είναι οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που επικρατούσαν την περίοδο εκείνη στην Ευρώπη. Οι φεουδάρχες, ήταν τα κέντρα της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας και οι οποίοι με τα χρήματα που διέθεταν, συγκροτούσαν και συντηρούσαν στρατούς αποτελούμενους από ιππικό και μόνο, το οποίο ήταν σύμβολο εξουσίας. H κυριαρχία του ιππικού αντιπροσωπεύει την κοινωνική υπεροχή των φεουδαρχών απέναντι στους ελεύθερους αγρότες και στους δουλοπάροικους, οι οποίοι δεν είχαν την οικονομική δύναμη για την αγορά και τη συντήρηση αλόγου ή πανοπλίας και ιπποσκευής, με αποτέλεσμα να είναι ευάλωτοι έναντι των κινδύνων που έκρυβε η εποχή τους, όπου το μόνο σίγουρο ήταν η ανασφάλεια.

Επιπλέον, ήδη από την εποχή της Μεσοβυζαντινής περιόδου, παρατηρούμε ότι το Πεζικό παρουσίαζε προβλήματα πειθαρχίας και οι μεγάλοι αριθμοί που το αποτελούσαν κάτω υπό συγκεκριμένες συνθήκες μπορούσαν να καταστήσουν αυτό επικίνδυνο για την κρατική κυριαρχία. Επίσης, στο Μεσαίωνα το βασικό είδος πολέμου ήταν οι πολιορκίες, οι ξαφνικές επιθέσεις και οι γρήγορες αναδιπλώσεις. Ένας τέτοιος τρόπος πολέμου θα ήταν αδιανόητος χωρίς πειθαρχημένες ομάδες στο πεδίο της μάχης. Στις πολιορκίες όμως, οι ιππείς πολεμούσαν αφιππεύοντας, ελλείψει Πεζικού.


Το εξαιρετικό στην υπόθεση της κυριαρχίας του ιππικού κρούσης κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα είναι ότι στις περισσότερες από τις λίγες μάχες που έλαβαν χώρα αυτή την περίοδο, το ιππικό αφίππευε και πολεμούσε από τις γραμμές των πεζών. Kονκερέλ (992 μ.Χ.), Xέηστινγκς (1066 μ.Χ.), Δορύλαιο (1098 μ.Χ.), Tινσεμπρέ (1106 μ.Χ.), Mπρεμίλ (1119 μ.Χ.), Mπουργκ Θερούλντ (1124 μ.Χ.), Nορθάλλερτον (1138 μ.Χ.), Λίνκολν (1141 μ.Χ.), Kρεσύ (1346 μ.Χ.), Πουατιέ (1356 μ.Χ.), Aζινκούρ (1415 μ.Χ.) είναι μερικά παραδείγματα τέτοιων μαχών. Το Πεζικό επιπλέον, απαιτεί δυνατή και συγκεντρωτική διοίκηση, ώστε να πολεμάει συντεταγμένα, με πειθαρχία, ανεξάρτητα από το μέγεθος των μονάδων του.

Στο Μεσαίωνα ουσιαστικά το ιππικό δε βελτιώθηκε, και εμφανίζεται όπως την εποχή του Νικηφόρου Φωκά ως θωρακισμένο ιππικό, απλώς το Πεζικό έγινε χειρότερο.

2. Ο Εκατονταετής Πόλεμος

Χαρακτηριστική περίπτωση της χρήσης του Πεζικού ή μάλλον της δευτερεύουσας χρήσης του, στη συγκεκριμένη περίοδο, είναι ο Εκατονταετής Πόλεμος μεταξύ των Άγγλων και των Γάλλων. Η σύγκρουση μετατράπηκε σε πόλεμο τριβής, που χαρακτηρίζονταν λιγότερο από τις μονομαχίες των ιπποτών και περισσότερο από αιφνιδιαστικές επιθέσεις ανταρτοπόλεμου. Οι μάχες ανάμεσα σε τακτικούς στρατούς σπάνιζαν, ενώ μεγάλο μέρος του πολέμου στρέφονταν κατά των πολιτών, με λεηλασίες, καταστροφές και διωγμούς. Η μάχη του Κρεσύ (1346 μ.Χ.) όμως, έρχεται να δικαιώσει και πάλι την αξία του Πεζικού στη μάχη εκ παρατάξεως.

Σ' αυτή, οι Άγγλοι παρέταξαν 7.000 τοξότες και 5.000 πεζούς, και 700 ιππείς, ενώ οι Γάλλοι 12.000 θωρακισμένους ιππείς, 6.000 Γενουάτες τοξότες και 20.000 πεζούς (επιστρατευμένοι χωρικοί). Το αποτέλεσμα ήταν οι Γάλλοι να ηττηθούν από τους καλά εκπαιδευμένους, πειθαρχημένους και εμπειροπόλεμους από τους Σκωτικούς πολέμους Άγγλους, με απώλειες 1.200 ιππέων και 8.000 πεζών, γεγονός που δείχνει ότι η σωστή χρησιμοποίηση του Πεζικού στις μάχες εκ παρατάξεως, επιφέρει αποφασιστικό αποτέλεσμα. Η μάχη αυτή, έδωσε οριστικά τέλος στη χρήση του Ιππικού ως βασικού σώματος στη μάχη.

ΤΟ ΠΕΖΙΚΟ (17ος έως 19ος μ.Χ. αιώνας)

Το 18o αιώνα παρουσιάζεται η τάση επανόδου στους κατά φάλαγγα σχηµατισµούς, µε την χρησιµοποίηση της φάλλαγγας για την πορεία και την προσπέλαση και της γραµµικής αναπτύξεως για τη µάχη. Η Ναπολεόντειος εποχή φέρνει νέα αλλαγή. Ο σχηµατισµός µάχης του Πεζικού είναι µικτός, προηγείται αραιά γραµµή, που έχει τη δυνατότητα να αναπτύξει όλη την ισχύ του πυρός της και ακολουθούν µικρές φάλλαγγες που αποτελούσαν το στήριγµα της πρώτης γραµµής, ενώ ακολουθεί τρίτη γραµµή σε πυκνούς σχηµατισµούς, η οποία αποτελεί τη µάζα κρούσεως. Η τακτική αυτή διατηρείται κατά το πρώτο ήµισυ του 19ου αιώνα και πλέον.

Αργότερα τη γραµµή µάχης αποτελεί µία γραµµή που χρησιµοποιεί το πυρ και την κίνηση (ακροβολιστική διάταξη από το 1870). Κάτω από τα πυρά του Πυροβολικού τα Τµήµατα προχωρούν µε αραιούς σχηµατισµούς µικρών φαλαγγών και καθώς µπαίνουν στη ζώνη των πυρών του Πεζικού αναπτύσσονται σε αραιή ακροβολιστική γραµµή. ∆ηλαδή δίνεται πολύ µεγαλύτερη σηµασία στην κίνηση παρά στα πυρά. Το Πεζικό επιζητεί να προχωρήσει όσο το δυνατόν περισσότερο και να προσεγγίσει τον εχθρό, χωρίς να κάνει χρήση των όπλων του. Σταδιακά όµως άρχισε να διαφαίνεται η αξία του πυρός και οι πόλεµοι των αρχών του 20ου αιώνα απέδειξαν, ότι το Πεζικό µόνο µε το πυρ έχει τη δυνατότητα να προχωρήσει.

Στην Ελλάδα µέχρι την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης οργανωµένο στρατιωτικό τµήµα δεν υπήρχε. Ένα τακτικό σώµα συγκροτήθηκε το Φεβρουάριο του 1821, από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, ο Ιερός Λόχος.

1. Η Νέα Φάλαγγα Οπλιτών

Μελετώντας τις μάχες αυτής της περιόδου στην Ευρώπη, διαπιστώνουμε ότι ένας νέος παράγοντας έχει υπεισέλθει στο πεδίο της μάχης, το τυφέκιο, το οποίο αντικατέστησε τόξα, δόρατα, βαλίστρες και άλλα εκηβόλα όπλα και εκτός από το Πεζικό και το ιππικό, μια νέου τύπου μονάδα μετράται και αναφέρεται στα στρατεύματα που παρατάσσουν οι αντίπαλοι, το πυροβόλο. Μετά την περίοδο του Μεσαίωνα όπου οι φεουδάρχες συγκροτούσαν και συντηρούσαν το στρατό, ερχόμαστε στην περίοδο όπου τα κράτη στρατολογούν τους υπηκόους τους για την επίτευξη των στόχων τους.

Το βασικό χαρακτηριστικό των μαχών της περιόδου είναι ότι το Πεζικό αναλαμβάνει και πάλι τον πρώτο ρόλο, συγκροτείται σε μεγάλους αριθμούς, τάσσεται στο κέντρο και πολεμάει σε πυκνές φάλαγγες εκ παρατάξεως, ενώ το ιππικό λόγω της ταχυκινησίας του, αναλαμβάνει αποστολές εφεδρείας, υπερκερωτικού ελιγμού, ή ενίσχυσης του Πεζικού. Ο σχηματισμός αυτός της πυκνής φάλαγγας οπλιτών, αποκαλούνταν «τέρικο» και δεν διαφέρει από την οπλιτική φάλαγγα της αρχαίας Ελλάδος, παρά μόνο στον οπλισμό. Ο οπλίτης πλέον κρατάει πυροβόλο όπλο, το μουσκέτο.

Οι πυκνοί σχηματισμοί, η μάχη εκ παρατάξεως, η χρήση των πυροβόλων και κυρίως η χρήση του μουσκέτου από τους πεζούς, προκαλεί τρομερές απώλειες κυρίως στο Πεζικό αλλά και το ιππικό των αντιπάλων. Οι τρομερές απώλειες των δυνάμεων του Πεζικού, είναι το κύριο χαρακτηριστικό της περιόδου. Τα παραδείγματα για τον μελετητή πολλά. Στη μάχη του Μπραιτενφελντ (1631 μ.Χ.) μεταξύ καθολικών και προτεσταντών, έπεσαν νεκροί 7.000 καθολικοί επί συνόλου 36.000 που παρατάχθηκαν. Έναν αιώνα αργότερα, στο Μπλένχαιμ (1704 μ.Χ.) σκοτώθηκαν 20.000 Γάλλοι και Βαυαροί, επί συνόλου 60.000.

Πολύ αργότερα, στο Βατερλώ (1815 μ.Χ.) σκοτώθηκαν 26.000 Γάλλοι επί συνόλου 70.000 που παρατάχθηκαν στο πεδίο της μάχης. Αυτή είναι γενικά η εικόνα όλων των μαχών της περιόδου 17ου - 19ου αιώνα. Όμως, από τις αρχές ήδη, αυτής της περιόδου διαπιστώνουμε πως έγινε αντιληπτό ότι η μάχη εκ παρατάξεως, δεν ήταν πανάκεια για να καταστραφεί το αντίπαλο στράτευμα, αλλά απαιτούνταν ο ελιγμός και των μονάδων Πεζικού στη μάχη και όχι μόνο του ιππικού.

Επίσης ήδη από τη μάχη του Μπράιτενφελντ βλέπουμε τους προτεστάντες να πυροβολούν κατά ριπάς, αντί ατομικά, προκαλώντας συνεχείς και μεγαλύτερες απώλειες στις επιτιθέμενες μονάδες Πεζικού και ιππικού, ενώ χρησιμοποιούν βόλια και πυρίτιδα τυλιγμένα σε χαρτί (εμφάνιση του φυσιγγίου), μειώνοντας το χρόνο επαναγέμισης του μουσκέτου.


2. Τα Συμπεράσματα για το Πεζικό από Τρεις Αιώνες Μαχών

Δεν έγινε άμεσα αντιληπτή η καταστροφική ικανότητα του νέου όπλου, του μουσκέτου, έστω και αν μέχρι την εφεύρεση της ραβδωτής κάνης, δεν ήταν εύστοχο. Σε κάθε περίπτωση προκαλούσε σημαντικές απώλειες εναντίον πυκνών φαλάγγων. Δεν αξιολογήθηκε σωστά η αποτελεσματικότητα του Πυροβολικού κατά των πυκνών φαλάγγων Πεζικού. Το νέο όπλο στην πρώτη του μορφή δεν ήταν τόσο αποτελεσματικό για τον επιτιθέμενο όσο για τον αμυνόμενο (στατικό), καθώς ο επιτιθέμενος ήταν δύσκολο να κινείται και να γεμίζει το όπλο του.

ΤΟ ΠΕΖΙΚΟ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (20ος αιώνας)

Κατά τη σύγχρονη εποχή, η αυξανόµενη καταστρεπτική ισχύς των διαφόρων µηχανηµάτων επέφερε, σαν φυσική συνέπεια, την αύξηση του Πυροβολικού και τη δηµιουργία νέου Όπλου, της Αεροπορίας. Η αναλογικά αριθµητική µείωση του Πεζικού που επήλθε δεν έγινε σε βάρος της αξίας του, αλλά σε ενίσχυση της ικανότητάς του. Είναι αναµφισβήτητο, ότι υπάρχει η δυνατότητα να εφευρεθούν µηχανές που θα έχουν όχι µόνο αυτή την υλική καταστρεπτική ισχύ, αλλά και πολύ µεγαλύτερη από αυτή του Πεζικού, δεν µπορούν όµως αυτές να παράσχουν ούτε ελάχιστο µέρος από την ηθική ισχύ του. Επίσης είναι γνωστό, ότι ο πόλεµος στο σύνολό του αποτελεί σύγκρουση όχι µόνο υλικών αλλά και ηθικών δυνάµεων.

Κατά συνέπεια το Πεζικό θα παραµένει το µοναδικό πλήρες Όπλο, του εκ του συστάδην αγώνα, το µόνο κατάλληλο να αγωνίζεται σε κάθε έδαφος, ηµέρα και νύκτα, µε το συνδυασµό του πυρός, της κινήσεως και της κρούσεως.

1. ΜεταβολέςΈτους 1951

Κατά το 1951 από πλευράς Πεζικού έχουµε τις παρακάτω µεταβολές: Οι Ταξιαρχίες Πεζικού µετονοµάσθηκαν σε "Συντάγµατα Πεζικού" µε την ίδια σύνθεση. Η Μεραρχία Πεζικού περιλαµβάνει τρία Συντάγµατα Πεζικού. Συγκρότηση Στρατού Εκστρατείας Έτους 1951 Ο Στρατός από πλευράς Πεζικού περιελάµβανε:
  • 10 Μεραρχίες, των 6 Ταγµάτων εκτός από την Vη, των τριών Ταγµάτων. 
  • 11 Ελαφρά Συντάγµατα Προκαλύψεως (27 Τάγµατα). 
2. Μεταβολές Έτους 1953

Οι µεταβολές κατά το έτος 1953 ως προς το Πεζικό έχουν όπως παρακάτω:

Μεραρχίες

Οι Μεραρχίες Πεζικού δεν διέθεταν στην ειρήνη τον ίδιο αριθµό Ταγµάτων Πεζικού, αλλά κυµαινόταν από 3 έως 9, ενιαίας σύνθέσης. Βελτιώθηκε η σύνθεση του Τάγµατος Πεζικού µε την προσθήκη Λόχου Βαρέων Οπλων, καθώς επίσης και η ισχύς πυρός της Μεραρχίας µε την προικοδότησή της µε όλµους των 4,2''.

Μονάδες Στρατιάς

Διαλύθηκαν τρεις Διοικήσεις Ελαφρών Συνταγµάτων Πεζικού (ΕΣΠ) και τρία Ελαφρά Τάγµατα Πεζικού (ΕΤΠ). Μετατράπηκαν δύο Τάγµατα Προκαλύψεως σε Μεραρχιακά και διατέθηκαν στις Μεραρχίες αυξάνοντας έτσι τα Τάγµατα Πεζικού από πενήντα επτά σε πενήντα εννέα. Άλλες Ουσιώδεις Μεταβολές µέχρι το 1953 Αυξήθηκε ο αριθµός των Ταγµάτων Πεζικού της ΙΙας Μεραρχίας ώστε να διαθέτει εννέα Τάγµατα Πεζικού. Αντίστοιχα µειώθηκε ο αριθµός των Ταγµάτων Πεζικού των VΙΙης και ΙΧης Μεραρχιών κατά ένα Τάγµα.

4. Μεταβολές 1954 - 1960

Οι κυριότερες εξελίξεις, κατά την παραπάνω περίοδο, από πλευράς Πεζικού είναι οι παρακάτω: Το 1957 συγκροτήθηκαν τα Τάγµατα Α/Τ ΠΑΟ 106 χιλ. που η υπαγωγή τους ήταν ανά ένα σε κάθε Μεραρχία Πεζικού. Το 1957 οι Λόχοι Βαρέων Όλµων 4,2'' των Μεραρχιών συγκροτήθηκε ως ΛΒΟ Συνταγµάτων Πεζικού, µε την ίδια σύνθεση. Στους Λόχους Βαρέων Όπλων των Ταγµάτων Πεζικού προστέθηκε και η ∆ιµοιρία Α-Τ εκτοξευτών 3,5''.

5. Μεταβολές 1960 - 1995

Η εξέλιξη του Πεζικού µετά το 1960, ακολούθησε την γενικώτερη εξέλιξη του Στρατού, λόγω της κρίσης τόσο του 1967 όσο και του 1974, και υπήρξε ραγδαία. Κατά την περίοδο 1974 - 1985 έγινε µεγάλη αναδιάταξη των Μονάδων, Συγκροτηµάτων και Σχηµατισµών. Σε ευπαθείς περιοχές της χώρας συγκροτήθηκαν Ανώτατες ∆ιοικήσεις Ταγµάτων Εθνοφυλακής (ΑΔΤΕ-ΑΔΤΕΑ), Συγκροτήµατα και µετακινήθηκε αριθµός Μονάδων Πεζικού. Κατά την περίοδο από 1985 - 1995 άρχισε σταδιακά η αναδιοργάνωση των Μονάδων Πεζικού µε την είσοδο νέου υλικού και µέσων µε σκοπό την αναγκαία ανάπτυξη προς την υφισταµένη απειλή, µε στόχο την ύπαρξη Στρατού ποιότητας και όχι ποσότητας.

Την τελευταία δεκαετία, αριθµός Ταγµάτων Συνταγµάτων και Μεραρχιών Πεζικού έχουν µηχανοκινηθεί. Η σηµερινή εικόνα των Μονάδων Πεζικού δείχνει ότι το Πεζικό εκσυγχρονίζεται και σταθερά βαδίζει στο δρόµο της στρατιωτικής αποτρεπτικής ετοιµότητας και ισχύος.


ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΠΕΖΙΚΟΥ ΑΠΟ ΙΔΡΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΑ ΤΜΗΜΑΤΑ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821

1. Αρματολοί και Κλέφτες

Μέχρι την κήρυξη της Επανάστασης του 1821, ο ένοπλος αγώνας εναντίον των Τούρκων κατακτητών διεξαγόταν από άτακτα σώματα, τον πυρήνα των οποίων αποτελούσαν, κυρίως, ομάδες που προέρχονταν από τους «Κλέφτες» και τους «Αρματολούς», κάτω από τη διοίκηση οπλαρχηγών (Καπιτάνων) με πείρα στον κλεφτοπόλεμο (ανταρτοπόλεμο), αν και πολλοί από αυτούς είχαν κατά καιρούς υπηρετήσει στον οργανωμένο στρατό των Ιονίων Νήσων ή στην αυλή του Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Ως αποτέλεσμα, «κλέφτικα σώματα» έδρασαν κυρίως στη νοτιοδυτική Μακεδονία, την Ήπειρο, τη Στερεά Ελλάδα, την Πελοπόννησο, την Κρήτη και τον Πόντο.

Τα άτακτα αυτά σώματα, στερούνταν στρατιωτικής εκπαιδεύσεως και πειθαρχίας. Οι αρχηγοί τους εξάλλου, μη έχοντας καμία μεταξύ τους ιεραρχία, δύσκολα μπορούσαν να συνεργαστούν για τον κοινό σκοπό. Αυτός ήταν και ο βασικός λόγος που ώθησε τις επαναστατικές αρχές αλλά και τις πρώτες ακόμα κυβερνήσεις να αρχίσουν την οργάνωση του τακτικού στρατού.

2. Πρώτη Προσπάθεια Οργάνωσης Τακτικού Στρατού

Στην πρώτη προσπάθεια οργάνωσης τακτικού στρατού, μεγάλη βοήθεια προσέφεραν οι Ελληνικής καταγωγής αξιωματικοί, που υπηρετούσαν σε διάφορους ευρωπαϊκούς στρατούς, καθώς και πολλοί ξένοι στρατιωτικοί, οι γνωστοί «φιλέλληνες», οι οποίοι ήρθαν εθελοντικά στην Ελλάδα για να συμμετάσχουν στην απελευθέρωσή της. Τα τμήματα του τακτικού στρατού που οργανώθηκαν στη διάρκεια της επανάστασης, αν και λίγο μετά τη συγκρότησή τους τα περισσότερα από αυτά διαλύονταν, άλλοτε από έλλειψη των απαραίτητων εφοδίων και άλλοτε για πολιτικούς λόγους.

Τα τμήματα αυτά υπήρξαν οπωσδήποτε αξιόλογα, υπηρέτησαν την πατρίδα με ζήλο και αυταπάρνηση και απέδειξαν πόσο ωφέλιμη ήταν για το στρατό η οργάνωση, η εκπαίδευση, η τάξη, η πειθαρχία και το πνεύμα συνεργασίας.

ΠΡΩΤΕΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ

1. Γενικά

Η Ελληνική Επανάσταση του 1821, ήταν η ένοπλη εξέγερση των Ελλήνων εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με σκοπό την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού και τη δημιουργία ανεξάρτητου εθνικού κράτους. Κατά τη διάρκεια του οκταετούς συνολικά αγώνα των Ελλήνων (1821 - 1829), διεξήχθησαν, μεταξύ αυτών και των Τουρκικών (και άλλων υποτελών στην «Πύλη») στρατευμάτων, πολλές και αιματηρές μάχες. Οι απαρχές του Ελληνικού εθνικού κινήματος βρίσκονται στην ώριμη φάση του «Νεοελληνικού Διαφωτισμού», περί το 1800.

Η πιο αποφασιστική εξέλιξη για μια συνδυασμένη και σωστά προετοιμασμένη εξέγερση ήταν η ίδρυση της μυστικής «Φιλικής Εταιρείας» στην Οδησσό, το 1814, από τρεις Έλληνες εμπόρους (Νικόλαος Σκουφάς, Αθανάσιος Τσακάλωφ και Εμμανουήλ Ξάνθος). Οι πρωτεργάτες της επαναστατικής ιδέας είχαν επηρεαστεί από το έργο του εθνεγέρτη Ρήγα Φεραίου, ο οποίος οραματίσθηκε μια παμβαλκανική εξέγερση των λαών της χερσονήσου, για την αποτίναξη του Οθωμανικού ζυγού και για αυτόν τον λόγο επέλεξαν να ξεκινήσουν την επανάσταση από τις Παραδουνάβιες αυτόνομες ηγεμονίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου διαβιούσαν διάφορες εθνότητες.

Το σύνθημα της επανάστασης, «Ελευθερία ή Θάνατος», έγινε εθνικό σύνθημα και από το 1838, η 25η Μαρτίου επέτειος εορτασμού έναρξης της, καθιερώθηκε ως ημέρα Εθνικής Εορτής και αργίας.

2. Η Συγκρότηση των Πρώτων Τακτικών Σωμάτων

Το Φεβρουάριο του 1821, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, κήρυξε την επανάσταση στο Ιάσιο της Μολδαβίας. Εκτός των ατάκτων τμημάτων, που βρίσκονταν υπό τις διαταγές έμπειρων και διακεκριμένων οπλαρχηγών, είχε στη διάθεσή του και τον «Ιερό Λόχο», τον οποίο συγκρότησε και εκπαίδευσε. Αποτελούνταν από ένα τάγμα Πεζικού (δυνάμεως περίπου 500 ανδρών), μία πυροβολαρχία (4 πυροβόλα) και ένα τμήμα 200 ιππέων. Η συγκρότηση έλαβε χώρα στις 3 Μαρτίου 1821, στο Ιάσιο της Μολδαβίας.

Ο Ιερός Λόχος διαλύθηκε και οι περισσότεροι από τους Ιερολοχίτες σκοτώθηκαν κατά τη μάχη στο Δραγατσάνι (Βλαχία), στις 8 Ιουνίου 1821, όταν πολέμησαν μόλις τρεις μήνες μετά τη συγκρότησή τους, πριν καταστούν αξιόμαχο τμήμα και βασιζόμενοι μόνο στην πηγαία, ειλικρινή αγάπη για την πατρίδα. Το αίμα τους, ωστόσο, πότισε και ρίζωσε το δέντρο της ελευθερίας. Τον Ιούνιο του 182145, έφτασε στην Πελοπόννησο ο Δημήτριος Υψηλάντης, αδελφός του Αλέξανδρου, με μια μικρή ομάδα ομογενών και φιλελλήνων και αμέσως άρχισε, κατά το πρότυπο του αδελφού του, να συγκροτεί στην Καλαμάτα ένα τακτικό σώμα δυνάμεως ημιτάγματος, αποτελούμενο από τρεις λόχους των εκατό ανδρών έκαστος, με τους αναγκαίους βαθμοφόρους, με σκοπό να συμμετάσχει στον Αγώνα.

Οι άνδρες της μονάδος, ήταν εξοπλισμένοι με λογχοφόρο τυφέκιο και έφεραν ομοιόμορφη μαύρη στολή και για το λόγο αυτό καλούνταν από τους άτακτους «μαυροφόροι». Η πρώτη συμβολή του παραπάνω τμήματος στον αγώνα, ήταν η παρεμπόδιση της απόβασης Οθωμανικών στρατευμάτων στα παράλια του Κορινθιακού κόλπου, τα οποία είχαν σταλεί να βοηθήσουν τους πολιορκημένους Τούρκους στην Τρίπολη. Στη συνέχεια, έλαβε μέρος στην πολιορκία της Τρίπολης, αποκρούοντας πολλές από τις απόπειρες εξόδου των πολιορκημένων και η οποία τελικά αλώθηκε, στις 23 Σεπτεμβρίου 1821.

Στα μέσα Ιανουαρίου του 1822, συμμετείχε στις επιχειρήσεις για την κατάληψη της Ακροκορίνθου, ενώ είχε προηγηθεί η γενναία δράση του στην ανεπιτυχή επιχείρηση της κατάληψης του φρουρίου του Ναυπλίου, στα τέλη του 1821, χωρίς τη συμμετοχή των ατάκτων της δυνάμεώς του. Εξαιτίας, όμως, των μεγάλων στερήσεων και των απωλειών που είχε υποστεί στις μάχες, της απειθαρχίας των ατάκτων σωμάτων, που πολεμούσαν μαζί του και της οικιοθελούς, λόγω πολιτικών αιτιών, απομάκρυνσης του Υψηλάντη από την ηγεσία του, το πρώτο τακτικό σώμα της επανάστασης διαλύθηκε, σχεδόν εξ΄ ολοκλήρου, στα τέλη του Ιανουαρίου 1822.

3. Το Πρώτο Σύνταγμα Πεζικού

Συγκρότηση

Στις 9 Ιανουαρίου 1822 συνήλθε στην Επίδαυρο η Α' Εθνοσυνέλευση, η οποία, δύο μήνες αργότερα, εξέλεξε ως πρόεδρο της πρώτης Ελληνικής Κυβέρνησης τον αγωνιστή της Επανάστασης και πολιτικό, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Ο Μαυροκορδάτος, θεωρώντας αναγκαία την οργάνωση τακτικού στρατού, πρότεινε στο Βουλευτικό, Σχέδιο Νόμου «Περί Οργανισμού Τακτικού Στρατού». Το σχέδιο αυτό, ψηφίστηκε την 1η Απριλίου 1822 και αποτέλεσε τη βάση όλης της μετέπειτα στρατιωτικής νομοθεσίας. Ειδικότερα, με τον νόμο αυτό, θεσπιζόταν η σύσταση τακτικού στρατού, ο οποίος θα αποτελούνταν από βαρύ και ελαφρύ Πεζικό, βαρύ και ελαφρύ Ιππικό, Πυροβολικό πολιορκίας και πεδινό, καθώς και ένα τμήμα Μηχανικού.


Συστήθηκαν, δηλαδή τα πρώτα Όπλα στον υπό συγκρότηση Ελληνικό Στρατό, δηλαδή του Πεζικού, Ιππικού, Πυροβολικού και Μηχανικού. Σύμφωνα με τον παραπάνω νόμο και με το θέσπισμα της 23ης Απριλίου 1822, συγκροτήθηκε το πρώτο σύνταγμα Πεζικού των δύο ταγμάτων. Κάθε τάγμα διέθετε πέντε λόχους των σαράντα ανδρών και μεταξύ των αξιωματικών ήταν και πολλοί φιλέλληνες. Διοικητής ορίστηκε ο Ιταλός Συνταγματάρχης Pietro Tarella (Ταρέλλα). Οι φιλέλληνες που δεν εντάχθηκαν στο νεοσύστατο Σύνταγμα, περίπου 120 άνδρες, αποτέλεσαν ιδιαίτερη διλοχία υπό τον Ιταλό Συνταγματάρχη Andre Dania (Δάνια).

Τον Μάιο του 1822, δόθηκε από την Κυβέρνηση σε κάθε ένα τάγμα, σημαία, η οποία έφερε τα χρώματα που είχαν ψηφιστεί στην Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, δηλαδή λευκό και γαλάζιο. Το σύνταγμα έφερε στολές, οι οποίες είχαν ραφτεί στην Ελλάδα και εξοπλίστηκε με ευρωπαϊκά τυφέκια με λόγχη.

Συμμετοχή σε Αγώνες

Το πρώτο αυτό Ελληνικό σύνταγμα Πεζικού, μαζί με τη διλοχία των φιλελλήνων και ένα σώμα Επτανησίων, εξοπλίστηκε με λογχοφόρα τυφέκια, αλλά συμμετείχε πριν εκπαιδευτεί, στην εκστρατεία που οργάνωσε ο φιλέλληνας Γερμανός Στρατηγός Charles Norman (Νόρμαν) στη δυτική Ελλάδα για να ενισχύσει το Σούλι, το οποίο πολιορκούνταν από τους Τούρκους. Στις 23 Ιουνίου 1822 τα τμήματα αυτά, με τη συμμετοχή και ισχυρών σωμάτων ατάκτων, κατόρθωσαν να αποκρούσουν και στη συνέχεια να διαλύσουν ισχυρό τμήμα Τουρκαλβανών και Δελήδων ιππέων σε μάχη κοντά στο Κομπότι της Άρτας.

Στη μάχη του Πέτα, που επακολούθησε στις 4 Ιουλίου του 1822, δέχθηκε επίθεση από δύναμη 8.000 ανδρών του Κιουταχή και καταστράφηκε σχεδόν ολοκληρωτικά, έχοντας περισσότερους από 200 νεκρούς του τακτικού στρατού, ένας εκ των οποίων ήταν και ο Διοικητής του, Συνταγματάρχης Ταρέλλα και 100 φιλέλληνες.

Τελευταίες Μάχες και Διάλυση του Συντάγματος

Τα υπόλοιπα τμήματα του τακτικού αυτού σώματος, υπό τον Αντισυνταγματάρχη Γκουβερνάτι, σχημάτισαν οχτώ λόχους και τον Αύγουστο του 1822 μετέβησαν στην Αθήνα. Αμέσως, έλαβαν μέρος σε επιχειρήσεις αναλαμβάνοντας τη φύλαξη των στενών «Μεγάλα Δερβένια». Μετά την καταστροφή του Δράμαλη, το σύνταγμα μετακινήθηκε στο Ναύπλιο, όπου συμμετείχε στην πολιορκία του φρουρίου. Εκεί, αρχικά, ενισχύθηκε με την κατάταξη νέων ανδρών και ανασυγκροτήθηκε σε δύο τάγματα των τεσσάρων λόχων, με συνολική δύναμη 400 ανδρών.

Καθώς, όμως, η Κυβέρνηση αδυνατούσε να διαθέσει τα απαραίτητα, για τη συντήρησή του, μέσα, το σύνταγμα στηρίχθηκε για μικρό χρονικό διάστημα σε επιτόπιους πόρους και στη συνέχεια αυτοδιαλύθηκε. Οι άνδρες του, μετά από την εξέλιξη αυτή, εντάχθηκαν στα «άτακτα σώματα».

ΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΤΟΥ ΦΑΒΙΕΡΟΥ

Γενικά

Σε όλη τη διάρκεια του έτους 1823, δεν έγινε δυνατή η ανασυγκρότηση του «Τακτικού Σώματος» για καθαρά οικονομικούς λόγους. Αυτό πραγματοποιήθηκε, μόλις, τον Ιούλιο του 1824, μετά από αγγλικό δάνειο που έλαβε το κράτος. Σταδιακά και με την κατάταξη εθελοντών, σχηματίστηκε ένα τάγμα Πεζικού, περίπου πεντακοσίων ανδρών, αποτελούμενο από τέσσερις λόχους Πεζικού, ένα λόχο Ευζώνων και έναν λόχο Επίλεκτων. Διοικητής του τοποθετήθηκε ο Δωδεκανήσιος Συνταγματάρχης Παναγιώτης Ρόδιος. Για τη συμπλήρωση των υπόλοιπων θέσεων στελεχών, χρησιμοποιήθηκαν παλαιοί αξιωματικοί του πρώτου συντάγματος Πεζικού.

Οι άνδρες ήταν ντυμένοι με Ελληνική στολή, που αποτελούνταν από λευκό σακάκι, κοντή φουστανέλα και φέσι. Η Προσωρινή Διοίκηση της Ελλάδας διαπιστώνοντας, από τη συμμετοχή του τακτικού αυτού σώματος στις επιχειρήσεις κατά του Ιμπραήμ, τα τακτικά και λοιπά πλεονεκτήματα του τακτικού στρατού, έναντι αυτών των ατάκτων, αποφάσισε την περαιτέρω ενίσχυσή του. Για τον σκοπό αυτό, στις 10 Μαΐου 1825, κατήρτισε Νόμο «Περί Απογραφικής Στρατολογίας», σύμφωνα με τον οποίο θα γινόταν απογραφή και στη συνέχεια στρατολόγηση σε όλη την επικράτεια. Επίσης, διόρισε επικεφαλής των τακτικών στρατευμάτων τον φιλέλληνα Γάλλο Συνταγματάρχη Charles Fabvier (Φαβιέρο).

Ο Φαβιέρος, ανέλαβε τη διοίκηση του τάγματος από τον Συνταγματάρχη Ρόδιο, στις 30 Ιουλίου 1825. Λόγω της αύξησης των εθελοντών που κατατάσσονταν, αυξήθηκε η δύναμή του τακτικού στρατού σε δύο τάγματα (4 λόχοι ανά τάγμα) δυνάμεως, περίπου 400 ανδρών το καθένα, με έδρα το Ναύπλιο. Στα τάγματα αυτά, παραδόθηκαν ξανά οι παλαιές σημαίες των πρώτων ταγμάτων, που τους είχαν απονεμηθεί τον Μάιο του 1822. Προς το τέλος του 1825, μετά την αύξηση αυτή της δύναμης, έγινε ανασυγκρότηση του σώματος, αυξάνοντας τους λόχους του κάθε τάγματος κατά δύο. Έτσι, το Α' Τάγμα Αθηνών είχε πλέον οκτώ λόχους, ενώ το Β' Τάγμα Ναυπλίου έξι.

Μετά από αυτό, συγκροτήθηκε στην Αθήνα το Γ' Τάγμα των οκτώ λόχων και το Δ' Ημιτάγμα των τεσσάρων λόχων. Η δύναμη του κάθε λόχου έφθανε τους 120 - 140 άνδρες. Τα τέσσερα τάγματα Πεζικού (Α', Γ', Δ' στην Αθήνα και Β' στο Ναύπλιο) αριθμούσαν συνολικά δύναμη 3.400 ανδρών. Επιπλέον, ο Φαβιέρος στρατολόγησε και τμήμα ελαφρού Πεζικού με 250 άνδρες, το οποίο είχε την πειθαρχία και την εκπαίδευση του υπόλοιπου Τακτικού Σώματος, αλλά προοριζόταν για τμήμα ανιχνεύσεως, χρησιμοποιώντας τακτική μάχης κατά ατάκτων. Στο τμήμα, απένειμε την ίδια σημαία και προς διάκρισή τους από τα υπόλοιπα άτακτα σώματα, οι στρατιώτες του έφεραν στο στήθος τους σταυρό από μαύρο ύφασμα, γι’ αυτό και ονομάζονταν «Σταυροφόροι».

Εκστρατεία της Καρύστου

Μετά από την εξάντληση του αγγλικού δανείου, η κυβέρνηση βρέθηκε σε δύσκολη θέση, χωρίς να μπορεί να ανταπεξέλθει στα πολεμικά έξοδα. Ο Φαβιέρος, για να αποφύγει τη διάλυση του Σώματος, που είχε συγκροτηθεί από αυτόν και να εξασφαλίσει τον εφοδιασμό του σε τρόφιμα, αποφάσισε την εκστρατεία εναντίον της Καρύστου. Ξεκίνησε με 800 πεζούς, 120 ιππείς και 160 του πυροβολικού, ενώ στο Μαραθώνα όπου στρατοπέδευσε για 17 ημέρες προσκολλήθηκαν 4 λόχοι του τακτικού στρατού και 800 άτακτοι πολλοί από τους οποίους λιποτάκτησαν τις επόμενες ημέρες λόγω των στερήσεων. Η εκστρατεία αυτή, εάν πετύχαινε, θα εξασφάλιζε τη συντήρηση του στρατεύματος από τους πόρους της Εύβοιας.

Η εκστρατεία, όμως, αυτή, η οποία εκτελέστηκε κάτω από δύσκολες για το Τακτικό Σώμα συνθήκες, απέτυχε μετά από πολλές ημέρες αγώνα και αιματηρών θυσιών. Το ισχυρότατο φρούριο της Καρύστου ήταν επανδρωμένο με επαρκείς εχθρικές δυνάμεις, οι οποίες είχαν ενισχυθεί περαιτέρω από 4.000 Τουρκαλβανούς και 500 Ιππείς από τη Χαλκίδα. Στην εκστρατεία αυτή, συμμετείχε το Α' Τάγμα Αθηνών και το τμήμα Σταυροφόρων, τα οποία αντιμετωπίζοντας τον πολύ ισχυρότερο αντίπαλο, αλλά και σοβαρά επισιτιστικά προβλήματα, μετά από πολυήμερο ηρωικό αγώνα και σοβαρές απώλειες (πάνω από το μισούς άνδρες), υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν την Εύβοια και να επιστρέψουν στην Αθήνα.

Στο μεταξύ ο τακτικός στρατός ενισχύθηκε με έναν λόχο φιλελλήνων, δυνάμεως εβδομήντα ανδρών, που μόλις είχε φτάσει από τη Γαλλία.

Μάχη της Ακρόπολης

Λόγω της μείωσης της δύναμης του σώματος εξαιτίας των απωλειών από τις επιχειρήσεις, των ασθενειών και των λιποταξιών, διαλύθηκε το Δ' Τάγμα και στις 20 Ιουλίου του 1826 ο Φαβιέρος ανασυγκρότησε το Τακτικό Σώμα με τρία τάγματα, αντί των μέχρι τότε τεσσάρων. Από αυτά, τα Α' και Β' αποτελούνταν από έξι λόχους, ενώ το Γ' από τέσσερις. Η δύναμη του κάθε λόχου ήταν, περίπου, εκατόν είκοσι άνδρες. Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, ο Φαβιέρος, συμμετείχε με δύο τάγματα και τον λόχο φιλελλήνων στη μάχη του Χαϊδαρίου, για τη λύση της πολιορκίας της Ακρόπολης, σε συνεργασία με τα άτακτα σώματα υπό τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, Αρχιστράτηγο της Ρούμελης.


Ο τακτικός στρατός πολέμησε γενναία και πειθαρχημένα επιβεβαιώνοντας την ανάγκη υπάρξεώς του. Αμέσως μετά τη μάχη του Χαϊδαρίου, ο Φαβιέρος μεταστάθμευσε στα Μέθανα, όπου οργάνωσε μόνιμο στρατόπεδο με το χαρακτηριστικό όνομα «Τακτικούπολις». Η σημαντικότερη, όμως, και ηρωικότερη δράση του τακτικού στρατού ήταν στα τέλη του 1826, όταν ο Φαβιέρος, επικεφαλής των δύο ταγμάτων Πεζικού, τους φιλέλληνες και τους πυροβολητές (συνολικά 480 άνδρες), πέρασε με πλοιάρια από τα Μέθανα στο Φάληρο και τη νύχτα της 13ης Δεκεμβρίου κατάφερε να διασπάσει τον εχθρικό κλοιό στην Ακρόπολη, η οποία, λόγω έλλειψης πυρομαχικών, κινδύνευε να καταληφθεί από τον Κιουταχή και να ενισχύσει τη φρουρά της με άνδρες και πυρομαχικά.

Η τολμηρή, όσο και αποφασιστική αυτή ενέργεια, είχε ως αποτέλεσμα την τετράμηνη παράταση της άμυνας της Ακρόπολης, γεγονός σημαντικότατο για τη διατήρηση της επαναστατικής φλόγας στη Στερεά Ελλάδα. Αναμφισβήτητα η αντίσταση του σπουδαιότατου αυτού φρουρίου της ανατολικής Στερεάς και συμβόλου, συνάμα, της αρχαίας Ελλάδας, έδωσε χρόνο στους Έλληνες, αλλά και ώθηση στις διπλωματικές ζυμώσεις, που κατέληξαν στη ναυμαχία του Ναβαρίνου, με την οποία και επισφραγίστηκε η αναγέννηση του Έθνους.

Η Απόβαση της Χίου

Η κατάσταση του Τακτικού Σώματος στις αρχές του 1827, δεν είχε βελτιωθεί καθόλου, τόσο εξαιτίας της έλλειψης χρημάτων και των αντιδράσεων των ατάκτων σωμάτων, όσο και των διαφορών - διαφωνιών μεταξύ των πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών. Ο Φαβιέρος, διαισθανόμενος τον κίνδυνο της διάλυσης του Τακτικού Σώματος, αποδέχτηκε πρόταση της κυβέρνησης να εκστρατεύσει για την απελευθέρωση της Χίου. Για την υλοποίηση της επιχείρησης οργάνωσε ένα σώμα από 600 - 700 τακτικούς χωρισμένους σε 3 τάγματα, πυροβολικό (4 πεδινά πυροβόλα, 6 - 7 βαριά πυροβόλα πολιορκίας, 3 όλμους και 150 πυροβολητές) και 200 ιππείς εκ των οποίων μόνο οι 30 - 60 είχαν ίππους.

Η εκστρατεία, όμως, αυτή απέτυχε, παρά τη γενναιότητα που επέδειξε το σώμα, κυρίως λόγω της μη επίτευξης του πλήρους αποκλεισμού της νήσου από το Ελληνικό Ναυτικό, το οποίο είχε να εκτελέσει ταυτόχρονα και άλλες αποστολές, με αποτέλεσμα, τον απρόσκοπτο ανεφοδιασμό των Τούρκων από τη Μικρά Ασία.

ΤΟ ΠΕΖΙΚΟ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ (1828 - 1831)

1. Γενικά

Η άφιξη του Καποδίστρια στις 6 Ιανουαρίου του 1828, ως κυβερνήτη της Ελλάδος, σήμανε την αρχή μιας νέας περιόδου για την οργάνωση του τακτικού στρατού. Ο Καποδίστριας κατανόησε, ότι για την επιτυχία του ήταν απαραίτητη η ύπαρξη ενός συμβουλευτικού οργάνου και έτσι συγκρότησε στις 23 Ιανουαρίου 1828 με το Β' Ψήφισμα το «Πολεμικό Συμβούλιο», για να επεξεργαστεί τις πολεμικές υποθέσεις και γενικά τα στρατιωτικά ζητήματα. Ανώτερος αρχηγός του στρατού ορίστηκε ο ίδιος ο κυβερνήτης. Από τις αρχές Φεβρουαρίου άρχισε η οργάνωση του στρατού σε τακτικές μονάδες τις χιλιαρχίες. Σε αυτές εντάσσονταν όλοι οι άτακτοι οπλαρχηγοί και έπαιρναν το βαθμό, ανάλογα με τους άνδρες που ενέτασσαν στη νέα Μονάδα.

Ο Καποδίστριας έπεισε τον Κίτσο Τζαβέλα να δεχθεί το βαθμό του χιλίαρχου και αποτέλεσε παράδειγμα και για άλλους μεγάλους οπλαρχηγούς. Πολλοί όμως που έμειναν έξω από το οργανωτικό σχήμα του νέου στρατού, δέχθηκαν τιμητικούς βαθμούς και ορίστηκαν σύμβουλοι του κυβερνήτη. Ταυτόχρονα ξεκίνησε και η αναδιοργάνωση του Τακτικού Σώματος από 1.000 σε 3.000 άνδρες. Ο Φαβιέρος παραιτήθηκε από τη διοίκηση του Τακτικού Σώματος, λόγω της διαφωνίας του με την κατάταξη στο νέο σώμα ατάκτων απειροπόλεμων νέων και η οποία ανατέθηκε από την κυβέρνηση στο Βαυαρό Συνταγματάρχη Karl Heideck (Έυδεκ).

Ο Έυδεκ συγκέντρωσε όλα τα τμήματα του τακτικού στρατού που επέστρεψαν μετά την αποτυχημένη εκστρατεία στη Χίο, από τα Μέθανα στο Ναύπλιο, χορηγώντας τους νέα στολή, η οποία έμοιαζε με αυτή του Γαλλικού Στρατού.

2. Αναδιοργάνωση του Στρατού - Σύνθεση - Εκπαίδευση Πεζικού

Η αναδιοργάνωση των ατάκτων στρατευμάτων, επήλθε όπως αναφέρθηκε με το από 7 Φεβρουαρίου 1828 Διάταγμα (Οργανισμός Χιλιαρχιών), με το οποίο τα μέχρι τότε άτακτα σώματα, μετονομάζονται σε «Αεικίνητα» και οργανώνονται σε οκτώ χιλιαρχίες. Κάθε χιλιαρχία υποδιαιρούνταν σε πεντακοσιαρχίες, εκατονταρχίες, πεντηκονταρχίες και εικοσιπενταρχίες διοικούμενες από αξιωματικούς και δωδεκαρχίες και πενταρχίες διοικούμενες από υπαξιωματικούς. Η δύναμη της χιλιαρχίας έφτανε τους 1.125 άνδρες.

Αποτελούνταν από ένα χιλίαρχο, δύο πεντακοσίαρχους, δέκα εκατόνταρχους, είκοσι πεντηκόνταρχους, σαράντα εικοσιπένταρχους, έναν υπασπιστή, ένα γραμματέα, δύο υπογραμματείς, έναν ιατρό, ένα ταμία, ένα φροντιστή, έναν ιερέα, δύο σημαιοφόρους, ογδόντα δωδέκαρχους, 160 πένταρχους, 800 στρατιώτες και δύο σαλπιγκτές (ένας ανά πεντακοσιαρχία). Πολύ σύντομα (11 Μαρτίου 1828) συγκροτήθηκαν οι Α', Β', Γ' χιλιαρχίες, ενώ η ανασυγκρότηση συνεχίστηκε. Συνολικά, συγκροτήθηκαν δέκα χιλιαρχίες, ενώ ο ημιτακτικός στρατός συμπληρωνόταν από τη Στραταρχική Φρουρά, από αριθμό ανεξάρτητων πεντακοσιαρχιών, αρχηγιών, μονήρων εκατονταρχιών.

Επίσης από έναν μεγαλύτερο αριθμό σωμάτων τα οποία δρούσαν στα πλαίσια μίας ή περισσοτέρων χιλιαρχιών, και τέλος, από την «Εκτελεστικήν Δύναμιν - Πολιταρχίαν της Πελοποννήσου» (500 άνδρες), καθώς και μικρές φρουρές στα νησιά. Συνολική δύναμη 10.000 άνδρες περίπου, αν και όλες οι χιλιαρχίες που οργανώθηκαν δεν ξεπερνούσαν τους 600 άνδρες κάθε μια, ενώ υπήρχαν πολλά ανεξάρτητα σώματα κυρίως στη Δυτική Στερεά, δυνάμεως έως 150 ανδρών. Παράλληλα για τη βελτίωση του εφοδιασμού του στρατού οργανώθηκε από τις 29 Μαρτίου το «Γενικόν Φροντηστήριον» επικεφαλής με τριμελή επιτροπή και αποστολή να «βεβαιώνει εκ συγκρίσεως την οικονομίαν και τους λογαριασμούς όλων των υπηρεσιών όσαι ανάγονται εις τα του πολέμου».

Ήταν η δεύτερη σοβαρή προσπάθεια οργανώσεως των ατάκτων σωμάτων από την έναρξη του αγώνα. Οι νέοι σχηματισμοί συγκεντρώθηκαν στα Μέγαρα και την Ελευσίνα, όπου στις 16 και 26 Απριλίου αντίστοιχα, έδωσαν τον καθιερωμένο όρκο και παραδόθηκαν οι σημαίες από τον Κυβερνήτη. Οι δυνάμεις αυτές, με τη νέα οργάνωση και σύνθεση, συμμετείχαν στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις της Στερεάς Ελλάδας και η προσφορά τους ήταν σημαντική. Στις 22 Ιουλίου 1829, τοποθετήθηκε διοικητής του τακτικού στρατού ο Γάλλος Συνταγματάρχης Trezel (Τρεζέλ), λόγω παραιτήσεως του Έυδεκ για λόγους υγείας.


Ο Συνταγματάρχης Τρεζέλ, επειδή ήταν ικανότατος αξιωματικός, προήχθη σε Στρατηγό και στην ανασυγκρότηση που προέβη, το Πεζικό αποτελείτο από 4 τάγματα των 6 λόχων έκαστο, όπως παρακάτω:
  • Α' και Δ' Τάγματα Πεζικού στο Ναύπλιο.
  • Β' Τάγμα Πεζικού στην Πάτρα.
  • Γ' Τάγμα Πεζικού στη Ναύπακτο.
Παράλληλα, ανασυγκροτήθηκε και το Δ' Τάγμα Πεζικού. Οργανώθηκε, επίσης, η Επιμελητεία, που διαχειριζόταν τα οικονομικά μέσα για τη συντήρηση του στρατεύματος, με επικεφαλής το Γάλλο Επιμελητή Chauke (Σωκέ). Στις 28 Ιουλίου 1829 εξάλλου, συστήθηκε για πρώτη φορά, τμήμα Μηχανικού με την ονομασία «Σώμα Αξιωματικών Οχυροματοποιίας και Αρχιτεκτονικής». Μετά την ένδοξη μάχη της Πέτρας Βοιωτίας τον Σεπτέμβριο του 1829, η οποία αποτέλεσε τον επίλογο του αγώνα εναντίον των Τούρκων, ο Καποδίστριας, θέλοντας να μετατρέψει τα άτακτα στρατεύματα σε τακτικά, διέλυσε τις χιλιαρχίες και από αυτές σχημάτισε 13 ελαφρά τάγματα, των τεσσάρων λόχων και τα τοποθέτησε στη Στερεά Ελλάδα αλλά όχι στη μεθόριο.

Ο κάθε λόχος με τη σειρά τους υποδιαιρούνταν σε δύο ημιλοχίες, κάθε ημιλοχία σε δύο ενωμοτίες και κάθε ενωμοτία σε δύο δεκανείες. Σύμφωνα με τον κανονισμό, η δύναμη του τάγματος ανερχόταν σε 404 άνδρες. Κάθε τάγμα αποτελούνταν από ταγματάρχη - διοικητή, υποταγματάρχη, υπασπιστή (με βαθμό υπολοχαγού), καταλυματία (με βαθμό Υπολοχαγού), σημαιοφόρο (με βαθμό ανθυπολοχαγού), σαλπιγκτές, ιερέα. Κάθε λόχος αποτελούνταν από λοχαγό, υπολοχαγό, ανθυπολοχαγό, λοχία σιτιστή, 4 λοχίες, 8 δεκανείς, 80 στρατιώτες και 3 στρατιωτικούς παίδες. Οι αξιωματικοί, οι οποίοι κρίθηκαν υπεράριθμοι λόγω της συγκεκριμένης αναδιοργάνωσης, μαζί με άλλους παλαιούς οπλαρχηγούς, επάνδρωσαν το σώμα, το οποίο δημιουργήθηκε γι’ αυτό το λόγο και το ονόμασαν «Ταξιαρχικό».

Οι υπηρετούντες στο σώμα αυτό, θεωρούνταν ότι εκτελούσαν ενεργό υπηρεσία και έπαιρναν κανονικά το μισθό τους. Επιπλέον, οι καταταγέντες στα ελαφρά τάγματα οπλίτες, φορούσαν την Ελληνική ενδυμασία (φουστανέλα, φάριο κ.λπ.). Τον Ιούλιο του 1830 ο Στρατηγός Τρεζέλ, αντικαταστάθηκε στη διοίκηση των τακτικών στρατευμάτων από το Στρατηγό Ζεράρ. Για να οργανωθούν τα ελαφρά και για να εισαχθούν οι οικονομικές υπηρεσίες σε όλα τα τάγματα αποφασίστηκε, ύστερα από πρόταση του Στρατηγού Ζεράρ, η συγκρότηση ενός προτύπου τάγματος εκπαίδευσης.

Το τάγμα αυτό, το οποίο ονομάστηκε «Τυπικό Τάγμα», συγκροτήθηκε με το από 7 Δεκεμβρίου 1830 Διάταγμα και το αποτελούσαν αρχικά τέσσερις και έπειτα έξι λόχοι, της δυνάμεως 80 - 100 ανδρών. Η στολή καθορίστηκε να είναι ίδια με αυτή του Γαλλικού Στρατού. Για τον εξοπλισμό του στρατού χρησιμοποιήθηκαν 6.000 τυφέκια, τα οποία ήταν δωρεά της Ρωσίας.

Οπλισμός - Οπλοστάσιο

Τα άτακτα σώματα των οπλαρχηγών του επαναστατικού αγώνα δεν είχαν ενιαίο οπλισμό. Καθένας από τους άνδρες χρησιμοποιούσε τα δικά του όπλα (καριοφίλια, πιστόλες, σπάθες κ.λπ.). Σταδιακά, ο τακτικός στρατός, άρχισε να εξοπλίζεται με λογχοφόρα τυφέκια, ενώ από το Σεπτέμβριο του 1825 άρχισε να λειτουργεί στο Ναύπλιο εργοστάσιο επισκευής και μετασκευής παλιών τυφεκίων και πυροβόλων, καθώς και κατασκευής πυρομαχικών και βλημάτων πυροβολικού, το «Οπλοστάσιον» Ναυπλίου υπό τη διεύθυνση του Γάλλου Συνταγματάρχη Arnaud (Αρνώ) και αργότερα υπό τον Υπολοχαγό Bourcher (Μπουρσέ).

Εκπαίδευση

Η προσπάθεια εκπαιδεύσεως, του υπό σύσταση τακτικού στρατού, είχε αρχίσει ήδη από το Δημήτριο Υψηλάντη με τη συγκρότηση του πρώτου ημιτάγματος στην Καλαμάτα, το 1821. Ως εκπαιδευτές χρησιμοποιήθηκαν Γάλλοι αξιωματικοί. Ωστόσο, η προσπάθεια αυτή δεν απέδωσε πολλά, καθώς το ημίταγμα διαλύθηκε μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα και αφού είχε λάβει μέρος σε πολλές επιχειρήσεις. Λίγο αργότερα, εφαρμόστηκε ο Γαλλικός κανονισμός στην εκπαίδευση του πρώτου συντάγματος του τακτικού στρατού, που είχε οργανωθεί με απόφαση της Α' Εθνοσυνελεύσεως.

Σημαντικότερη, όμως, και μεγαλύτερης διάρκειας, ήταν η εκπαίδευση του Τακτικού Σώματος του Φαβιέρου από φιλέλληνες αξιωματικούς -κατά τα Γαλλικά και πάλι πρότυπα- με την καθοδήγηση του Γάλλου Λοχαγού Mayies ( Μαγιέ). Με τη λήξη του απελευθερωτικού αγώνα και την ανασυγκρότηση του τακτικού στρατού, ο πρώτος Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας φρόντισε να διατεθούν Γάλλοι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί της Στρατιάς του Maison (Μαιζόν) ως προγυμναστές. Από τον Ιούλιο του 1828, με διαταγή του Κυβερνήτη, άρχισε να λειτουργεί στο Ναύπλιο ο «Λόχος Ευελπίδων», έχοντας ως αποστολή την παροχή της αναγκαίας στρατιωτικής αγωγής και επαγγελματικής καταρτίσεως στα μελλοντικά στελέχη του στρατού.

Λόγω, όμως, της ακαταλληλότητας του πρώτου Διοικητή, του Κορσικανού πρώην Υπολοχαγού Επιμελητείας του Αγγλικού Στρατού Romylo de Santelli (Σαντέλλι), αποφασίστηκε η διάλυση του λόχου Ευελπίδων και η ανασυγκρότησή του σε νέες βάσεις, υπό τη διεύθυνση του ικανότατου Λοχαγού Πυροβολικού Πωζιέ, με το όνομα πλέον «Κεντρικόν Πολεμικόν Σχολείον». Παράλληλα, ο Καποδίστριας, εξέδωσε τον Οκτώβριο του 1829 διάταγμα για το σχηματισμό ενός σώματος «Ακολούθων» και έτσι, από τα πρώτα ακόμη βήματα του νεοσύστατου Κράτους, εγκαινιάστηκε το σύστημα της διπλής προελεύσεως των στελεχών, που τόσο αναπτύχθηκε στη συνέχεια, ιδιαίτερα σε εμπόλεμες περιόδους.

Για την καλύτερη εξάσκηση και εκπαίδευση του τακτικού στρατού δημιουργήθηκε, στις 6 Οκτωβρίου 1829 στα Μέγαρα, στρατόπεδο εκπαιδεύσεως. Η εκπαίδευση διαρκούσε σαράντα ημέρες. Για αυτό το χρονικό διάστημα εφαρμόστηκε πλήρως ο Γαλλικός κανονισμός εκστρατείας. Στις ασκήσεις συμμετείχαν, υπό τον στρατηγό Τρεζέλ, 2 τάγματα Πεζικού, 2 πυροβολαρχίες και 2 ίλες.


Στρατολογία

Τα σώματα των οπλαρχηγών του 1821 στηρίζονταν στην εθελοντική κατάταξη των μαχητών. Όμως, ο τακτικός στρατός για να διατηρεί σταθερή την απαιτούμενη δύναμή του, έπρεπε να προβεί σε κανονική στρατολογία. Μετά από αυτό, η προσωρινή κυβέρνηση κατήρτισε νόμο το Σεπτέμβριο του 1825, που καθόριζε απογραφή και στρατολογία σε όλη την επικράτεια, με αναλογία ενός στρατιώτη ανά εκατό κατοίκους. Οι στρατεύσιμοι κληρώνονταν από αυτούς που ήταν ηλικίας 18 - 30 ετών, με εξαίρεση τους σωματικά ανίκανους και τα μονήρη άρρενα τέκνα. Επιτρεπόταν, μάλιστα, η αντικατάσταση κάθε κληρωτού με όποιον άλλο δεχόταν να στρατευθεί στη θέση του. Η θητεία ορίστηκε 3ετής.

Ανά έτος, το 1/3 των οπλιτών απαλλασσόταν με κλήρο και έπαιρνε τη θέση τους ίσος αριθμός νέων οπλιτών, ώστε στα τρία χρόνια να ανανεώνεται εντελώς το στράτευμα. Σύμφωνα με τον νόμο αυτό, καθώς ο πληθυσμός της Ελλάδας υπολογιζόταν τότε περίπου σε 700.000 κατοίκους, έπρεπε να στρατολογηθούν 7.000 άνδρες. Επειδή, όμως, μεγάλο μέρος της χώρας το κατείχαν ή το λεηλατούσαν οι Τούρκοι και επειδή πολλοί νέοι είχαν ήδη ενταχθεί στα άτακτα σώματα ή το ναυτικό, η στρατολογία δεν απέδωσε το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Τον μεγαλύτερο αριθμό των στρατευσίμων έδωσαν τα ελεύθερα Ελληνικά νησιά, που δεν είχαν υποστεί σοβαρές καταστροφές από τους Τούρκους.

3. Θάνατος Καποδίστρια

Στις 27 Σεπτεμβρίου / 9 Οκτωβρίου 1831, δολοφονήθηκε στο Ναύπλιο ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας από πολιτικούς του αντιπάλους, με συνέπεια να επικρατήσει πλήρης πολιτική και κοινωνική αναρχία στο εσωτερικό της χώρας, με άμεση επίδραση και στο στρατό. Τα ελαφρά τάγματα γρήγορα διαλύθηκαν, σχηματίζοντας και πάλι ένοπλες ομάδες, με αρχηγούς τους παλιούς οπλαρχηγούς των άτακτων σωμάτων. Ο τακτικός στρατός, που σε όλο σχεδόν το διάστημα μέχρι το θάνατο του Κυβερνήτη είχε μείνει αμέτοχος σε κάθε πολιτική διαμάχη, υπέστη και αυτός τις αρνητικές συνέπειες των τελευταίων θλιβερών γεγονότων. Ο Στρατηγός Ζεράρ, μαζί με τους περισσότερους Γάλλους αξιωματικούς, αποχώρησαν.

Επιπλέον, λόγω ελλείψεως των αναγκαίων οικονομικών πόρων για τη συντήρηση του τακτικού στρατού, σημειώθηκε μεγάλη διαρροή των ανδρών του προς τους ατάκτους. Η Κυβερνητική Επιτροπή που διαδέχθηκε τον Καποδίστρια, διόρισε Διοικητή του Στρατού τον παλιό φιλέλληνα Γάλλο Συνταγματάρχη Graillard (Γκρεγιάρ), με βοηθό τον Υπολοχαγό Πυροβολικού Σκαρλάτο Σούτσο. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της νέας διοικήσεως, η δύναμη του τακτικού στρατού μειώθηκε στο ελάχιστο και η όλη οργανωτική προσπάθεια των τελευταίων ετών κινδύνευε να καταστραφεί. Το ίδιο συνέβη και στον τομέα της εκπαιδεύσεως.

Ο Πωζιέ παραιτήθηκε από τη διοίκηση του Κεντρικού Πολεμικού Σχολείου και στη θέση του τοποθετήθηκε ο Βαυαρός Συνταγματάρχης Reineck (Ράϊνεκ), ο οποίος με μεγάλη δυσκολία κατάφερε να το διατηρήσει σε λειτουργία. Η αποχώρηση, εξάλλου, των Γάλλων προγυμναστών και η μη αναπλήρωσή τους από άλλο προσωπικό, είχε ως συνέπεια τη διακοπή της εκπαιδεύσεως και τη χαλάρωση της πειθαρχίας. Ωστόσο, τα θεμέλια, που με τόσο μόχθο είχαν τεθεί επί Καποδίστρια στη στρατιωτική οργάνωση και εκπαίδευση, έμειναν ακλόνητα και αποτέλεσαν τη βάση των παραπέρα προσπαθειών για τη στρατιωτική προετοιμασία της χώρας.

ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΟΘΩΝΟΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΖΙΚΟΥ ΚΑΤΑ ΤΑ ΕΤΗ 1833 - 1836

Όταν έφτασαν στην Ελλάδα οι αντιβασιλείς του Όθωνος, ήταν ακόμη επιστρατευμένοι 5.000 άτακτοι και 700 άνδρες του «τακτικού», οι οποίοι δεν πληρώνονταν από το κράτος και ζούσαν εις βάρος των χωρικών στην ύπαιθρο. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Όθωνος, η οργάνωση του τακτικού στρατού καθιερώθηκε με το Βασιλικό Διάταγμα της 25ης Φεβρουαρίου 1833, όπως παρακάτω:

Συγκροτήθηκαν οκτώ τάγματα Πεζικού «Γραμμής» με αριθμούς 1 - 8 από τα διαλυθέντα τακτικά τάγματα. Το κάθε τάγμα αποτελείτο, από ένα επιτελείο και έξι λόχους, εκ των οποίων ένας Επίλεκτος, τέσσερις Κέντρου και ένας Ευζώνων, με συνολική δύναμη 728 ανδρών. Επιπλέον, το επιτελείο του τάγματος αποτελούνταν από ταγματάρχη, υπασπιστή (υπολοχαγό), λοχαγό ιματισμού και οπλισμού, καταλυματία, 2 ιατρούς α΄ και β΄ τάξεως, ανθυπασπιστή, αρχιτυμπανιστή. Κάθε λόχος αποτελούνταν από λοχαγό, υπολοχαγό, ανθυπολοχαγό, επιλοχία, 3 λοχίες, 8 δεκανείς, 3 τυμπανιστές (στο τάγμα Ευζώνων σαλπιγκτές), 2 ξυλουργούς, 100 στρατιώτες.

Με το ίδιο Β.Δ. δόθηκε δυνατότητα κατάταξης στο στρατό εθελοντών με 4ετή θητεία, εφόσον πληρούσαν τα καθοριζόμενα κριτήρια. Το Μάρτιο του 1833 (Β.Δ 2/14 Μαρτίου 1833) συγκροτήθηκαν δέκα τάγματα «Ακροβολιστών» (με ταυτότητες Α' έως Ι') από τη διάλυση των ατάκτων και με διοικητές, τους μέχρι τότε διοικητές των ατάκτων. Κάθε τάγμα αποτελούνταν από συμβούλιο (επιτελείο) και τέσσερις λόχους, με συνολική δύναμη 204 ανδρών. Κάθε τάγμα αποτελούνταν από ταγματάρχη, υπασπιστή (υπολοχαγό), καταλυματία, σημαιοφόρο (υπαξιωματικό). Κάθε λόχος αποτελούνταν από λοχαγό, υπολοχαγό, ανθυπολοχαγό, λοχία σιτιστή, 2 λοχίες, 4 δεκανείς, 1 τυμπανιστή, 40 ακροβολιστές.

Το σώμα των ακροβολιστών επανδρώθηκε από παλαιούς άτακτους και μέχρι το 1836 συνιστούσε ιδιαίτερο πεζικό σώμα. Όσοι εκ των ατάκτων είχαν ενταχθεί στο στρατό μετά την 1 Δεκεμβρίου 1831 δεν είχαν δικαίωμα πρόσληψης στο νέο σώμα. Για το Πεζικό, ως βασικά όπλα καθορίστηκαν το τυφέκιο και το σπαθί. Στους λόχους Ευζώνων, οι υπαξιωματικοί και δέκα από τους στρατιώτες, έφεραν ραβδωτές καραμπίνες με λόγχη, η οποίες χρησίμευαν συγχρόνως και σαν σπαθιά. Οι ακροβολιστές ήταν οπλισμένοι με τυφέκιο, το οποίο επίσης έφερε λόγχη. Συμπερασματικά, η δύναμη του Πεζικού ανήλθε σε 7.864 άνδρες και η σύνθεσή του, βάσει του οργανισμού του 1833, ήταν η ακόλουθη:
  • Οκτώ τάγματα Πεζικού (των 6 λόχων) δυνάμεως: 5.824 ανδρών.
  • Δέκα τάγματα Ακροβολιστών δυνάμεως: 2.040 ανδρών.
Το ίδιο έτος, με Β.Δ, καθορίστηκαν τα ακόλουθα θέματα: Η οργάνωση της Γραμματείας επί των Στρατιωτικών, η οποία διέθετε δύο τμήματα και είχε ως αποστολή την άμυνα και ασφάλεια της χώρας, καθώς και κάθε θέμα που αφορούσε το στράτευμα και το προσωπικό (στρατιωτικό και πολιτικό). Επίσης, για την αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της επιτελικής εργασίας στη Γραμματεία επί των Στρατιωτικών, συστήθηκε, το Δεκέμβριο του 1833, Σώμα Γενικών Επιτελών από τρεις και λίγο αργότερα από έξι αξιωματικούς με επικεφαλής το Σκώτο Συνταγματάρχη Thomas Gordon (Γκόρντον).


Τα καθήκοντα του Γενικού Επιθεωρητή Στρατού περιελάμβαναν τον έλεγχο της ετοιμότητας, εκπαιδεύσεως, οπλισμού, υλικού, πειθαρχίας και ηθικού του στρατεύματος, αλλά και την υποβολή σχετικών προτάσεων στο Γραμματέα επί των Στρατιωτικών. Τα θέματα των στολών των αξιωματικών και οπλιτών του στρατού, όπως παρακάτω:

1) Πεζικό Γραμμής:

Η στολή αποτελούταν από χιτώνιο (ιμάτιο) μάλλινο, χρώματος μπλε, όμοιο με αυτό των Ευρωπαϊκών στρατών εκείνης της εποχής. Επίσης, από παντελόνι μάλλινο, χρώματος μπλε για το χειμώνα και πάνινο χρώματος άσπρου το καλοκαίρι. Εκτός υπηρεσίας, τόσο οι αξιωματικοί όσο και οι οπλίτες, φορούσαν πηλήκιο με το βασιλικό στέμμα, ενώ την ώρα υπηρεσίας έφεραν το λεγόμενο «Κύβαρον» (είδος πηληκίου από μάλλινο ύφασμα), στο μπροστινό μέρος του οποίου υπήρχε μεταλλικός ήλιος. Στο μέσο του ήλιου, υπήρχε το γράμμα «Ο» (Όθων) και πάνω από αυτόν, το στέμμα.

2) Τα Διακριτικά του Βαθμού: 

Αποτυπώνονταν με μικρά σιρίτια στο κάθε άκρο του περιλαίμιου. Των αξιωματικών ήταν χρυσά των ανωτάτων και αργυρά για των κατωτέρων. Οι ανθυπασπιστές, φορούσαν στολή αξιωματικού, χωρίς διακριτικά βαθμού. Τα σιρίτια των υπαξιωματικών ήταν μάλλινα λευκά ή κίτρινα. Διακριτικό χρώμα του Πεζικού ορίστηκε το κόκκινο. Οι Επίλεκτοι είχαν ως διακριτικό έμβλημα τη λευκή φλογοφόρο, ενώ οι Εύζωνοι το λευκό κέρας.

Την ίδια περίοδο καθιερώθηκε ο κυανόλευκος κύκλος, ως εθνόσημο (εθνικό διακριτικό έμβλημα), το οποίο προστέθηκε στο πηλήκιο των στρατιωτικών, κάτω από το στέμμα, ενώ με Β.Δ. της 4/16 Απριλίου 1833 ρυθμίστηκαν τα θέματα της σημαίας του βασιλείου για την ξηρά και τη θάλασσα. Η στολή των ακροβολιστών αποτελούνταν από, τσόχινο σιδηρόχρωμο ιματίδιο, φουστανέλα, μάλλινες περικνημίδες στο χρώμα του ιματίδιου και φέσι κόκκινο, κουμπιά κίτρινα με χαραγμένο τον αριθμό του τάγματος. Στο φέσι φέρουν όλοι άσπρο σταυρό σε μπλε φόντο από τσόχα. Οι αξ/κοί φέρουν σταυρό αργυρόχρωμο και πάνω σε αυτόν το βασιλικό στέμμα χρυσό, ενώ οι υπαξιωματικού και οι στρατιώτες φέρουν στέμμα από κίτρινη τσόχα.

Το Σεπτέμβριο του 1835, συστήθηκε ένα τιμητικό σώμα η «Φάλαγγα», στην οποία εντάχθηκαν όσοι από τους αξιωματικούς και οπλαρχηγούς του Αγώνα δεν κατατάχθηκαν στον τακτικό στρατό ή βρίσκονταν χωρίς κάποια θέση, μετά τη διάλυση των ατάκτων σωμάτων. Κάθε φάλαγγα συγκροτούνταν από τετραρχίες και κάθε τετραρχία από λόχους. Κάθε λόχος αποτελούνταν από λοχαγό, 1 αξ/κό α' τάξεως (ισότιμος αντισυνταγματάρχη), 1 αξ/κό β' τάξεως (ισότιμο ταγματάρχη), 1 σημαιοφόρο (ισότιμος λοχαγού), επιλοχία (ισότιμο λοχαγού) και 54 φαλαγγίτες (ισότιμοι ανθυπολοχαγού) και δεκανείς (ισότιμοι υπολοχαγού).

Στους εντασσόμενους στη φάλαγγα, απονέμονταν «τιμής ένεκεν», οι βαθμοί. Οι φαλαγγίτες απολάμβαναν τις ίδιες αποδοχές, τιμές και διακρίσεις με τους ομοιοβάθμους τους αξιωματικούς του στρατού.

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΖΙΚΟΥ ΚΑΤΑ ΤΑ ΕΤΗ 1836 - 1843

1. Οργάνωση - Σύνθεση Πεζικού το 1836 - Συγκρότηση Οροφυλακής

Τον Ιανουάριο του 1836, η σύνθεση του Πεζικού τροποποιήθηκε όπως παρακάτω: Τα υπάρχοντα οκτώ τάγματα Πεζικού «γραμμής», μειώθηκαν σε τέσσερα (2 Ελληνικά και 2 Βαυαρικά) συνολικής δύναμης 3.360 ανδρών (δύναμη τάγματος 840 άνδρες), ενώ προβλέφθηκε η σταδιακή αποχώρηση των Βαυαρών και η καθολική επάνδρωσή τους με Έλληνες. Τα δέκα τάγματα Ακροβολιστών, συγχωνεύθηκαν σε τέσσερα «ελαφρά τάγματα». Κάθε τάγμα αποτελούνταν από το επιτελείο του και 6 λόχους. Η δύναμη του λόχου για το τάγμα γραμμής ήταν 140 άνδρες και για το ελαφρύ τάγμα ήταν 162 άνδρες. Το Νοέμβριο του 1837 αυξήθηκε η θητεία των κληρωτών από 3 σε 4 χρόνια, με τον Νόμο «περί Απογραφής και Στρατολογίας των Πολιτών».

Δύο χρόνια αργότερα, με το Β.Δ. της 20ης Ιουνίου 183867, τα τάγματα γραμμής μειώθηκαν σε τρία μετά τη διάλυση του τέταρτου και την κατανομή των ανδρών του στα άλλα τρία. Τα τάγματα μετονομάσθηκαν σε 1ο, 2ο και 3ο τάγμα Πεζικού (γραμμής). Τα τάγματα ακροβολιστών μειώθηκαν σε δύο με τη συγχώνευσή τους ανά δύο (1ο με 2ο) και μετονομάσθηκε 4ο τάγμα Πεζικού (ακροβολιστών) και (3ο με 4ο) και πήρε τον αριθμό 5ο τάγμα Πεζικού (ακροβολιστών). Κάθε ένα από τα τάγματα γραμμής αποτελούνταν από επιτελείο, 4 λόχους οπλιτών, 1 λόχο επιλέκτων και 1 λόχο Ευζώνων, ενώ κάθε τάγμα ακροβολιστών αποτελούνταν από επιτελείο, 2 λόχους εκλεκτών και 4 λόχους ακροβολιστών.

Η δύναμη κάθε τάγματος ανερχόταν σε 31 αξιωματικούς και 822 οπλίτες και 5 ίππους αξ/κών. Το χαρακτηριστικό της νέας συγκρότησης είναι η πρόβλεψη λογιστή, στρατιωτικού ιερέως και οπλοποιού στο επιτελείο του τάγματος, ενώ στα στρατόπεδα καθορίζεται ότι παρίστανται μόνο οι υποδεκανείς και στρατιώτες που είναι αναγκαίοι για τη φύλαξη και οι υπόλοιποι είναι σε άδεια.

2. Οροφυλακή

Τον Ιανουάριο του 1838 (Β.Δ της 25ης Ιανουαρίου 1838 «περί Σχηματισμού Πεζικού») συγκροτήθηκαν οκτώ τάγματα Οροφυλακής. Σκοπός της συγκρότησης αυτών των ταγμάτων ήταν η διατήρηση της δημόσιας ασφάλειας και η φρούρηση των συνόρων της χώρας. Κάθε τάγμα αποτελούνταν από επιτελείο και τέσσερις λόχους με δύναμη 16 αξιωματικών και 299 οπλιτών. Για τη διοίκηση των ταγμάτων αυτών συγκροτήθηκαν, με Β.Δ. της 11ης Φεβρουαρίου 1838, τρία Αρχηγεία Οροφυλακής. Επικεφαλής, σε κάθε ένα από αυτά, ήταν συνταγματάρχης ή αντισυνταγματάρχης, με επιτελείο από ένα λοχαγό, ένα υπολοχαγό - υπασπιστή, ένα ιατρό και ένα ιερέα.

3. Οργάνωση - Σύνθεση Πεζικού Έτους 1842 - 1843

Στο τέλος του 1842 το Πεζικό είχε δύναμη 6.240 ανδρών (επί συνόλου στρατεύματος 7.941, αναλογία Πεζικού 78,6%), και 20 ίππων και η σύνθεσή του ήταν η ακόλουθη:
  • Πέντε τάγματα Πεζικού (των έξι λόχων).
  • Τρία Αρχηγεία Οροφυλακής. 
  • Οχτώ τάγματα Οροφυλακής (των τεσσάρων λόχων).

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΖΙΚΟΥ ΚΑΤΑ ΤΑ ΕΤΗ 1843 - 1863

1. Μεταβολές Ετών 1843 - 1852

Τον Ιούνιο του 1843, τα υπάρχοντα 5 τάγματα Πεζικού περιορίστηκαν (Β.Δ. 27ης Ιουλίου 1843) σε 4, από τα οποία τα 2 ονομάστηκαν τάγματα Γραμμής (1ο, 2ο) και τα άλλα δύο τάγματα Ακροβολιστών (3ο, 4ο). Κάθε τάγμα γραμμής αποτελούνταν από επιτελείο και οχτώ λόχους -έναν Επιλέκτων, έξι οπλιτών (Κέντρου) και έναν Ευζώνων-, ενώ κάθε τάγμα ακροβολιστών αποτελούνταν από επιτελείο και τέσσερις λόχους (ένα Εκλεκτών και τρείς Ακροβολιστών). Η δύναμη κάθε λόχου τάγματος Γραμμής ή Ακροβολιστών ήταν 140 άνδρες. (λοχαγός, υπολοχαγός, ανθυπολοχαγός, επιλοχίας, σιτιστής, 2 λοχίες, 6 δεκανείς, 2 τυμπανιστές και 125 στρατιώτες). Στους λόχους Ευζώνων αντί των τυμπανιστών υπηρετούσαν σαλπιγκτές.

Κάθε τάγμα Πεζικού γραμμής είχε δύναμη 1.135 άνδρες και 4 ίππους αξ/κών (33 αξ/κοί, 84 υπαξ/κοί, 17 μουσικοί και 1.001 υποδεκανείς και στρατιώτες). Το επιτελείο του τάγματος αποτελούνταν, από 9 αξ/κούς, 4 υπαξ/κούς, 1 μουσικό, 1 στρατιώτη και 4 ίππους αξ/κών. (αντισυνταγματάρχης - διοικητής, ταγματάρχης - πρόεδρος οικονομίας, υπολοχαγός ή ανθυπολοχαγός - υπασπιστής, υπλ/γός ή ανθυπολοχαγός εισηγητής, ιατρός α' τάξεως, 2 ιατροί β' τάξεως, στρατιωτικός ιερέας, καταλυματίας, ανθυπασπιστής, λογιστής α' τάξεως, αρχιτυμπανιστής, οπλοποιός, δεσμοφύλακας, υποδεσμοφύλακας)

Κάθε τάγμα ακροβολιστών είχε δύναμη 564 άνδρες και 3 ίππους αξ/κών (20 αξ/κοί, 44 υπαξ/κοί, 9 μουσικοί και 501 υπαξ/κοί, 1 μουσικός, 1 στρατιώτης και 4 ίπποι αξ/κών. (αντισυνταγματάρχης ή ταγματάρχης - διοικητής, λοχαγός α' τάξεως πρόεδρος οικονομίας, υπολοχαγός ή Ανθυπολοχαγός υπασπιστής, υπολοχαγός ή ανθυπολοχαγός εισηγητής, ιατρός α' τάξεως, ιατρός β' τάξεως, στρατιωτικός ιερέας, καταλυματίας, ανθυπασπιστής, λογιστής β' τάξεως, αρχιτυμπανιστής, οπλοποιός, δεσμοφύλακας, υποδεσμοφύλακας). Σύμφωνα με το Β.Δ της 27ης Ιουλίου 1843, η συνολική οργανική δύναμη του Πεζικού ανέρχεται σε 3.366 άνδρες και 14 ίππους αξ/κών, απ' αυτούς είναι:
  • 106 ανώτερους και κατώτερους αξ/κούς συμπεριλαμβανομένων και των στρατιωτικών υπαλλήλων εκ των οποίων 84 μάχιμοι (3 αντισυνταγματάρχες, 3 ταγματάρχες, 78 κατώτεροι) και 22 υπάλληλοι, μη μάχιμοι.
  • 256 υπαξ/κούς συμπεριλαμβανομένων και των στρατιωτικών υπαλλήλων εκ των οποίων 208 μάχιμοι και 48 μη μάχιμοι (32 σιτιστές υπαξιωματικοί, 8 οπλοποιοί και δεσμοφύλακες υπαξ/κοί και 4 υπάλληλοι).
  • 3.004 υποδεκανείς και στρατιώτες εκ των οποίων 3.000 μάχιμοι και 4 στρατιώτες υποδεσμοφύλακες. 
  • Κατά μέσο όρο μέσα στο έτος δεν μπορούσε η υπηρετούσα δύναμη να υπερβαίνει τους 2.550 άνδρες και γι΄ αυτό στο επιπλέον προσωπικό δίνονταν άδειες.
Ως έδρες καθορίστηκαν των μεν 2 ταγμάτων γραμμής η Αθήνα και το Ναύπλιο, των δε ταγμάτων ακροβολιστών, το Μεσολόγγι και το Νεόκαστρο. Για τις ανάγκες ασφαλείας του κράτους όμως, κατανέμονταν διλοχίες ή λόχοι, σε διάφορες πόλεις. Κανένα τάγμα γραμμής η ακροβολιστών δεν έμενε πάνω από 4 χρόνια στην ίδια έδρα αλλά εναλλάσσονταν με το αντίστοιχο τάγμα στην άλλη πόλη. Το 1852, οι λόχοι των ταγμάτων ακροβολιστών αυξήθηκαν σε 6, βάσει του Β.Δ της 11ης Οκτωβρίου 1852. Τελικά η δύναμή τους καθορίστηκε, για το μεν τάγμα γραμμής σε 1.135 άνδρες και για το τάγμα ακροβολιστών σε 854.

Με Β.Δ της 18ης Αυγούστου 1852 καθορίστηκε το κράνος ως κάλυμμα κεφαλής, για το Πεζικό, το Πυροβολικό και το Μηχανικό και ορίστηκαν οι προδιαγραφές κατασκευής του, καθώς και οι προδιαγραφές κατασκευής της εξάρτυσης του Πεζικού (σακίδιο, ζώνη, αορτήρας όπλου, πυριτοθήκη).

Οροφυλακή

Το έτος 1843, δημιουργήθηκαν ένας ελαφρύς λόχος και μια ελαφριά διλοχία, επιπλέον των υπαρχόντων οκτώ ταγμάτων Οροφυλακής. Τα τμήματα αυτά, συνενώθηκαν το 1844 σε μια μονάδα, η οποία ονομάστηκε «Παραπληρωματικό Σώμα Οροφυλακής». Η Οροφυλακή εντάχτηκε στο Υπουργείο Στρατιωτικών, ενώ καταργήθηκαν τα Αρχηγεία. Με Β.Δ της 12ης Οκτωβρίου 1852, η Οροφυλακή συγκροτήθηκε σε τέσσερα συντάγματα, από δύο τάγματα το κάθε ένα. Μετά τις παραπάνω μεταβολές, η δύναμη του Πεζικού στα τέλη του 1852 ήταν 6.151 άνδρες (επί συνόλου στρατεύματος 7.575 ανδρών, αναλογία Πεζικού 81,2%) και η σύνθεσή του, ήταν η ακόλουθη:
  • Δύο Τάγματα Γραμμής των οχτώ λόχων.
  • Δύο Τάγματα Ακροβολιστών των έξι λόχων.
  • Τέσσερα Συντάγματα Οροφυλακής των δύο ταγμάτων.
Εθνοφυλακή 

Επιπλέον τον Ιούλιο του 1843 ιδρύθηκε ένα νέο σώμα, η εθνοφυλακή ως όργανο δημόσιας ασφάλειας, η οποία οργανώθηκε κατά Δήμο και υπήχθη στο Υπουργείο Εσωτερικών αλλά για θέματα στρατιωτικής υπηρεσίας υπήχθη στο Υπουργείο Στρατιωτικών.


2. Οργάνωση - Σύνθεση Πεζικού Ετών 1854 - 1863

Τον Αύγουστο του 1854, το Πεζικό αποτελούνταν από έξι τάγματα γραμμής και τρία τάγματα ακροβολιστών. Τα τάγματα ακροβολιστών σχηματίστηκαν από τη συγχώνευση των ταγμάτων Οροφυλακής. Κάθε τάγμα γραμμής και ακροβολιστών είχε επιτελείο και 6 λόχους. Αργότερα, με το Β.Δ της 11ης Φεβρουαρίου 1856, τα τάγματα γραμμής έγιναν τρία συντάγματα των δύο ταγμάτων το καθένα. Όλες αυτές οι μονάδες διαλύθηκαν με βάση το Β.Δ της 6ης Σεπτεμβρίου 1860 και αντί αυτών δημιουργήθηκαν δέκα τάγματα Πεζικού ομοιόμορφης σύνθεσης, τα οποία αποτελούνταν από επιτελείο και 6 λόχους, εκ των οποίων ένας λόχος Ευζώνων των 110 ανδρών.

Το τάγμα διέθετε επιτελείο αποτελούμενο από 8 αξιωματικούς, 5 υπαξιωματικούς, 4 μουσικούς, 1 υποδεκανέα και 4 ίππους αξ/κών. Κάθε λόχος αποτελούνταν από 3 αξιωματικούς, 12 υπαξιωματικούς, 3 σαλπιγκτές και 92 υποδεκανείς και στρατιώτες. Με το ίδιο Β.Δ. ορίστηκαν 2 συνταγματάρχες ως Επιθεωρητές Πεζικού με ζώνη ευθύνης του ενός την Πελοπόννησο και την Αιτωλοακαρνανία και του δεύτερου την υπόλοιπη Στερεά Ελλάδα, με την υποχρέωση να επιθεωρούν τις Μονάδες της ΠΕ τους τακτικά μια φορά το χρόνο και εκτάκτως όποτε διαταχθούν από τον υπουργό στρατιωτικών.

Επιπρόσθετα προβλέφθηκε ότι οποτεδήποτε απαιτούνταν η συγκέντρωση στρατού να συγκροτούσαν συντάγματα Α', Β', Γ' αναθέτοντας διοίκηση και στους 2 επιθεωρητές και στα οποία θα κατανέμονταν τα 6 τάγματα Γραμμής με την αριθμητική τους σειρά ενώ τα τάγματα των ακροβολιστών θα λάμβαναν την αρίθμηση 7ο, 8ο, 9ο και το 10ο θα αποτελούσε τάγμα πρότυπο. Επίσης καθορίστηκε ότι όλο το πεζικό θα φέρει την ίδια στολή, αυτήν του Πεζικού Γραμμής. Το Σεπτέμβριο του 1860 με Β.Δ της 4ης Σεπτεμβρίου 186074, δημιουργήθηκαν δέκα τάγματα εφεδρείας, λαμβάνοντας τους αριθμούς από το 1 έως το 1075 με έδρα κάθε τάγματος την πρωτεύουσα του νομού (πλην του 10ου που είχε έδρα τον Πειραιά) και με σκοπό τη στρατολόγηση και την εκπαίδευση εφέδρων και εθνοφυλάκων.

Τα τάγματα αυτά αποτελούνταν από επιτελείο μονίμου προσωπικού (διοικητής, υπασπιστής, οικονόμος, σαλπιγκτής) και 4 λόχους, με λοχαγό, υπολοχαγό 2 λοχίες εκ των οποίων ο ένας σιτιστής 2 δεκανείς και σαλπιγκτή. Οι αξιωματικοί που υπηρετούσαν στα τάγματα εφεδρείας ελάμβαναν τα 3 4 του μισθού των αξ/κών των ενεργών ταγμάτων, εκτός και εάν τα τάγματα επιστρατεύονταν οπότε ελάμβαναν το σύνολο των αποδοχών τους.

Εθνοφυλακή

Τον Αύγουστο του 1862 αναδιοργανώθηκε η εθνοφυλακή και διαιρέθηκε σε δύο κατηγορίες, «την ενεργό» (ηλικίες 20 έως 50 έτη) και την «των διαθεσίμων» (ηλικίες 18 - 20 και 50 - 60 έτη). Κάθε μονάδα Εθνοφυλακής αποτελούνταν από 4 λόχους και κάθε λόχος από 4 ουλαμούς των 30 - 35 ανδρών. Αποκλείονταν δε «της τιμής της Εθνοφυλακής, οι καταδικασθέντες για πλημμελήματα ή κακουργήματα και οι κριθέντες ανίκανοι να υπηρετήσουν στο στρατό». Κατόπιν των παραπάνω τροποποιήσεων, το Πεζικό κατά το 1863, αριθμούσε 7.204 άνδρες (επί συνόλου στρατεύματος 8.650 ανδρών, αναλογία Πεζικού 83,3%), 44 ίππους και είχε την παρακάτω σύνθεση:
  • Δύο Επιθεωρητές Πεζικού.
  • Δέκα τάγματα γραμμής των έξι λόχων.
  • Δέκα τάγματα εφεδρείας των τεσσάρων λόχων.
3. Στρατολογία - Οπλισμός - Εκπαίδευση Πεζικού

Με τον Νόμο ΦΞΕ' της 29ης Μαΐου 1859, η στρατιωτική θητεία μειώθηκε από τέσσερα σε 3 χρόνια. Οι απολυόμενοι στρατιώτες εντάσσονταν στην εφεδρεία για τρία χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων καλούνταν περιοδικά για εκτέλεση ασκήσεων. Μέχρι το έτος 1855, υπήρχε στο στράτευμα ποικιλία οπλισμού, όπως τυφέκια με επικρουστήρα, Γαλλικά, βΒλγικά και άλλων τύπων και μόνο για τους επίλεκτους είχε καθιερωθεί το τυφέκιο Μινιέ. Από τον Ιούνιο του 1855, όλα τα τάγματα Πεζικού και Ακροβολιστών εφοδιάστηκαν με τυφέκια ραβδωτής κάνης. Με εγκύκλιο διαταγή του Υπουργείου Στρατιωτικών της 3ης Οκτωβρίου 1859, εφαρμόστηκε από τον Ελληνικό Στρατό, ο γαλλικός κανονισμός ασκήσεων Πεζικού.

Τον Αύγουστο του 1861, καθορίσθηκε η εκπαίδευση του Πεζικού όπως παρακάτω:
  • Στη βασική εκπαίδευση των νεοσυλλέκτων συμπεριλήφθηκαν η γυμναστική και η λογχομαχία και η εκπαίδευση πραγματοποιούνταν κοντά στην έδρα των ταγμάτων.
  • Την άνοιξη και το φθινόπωρο, ετησίως, λειτουργούσε στρατόπεδο εκπαιδεύσεως, στο οποίο συγκεντρώνονταν αριθμός ταγμάτων με το ανάλογο Ιππικό και Πυροβολικό για εκτέλεση ασκήσεων διάρκειας ενός μήνα. Στο στρατόπεδο λάμβαναν χώρα διαγωνισμοί σκοποβολής με την επίδοση βραβείων στους νικητές.
Το Μάρτιο και τον Αύγουστο του 1861, δημιουργήθηκε στην Αθήνα «Σχολείο Ριπής» για την εκπαίδευση των αξιωματικών και υπαξιωματικών στις βολές Πεζικού, στην κατασκευή και συντήρηση των πυριτιδοβολών και μελέτη της βλητικής των φορητών όπλων. Η διάρκεια της εκπαίδευσης στο συγκεκριμένο σχολείο ήταν τρεις μήνες (1 Νοεμβρίου - 31 Ιανουαρίου).


ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΕΖΙΚΟΥ - ΠΟΛΕΜΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ (1863 - 1903)

ΠΕΡΙΟΔΟΣ 1864 έως 1876

1. Γενικά

Μετά την εκθρόνιση του Βασιλιά Όθωνος, στις 10 Οκτωβρίου 1862, επακολούθησε μια περίοδος με εμφανές το έλλειμμα εξουσίας. Η τάξη τηρήθηκε από το Στρατό, το Ναυτικό και την Εθνοφυλακή, που ήταν υπό τις διαταγές της Εθνοσυνέλευσης, μέχρι την άφιξη του νέου Βασιλιά Γεωργίου του Α', στις 10 Οκτωβρίου 1863. Από το 1864 ξεκινά η νέα οργάνωση του στρατού. Κατά τη χρονική αυτή περίοδο έλαβαν χώρα στην Ελλάδα, η παραχώρηση των Επτανήσων (1864) και η Κρητική Επανάσταση (1866 - 1868).

2. Οργάνωση - Σύνθεση Πεζικού Ετών 1864 - 1867

Το 1864 με τον Νόμο ΛΘ δημιουργήθηκε ένα ημιτάγμα Ευζώνων δυνάμεως 400 - 682 ανδρών, αποτελούμενο από επιτελείο και 4 λόχους, στο οποίο τοποθετήθηκαν να υπηρετήσουν οι πλεονάζοντες ανθυπασπιστές, επιλοχίες και λοχίες του στρατού. Το ημιτάγμα Ευζώνων διαλύθηκε το 1866 και οι ανθυπασπιστές τέθηκαν σε αόριστη αργία (όσοι απέτυχαν στις εξετάσεις που διενεργήθηκαν), ή αόριστη άδεια (οι νεώτεροι όσων επέτυχαν στις εξετάσεις). Με βάση τον Νόμο ΜΙΘ' του 1864, καταργήθηκαν τα δέκα εφεδρικά τάγματα. Το Δεκέμβριο του 1867, συγκροτήθηκαν τέσσερα τάγματα Ευζώνων με ταυτότητες 1 έως 4, αποτελούμενα από επιτελείο και 4 λόχους έκαστο.

Δύναμη τάγματος 500 άνδρες και 2 ίπποι αξ/κών και εξοπλίσθηκαν με το κοντόκανο τυφέκιο της χωροφυλακής. Αποστολή τους ήταν η φύλαξη της μεθορίου και η παροχή συνδρομής στη χωροφυλακή. Με το Β.Δ της 4ης Μαρτίου 1868, δημιουργήθηκαν και τέσσερις ανεξάρτητοι λόχοι Ευζώνων με αριθμούς από 1 έως 4, των 141 ανδρών έκαστος (λοχαγός, υπολοχαγός, ανθυπολοχαγός, ανθυπασπιστής, επιλοχίας, 5 λοχίες, 8 δεκανείς, 3 σαλπιγκτές, 8 υποδεκανείς και 112 στρατιώτες) και οι οποίοι επανδρώνονταν μόνο από εθελοντές και όχι από κληρωτούς. Αργότερα προσκολλήθηκαν στα τάγματα Ευζώνων, το κάθε ένα από τα οποία πλέον, αποτελούνταν από πέντε λόχους.

Ο φορητός οπλισμός του Πεζικού αποτελούνταν από τυφέκια υποδείγματος 1857. Το έτος 1868, διανεμήθηκαν στις μονάδες δοκιμαστικά, τυφέκια Σασεπώ, υποδείγματος 1866. Τον Απρίλιο του 1864, ρυθμίστηκαν τα στοιχεία των σημαιών των ταγμάτων Πεζικού και Ευζώνων, και τον Σεπτέμβριο του 1867 επήλθαν μικρές αλλαγές. Χρώματα και σχήματα των σημαιών που καθορίστηκαν με αυτά τα δύο Β.Δ ισχύουν ακόμη και σήμερα. Τον Απρίλιο του 1864, δημιουργήθηκε στη Λαμία στρατόπεδο εκπαιδεύσεως των διαφόρων μονάδων, το οποίο έπαψε να λειτουργεί μετά από ένα εξάμηνο.

Από τότε η εκπαίδευση συνεχιζόταν σε προσωρινά στρατόπεδα, που συγκροτούνταν κάθε έτος ανάλογα με τα διαθέσιμα τάγματα. Η διάρκεια της εκπαίδευσης ήταν ένας μήνας. Από το 1868 αποφασίζεται, ειδικότερα για τα τάγματα Πεζικού και Ευζώνων, καθώς και για τα τμήματα της Χωροφυλακής, να εκπαιδεύονται κάθε χρόνο για ορισμένο χρονικό διάστημα, στην Αθήνα. Επίσης, με το Β.Δ της 24ης Μάιου 1868 καθορίστηκαν οι λεπτομέρειες της στολής του Πεζικού (μπλε χιτώνιο, γκρι περισκελίδα) καθώς και των λοιπών μερών ενδύσεως, υποδήσεως και εξαρτύσεως των ανδρών του Πεζικού.

Κατόπιν των αλλαγών αυτών, η δύναμη του Πεζικού στο τέλος του 1876, ανέρχονταν σε 11.264 άνδρες (επί συνόλου στρατεύματος 14.109 ανδρών, ποσοστό 79,8%) και 20 ίππους, οργανωμένους σε 10 τάγματα Πεζικού (8.700 άνδρες και 20 ίππους) και 4 τάγματα Ευζώνων των πέντε λόχων έκαστο (2.564 άνδρες).

ΠΕΡΙΟΔΟΣ 1877 έως 1897

Κατά την εξεταζόμενη περίοδο έλαβαν χώρα:
  • Ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος 1877 - 1878.
  • Οι Επιστρατεύσεις 1880, 1881 και 1885.
  • Ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897.
1. Ρωσοτουρκικός Πόλεμος 1877 - 1878

Η κήρυξη του πολέμου με την Τουρκία από τη Ρωσία (12 / 24 Απριλίου 1877), έθετε ήδη το πρόβλημα του διαμελισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της τύχης του αλύτρωτου Ελληνισμού. Η τότε κυβέρνηση προέβη στη λήψη επειγόντων οργανωτικών μέτρων. Ιδρύθηκαν δύο μόνιμα στρατόπεδα ανατολικής και δυτικής Ελλάδος και προβλέφθηκε η πρόσκληση εκτάκτου εφεδρείας. Ολόκληρος ο στρατός αποτελούνταν από δύο μεραρχίες, (Μεραρχία Πελοποννήσου και Μεραρχία Στερεάς). Ο οπλισμός των μονάδων αυτών ήταν ελλιπής, καθώς και η επαγγελματική κατάρτιση των στελεχών.

Την 21η Ιανουαρίου / 2α Φεβρουαρίου 1878, ο Δηλιγιάννης ανήγγειλε την εισβολή στην Τουρκία. Οι Ελληνικές δυνάμεις (8.000 άνδρες), υπό το Στρατηγό Σκαρλάτο Σούτσο, πέρασαν τα σύνορα της Όθρυος από τις τρεις διαβάσεις που οδηγούν από Φθιώτιδα προς Θεσσαλία, Δερβέν - Φούρκας, Σούρπης και Γιαννιτσούς. Οι δυνάμεις αυτές δεν είχαν οργανωθεί για επιχειρήσεις διαρκείας, ούτε μεταφορικά μέσα είχαν, ούτε διοικητική μέριμνα είχε εξασφαλισθεί. Επιπλέον, το σύνολο του Ελληνικού κράτους ήταν ανέτοιμο να δεχθεί μια προσβολή από το Τουρκικό ναυτικό.

Έπειτα από μερικές ασήμαντες συγκρούσεις μέχρι το Δομοκό, την 24η Ιανουαρίου / 5η Φεβρουαρίου, η φάλαγγα εισβολής διατάχθηκε από την κυβέρνηση να επανέλθει στην αφετηρία της, κατόπιν απειλής της Τουρκίας ότι θα κηρύξει πόλεμο κατά της Ελλάδας. Η ήττα αυτή και η απόπειρα της Ρωσίας να δημιουργήσει μεγάλο Βουλγαρικό κράτος με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, θέτοντας υπό Βουλγαρική κατοχή όλους τους Ελληνικούς πληθυσμούς βορείως Αλιάκμονα ποταμό, κατέδειξε την ανάγκη στρατιωτικής οργάνωσης. Γι’ αυτό, αμέσως μετά την παραχώρηση της Θεσσαλίας και μέρους της Ηπείρου, ξεκινά η πρώτη σοβαρή προσπάθεια για τη δημιουργία οργανωμένου στρατού.


2. Οργάνωση - Σύνθεση Πεζικού Ετών 1877 - 1882

Με τον Νόμο ΧΘ' της 18ης Μαρτίου 1877, αποφασίσθηκε η συγκρότηση εκτάκτου εφεδρείας για το Πεζικό δυνάμεως 20.000 ανδρών. Αυτοί θα κατατάσσονταν για εκπαίδευση διάρκειας 6 μηνών και θα παρέμεναν στην εφεδρεία για 7 χρόνια. Αφορούσε άνδρες από 22 έως και 26 ετών. Θα κατατάσσονταν σε δύο σειρές των 10.000 ανδρών εκάστη και θα συγκροτούσαν 10 τάγματα των 4 λόχων με 250 άνδρες κάθε λόχος. Προκειμένου να επανδρωθούν τα τάγματα αυτά με ενεργό προσωπικό, αποσπάσθηκαν για τα δύο αυτά εξάμηνα σε κάθε λόχο εφέδρων 10 στρατιώτες του ενεργού στρατού, ενώ αξ/κοί και υπαξιωματικοί τοποθετήθηκαν από τα τάγματα Πεζικού γραμμής και Ευζώνων.

Με τον ψηφισθέντα το 1877 προσωρινό οργανισμό του στρατού, καθορίστηκε η παρακάτω σύνθεση των διαφόρων μονάδων:

1) Συγκροτήθηκαν 2 μεραρχίες κάθε μία από τις οποίες αποτελούνταν από επιτελείο και δυο ταξιαρχίες.

2) Κάθε ταξιαρχία αποτελούνταν από δύο συντάγματα Πεζικού, ένα τάγμα Ευζώνων και ανάλογα τμήματα Ιππικού, Πυροβολικού, Μηχανικού και βοηθητικές υπηρεσίες.

3) Κάθε σύνταγμα Πεζικού αποτελούνταν από δυο τάγματα και κάθε τάγμα από τέσσερις λόχους.

4) Κάθε τάγμα Ευζώνων διέθετε επίσης, τέσσερις λόχους.

5) Η δύναμη των μονάδων Πεζικού, σε άνδρες και κτήνη, καθορίστηκαν όπως παρακάτω:
  • Σύνταγμα Πεζικού: Άνδρες 2.019 και κτήνη 9.
  • Τάγμα Ευζώνων: Άνδρες 1.009 και κτήνη 4.
6) Το Δεκέμβριο του 1877, ως ατομικό τυφέκιο για τα τάγματα Πεζικού και Ευζώνων, καθορίσθηκε το τυφέκιο Γκρα.

7) Η ονομασία, η σύνθεση και η στάθμευση των Μονάδων που συγκροτήθηκαν με τον νέο οργανισμό, είχε όπως παρακάτω:
  • Μεραρχία Στερεάς Ελλάδας με έδρα την Αθήνα. Αποτελούνταν από τις Ταξιαρχίες, Αθηνών με έδρα την Αθήνα και Μεσολογγίου με έδρα τη Λαμία. Οι έδρες των μονάδων φαίνονται στον επόμενο πίνακα.
  • Μεραρχία Πελοποννήσου με έδρα την Πάτρα. Αποτελούνταν από τις Ταξιαρχίες Πατρών με έδρα την Τρίπολη και Κέρκυρας με έδρα το Μεσολόγγι. Οι έδρες των Μονάδων φαίνονται στον επόμενο πίνακα.

Με τον Οργανισμό του 1878, το Πεζικό αποτελούνταν από δεκαέξι ανεξάρτητα τάγματα Πεζικού των 4 λόχων και τέσσερα τάγματα Ευζώνων των 4 λόχων επίσης. Κάθε τάγμα Πεζικού, αποτελούνταν από επιτελείς (3 αξιωματικούς και 3 ίππους), υποτελείς (15 υπαξιωματικούς) και 4 λόχους των 250 ανδρών (λοχαγό, υπολοχαγό, 2 ανθυπολοχαγούς, επιλοχία, σιτιστή, 2 λοχίες, 4 δεκανείς, 216 υποδεκανείς και στρατιώτες. Κάθε τάγμα Ευζώνων αποτελούνταν από επιτελείς (3 αξιωματικούς και 5 ίππους), υποτελείς (6 υπαξιωματικούς) και 4 λόχους των 250 ανδρών (λοχαγό, υπολοχαγό, 2 ανθυπολοχαγούς, επιλοχία, σιτιστή, 2 λοχίες, 4 δεκανείς, 216 υποδεκανείς και στρατιώτες).

Οι μεραρχίες και οι ταξιαρχίες καταργούνται και στη θέση τους συστήνονται 3 αρχηγεία (Ανατολικής, Δυτικής Ελλάδος και Καρπενησίου). Με αυτή την οργάνωση η συνολική δύναμη ήταν:
  • Τάγματα Πεζικού 16 (16.288 άνδρες και 48 ίπποι).
  • Τάγματα Ευζώνων 4 (4.044 άνδρες και 12 ίπποι).
  • Σύνολο Πεζικού, 20.038 άνδρες και 50 ίπποι.
Πλέον των ανωτέρω, με τον Νόμο ΨΙΣΤ' καθορίστηκε ότι κάθε Έλληνας είναι υποχρεωμένος να υπηρετεί στο στρατό για 3 χρόνια, στην εφεδρεία για 6 χρόνια και στην εθνοφρουρά για 10 χρόνια.

Οργανισμός 1879

Τα τάγματα Πεζικού αυξήθηκαν κατά τέσσερα και από δεκαέξι έγιναν είκοσι, ενώ τα τάγματα των Ευζώνων παρέμειναν τέσσερα. Ταυτόχρονα όμως υπεισέρχεται και ένας νέος παράγοντας στην επάνδρωση των Μονάδων. Καθορίζεται διαφορετική επάνδρωση στην ειρήνη (μικρότερη) από τον πόλεμο. Επιπλέον, για να συμπληρωθεί το τάγμα στην εμπόλεμη δύναμη προβλέπεται, σκευοφορική υπηρεσία αποτελούμενη από ανθυπασπιστή, λοχία, δεκανέα, 25 στρατιώτες και 50 ημίονους και 1 ίππο για τον υπίατρο της μονάδας. Το τάγμα Πεζικού διέφερε από αυτό των Ευζώνων διότι διέθετε επιπλέον 1 ανθυπολοχαγό επί του υλικού, 2 αρβυλοποιούς (δεκανέα, στρατιώτη) και 7 μουσικούς.


Κάθε λόχος Πεζικού ή Ευζώνων στην ειρήνη αποτελούνταν από 120 άνδρες ενώ στον πόλεμο από 250 άνδρες. Η δύναμη του Πεζικού, συμπληρώνονταν από κληρωτούς, εθελοντές και εφέδρους. Με τον οργανισμό του στρατού που καθορίστηκε με το Β.Δ. της 29ης Απριλίου 1880 το Πεζικό αποτελούνταν από:
  • Τρία συντάγματα Πεζικού, από τα οποία τα δύο αποτελούνταν από τρία τάγματα και το τρίτο από 4 τάγματα. Κάθε τάγμα ήταν των τεσσάρων λόχων (σύνολο ταγμάτων 10).
  • Έντεκα ανεξάρτητα τάγματα Ευζώνων των 4 λόχων με αποστολή, την υπηρεσία στη μεθόριο και την παροχή συνδρομής στη χωροφυλακή.
  • Ένα ανεξάρτητο τάγμα εκπαιδεύσεως.
Με το ίδιο Β.Δ. καταργήθηκαν τα Αρχηγεία Στρατού και το Σώμα Γενικών Επιτελών και οι αξ/κοί επέστρεψαν στα Όπλα από τα οποία προέρχονταν. Ενώ καθορίστηκε οι υπηρετούντες αξκοί και υπαξ/κοί στα τάγματα Ευζώνων να εναλλάσσονται (μετατίθενται) με τους αξ/κους και υπαξ/κούς των ταγμάτων Πεζικού. Επίσης προβλέφθηκε ότι εφόσον γίνεται εφικτή η μείωση των ταγμάτων Ευζώνων που αναγκαιούν για συνδρομή της χωροφυλακής, αυτά θα μετατρέπονται σε Πεζικού με Β.Δ. Κατόπιν των παραπάνω τροποποιήσεων έχουμε την ακόλουθη σύνθεση του Πεζικού:


Ένα μήνα αργότερα, υπεγράφη το διάταγμα της επιστρατεύσεως του στρατού, με το οποίο αυξάνονταν τα τάγματα Πεζικού και Ευζώνων κατά οκτώ, ώστε να ανέλθουν σε τριάντα, συγκροτούνταν 13 έμπεδοι ουλαμοί Πεζικού με δύναμη 34 άνδρες έκαστος, καθώς και 30 μεταγωγικοί ουλαμοί (1 για κάθε τάγμα Πεζικού), με δύναμη 74 άνδρες έκαστος και καθορίζονταν η δύναμη κάθε λόχου Πεζικού ή Ευζώνων σε 251 άνδρες και 1 ίππο αξ/κού. Κάθε έμπεδος ουλαμός αποτελούνταν από, ανθυπολοχαγό, ανθυπασπιστή, 8 λοχίες, δεκανέα δεσμοφύλακα, λοχία σιτιστή, δεκανέα βοηθό σιτιστή, 16 δεκανείς, 3 σαλπιγκτές).

Κάθε μεταγωγικός ουλαμός αποτελούνταν από ανθυπολοχαγό, ανθυπασπιστή, 2 λοχίες, 4 δεκανείς, δεκανέα σιτιστή, σαλπιγκτή, όλοι με ίππους, ξυλουργό, σιδηρουργό, πεταλωτή με όνο, σαγματοποιό, 60 ημιονοδηγούς και 60 όνους. Το επόμενο έτος (1881), με το Β.Δ. της 27ης Δεκεμβρίου 1880 το Πεζικό αποτελούνταν από:
  • 31 ανεξάρτητα (αυθύπαρκτα) τάγματα Πεζικού των τεσσάρων λόχων. Κάθε τάγμα Πεζικού αποτελούνταν από επιτελείο (13 άνδρες, 4 ίπποι) και κάθε λόχος αποτελούνταν πλέον από 300 άνδρες.
  • 9 ανεξάρτητα (αυθύπαρκτα) τάγματα Ευζώνων των τεσσάρων λόχων. Κάθε τάγμα Ευζώνων αποτελούνταν από επιτελείο (12 άνδρες, 4 ίπποι) και κάθε λόχος αποτελούνταν πλέον από 300 άνδρες.
  • 13 εμπέδους λόχους Πεζικού, με δύναμη 300 άνδρες και σύνθεση όπως και ο λόχος Πεζικού.
  • 40 μεταγωγικούς ουλαμούς Υλικού Στρατού και τροφίμων, με δύναμη 55 άνδρες, 6 ίπποι, 44 ημίονοι.
  • 40 μεταγωγικούς ουλαμούς πολεμοφοδίων Πεζικού, με δύναμη 75 άνδρες, 6 ίπποι, 60 ημίονοι.
  • Μετά τις παραπάνω αλλαγές η δύναμη του Πεζικού ανήλθε σε: Άνδρες: 57.611 (επί συνόλου στρατεύματος 77.448 ανδρών, ποσοστό 74,4%), Ίπποι: 640, Ημίονοι: 4.160.
Οργανισμός 1882

Το Πεζικό, με τον οργανισμό του 1882, συγκροτούσε 27 ανεξάρτητα τάγματα Πεζικού και 9 ανεξάρτητα τάγματα Ευζώνων. Κάθε τάγμα Πεζικού ή Ευζώνων αποτελούνταν από τέσσερις λόχους. Στα τάγματα Ευζώνων κατατάσσονται μόνο εθελοντές από 2 έως 6 χρόνια, ενώ τα τάγματα Πεζικού συμπληρώνονται με εφέδρους. Η σύνθεση του επιτελείου των ταγμάτων δεν διαφοροποιείται από την σύνθεση που προβλέπονταν στον προηγούμενο οργανισμό, αλλά η επάνδρωση των λόχων Πεζικού περιορίζεται στους 110 άνδρες με 2 ημιόνους και των λόχων Ευζώνων στους 130 άνδρες με 2 ημιόνους. Η δύναμη του Πεζικού με αυτή την οργάνωση ανέρχονταν σε: Άνδρες: 17.071 (επί συνόλου στρατεύματος 24.505, ποσοστό 69,6%), Ίπποι: 108 και Ημίονοι: 288.

3. Οργάνωση Μονάδων Πεζικού κατά Συντάγματα

Με Β.Δ. του έτους 1885, τα οποία εκδόθηκαν από Ιούλιο μέχρι Οκτώβριο, τα είκοσι επτά υπάρχοντα τάγματα Πεζικού αποτέλεσαν δέκα συντάγματα. Το Πεζικό αποτελούνταν από δέκα συντάγματα και οκτώ ανεξάρτητα τάγματα Ευζώνων. Με εγκύκλιους διαταγές του Υπουργείου Στρατιωτικών των ετών 1884, 1885 και 1886, τέθηκαν σε εφαρμογή ο νέος κανονισμός ασκήσεων Πεζικού (μετάφραση από το Γαλλικό), ο κανονισμός της υπηρεσίας στην εκστρατεία (μετάφραση από το Γαλλικό) και ο κανονισμός μεταφορών. Το 1886, για την εκπαίδευση των οπλιτών στη βολή, το Υπουργείο Στρατιωτικών ίδρυσε στην Αθήνα Σχολείο Βολής.

Σ' αυτό φοιτούσε αριθμός αξιωματικών και υπαξιωματικών διαδοχικά από όλες τις μονάδες. Μέχρι την ίδρυση του σχολείου, το Υπουργείο Στρατιωτικών είχε διατάξει, όπως τα συντάγματα και τάγματα Ευζώνων να αποστέλλουν ανά ένα λοχαγό ή υπολοχαγό στην Αθήνα για παρακολούθηση μαθημάτων σχετικών με τη μέθοδο στη βολή, από αξιωματικό της Γαλλικής αποστολής.


4. Οργάνωση - Σύνθεση Πεζικού Ετών 1887 - 1896

Το 1887 ψηφίστηκε ο νόμος ΑΦΛΓ' με τον οποίο τροποποιούνταν ο οργανισμός του στρατού και με τον οποίο καθορίστηκε ότι το Πεζικό θα αποτελείται από δέκα ανεξάρτητα συντάγματα Πεζικού των τριών ταγμάτων και οκτώ ανεξάρτητα τάγματα Ευζώνων. Κάθε τάγμα Πεζικού ή Ευζώνων, αποτελείται από 3 λόχους. Το ένα τάγμα κάθε συντάγματος και τα δύο από τα οκτώ τάγματα Ευζώνων θα αποτελούνται μόνο από στελέχη. Η συγκρότηση αναλυτικά περιελάμβανε επιτελείο συντάγματος με 35 άνδρες και 4 ίππους αξ/κών.

Σε κάθε τάγμα Πεζικού, επιτελείο 6 ανδρών (ταγματάρχη - διοικητή, λοχαγό - επιτελή, υπίατρο, 2 ανθυπασπιστές, σαλπιγκτή), 2 ίππους και 8 ημίονους και σε κάθε τάγμα Ευζώνων επιτελείο 13 ανδρών (αντισυνταγματάρχη - διοικητή, ταγματάρχη-υποδιοικητή, λοχαγό - επιτελή, ιατρό, υπίατρο, υπολοχαγό της οικονομίας επί του χρηματικού, ανθυπολοχαγός οικονομίας επί του υλικού, 2 ανθυπασπιστές, λοχίας - δεσμοφύλακας, λοχίας - οπλοδιορθωτής, δεκανέας - σαλπιγκτής, υποδεκανέας - βοηθός οπλοδιορθωτή), 3 ίππους και 10 ημίονους.

Κάθε λόχος Πεζικού αποτελούνταν από 139 άνδρες (λοχαγός, υπολοχαγός, 2 ανθυπολοχαγοί, επιλοχίας, 5 λοχίες εκ των οποίων ο ένας σιτιστής, 9 δεκανείς εκ των οποίων ο ένας βοηθός σιτιστή, 8 υποδεκανείς και 109 στρατιώτες), ενώ κάθε λόχος Ευζώνων από 132 άνδρες (είχε 7 στρατιώτες λιγότερους). Σε κάθε σύνταγμα ανήκε και ένα τμήμα Μουσικής. Επίσης, επανακαθορίστηκαν τα σχολεία του στρατού γενικότερα και άλλες μικρές ρυθμίσεις για την απόσπαση από το Πεζικό σε άλλα σώματα και τη χωροφυλακή. Νωρίτερα με άλλο νόμο (ΑΦΚΗ) η υπηρέτηση στο στρατό έγινε υποχρεωτική για άτομα από 21 έως 51 έτη, διαρκούσε 3 χρόνια και απαγορεύονταν η αντικατάσταση των στρατευσίμων από άλλους.

Μεταξύ των σχολών, οι οποίες είχαν δημιουργηθεί κατά τη χρονική περίοδο 1887 - 1890, ήταν και το Σχολείο Βολής Πεζικού. Σε εκτέλεση του Νόμου ΑΘΠΤ' δημιουργήθηκε με Β.Δ. της 15ης Μαΐου 1889 Σχολείο Βολής στην Αθήνα. Σκοπός του σχολείου, ήταν η θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση στη βολή με φορητά όπλα, υπολοχαγών και ανθυπολοχαγών, οι οποίοι προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν ως εκπαιδευτές στα συντάγματα Πεζικού και τάγματα Ευζώνων, καθώς επίσης και υπαξιωματικών (επιλοχιών, λοχιών).

Το 1893 με Β.Δ. της 31ης Μαρτίου 1893 θεσπίστηκε ο οργανισμός λειτουργίας του σχολείου και οι λεπτομέρειες εκπαίδευσης των αξ/κών και υπαξ/κών (αντικείμενα, εκπαίδευσης, βαθμολογίες, αξιολόγηση, καθήκοντα προσωπικού, κλπ) του Πεζικού και καταργήθηκαν τα προηγούμενα Β.Δ. του 1889 και 1890 με τα οποία καθορίστηκε η λειτουργία του σχολείου βολής.

5. Ελληνοτουρκικός Πόλεμος 1897

Ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 αποτελούσε, την πρώτη μετά την επανάσταση του 1821, δυναμική αναμέτρηση της μικρής και ανίσχυρης τότε Ελλάδας με την ισχυρή ακόμα Οθωμανική Αυτοκρατορία. Παρά την ατυχή έκβασή του, έδωσε στους Έλληνες τη δυνατότητα να αντιληφθούν τις πολλές ελλείψεις τους και να αποκομίσουν πολύτιμη πείρα στα ζητήματα της προπαρασκευής και διεξαγωγής του πολέμου. Στις αρχές του 1897, η κυβέρνηση κάλεσε σταδιακά, από 1 Φεβρουαρίου μέχρι 9 Απριλίου, δέκα κλάσεις εφέδρων και την 1η Μαρτίου έθεσε τον ενεργό στρατό σε επιστράτευση, καθόσον προέβλεπε πιθανή εισβολή των Τούρκων στη Θεσσαλία.

Συγχρόνως, στις 2 Φεβρουαρίου, με την πρόσκληση δύο κλάσεων, έστειλε στην Κρήτη Εκστρατευτικό Σώμα υπό το Συνταγματάρχη Τιμολέοντα Βάσσο, δύναμης δυο ταγμάτων Πεζικού (Ι/1 και Ι/7), ενός λόχου Ευζώνων (3/ΙΙ Τάγμα), ενός τάγματος Μηχανικού, ενός αποσπάσματος του λόχου Τηλεγραφητών, μιας Ορειβατικής πυροβολαρχίας (1/1) και λοιπών βοηθητικών υπηρεσιών. Το σώμα αυτό, αποβιβάστηκε την 23:00 της 2ας Φεβρουαρίου, στα δυτικά των Χανίων, στον όρμο Κολυμπαρίου της επαρχίας Κισσάμου, συγκρούστηκε την 6 Φεβρουαρίου στις Βουκολιές Κισσάμου και την επομένη (7 Φεβρουαρίου) στο Κάστελο, Λειβάδια - Αγιά με τμήματα τακτικού Τούρκικου Στρατού και Τουρκοκρητικών, τα οποία απωθήθηκαν προς Χανιά.

Εν τω μεταξύ, τη νύχτα της 27 προς 28 Μαρτίου, 1.800 αντάρτες προσπάθησαν να εισέλθουν από την περιοχή της Καλαμπάκας Θεσσαλίας στο Τουρκικό έδαφος, από όπου εκδιώχθηκαν μετά από δύο μέρες, από τα εκεί Τουρκικά συνοριακά τμήματα. Τη νύχτα της 4ης Απριλίου, μετά την απώθηση των ανταρτών, σημειώθηκε ανταλλαγή πυρών μεταξύ δύο συνοριακών σταθμών (φυλακίων), η οποία επεκτάθηκε σε όλη τη μεθοριακή γραμμή της περιοχής Νεζέρου. Τα παραπάνω επεισόδια, ήταν η αφορμή για να κηρύξει η Τουρκία τον πόλεμο στην Ελλάδα, την 6η Απριλίου.

Ο Ελληνικός στρατός πριν την έναρξη των επιχειρήσεων είχε σταδιακά τροποποιήσει την οργάνωσή του, ως εξής:

1) Με Β.Δ. της 8ης Μαρτίου 1897 αποφασίστηκε η συγκρότηση τριών μεραρχιών των 2 ταξιαρχιών εκάστη, δύο για το στρατό της περιοχής της Θεσσαλίας και μία για το στρατό της περιοχής της Ηπείρου και Αιτωλοακαρνανίας.

2) Με το ίδιο ως άνω προστέθηκαν στην οργάνωση δέκα νέα τάγματα Πεζικού ανά ένα σε κάθε σύνταγμα, ανεβάζοντας τον αριθμό των ταγμάτων σε 4 ανά σύνταγμα και 2 τάγματα Ευζώνων με αριθμούς 10ο και 11ο.

3) Την επόμενη ημέρα με νέο Β.Δ. (9 Μαρτίου 1897) τα νέα τάγματα των 2ο, 4ο, 5ο, και 6ο, 9ο, 10ο συντάγματα Πεζικού, συγκροτούν ανά τρία, δύο νέα συντάγματα το 10ο και το 11ο.

Ο στρατός ήταν κατανεμημένος στις 29 Ιανουαρίου σε 3 Αρχηγεία ως εξής:

1) Α' Αρχηγείο με έδρα τη Λάρισα (2ο, 4ο, 5ο ΣΠ, τα IV, VI,VII,VIII, X τάγματα Ευζώνων, 2 ίλες ιππικού και τμήματα πυροβολικού).

2) Β' Αρχηγείο με έδρα το Μεσολόγγι -6ο (Άρτα), 9ο (Μεσολόγγι), 10ο ΣΠ (Κέρκυρα), τα I (Αγρίνιο), ΙΙI (Πραμαντά), τάγματα Ευζώνων, και τμήματα πυροβολικού.

3) Γ' Αρχηγείο με έδρα την Αθήνα -1ο, 7ο (Αθήνα), 3ο (Καλαμάτα), 8ο ΣΠ (Τρίπολη), τα I Αγρίνιο, ΙΙ τάγμα Ευζώνων, 3 συντάγματα ιππικού, τμήματα πυροβολικού, σύνταγμα μηχανικού και λοιπές μονάδες και υπηρεσίες.

4) Το σύνολο των μονάδων Πεζικού που είχαν συγκροτηθεί μετά και την επιστράτευση 33.200 εφέδρων στο Πεζικό, ανέρχονταν σε 12 συντάγματα Πεζικού των τριών ταγμάτων (36 τάγματα), 7 ανεξάρτητα τάγματα και 10 τάγματα Ευζώνων.


Από πλευράς εξοπλισμού, το Πεζικό διέθετε 120.000 τυφέκια γκρα με ξιφολόγχη, 50.000 Σεσαπώ και 10.000 διαφόρων άλλων τύπων. Για κάθε τυφέκιο υπήρχαν 243 φυσίγγια, εκ των οποίων τα 78 αποτελούσαν τα μετά του όπλου, 15 μεταφέρονταν με άμαξα του τάγματος και 150 ήταν στον μεταφορικό ουλαμό πολεμοφοδίων. Από πλευράς επιμελητείας ο στρατός ήταν παντελώς απροετοίμαστος, ενώ από πλευράς εκπαιδεύσεως υπήρχαν σημαντικότατες ελλείψεις τόσο στην εκπαίδευση των στελεχών όσο και των Μονάδων.

Στις 5 Μαρτίου τα Α' και Β' Αρχηγεία, διατάχθηκαν να συγκροτήσουν το πρώτο 2 μεραρχίες και το δεύτερο μία οι οποίες θα περιελάμβαναν 2 Ταξιαρχίες, ανάλογο Ιππικό, Πυροβολικό, Μηχανικό και βοηθητικές υπηρεσίες. Με Β.Δ. της 14ης Μαρτίου 1897 το Α' Αρχηγείο, μετονομάστηκε σε Αρχηγείο Στρατού Θεσσαλίας και το οποίο διέθετε 24 τάγματα Πεζικού, 7 τάγματα Ευζώνων, 1 ανεξάρτητο τάγμα Πεζικού, Ιππικό, Πυροβολικό, Μηχανικό, κλπ. Το Β' Αρχηγείο μετονομάστηκε σε Αρχηγείο Στρατού Ηπείρου και το οποίο διέθετε συνολικά, 12 τάγματα Πεζικού, 3 τάγματα Ευζώνων, Ιππικό, Πυροβολικό, κλπ.

Ο στρατός αυτός είχε να αντιμετωπίσει 99 Τουρκικά τάγματα Πεζικού στον τομέα της Θεσσαλίας και 34 Τουρκικά τάγματα στον τομέα Ηπείρου, ενώ δεν είχε γίνει καμιά σοβαρή εργασία οχύρωσης της μεθορίου με τα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Και σ' αυτό τον πόλεμο το Πεζικό κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για την κατάληψη των αντικειμενικών σκοπών που του είχαν ανατεθεί, σε όλα τα θέατρα επιχειρήσεων (Θεσσαλία, Ήπειρος, Κρήτη) και πότισε με αίμα τα σκλαβωμένα ακόμη τότε ελληνικά εδάφη. Βουκολιές, Καλιπεύκη, Δαμάσι, Μάτι, Βελεστίνο, Φιλιππιάδα, Δομοκός, είναι μερικά ακόμα πεδία μαχών όπου το Πεζικό έχασε άνδρες του.

Οι συνολικές απώλειες από τον πόλεμο του 1897, ανήλθαν σε 30 αξ/κούς Πεζικού και 640 περίπου οπλίτες. Ήταν όμως και μια ευκαιρία να γίνουν αντιληπτές οι αδυναμίες του Πεζικού, όπως και να αναληφθούν ενέργειες για τη αναδιοργάνωσή του.

Στολή

Μετά την καθιέρωση το 1868 της Γαλλικού τύπου στολής, η οποία περιλάμβανε πηλήκιο, χιτώνιο, χλαίνη από εριούχο βαθύ μπλε ύφασμα, ενώ η περισκελίδα ήταν χρώματος γκρι, το 1877 καθιερώθηκε, για πρώτη φορά, ως μικρή στολή των αξιωματικών, το αυστριακού τύπου χιτώνιο. Η θερινή στολή όλων των αξιωματικών ήταν ακριβώς όμοια με τη χειμερινή, κατασκευασμένη, όμως, από λινό λευκό ύφασμα και το 1892 καθορίστηκε η μικρή θερινή στολή των αξιωματικών και ανθυπασπιστών. Η μικρή στολή υπηρεσίας, περιλάμβανε μάλλινο πηλήκιο και χιτώνιο χρώματος φαιού, καθώς και λινό παντελόνι ή μάλλινο, όταν φερόταν με μπότες, επίσης χρώματος φαιού.

Η μικρή στολή, εκτός υπηρεσίας, περιελάμβανε λευκό λινό πηλήκιο και χιτώνιο, καθώς και λευκό λινό παντελόνι ή μάλλινο, όταν φερόταν με μπότες.

ΤΟ ΠΕΖΙΚΟ ΣΤΟΥΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΥΣ ΠΟΛΕΜΟΥΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΖΙΚΟΥ 1900 έως 1912

1. Γενικά

Η ατυχής έκβαση του πολέμου του 1897, συνέπεια μη ύπαρξης ικανής στρατιωτικής δύναμης, όπως επίσης και το «Μακεδονικό Ζήτημα» που είχαν δημιουργήσει οι Βούλγαροι, κατέστησαν επιτακτική ανάγκη τη συγκρότηση ισχυρού στρατού. Τα αποτελέσματα των προσπαθειών συγκρότησης ικανού στρατού, φάνηκαν στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912 - 1913) που επακολούθησαν, κατά τους οποίους ο αναγεννημένος Ελληνικός στρατός με τη βοήθεια των συμμάχων του αντιμετώπισε νικηφόρα τον Τουρκικό στρατό και εν συνεχεία, με τη βοήθεια του Σερβικού, νίκησε τον Βουλγαρικό στρατό.

2. Οριστική Οργάνωση του Στρατού κατά Μεραρχίες

Με την ψήφιση το 1900 του ΒΨ' Νόμου «περί οργανισμού του στρατού» καθορίστηκε η εν ειρήνη συγκρότηση του στρατού, όπως παρακάτω:
  • Ο στρατός τέθηκε υπό τη διοίκηση του Γενικού Διοικητή Στρατού, ο οποίος ήταν συγχρόνως και Γενικός Επιθεωρητής Στρατού.
  • Τα Αρχηγεία Στρατού καταργήθηκαν και ο στρατός οργανώθηκε σε τρεις μεραρχίες. Κάθε μεραρχία αποτελούνταν από δυο ταξιαρχίες Πεζικού και ανάλογο αριθμό μονάδων των λοιπών Όπλων. Κάθε ταξιαρχία αποτελούνταν από δύο συντάγματα Πεζικού ή Ευζώνων και ένα ανεξάρτητο τάγμα Ευζώνων. Τα ανεξάρτητα τάγματα Ευζώνων παραμένουν τελικά έξι.
Αργότερα ο Νόμος ΒΨ' τροποποιήθηκε με τον Νόμο ΒΠΟΖ' του 1903, η δε σύνθεση των μεραρχιών, κατόπιν της τροποποίησης αυτής καθορίστηκε όπως παρακάτω:
  • Ι Μεραρχία με τις Α΄ Ταξιαρχία των 1ου και 2ου Συνταγμάτων Ευζώνων, Β΄ Ταξιαρχία των 4ου και 5ου Συνταγμάτων Πεζικού και το 1ο Σύνταγμα Πυροβολικού και το 1ο Τάγμα Ευζώνων.
  • ΙΙ Μεραρχία με τις Γ' Ταξιαρχία των 1ου και 7ου Συντάγματος Πεζικού, Δ' Ταξιαρχία των 2ου και 5ου Συνταγμάτων Πεζικού, 2ου Συντάγματος Ιππικού, 2ου Συντάγματος Πυροβολικού και το 2ο Τάγμα Ευζώνων.
  • ΙΙΙ Μεραρχία με τις Ε' Ταξιαρχία των 6ου και 10ου Συνταγμάτων Πεζικού, ΣΤ' Ταξιαρχία των 8ου και 9ου Συνταγμάτων Πεζικού 3ου Συντάγματος Ιππικού, 3ου Συντάγματος Πυροβολικού και το 3ο Τάγμα Ευζώνων.
3. Μακεδονικός Αγώνας (1904 - 1908)

Στις αρχές του 20ού αιώνα, Βούλγαροι κομιτατζήδες προέβησαν σε βιαιότητες σε βάρος του Ελληνικού πληθυσμού της Μακεδονίας, αποβλέποντας στον εκβουλγαρισμό του. Η Ελληνική πλευρά, προκειμένου να αντιμετωπίσει τη διαμορφωθείσα κατάσταση, προχώρησε ανεπίσημα στη συγκρότηση και αποστολή ένοπλων τμημάτων στην περιοχή. Η ένοπλη δράση των τμημάτων αυτών κατά των Βουλγάρων, ονομάστηκε «Μακεδονικός Αγώνας». Τα εθελοντικά σώματα που μετέβησαν στη Μακεδονία, οργανώθηκαν με στρατιωτική πειθαρχία και τέθηκαν υπό τη διοίκηση επιλεγμένων αξιωματικών του στρατού.

Η δράση τους στηρίχθηκε σε προσεκτικά μελετημένο σχέδιο, του οποίου η άριστη εκτέλεση οδήγησε στην αναχαίτιση της Βουλγαρικής επεκτατικής πολιτικής, εξασφαλίζοντας την επιβίωση του Ελληνικού στοιχείου στη Μακεδονία.

4. Οργάνωση - Σύνθεση Πεζικού

Με τον Νόμο 3031 του 1904, ο Οργανισμός του Στρατού τέθηκε σε νέα βάση. Η χώρα χωρίστηκε από στρατιωτικής άποψης, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο νόμος, σε 3 στρατιωτικές περιφέρειες κάθε μια από τις οποίες υποδιαιρούνταν σε 4 διαμερίσματα. Κάθε στρατιωτική περιφέρεια αποτελούσε έδρα μεραρχίας. Η οργάνωση των Μεραρχιών είχε ως εξής:
  • Η μεραρχία αποτελούνταν από επιτελείο (8 αξιωματικοί, 7 ίπποι αξιωματικών), 2 ταξιαρχίες, σύνταγμα Ιππικού, σύνταγμα ΠΒ, 2 τάγματα Ευζώνων -επιτελείο (22 άνδρες, 3 ίπποι αξιωματικών) και 4 λόχους (140 άνδρες, 2 ίπποι αξιωματικών)-, τάγμα ΜΧ, λόχο Μεταγωγικού, λόχο Νοσοκόμων, λόχο στρατιωτικής Μουσικής.
  • Κάθε ταξιαρχία αποτελούνταν από επιτελείο (2 αξιωματικοί, 3 ίπποι αξιωματικών) και 2 συντάγματα Πεζικού.
  • Κάθε σύνταγμα Πεζικού αποτελούνταν από επιτελείο (25 αξιωματικοί, 3 ίπποι αξιωματικών) και 3 τάγματα Πεζικού.
  • Κάθε Τάγμα αποτελούνταν από επιτελείο (5 άνδρες, 2 ίπποι αξιωματικών) και 4 λόχους Πεζικού (141 άνδρες, 2 ίπποι αξιωματικών).

Μεραρχίες
  • Η Ι Μεραρχία περιελάμβανε τις Α' Ταξιαρχία των 4ου και 5ου Συνταγμάτων Πεζικού, Β' Ταξιαρχία των 2ου και 3ου Συνταγμάτων Πεζικού, καθώς επίσης και τα 4ο και 6ο Τάγματα Ευζώνων.
  • Η ΙΙ Μεραρχία περιελάμβανε τις Γ' Ταξιαρχία των 1ου και 7ου Συνταγμάτων Πεζικού, Δ' Ταξιαρχία των 8ου και 11ου Συνταγμάτων Πεζικού, καθώς επίσης και τα 1ο και 2ο Τάγματα Ευζώνων.
  • Η ΙΙΙ Μεραρχία περιελάμβανε τις Ε' Ταξιαρχία των 6ου και 10ου Συνταγμάτων Πεζικού, ΣΤ' Ταξιαρχία των 9ου και 12ου Συνταγμάτων Πεζικού, καθώς επίσης και τα 3ο και 7ο Τάγματα Ευζώνων.
Το Πεζικό εν συνόλω αποτελούνταν από δώδεκα συντάγματα Πεζικού και έξι τάγματα Ευζώνων. Σε κάθε σύνταγμα μόνο τα δύο τάγματα ήταν ενεργά, ενώ το τρίτο είχε μόνο αξιωματικούς και μόνιμους υπαξιωματικούς. Κάθε τάγμα Ευζώνων αποτελούνταν από επιτελείο και τέσσερις λόχους. Στον νόμο επίσης προβλέπεται και η λειτουργία Σχολής Βολής Πεζικού και Πυροβολικού, καθώς και προπαρασκευαστικό σχολείο εφέδρων αξ/κών.

5. Σχολείο Βολής Πεζικού

Τον Νοέμβριο του 1907, ανασυγκροτήθηκε το Σχολείο Βολής Πεζικού. Σκοπός του σχολείου αυτού ήταν η εκπαίδευση των υπολοχαγών και ανθυπολοχαγών Πεζικού, Μηχανικού και Ιππικού, καθώς και των Επιλοχιών και Λοχιών του Πεζικού, Ευζώνων, Μηχανικού και Ιππικού, σε αντικείμενα βολής φορητών όπλων Πεζικού. Το Σχολείο Βολής Πεζικού είχε διαιρεθεί σε δυο τμήματα: το τμήμα αξιωματικών και το τμήμα υπαξιωματικών. Στο τμήμα αξιωματικών φοιτούσαν οι ανθυπολοχαγοί από τη σχολή Ευελπίδων του Πεζικού, Ιππικού και Μηχανικού, οι ανθυπολοχαγοί που προέρχονταν από τη σχολή υπαξιωματικών, καθώς επίσης και οι αρχαιότεροι των λοιπών υπολοχαγών και ανθυπολοχαγών Πεζικού, Μηχανικού και Ιππικού.

Στο τμήμα υπαξιωματικών φοιτούσε αριθμός υπαξιωματικών Πεζικού, Μηχανικού και Ιππικού, ο οποίος ορίζονταν ανά έτος από το Υπουργείο Στρατιωτικών. Με βάση Βασιλικά Διατάγματα των ετών 1904 και 1905 επικυρώθηκαν και ενεργοποιήθηκαν οι κανονισμοί εκπαιδεύσεως και εσωτερικής υπηρεσίας του Πεζικού. Τον Φεβρουάριο του 1907, ο οπλισμός του στρατεύματος εκσυγχρονίστηκε με καινούργια επαναληπτικά τυφέκια Μάνλιχερ υποδείγματος 1903, διαμετρήματος 6,5 χιλ. και το 1908 καθορίστηκε για πρώτη φορά στολή εκστρατείας χρώματος χακί. Οι μονάδες Πεζικού, Ευζώνων και Μηχανικού εφοδιάστηκαν με μακριά τυφέκια.

6. Σχολείο Λοχαγών

Το Σχολείο Λοχαγών, συστήθηκε το Σεπτέμβριο του 1910 στην Αθήνα. Σκοπός του ήταν η πρακτική και η υπό ενιαίο πνεύμα μόρφωση των λοχαγών των τεσσάρων Όπλων. Η διάρκεια της εκπαίδευσης ήταν ετήσια, ενώ οι εισαγόμενοι κάθε σειράς ορίστηκαν μέχρι εξήντα (36 του Πεζικού, 8 του Ιππικού, 10 του Πυροβολικού και 6 του Μηχανικού).

7. Στρατιωτική Προεκπαίδευση

Με τη μείωση της θητείας των στρατευσίμων, ψηφίστηκε ο ΓΥΒ' Νόμος της 5 Νοεμβρίου 1909, για στρατιωτική προεκπαίδευση. Σύμφωνα με τον Νόμο αυτό, όλοι οι έφηβοι, οι οποίοι είχαν συμπληρώσει το δέκατο έκτο έτος της ηλικίας τους, ήταν υποχρεωμένοι να προσέρχονται στα κατά τόπους Κέντρα Στρατιωτικής Προεκπαίδευσης, για θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση. Η εκπαίδευση αυτή ήταν τριετής και κάθε νέος έπρεπε να έχει λάβει μέρος σε σαράντα ασκήσεις το χρόνο. Για την οργάνωση της στρατιωτικής προεκπαίδευσης η χώρα είχε διαιρεθεί σε εκπαιδευτικές περιοχές με βάση τις περιφέρειες των μεραρχιών.

Η εκπαίδευση γινόταν κατά Δήμους, όπου συγκροτούνταν κέντρα στρατιωτικής εκπαίδευσης. Ως εκπαιδευτές χρησιμοποιούνταν βαθμοφόροι του στρατού και την επίβλεψη της εκπαίδευσης είχαν οι μεραρχίες.

8. Οργάνωση - Σύνθεση Πεζικού 1910 - 1912

Με το Β.Δ της 11ης Φεβρουαρίου 1910110, το κράτος χωρίζεται σε 3 περιοχές κάθε μια από τις οποίες αποτελεί έδρα μεραρχίας. Κάθε μεραρχία αποτελείται από 3 ταξιαρχίες και κάθε ταξιαρχία από 2 συντάγματα Πεζικού και 1 τάγμα Ευζώνων. Συνολικά το πεζικό με αυτή την αναδιοργάνωση περιελάμβανε δεκαοκτώ συντάγματα Πεζικού και εννέα τάγματα Ευζώνων. Η συγκρότηση αναλυτικά περιελάμβανε επιτελείο συντάγματος με 17 άνδρες και 3 ίππους αξ/κών.

Σε κάθε τάγμα Πεζικού, επιτελείο 5 ανδρών (ταγματάρχη - διοικητή, λοχαγό - επιτελή, 2 ανθυπασπιστές, σαλπιγκτή), 2 ίππους και σε κάθε τάγμα Ευζώνων επιτελείο 13 ανδρών (αντισυνταγματάρχη - διοικητή, ταγματάρχη - υποδιοικητή, λοχαγό - επιτελή, ιατρό, υπίατρο, υπολοχαγό της οικονομίας επί του χρηματικού, ανθυπολοχαγός οικονομίας επί του υλικού, 2 ανθυπασπιστές, λοχίας δεσμοφύλακας, λοχίας οπλοδιορθωτής, δεκανέας σαλπιγκτής, υποδεκανέας βοηθός οπλοδιορθωτή), 3 ίππους. Κάθε τάγμα Πεζικού ή Ευζώνων αποτελούνταν από 4 λόχους.

Κάθε λόχος Πεζικού αποτελούνταν από 138 άνδρες (λοχαγός, υπολοχαγός, ανθυπολοχαγός, επιλοχίας, 5 λοχίες εκ των οποίων ο ένας σιτιστής, 9 δεκανείς εκ των οποίων ο ένας βοηθός σιτιστή, 2 σαλπιγκτές, 8 υποδεκανείς και 109 στρατιώτες), ενώ κάθε λόχος Ευζώνων από 140 άνδρες (είχε 1 στρατιώτη και 1 σαλπιγκτή επιπλέον). Σε κάθε σύνταγμα ανήκε και ένα τμήμα Μουσικής. Δύο χρόνια αργότερα με το Β.Δ της 7ης Ιανουαρίου 1912 γίνεται νέα αναδιοργάνωση με την οποία οι στρατιωτικές περιοχές γίνονται 4 και κατ΄ επέκταση και οι μεραρχίες γίνονται τέσσερις (Ι,ΙΙ,ΙΙΙ,IV) κάθε μία από τις οποίες αποτελείται πλέον από τρία συντάγματα Πεζικού των τριών ταγμάτων έκαστο.

Επίσης, συγκροτούνται έξι τάγματα Ευζώνων. Κάθε τάγμα αποτελείται από 3 λόχους. Η σύνθεση του ενεργού στρατού, ως προς το πεζικό, ήταν δώδεκα συντάγματα Πεζικού και έξι τάγματα Ευζώνων. Το σύνταγμα Πεζικού, είχε τρία τάγματα των τριών λόχων και δυο ουλαμούς πολυβόλων. Το τάγμα Ευζώνων, είχε τέσσερις λόχους και δυο ουλαμούς πολυβόλων.


9. Ουλαμοί Υποψηφίων Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού

Βάσει του οργανισμού του στρατού του 1911 και του Νόμου Γ' της 7ης Ιανουαρίου 1912 «περί Συνθέσεως του Στρατού», δημιουργήθηκαν ουλαμοί Υποψηφίων Εφέδρων Αξιωματικών (ΥΕΑ), ένας σε κάθε μεραρχία. Η διάρκεια κάθε εκπαιδευτικής σειράς ορίστηκε σε έντεκα μήνες, (1η Μαρτίου έως 31η Ιανουαρίου). Οι ουλαμοί των ΥΕΑ Πεζικού προσκολλούνταν σε ένα από τα συντάγματα της μεραρχίας. Στους ουλαμούς αυτούς φοιτούσαν, κατόπιν εξετάσεων, κληρωτοί ή εθελοντές οπλίτες, οι οποίοι το πρώτο δεκαήμερο του Μαρτίου θα έπρεπε να έχουν συμπληρώσει πέντε μήνες στρατιωτικής θητείας και να έχουν επιδείξει, κατά τη διάρκεια της θητείας τους, σχετικά προσόντα.

Ο Υπουργός των Στρατιωτικών, ανάλογα με τις προβλεπόμενες ανάγκες, καθόριζε τον αριθμό των εισαχθέντων στους ουλαμούς, κατά σειρά επιτυχίας, έπειτα από εισαγωγικές εξετάσεις. Οι απόφοιτοι των ουλαμών επέστρεφαν στις μονάδες τους ως λοχίες. Μετά από ένα μήνα υπηρεσίας στο βαθμό αυτό, ονομάζονταν ανθυπολοχαγοί και υπηρετούσαν μέχρι της λήξης της θητείας τους, για περίπου τρεις μήνες. Όσοι δεν κατάφερναν να αποφοιτήσουν, δεν ονομάζονταν έφεδροι ανθυπολοχαγοί, άλλα επέστρεφαν στις μονάδες τους με το βαθμό που είχαν πριν εισαχθούν στους ουλαμούς (δεκανέα ή στρατιώτη).

Αυτοί είχαν τη δυνατότητα να προαχθούν στο βαθμό του λοχία, κατόπιν σχετικής πρότασης του διοικητή συντάγματος, στον οποίο ήταν προσκολλημένος ο ουλαμός, που είχε φοιτήσει.

ΤΟ ΠΕΖΙΚΟ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΥΣ ΠΟΛΕΜΟΥΣ

1. Η προς Πόλεμο Προετοιμασία του Πεζικού

Η περίοδος από την επανάσταση του 1909 (Γουδή) μέχρι τους Βαλκανικούς Πολέμους, υπήρξε περίοδος σημαντικής αναδιοργάνωσης του ελληνικού στρατού γενικότερα και κατ επέκταση του Πεζικού που αποτελούσε την πλειονότητα των μονάδων. Ειδικότερα, την περίοδο αυτή διατέθηκαν 32.000.000 δραχμές μόνο για προμήθεια οπλισμού και πυρομαχικών Πεζικού (παραγγέλθηκαν 60.000 τυφέκια Μάνλινχερ), ενώ πολλά χρήματα από το Ταμείο εθνικής Άμυνας (ιδρυθέν το 1904) διατέθηκαν για την προμήθεια ίππων, πυροβόλων, βλημάτων, ιματισμού, υλικών σαγής, οχύρωσης, κ.α.

Ταυτόχρονα εντατικοποιήθηκε η εκπαίδευση των Μονάδων με σκοπό, οι στρατιώτες να εξοικειωθούν με τις μεθόδους του πολέμου (χρησιμοποίηση πυρών και εδάφους, ανάπτυξη επιθετικού πνεύματος, κλπ και οι ηγήτορες, στη διοίκηση των τμημάτων τους υπό πολεμικές συνθήκες. Κάθε έτος τη θερινή περίοδο εκτελούνταν ασκήσεις οι οποίες αύξησαν τη μαχητική ικανότητα των Μονάδων. Με την επιστράτευση του 1912, το Πεζικό διέθετε 115.000 τυφέκια Μανλινχερ (μακρύκανα και αραβίδες), τα απαραίτητα πιστόλια και περίστροφα, επαρκή αριθμό τυφεκίων γκρα για τον εξοπλισμό της εθνοφρουράς και των υπηρεσιών μετόπισθεν, καθώς και τα απαραίτητα πυρομαχικά.

Ταυτόχρονα έγιναν αξιόλογα οχυρωματικά έργα στη Θεσσαλία και την Ήπειρο για την επαύξηση της ισχύος του εδάφους στο συνοριακό τομέα. Στις 7 Ιανουαρίου 1912 δημοσιεύθηκε ο νέος οργανισμός του στρατού, ο οποίος καθόρισε το τριαδικό σύστημα στην οργάνωση του. Ο στρατός αποτελούνταν πλέον, από τέσσερις μεραρχίες Πεζικού, των τριών συνταγμάτων κάθε μία, ενώ γινόταν ελαφρότερες και προσαρμόζονταν καλλίτερα στο ελληνικό ορεινό έδαφος. Κάθε σύνταγμα αποτελούνταν, από τρία τάγματα των τριών λόχων και 2 ουλαμών πολυβόλων. Κάθε τάγμα Ευζώνων είχε 4 λόχους και 2 ουλαμούς πολυβόλων.

2. Α' Βαλκανικός Πόλεμος 1912

Κατόπιν μυστικών συνθηκών μεταξύ Σερβίας και Βουλγαρίας, περί κοινής ανάληψης στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά της Τουρκίας, η Ελλάδα κήρυξε γενική επιστράτευση στις 17 Σεπτεμβρίου 1912 και στη συνέχεια τον πόλεμο στην Τουρκία στις 5 Οκτωβρίου. Το σχέδιο των επιχειρήσεων προέβλεπε τη συγκρότηση δυο στρατηγείων, του Στρατηγείο Στρατού Θεσσαλίας και το Στρατηγείο Στρατού Ηπείρου. Η κύρια δύναμη ήταν ο Στρατός Θεσσαλίας ο οποίος σύμφωνα με τα σχέδια προβλέπονταν να ενεργήσει, για τη συντριβή του Τουρκικού στρατού στη Μακεδονία.

Το Στρατηγείο του Στρατού Θεσσαλίας είχε στη διάθεσή του 100.000 άνδρες, κατανεμημένους σε 63 τάγματα Πεζικού και Ευζώνων, 8 ίλες Ιππικού, 6 ημιλαρχίες, 26 πεδινές και 6 ορειβατικές πυροβολαρχίες, 7 λόχους σκαπανέων, 2 λόχους τηλεγραφητών, 2 λόχους γεφυροποιών και στολίσκο 14 αεροπλάνων. Από πλευράς οπλισμού διέθετε 70 πολυβόλα, 96 πεδινά, 24 ορειβατικά και 54 τοπομαχικά πυροβόλα. Αρχιστράτηγος του Στρατού Θεσσαλίας, ήταν ο Διάδοχος Κωνσταντίνος. Ο Στρατός Ηπείρου, υπό τον Αντιστράτηγο Σαπουντζάκη Κωνσταντίνο, είχε αποστολή την ενεργητική άμυνα στην περιοχή της ηπείρου.

Αποτελούνταν από 10.500 άνδρες κατανεμημένους σε 8 τάγματα Πεζικού και Ευζώνων, 1 ίλη Ιππικού, 1 λόχο Σκαπανέων, 12 πεδινά, 12 ορειβατικά και 18 τοπομαχικά πυροβόλα. Ο Ελληνικός Στρατός, κατόπιν ταχείας προελάσεως, απελευθέρωσε την Ελασσόνα και τη Δεσκάτη (6 Οκτωβρίου), το Σαραντάπορο (9 Οκτωβρίου), τα Σέρβια (10 Οκτωβρίου), την Κοζάνη (11 Οκτωβρίου), και στράφηκε προς τη Θεσσαλονίκη. Όλες αυτές τις ημέρες οι μονάδες Πεζικού και Ευζώνων είχαν σοβαρές απώλειες και σε αξ/κούς και μάλιστα διοικητές, ταγμάτων, συνταγμάτων.

Το γεγονός ότι στις 19 Οκτωβρίου, στον τομέα της VI ΜΠ τραυματίσθηκε ο διοικητής του 18ου ΣΠ, ο διοικητής του Ι/18 ΣΠ, και σκοτώθηκε ο διοικητής του 9ου τάγματος Ευζώνων, αποδεικνύει τα αναφερόμενα στην εισαγωγή του παρόντος κανονισμού ότι οι ηγήτορες του Πεζικού είναι στην πρώτη γραμμή του πυρός και οδηγούν τους άνδρες τους, αδιαφορώντας για τον κίνδυνο. Μετά την απελευθέρωση των Γιαννιτσών (19 - 20 Οκτωβρίου 1912) κατόπιν αιματηρής μάχης (188 νεκροί αξ/κοί και οπλίτες), ο κύριος όγκος των Ελληνικών δυνάμεων κατευθύνθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου εξανάγκασε το εχθρικό στράτευμα των 26.000 ανδρών με τα όπλα του, τα πολυβόλα του (30) και τα πυροβόλα του (70), να παραδοθεί (26 Οκτωβρίου 1912).

Στις 26 23:00 Οκτωβρίου, υπογράφηκε το πρωτόκολλο παράδοσης της πόλης και την επόμενη τα πρώτα τμήματα του Ελληνικού στρατού (Απόσπασμα Ευζώνων Κωσταντινόπουλου) εισήλθαν στην πόλη της Θεσσαλονίκης απελευθερώνοντάς την, μετά από αιώνες δουλείας. Τη μεθεπομένη, έκανε θριαμβευτική είσοδο ο Αρχιστράτηγος Διάδοχος Κωνσταντίνος με το επιτελείο του και στις 29 του ίδιου μήνα, ο Βασιλιάς Γεώργιος Α'. Μετά από τα παραπάνω, τμήματα της Στρατιάς Θεσσαλίας απελευθέρωσαν τη Φλώρινα (7 Νοεμβρίου) και την Κορυτσά (7 Δεκεμβρίου).


Η Στρατιά Ηπείρου, υπό τις διαταγές του Αντιστράτηγου Σαπουντζάκη, είχε ανατρέψει τις εχθρικές δυνάμεις, απελευθερώνοντας τη Φιλιππιάδα στις 12 Οκτωβρίου, την Πρέβεζα στις 21 Οκτωβρίου και είχε φτάσει προ των Ιωαννίνων. Υπό τις διαταγές του Αρχιστράτηγου διαδόχου Κωνσταντίνου ο οποίος είχε αναλάβει τη διοίκηση των επιχειρήσεων στην Ήπειρο τον Ιανουάριο του 1913 διέρρηξε την οχυρή τοποθεσία Μπιζανίου και απελευθέρωσε την πόλη των Ιωαννίνων στις 21 Φεβρουαρίου 1913. Συνθήκη Λονδίνου (17 Μαΐου 1913) Στις 17 Μαΐου 1913, έπειτα από μακρές διαπραγματεύσεις, υπογράφηκε στο Λονδίνο, η συνθήκη ειρήνης.

Σύμφωνα με αυτήν, η Τουρκία περιοριζόταν στην Ανατολική Θράκη δυτικά της γραμμής Αίνου - Μηδείας, έχοντας απολέσει συγχρόνως και την Κρήτη. Το κόστος σε έμψυχο υλικό, που πλήρωσε η Ελλάδα για την επίτευξη των εθνικών της στόχων και το οποίο κατά το μείζον πληρώθηκε από το Πεζικό, ανήλθε σε:
  • Νεκρούς αξιωματικούς 150 εκ των οποίων 130 του Πεζικού (87%) και οπλίτες 2.231 κατά το πλείστον από το Πεζικό.
  • Τραυματίες αξιωματικούς 261 και οπλίτες 9.034 η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων ήταν άνδρες του Πεζικού.
3. Β' Βαλκανικός Πόλεμος

Από την επομένη της λήξης της εμπόλεμης κατάστασης μεταξύ των συμμάχων με την Τουρκία, εμφανίστηκαν σημαντικοί κίνδυνοι ενδοσυμμαχικής ρήξης. Σημαντικές διαφωνίες υπήρξαν για τη διανομή των εδαφών που είχαν απελευθερωθεί, από τους Συμμάχους. Στο μεταξύ λόγω της δολοφονίας του Βασιλιά Γεωργίου του Α' στη Θεσσαλονίκη (5 Μαρτίου 1913), είχε ανέλθει στο θρόνο ο Κωνσταντίνος. Η Ελληνική Κυβέρνηση, η οποία προέβλεπε την επικείμενη ρήξη με τη Βουλγαρία, προέβη σε μυστικές διαπραγματεύσεις με τη Σερβία, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την υπογραφή συνθήκης φιλίας και συμμαχίας μεταξύ των δυο χωρών, εξασφαλίζοντας την από κοινού ενέργεια του Ελληνικού και του Σερβικού στρατού σε περίπτωση επίθεσης του Βουλγαρικού.

Γεγονότα Πολέμου

Μετά από άκαρπες προσπάθειες και μάταιες διαπραγματεύσεις για φιλική και ειρηνική διευθέτηση των διαφορών, περί της διανομής των εδαφών στη Μακεδονία και αιματηρές συγκρούσεις στη Νιγρίτα (20 - 24 Φεβρουαρίου) και στο Παγγαίο (25 - 26 Απριλίου και 9 - 17 Μαΐου), ξέσπασε ακήρυκτος πόλεμος από την πλευρά της Βουλγαρίας με γενική επίθεση των Βουλγαρικών στρατιωτικών δυνάμεων εναντίον του Σερβικού και Ελληνικού στρατού (16 και 17 Ιουνίου 1913). Ο Ελληνικός στρατός, μετά από την εκκαθάριση της πόλης της Θεσσαλονίκης από τα Βουλγαρικά στρατεύματα (17 - 18 Ιουνίου) με τη ΙΙ ΜΠ, ξεκίνησε την προέλασή του προς βορρά με τις Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, IV, V, VI, VII και Χ Μεραρχίες και Ταξιαρχία Ιππικού.

Επιτέθηκε κατά του εχθρού και τον ανέτρεψε, μετά από τριήμερη πολύνεκρη μάχη στις οχυρωμένες θέσεις στη γραμμή Κιλκίς - Λαχανά (19 - 21 Ιουνίου). Στη μάχη αυτή, η ΙΙ ΜΠ ενήργησε νυχτερινή επίθεση, τακτική την οποία βλέπουμε ότι αποφεύγεται σε όλη τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων και η επέλευση του σκότους συντελεί στη διακοπή της επαφής με τον εχθρό και χαλάρωση της πίεσης επί αυτού. Η μάχη του Κιλκίς - Λαχανά αποτελεί χαρακτηριστική μάχη για τον αγώνα του Πεζικού. Η κίνηση των συνταγμάτων Πεζικού για την κατάληψη διαδοχικών γραμμών αμύνης (τριών) και η τελική εκδίωξη των Βουλγάρων από την οχυρή τοποθεσία του υψώματος 272 με την λόγχη, χωρίς την υποστήριξη πυροβολικού, αποτελεί ύμνο στον αγώνα του Πεζικού με τον οποίο τελικά απελευθερώθηκε η πόλη του Κιλκίς.

Τις επόμενες ημέρες, μετά από τις νικηφόρες μάχες στη Δοϊράνη (23 Ιουνίου), Κωστουρίνου (25 Ιουνίου) και Δεμίρ Ισάρ (Σιδηροκάστρου), προέλασε προς την κοιλάδα του Στρούμνιτσα ποταμού, πετυχαίνοντας με αυτόν τον τρόπο, αφενός να βοηθήσει την προέλαση των Σέρβων, αφετέρου να αποκόψει τη γραμμή υποχώρησης των Βουλγάρων προς την κοιλάδα του Στρυμόνα. Συνεχίζοντας την προέλασή του προς βορρά. Η αναστολή της προέλασης πραγματοποιήθηκε στις 18 Ιουλίου 1913 με τη σύναψη πενθημερης ανακωχής.

Συνθήκη Βουκουρεστίου 

Οι αντιπρόσωποι των χωρών, που είχαν λάβει μέρος στον πόλεμο αυτό, συναντήθηκαν στο Βουκουρέστι, όπου μετά από διαπραγματεύσεις υπέγραψαν την τελική συνθήκη στις 28 Ιουλίου, βάσει της οποίας η Ελλάδα εξασφάλιζε την ανατολική Μακεδονία και διπλασίασε τα εδαφικά της όρια.

Νεκροί Πεζικού

Το κόστος σε έμψυχο υλικό, που πλήρωσε η Ελλάδα στο Β' Βαλκανικό Πόλεμο για την επίτευξη των εθνικών της στόχων και το οποίο κατά το μείζον πληρώθηκε από το Πεζικό, ανήλθε σε:
  • Νεκρούς αξιωματικούς 197 εκ των οποίων 189 Πεζικού δηλαδή το 96% των απωλειών του στρατού προέρχονται από το Πεζικό και οπλίτες 2.397, σχεδόν το σύνολο των οποίων προέρχονται από το Πεζικό.
  • Τραυματίες αξιωματικούς 429 και οπλίτες 18.872 η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων ήταν άνδρες του Πεζικού.
4. Τακτική Πεζικού κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους

Τα βασικά χαρακτηριστικά της περιόδου από πλευράς τακτικής ήταν:
  • Η κατά μέτωπο επίθεση και η παντελής απουσία σοβαρών και συντονισμένων υπερκερωτικών ενεργειών.
  • Η παντελής απουσία νυχτερινών ενεργειών γεγονός που προκαλούσε απώλεια επαφής με τον εχθρό (Μάχη Σαρανταπόρου).
  • Η απουσία του ελιγμού από τις διαταγές του γενικού στρατηγείου, όπως στη μάχη του Κιλκίς -Λαχανά.
  • Η ασυντόνιστη δράση των Μεραρχιών (βλέπε νυχτερινή επίθεση μόνο από τη ΙΙ ΜΠ στη μάχη του Κιλκίς Λαχανά).
  • Η απουσία της εκμετάλλευσης της επιτυχίας και η καταδίωξη του εχθρού, γεγονός που παρέτεινε τις επιχειρήσεις επί μακρόν.

Αναμφισβήτητα όμως η επιτυχία των Ελληνικών όπλων τη περίοδο αυτή ήταν μεγάλη και εν πολλοίς οφείλονταν:
  • Στο υψηλό ηθικό των ανδρών του Πεζικού και η πίστη τους στο δίκαιο του αγώνα.
  • Στην υψηλή ποιότητα των αξ/κών του Πεζικού οι οποίοι οδηγούσαν τα τμήματά τους στη μάχη, κινούμενοι μπροστά από όλους τους άνδρες και δίνοντας το παράδειγμα.
  • Η καλή προπαρασκευή για πόλεμο που είχε γίνει τα προηγούμενα χρόνια (εξοπλισμός, εκπαίδευση, κ.α).
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ 

 
(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)

* ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ: ΜΕΡΟΣ Β'

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου